Σημειώσεις Κεφαλαίου 7
- [←1]
-
Συρόπουλος 7: Τμῆμα Ζον. Ἐν ᾧ περὶ τῆς ἀργίας τῶν διαλέξεων, καὶ ὅσα ἐλέγοντο δι΄ αὐτὴν, καὶ ὅπως ἐπανῆλθεν ὁ βασιλεὺς ἐκ τοῦ μοναστηρίου εἰς τὴν Φεραρίαν. καὶ περὶ τῆς μεταβάσεως τῆς τε ἀπὸ τῶν περὶ τῆς προσθήκης διαλέξεων εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης καὶ ἀπὸ τῆς Φεραρίας εἰς τὴν Φλωρεντίαν. ἀπομνημονευμάτων ζ.
- [←2]
-
Συρόπουλος 7.1: Ἀλλὰ καλὸν ἄν εἴη λοιπὸν καὶ τὰ περὶ τῆς μεταβάσεως ὡς γέγονε, διεξελθεῖν καὶ ὅπως ἐλάνθανε πρὸ καιροῦ κατασκευαζομένη. οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς ἐκεῖσε, ἰδόντες ὅπως ἐπεχείρησαν ὅ τε Ἐφέσου, ὁ Ἡρακλείας καὶ ὁ νομοφύλαξ διαφυγεῖν, ὡς ἤδη μοι λέλεκται, δι΄ οὐδὲν ἕτερον πάντως τοῦτο ἐνθυμηθέντες εἰ μὴ ὅτι προέγνωσαν τὴν τῆς ὀρθῆς ἡμῶν δόξης διαστροφήν, διὰ τοῦτο ἐσκέψαντο καὶ συνεφώνησαν μετὰ τοῦ πάπα ὑπερορίους ἡμᾶς ποιῆσαι, ὡς πορρωτάτω, ἵνα μηδεὶς ἕτερος ἕξει τοιοῦτόν τι ποιῆσαι, ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων δῆλον ἐγένετο. καὶ ἔπεμψεν ὁ πάπας τὸν ἱερομόναχον Ἀμβρόσιον, ὅς ἦν ποικίλος μὲν καὶ πανοῦργος, πρόσχημα δὲ περικείμενος εὐλαβείας, οὐκ ἄμοιρός τε τῆς τῶν ἑλληνικῶν λόγων παιδείας καὶ τῷ πάπᾳ πιστότατος· ὅς καὶ ἀπελθὼν εἰς τὴν Φλωρεντίαν, συμβιβάσεις μετὰ τῶν Φλωρεντίνων ἐποίησε τῷ πάπᾳ ἀπελθεῖν ἐκεῖσε καὶ τελέσαι τὴν σύνοδον· εἶχε δὲ καὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἑπόμενον αὐτῷ ἱερομόναχον Μακάριον τὸν Κρητικόν. ὡς οὖν ἀπεδήμησαν καὶ οὐκ ἐφαίνοντο, ἠποροῦμεν πρὸς ἀλλήλους ποῦ ἄρα ἀπῆλθον καὶ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἡμερῶν ἐρωτήσαμεν τὸν πατριάρχην· ὁ δὲ εἶπεν ἡμῖν, ὅτι· εἰς τὴν Φλωρεντίαν εἰσὶ βιβλία ἑλληνικὰ πολλὰ καὶ καλὰ καὶ χρειώδη εἰς τὴν παροῦσαν ὕλην. ἐτάξαμεν οὖν ἵνα καὶ ἡμεῖς παρέχωμεν ἐκείνοις, εἰ δεηθῶσί τινος βιβλίου ἀφ΄ ἡμῶν, κἀκεῖνοι αὖ τὰ ὅμοια δρῶσιν εἰς ἡμᾶς. τούτου οὖν χάριν ἀπῆλθεν ὁ παπάς Μακάριος μετὰ τοῦ Ἀμβροσίου εἰς τὴν Φλωρεντίαν, ἵνα εὕρῃ καὶ διακομίσῃ τὰ ἡμῖν χρειώδη βιβλία. παρῆλθον ἐπὶ τούτοις δύο μῆνες καὶ ἐπέκεινα· εἶτα ἐλθόντων ἐκείνων οὔτε παρ΄ αὐτοῖς, οὔτε παρὰ τοῖς πέμψασιν αὐτοὺς μνήμη ὅλως ἐγένετο βιβλίου..
- [←3]
-
Το σχέδιο να φύγουν από τη Φερράρα σίγουρα εξεταζόταν από την αρχή τού ξεσπάσματος τής επιδημίας και, αν μπορούμε να πιστέψουμε εκείνο που έγραφε ο Tραβερσάρι στον Κόσιμο Μέδικο στις 16 Ιουλίου 1438, όλοι σχεδόν οι Γραικοί το ήθελαν πολύ (Graeci ad unum omnes ferme, istuc adpetunt). Όσο για τον τόπο που θα επιλεγόταν, πρόθεση τού Tραβερσάρι δεν έπρεπε να ήταν η Φλωρεντία, αλλά η Πίζα ή κάποια άλλη πόλη στην επικράτεια τής Φλωρεντίας. Η πρόθεση αυτή γρήγορα μαθεύτηκε από τη Φλωρεντινή Σινιορία, που είχε ήδη προχωρήσει σε ενέργειες για να προσελκύσει τη Σύνοδο στην πόλη. Οι διαπραγματεύσεις, που ξεκίνησαν το 1436 και επαναλήφθηκαν πριν από τον Δεκέμβριο τού 1437, οδήγησαν σε συμφωνία στις 18 τού ίδιου μήνα (Laurent 1971: 350 σημ. 1).
- [←4]
-
Είναι αυτονόητο ότι τίποτε δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση τού αυτοκράτορα, με τον οποίο ο πάπας σίγουρα έπρεπε να διαπραγματευτεί. Αλλά η πρωτοβουλία τής μεταφοράς στον Άρνο σίγουρα δεν προήλθε από τον αυτοκράτορα. Ασφαλώς δεν μπορεί να αντικρουστεί το επιχείρημα ότι βρήκε σε αυτή την αναχώρηση προς το εσωτερικό το πλεονέκτημα ότι γινόταν δυσκολώτερη η λιποταξία των υπηκόων του. Τη στάση όμως τού αυτοκράτορα πρέπει να είχαν καθορίσει πολιτικές και οικονομικές εκτιμήσεις (Laurent 1971: 350 σημ. 2).
- [←5]
-
Κατά τον Laurent 1971: 350 σημ. 3, δεν έστειλε ο πάπας τον Αμβρόσιο. Ο Τραβερσάρι βρισκόταν ήδη στη Φλωρεντία. Είχε φύγει στις αρχές Σεπτεμβρίου με άδεια 15 μόλις ημερών για να βρεθεί στο προσκέφαλο τής άρρωστης μητέρας του, και στη συνέχεια για να φροντίσει τις υποθέσεις τού Τάγματός του. Μια πρώτη πρόσκληση από τον καρδινάλιο Τσεζαρίνι δεν κατάφερε να τον φέρει πίσω στη σύνοδο. Χρειάστηκε να τού σταλεί επίσημη ειδοποίηση από τον πάπα, με ημερομηνία 3 Νοεμβρίου 1438, για να επιστρέψει στη Φερράρα. Η παπική επιστολή δείχνει σαφώς ότι ο Tραβερσάρι δεν είχε κανένα λόγο να λείπει και επομένως δεν είχε αποστολή να εκπληρώσει! Μία μόνο σύσταση απευθυνόταν σε αυτόν, επειδή βρισκόταν επί τόπου και είχε την κατάλληλη εντολή: να έπαιρνε μαζί του όλα τα ελληνικά και λατινικά χειρόγραφα που θεωρούσε χρήσιμα για τη συνέχιση των συνεδριάσεων. Η τελευταία σύσταση θα ήταν περιττή, αν η απόφαση για μεταφορά στη Φλωρεντία είχε αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης τού Τραβερσάρι. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γενικός ηγούμενος των Καλμαντολέζε μοναχών δεν είπε στο Κόσιμο Μέδικο, καθώς τού χαμογελούσε, για ένα σχέδιο που ενδιέφερε την Κοινότητά του: «Είναι πράγματι μεγάλη χαρά για εμάς να βοηθήσουμε τη Φλωρεντία» (Est quidem iucundissimum nobis hinc ρroficisci Florentiam), έγραψε στις 9 Ιανουαρίου 1439, προσθέτοντας ότι θα ήταν ικανοποιημένος με την Πίζα. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι, μόλις πάρθηκε η απόφαση μετάβασης, ο Τραβερσάρι ώθησε τούς Γραικούς να αναχωρήσουν (Laurent 1971: 350 σημ. 3).
- [←6]
-
Ο Laurent 1971: 352 σημ. 4, γράφει ότι σε αντίθεση με τον Σχολάριο, που θα ήθελε να έχει μια γωνιά να μείνει στο μοναστήρι των Καμαλντολέζε στη Φλωρεντία (Scholarios, Œuvres, IV, σελ. 440), ο Συρόπουλος φαίνεται ότι υποψιαζόταν τον Τραβερσάρι για εξαπάτηση. Λεγόταν επίσης ότι ο μοναχός είχε προσβάλει τούς Γραικούς. Σε κάθε περίπτωση ο πατριάρχης Ιωσήφ πρέπει να τον είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση, αφού τού έδωσε ένα λείψανο, τη «mazza» τού Αγίου Ιωσήφ, που ίσως τότε φαινόταν ασήμαντο, αλλά το οποίο, τοποθετημένο σε χρυσό κύλινδρο, λατρεύεται ακόμη κάθε χρόνο στις 19 Μαρτίου, στο Καμάλντολι όπου φυλάσσεται. Από την άλλη πλευρά γνωρίζουμε ότι η Εκκλησία, για να τοποθετήσει τον Τραβερσάρι μεταξύ των ευλογημένων, θεώρησε την αγιότητά του πραγματική.
- [←7]
-
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω (σημ. 3) ο Τραβερσάρι δεν διαπραγματεύθηκε τη μεταφορά τής συνόδου στη Φλωρεντία, παρά το γεγονός ότι την υποστήριξε και χάρηκε. Η μεταφορά ήταν έργο των πληρεξουσίων τής Φλωρεντίας, που είχαν πάει στη Φερράρα για τον σκοπό αυτό. Η τελική συμφωνία υπογράφηκε στις 18 Δεκεμβρίου μεταξύ τού καρδινάλιου Κοντουλμέρ και τής πόλης τής Φλωρεντίας (Laurent 1971: 351 σημ. 5).
- [←8]
-
Μακάριος Κρητικός: άγνωστος κατά τα άλλα. Δεν πρέπει να ήταν μοναχός που ασχολούνταν με τη μεταφορά τής συνόδου εξ ονόματος των Γραικών, με εντολή τού αυτοκράτορα ή τού πατριάρχη, αλλά Βυζαντινός μοναχός προσκολλημένος στον Τραβερσάρι και προσκεκλημένος από τον τελευταίο να τον ακολουθήσει στο μοναστήρι του στις όχθες τού Άρνου, όπου βρίσκονταν ήδη συμπατριώτες του, περιλαμβανομένου τού Δημήτριου Σκαράνου, ο οποίος είχε έρθει απευθείας από την Κωνσταντινούπολη. Ο Μακάριος βοηθούσε επίσης τον Καμαλντολέζε μοναχό στην αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων. Αναμφισβήτητα σε αυτόν τον μοναχό, «τον δικό μας Μακάριο που γνωρίζεις» ( e Macario nostro addisces), δίνει εντολή ο Τραβερσάρι να πει στον καρδινάλιο Τσεζαρίνι όλες τις λεπτομέρειες μιας συνεδρίασης, όπου ο Βησσαρίων, με την έγκριση τού εξομολογητή Γρηγόριου, είχε δικαιολογήσει δημοσίως την Καθολική πίστη τού αυτοκράτορα και τού πατριάρχη (Laurent 1971: 351 σημ. 6).
- [←9]
-
Όμως οι ταξιδιώτες είχαν συγκεντρώσει κάποια βιβλία και το παπικό ταμείο θα πλήρωνε αργότερα, στις 21 Δεκεμβρίου 1438, τρία φλουριά για τη μεταφορά τους στη Φερράρα (Laurent 1971: 353 σημ. 1).
- [←10]
-
Συρόπουλος 7.2: Ἀλλὰ αἱ μὲν διαλέξεις ἐπαύσαντο. Ὁ δὲ βασιλεὺς διὰ σπουδῆς εἶχε καταπεῖσαι τοὺς ἀρχιερεῖς καταλιπεῖν τοὺς περὶ τῆς προσθήκης λόγους καὶ περὶ τῆς δόξης διαλέγεσθαι, τοὺς μὲν δι΄ ἑαυτοῦ, τοὺς δὲ διὰ μηνυτῶν θέλγων, συμβουλεύων καὶ ἕλκων εἰς τὸ ἴδιον βούλημα· τῷ δὲ πατριάρχῃ προσήρχοντο καθ΄ ἑκάστην ἡμέραν ἀπαραιτήτως, πρωΐας μὲν ὁ Χριστόφορος, μετὰ δὲ μεσημβρίαν ὁ Ἀνδρέας, ἄλλοτε ὁ Ἀμβρόσιος ὅτε παρῆν, καὶ οὕτως ἐκ διαδοχῆς ὡμίλουν μετὰ τοῦ πατριάρχου. ἠκούομεν οὖν ὅτι συμβιβάζουσι καὶ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς τὴν Φλωρεντίαν· ἡμεῖς δ΄ ἐπὶ τούτοις ἀλγοῦντες, προσερχόμενοι τῷ πατριάρχῃ ὠνειδίζομεν αὐτῷ τὴν κενὴν ἡμῶν ἀργίαν τε καὶ ἀποδημίαν καὶ τὴν σπάνιν τῶν ἀναγκαίων ὑπεδεικνύομεν καὶ τὴν μετάβασιν πᾶσι τρόποις παρεκρουόμεθα, καὶ εἰς οὐδὲν λυσιτελήσειν ἡμῖν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τὰ μέγιστα βλάψειν μᾶλλον ἐλέγομεν, καὶ διὰ πολλῶν λόγων ὀνειδιστικῶν τε καὶ ἐκ μέρους σκληρῶν, δικαίων δέ ἄλλως καὶ μετ΄ εὐλαβείας, παρεκαλοῦμεν τὴν μετάβασιν κωλυθῆναι, καὶ κατετρίβομεν ἱκανὴν ὥραν εἰς ταῦτα ἐκ διαδοχῆς ἕκαστος τοὺς λόγους ποιούμενος καὶ πάντες τὸ τῆς μεταβάσεως δεινὸν ὁμοίως ἐκτραγωδοῦντες καὶ ἀποσειόμενοι καὶ πρὸς ἐμποδισμὸν ταύτης πάντα ὅσα ἐνῆν λέγοντες. μετὰ τοὺς πολλοὺς δὲ λόγους ἐσιωπῶμεν ἐκδεχόμενοι ἀπόκρισιν παρὰ τοῦ πατριάρχου· ὁ δ΄ οὐκ ἀπεκρίνετο τὸ παράπαν οὐδὲ γρῦ, προσποιούμενος ἀδυναμίαν. ἦν μὲν γὰρ καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἀσθενῶν· ἀπὸ γὰρ τῆς δεκάτης τοῦ αὐγούστου νόσῳ περιπεσὼν καὶ ἀσθενείαις προσπαλαίων ἀλλεπαλλήλαις καὶ περιόδῳ ῥίγους τεταρταίου κατατρυχόμενος, οὐκ ἐπανῆλθεν ὅλως εἰς τὴν συνήθη ὑγείαν, μεχρις ἄν καὶ τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν. ἀλλ΄ ὅμως καὶ οὕτως ἔχων, ἠδύνατο λέγειν καὶ ὁμιλεῖν ὅτ΄ ἐβούλετο· ἀλλ΄ ἡμῖν οὐκ ἐδίδου κατ΄ ἀρχὰς τὴν τυχοῦσαν ἀπόκρισιν. διὸ καὶ ἀγανακτοῦντες ἐγειρόμενοι ἀπηρχόμεθα ἐκεῖθεν, νεμεσῶντες πολλὰ τὴν ἀφωνίαν ἐκείνου· εἶτα παρεγινόμεθα τῇ μετ΄ ἐκείνην ἡμέρᾳ ἤ καὶ τῇ μετ΄ αὐτήν, καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ ἐλέγομεν καὶ περὶ τῆς μεταβάσεως ἐδυσχεραίνομεν καὶ διηποροῦμεν περὶ τῆς ὠφελείας αὐτῆς καὶ οὐχ εὑρίσκοντες, πᾶσι τρόποις ἀπετρεπόμεθα αὐτὴν καὶ πρὸς ἐπιμέλειαν τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν ὑποστροφῆς παρεκαλοῦμεν, καὶ μετὰ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὰς ἀξιώσεις μόλις ἐσιωπῶμεν.
- [←11]
-
Συρόπουλος 7.3: Ὀψὲ δ΄ οὖν ὅμως καὶ βραδέως ἔσκωψεν ἡμᾶς ὁ πατριάρχης καὶ ὠνείδισεν εἰπών· οὐκ ἐστὲ χριστιανοί; οὐκ ἐστὲ καλοὶ ἄνθρωποι; οὐκ ἔχετε γνῶσιν καὶ συνείδησιν; οὐχ ὁρᾶτε τὴν ἐμὴν νόσον, ἵνα με ἐλεῆτε; ἐγὼ ὁρῶ προσιοῦσαν τὴν νύκτα, καὶ οὐκ οἶδα εἰ ζῶντά με εὕροι ἡ ἡμέρα· φθάνει ἡ ἡμέρα καὶ οὐ πιστεύω ὅτι ζῶν διανύσω αὐτήν, καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι μεταβήσομαι περαιτέρω; καὶ ἐκ ποίας μου ἰσχύος ἤ ὑγείας δυνήσομαι τὴν μετάβασιν; οὐκ αἰδεῖσθε τοιαῦτα λέγοντες; παρὰ τίνων δὲ ταῦτα ἀκούετε; ἐγὼ οὐκ οἶδά τι περὶ μεταβάσεως οὐδὲ εἶπέ μοί τις περὶ αὐτῆς. ἡμῶν δ΄ ἀποκριναμένων ὅτι παρὰ πολλῶν λέγονται καὶ ἀκούονται ταῦτα, ἔλεγεν αὖθις, ὅτι· ἐπ΄ ἐξουσίας ἔχει λέγειν ὅ βούλεται ἕκαστος· μέχρι τοῦ νῦν οὐκ οἶδα οὔτε εἶπέ μοί τις περὶ οὗ λέγετε. μέλει δέ μοι περὶ τῆς ἀσθενείας μου καὶ οὐ φροντίζω ἐγὼ περὶ μεταβάσεως, ἐπεὶ οὐδὲ δύναμαι αὐτήν. ἐπὶ τούτοις οὖν ἀπηρχόμεθα.
- [←12]
-
Συρόπουλος 7.4: πολλάκις δὲ καὶ ἐν πολλαῖς ἡμέραις συνεληλυθότων ἐνώπιον τοῦ πατριάρχου καὶ τὰ αὐτὰ ἐκτραγωδησάντων καὶ ἀκουσάντων αὖ ἡμῶν παρ΄ αὐτοῦ, τελευταῖον ἐνέδωκε καὶ εἶπε· φαίνεταί μοι καλόν, ἵν΄ ἀπέλθητε εἰς τὸν βασιλέα καὶ ἀναφέρητε ὅτι οὔτε ἐγὼ δύναμαι ἐπὶ πλέον ἀργεῖν ἐνταῦθα καὶ ταλαιπωρεῖν· —κατεπείγομαι γὰρ καὶ ὑπὸ τῆς ἀσθενείας μου καὶ ὑπὸ ἄλλων πολλῶν πρὸς τὸ ὑποστρέψαι ἐντεῦθεν,— οὔτε οἱ ἡμέτεροι, ἀρχιερεῖς λέγω, καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας, δύνανται ἀποδημεῖν ἐκ τῆς πατρίδος καὶ τῶν οἰκείων καὶ ἐνθάδε ταλαιπωρεῖν. διὰ τοῦτο ἀξιῶ καὶ ἐγὼ καὶ παρακαλοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἁγίαν βασιλείαν σου, ἵνα ἐπιμεληθῇς καὶ γένηται τρόπος τις ἵνα ἐπανέλθωμεν οἴκαδε. ἀπελθέτω οὖν τις τῶν ἀρχιερέων μετὰ τοῦ μεγάλου ἐκκλησιάρχου καὶ ἀναγγειλάτωσαν ταῦτα τῷ βασιλεῖ. καὶ ποιησάντων τοῦτο ἡμῶν, ὁ βασιλεὺς βαρέως διετέθη πρὸς τοὺς λόγους <τούτους> καὶ ἔσκωψεν ἡμᾶς λέγων· τίνες εἰσὶν οἱ λέγοντες καὶ παρακινοῦντες τὰ τοιαῦτα; τὶ δὲ ἐπράξαμεν ἐνταῦθα, καὶ βούλεσθε ἀπελθεῖν; ἡμεῖς ἀκμὴν οὐδέν τι ἐποιήσαμεν. τοῦτο μόνον ἐβούλεσθε ἐλθεῖν ἡμᾶς ἐνταῦθα καὶ ἀπράκτους ὑποστρέψαι; καὶ πῶς ἐνθυμεῖσθε τοῦτο; πῶς δὲ μέλλομεν ποιήσειν τι καλόν, εἰ μὴ μετὰ σκέψεως πολλῆς καὶ ἀργίας; καίτοιγε ὅταν τζαπίτζητε τὰ ἀμπέλια ὑμῶν, οὐ λέγετε ὅτι «τζαμπίσατε ταῦτα ὡς ἔτυχεν», ἵνα συντόμως ὑποστρέψωμεν, ἀλλὰ παραγγέλλετε σκάπτειν καλῶς καὶ ἐπιμελῶς· ἐπὶ δὲ τῇ τοιαύτῃ ὕλῃ πῶς μέλλομεν πράξειν τι καλὸν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε εἰ μὴ μετὰ σκέψεως πολλῆς καὶ προσοχῆς καλῆς καὶ συμβουλῆς κρείττονος; ἅ δὴ πάντα οὐκ ἐγχωρεῖ γενέσθαι καλῶς, εἰ μὴ μετὰ ἀργίας. ἄπιτε οὖν, καθέζεσθε καὶ παύσασθε τῶν τοιούτων λόγων. ἐξ ἀνάγκης ἐκαθήμεθα σιωπῶντες.
- [←13]
-
Συρόπουλος 7.5: Καὶ μετὰ παραδρομὴν ἡμερῶν, ἀγανακτοῦντες ἐπὶ τῇ τοσαύτῃ ἀργίᾳ καὶ πλημμελείᾳ, πάλιν ἐπεχειροῦμεν καὶ ἐλέγομεν τὰ προειρημένα, καὶ διετίθετο πρὸς ἡμᾶς ὁ πατριάρχης, ὡς ἀνωτέρω μοι λέλεκται ἀπαραλλάκτως, καὶ μετὰ τὰς πολυημέρους ἱκεσίας παρέπεμπεν ἡμᾶς μετὰ καλῶν δῆθεν λόγων εἰς τὸν βασιλέα· ὁ δὲ αὖθις ἔσκωπτε καὶ ἐβαρεῖτο καὶ μετὰ τῶν προειρημένων λόγων ἀπέπεμπεν ἡμᾶς. καὶ ταῦτα ἐπάσχομεν τοὺς δύο μῆνας, καθ΄ οὕς ἤργησαν αἱ διαλέξεις. ὁ δὲ βασιλεὺς μεταξὺ τοῦ καιροῦ τούτου ἔστειλε κῦρ Ἰωάννην τὸν Δισύπατον, ἵνα συμβιβάσῃ τοὺς Φλωρεντινοὺς καὶ ποιήσωσιν αὐτῷ σάλβο κοντοῦκτο, ὡς ἄν ἀπέλθῃ μεθ΄ ἡμῶν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ, καὶ πάλιν ἐξέλθῃ ἐκεῖθεν, ὅταν θέλῃ, ἀκωλύτως· ὅ καὶ ἐποίησαν, μή τινος ἡμῶν εἰδότος. οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἄρχοντες οἱ τῆς τρίτης πεντάδος καὶ ἐφεξῆς θεωροῦντες ὅτι πολλάκις παρεκαλοῦμεν τὸν πατριάρχην, παρόντων καὶ ἀρχιερέων τινῶν, καὶ οὐδὲν ἠνύομεν, ἀναγκασθέντες καὶ αὐτοὶ διῆλθον καὶ παρεκάλεσαν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ μάλιστα τοὺς πρώτους καὶ τιμιωτέρους, ἵν΄ ἐλθόντες ὁμοῦ πάντες παρακαλέσωσι καὶ ἀναγκάσωσι τὸν πατριάρχην, ὅπως ἐπιμεληθῇ εἰς τὸν βασιλέα καὶ ἐλευθερώσῃ ἡμᾶς τῆς ἐν ἀλλοδαπῇ ταλαιπωρίας. συνῆλθον οὖν πάντες ἐν τῷ πατριαρχείῳ καὶ εἶπον· ὁρῶμεν ὡς οὐ γενήσεταί τις ἐνθάδε διόρθωσις· ἐγένοντο γὰρ καὶ διαλέξεις καὶ εἶπον οἱ ἡμέτεροι καὶ πολλὰ καὶ ἰσχυρά, οἱ δὲ Λατῖνοι οὐκ ἀνέχονται πεισθῆναι· διὸ καὶ ἤργησαν καὶ αἱ διαλέξεις. τίς οὖν ὠφέλεια γίνεται, ἀργούντων ἡμῶν ἐνταῦθα καὶ πασχόντων, πρὸς δὲ κινδυνευούσης καὶ τῆς Πόλεως, τῆς πατρίδος ἡμῶν; τίς οἶδεν εἰ βουλήσεται ὁ Ἀμηρᾶς ὁρμῆσαι κατὰ τῆς Πόλεως κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔαρ; εἶπον οὖν λόγους πολλοὺς καὶ ἀναγκαίους τῷ πατριάρχῃ περὶ τοῦ πῶς· ἔνι χρεία ἵνα γένηται πρόνοια ὑπὲρ τῆς Πόλεως, μήποτε καὶ κινδυνευούσῃ καὶ ἡ ἐνταῦθα ἐπιδημία ἡμῶν ὑπὲρ τῆς Πόλεως δῆθεν γεγονυῖα κατ΄ αὐτῆς μᾶλλον ἐκβῇ ἐξ ἀβουλίας· καὶ ἐπὶ τούτοις ἠξίωσαν καὶ παρεκάλεσαν, ἵνα ἐπιμελήσηται ὅσον δύναται εἰς τὸν βασιλέα.
- [←14]
-
Κατά τον Laurent 1971: 354 σημ. 1, είναι ανακριβές, επειδή η διάρκεια αυτού τού διαλείμματος ήταν σχεδόν τρεις μήνες, με την τελευταία δημόσια συνεδρίαση να πραγματοποιείται στη Φερράρα στις 13 Δεκεμβρίου 1438 και την πρώτη στη Φλωρεντία στις 2 Μαρτίου 1439. Όμως μεταξύ των δύο δεν υπήρχε το κενό, την εντύπωση για το οποίο θα μπορούσε να δώσει αυτή η περιγραφή, γιατί υπήρξαν άλλες συναντήσεις, με τον αυτοκράτορα γύρω στις 30 Δεκεμβρίου και με τον πατριάρχη στις 2 Ιανουαρίου.
- [←15]
-
Στο κείμενο σάλβο κοντοῦκτο. Κάποιοι τοποθετούν αυτή την πρεσβεία στα τέλη Δεκεμβρίου. Κατά τον Laurent 1971: 355 σημ. 2, φαίνεται προτιμότερο να τοποθετηθεί στο δεύτερο μισό τού Ιανουαρίου τού 1439. Είναι μάλιστα πιθανό ότι ο αυτοκρατορικός ἀποκρισιάριος ταξίδεψε μαζί με τούς εκπροσώπους που διαπραγματεύτηκαν στο όνομα τού πάπα την άδεια ασφαλούς διέλευσης, που τού χορήγησε η Κοινότητα στις 23 τού ίδιου μήνα. Από την άλλη, θα αποτελούσε έκπληξη, αν η Φλωρεντία χορηγούσε το έγγραφο αυτό στους Γραικούς. Επομένως έτσι εξηγείται η επιστολή τού Τσεζαρίνι, που συνιστούσε, στις 22 Φεβρουαρίου 1439, τον ίδιο Δίσυπατο στις αρχές τής Κοινότητας. Ο διπλωμάτης είχε έρθει με διπλό σκοπό: Να ζητήσει την άδεια ασφαλούς διέλευσης για τον κύριό του και να επιθεωρήσει στη συνέχεια τα καταλύμματα που είχαν διατεθεί στους Γραικούς.
- [←16]
-
Συρόπουλος 7.6: Ὁ δὲ πατριάρχης ἐδέξατο δῆθεν ἄσμενος τὰ εἰρημένα καὶ τὰ αὐτὰ μελετᾶν καὶ αὐτὸς ἔφασκε καὶ τῆς αὐτῆς εἶναι βουλῆς τε καὶ γνώμης, καὶ εἶπεν, ὅτι· φαίνεταί μοι καλόν, ἵνα ἀπέλθητε ὑμεῖς οἱ γηραιότεροι καὶ αἰδεσιμώτεροι εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἴπητε καὶ ὡς ἀπ΄ ἐμοῦ καὶ ὡς ἀφ΄ ἑαυτῶν ταῦτα, ἅπερ εἰρήκατε νῦν πρὸς ἐμέ. καὶ λοιπὸν ἀπέλθετε, ὁ Τραπεζοῦντος, ὁ Ἡρακλείας, ὁ Μονεμβασίας, ὁ Κυζίκου, ὁ Λακεδαιμονίας, ὁ Μολδοβλαχίας, ὁ μέγας χαρτοφύλαξ καὶ ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης· γενέσθω δὲ μετὰ μεσημβρίαν. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι συνέθεντο· ὁ δὲ Τραπεζοῦντος εἶπεν· οὐ δύναμαι ἀπελθεῖν καὶ σύγγνωθί μοι. ἐπετέθη οὖν αὐτῷ ὁ πατριάρχης λέγων· νὰ σωθῇς, μηδὲν ἀπομείνῃς ἀπὸ τῆς συνοδίας αὐτῆς. ὁ δὲ ἔλεγεν, ὅτι· κωλύομαι ὑπὸ τῆς νόσου τῶν ποδῶν μου· μόλις γὰρ ἠδυνήθην καὶ ἦλθον ἕως ὧδε. καὶ πάλιν εἶπεν αὐτῷ· Κοπίασον, νὰ σωθῇς, ὀλίγον μετὰ ἀνέσεως. δὸς τὴν προθυμίαν σου καὶ δώσει σοι ὁ Θεὸς τὴν ἰσχύν. ζητῶ καὶ ἐγὼ τοῦτο ὡς ζήτημα· καὶ γενέσθω, νὰ σωθῇς. συνεφωνήσαμεν οὖν ἐκεῖσε, ἵνα μετὰ τὸ ἄριστον συναχθῶμεν καὶ ἀπέλθωμεν εἰς τὸν βασιλέα· ὁ δὲ προφθάσας ἦλθεν εἰς τὸν πατριάρχην καὶ συνῆν αὐτῷ μέχρι τῆς ἑσπέρας.
- [←17]
-
Συρόπουλος 7.7: Τῇ δ΄ ἐπιούσῃ ἦλθον οἱ ἀρχιερεῖς εἰς τὸν πατριάρχην καὶ ἐρώτησαν, εἰ ἀνέφερε τῷ βασιλεῖ τὰ βεβουλευμένα. ὁ δὲ εἶπεν, ὅτι· περὶ ἄλλων τινῶν ἐλέγομεν. εἶπέ μοι δὲ ὁ βασιλεύς, ὅτι συνήχθησαν χθές καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ καὶ ἐβουλεύσαντο τὴν αὐτὴν βουλὴν σχεδὸν· ἔστι δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς ἕτοιμος πρὸς αὐτήν. εἶπον οὖν τῷ πατριάρχῃ· λοιπὸν ἔδει ἵνα εἴπῃ καὶ ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου ἅπερ καὶ ἡμεῖς ἐβουλευσάμεθα· ὁ δ΄ εἶπεν· οὐκ ἐφάνη μοι τοῦτο καλόν. βέλτιόν ἐστι ἵνα ἀπέλθητε καὶ εἴπητε ταῦτα ὑμεῖς· καὶ ὁ βασιλεὺς γὰρ οὕτως ἀποδέχεται τὴν παρακίνησιν τῶν πλειόνων. εἶπον οὖν, ὅτι· ἡμεῖς καταλαμβάνομεν ἀφ΄ ὧν ὁρίζεις, ὅτι εἴπατε τὰ βεβουλευμένα, καὶ περισσόν ἐστιν ἵν΄ ἀπέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὸν βασιλέα. ὁ δὲ πατριάρχης ἔφη· εἶπόν τινα μερικά, οὐ μὴν τὰ καθόλου· καλὸν δέ ἐστιν ἵνα ἀπέλθητε καὶ εἴπητε πάντα ὑμεῖς. ποιήσατε οὖν τοῦτο μετὰ τὸ ἀριστῆσαι. καὶ ἐπετέθη πάλιν τῷ Τραπεζοῦντος μετὰ αξιώσεως ὡς καὶ πρῶτον, ἵν΄ ἀπαραιτήτως ἔλθῃ μεθ΄ ἡμῶν.
- [←18]
-
Συρόπουλος 7.8: Καὶ δὴ ἀπήλθομεν καὶ ἀνεφέρομεν τῷ βασιλεῖ τὰ ἀνωτέρω εἰρημένα πλατύναντες πολλοῖς καὶ καλοῖς λόγοις, καὶ ἠξιώσαμεν αὐτὸν ἀποβλέψαι πρὸς σύστασιν καὶ βοήθειαν τῆς Πόλεως, ἥτις ἔσται μάλιστα διὰ τῆς ἡμετέρας ὑποστροφῆς· οὐδὲ γὰρ ὁρῶμεν ὅτι γενήσεταί τις διόρθωσις τῶν ἐσφαλμένων τοῖς Λατίνοις. ὁ οὖν πρόθυμος εἰς θεραπείαν βασιλεύς, ὡς ὁ πατριάρχης ἔλεγεν, εὑρέθη λίαν ὠργισμένος καὶ πλήρης θυμοῦ κατὰ τῶν λεγόντων τὰ τοιαῦτα, καὶ μάλιστα κατὰ τῶν πρώτων ἀρχιερέων, καὶ εἶπεν ἐμβριθῶς. καὶ τούτου χάριν ἤλθομεν ἐνταῦθα ἵν΄ ἄπρακτοι ὑποστρέψωμεν; καὶ πῶς ἐνθυμεῖσθε τὰ τοιαῦτα καὶ πόσον καιρὸν ἔχομεν ἐνταῦθα; ἤ πόσους λόγους εἶπον οἱ ἡμέτεροι; οὐκέτι εἶπον περὶ τοῦ δόγματος οὐδέν, καὶ διὰ τοσούτων λόγων καὶ ἐν τοσούτῳ καιρῷ ἐθαρρεῖτε διορθῶσαι σχῖσμα τοσούτων χρόνων; οὐκ ἔδει παρ΄ ὑμῶν ῥηθῆναι τὰ τοιαῦτα· ἀλλ΄ εἰ καὶ παρ΄ ἄλλων ἀσυνέτως ἠκούετε ταῦτα, ὑμᾶς ἔδει μᾶλλον σκῶψαι καὶ συστεῖλαι τοὺς ταῦτα λέγοντας. καὶ μετὰ τοιούτων ὀνειδιστικῶν καὶ λυπηρῶν λόγων πάντας ἀπέπεμψεν. ἐλυπήθησαν οὖν λίαν οἱ ἀρχιερεῖς πρὸς τὸν πατριάρχην, ἐπίτηδες γεγονέναι τὸ τοιοῦτον παρ΄ αὐτοῦ στοχασάμενοι.
- [←19]
-
Συρόπουλος 7.9: Ἡμεῖς δὲ πάλιν τῇ ἀργίᾳ ἐταλαιπωροῦμεν καὶ τῷ πατριάρχῃ ἐπετιθέμεθα· εἰ θέλεις (λέγοντες αὐτῷ) οὐδέν τι δυνήσεται πρᾶξαι ἐνταῦθα ὁ βασιλεύς, οὐδὲ μεταβήσεται εἰς τὸ περὶ τῆς δόξης, εἰ ἐνστήσεται ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου εἰς αὐτὸ καθὼς πρέπει. ὀφείλεις οὖν ἔνστασιν γενναίαν ποιῆσαι, ἐπειδὴ εἰς τὸ περὶ τῆς δόξης ἔχουσί τινα συμμαχίαν, ὡς οἴονται, καὶ ἀκούομεν τοῦτο παρά τινων, ἀπὸ τῶν δυτικῶν πατέρων· εἰς δὲ τὸ περὶ τῆς προσθήκης οὐκ ἔχουσι, καὶ δεῖ ἡμᾶς ἀντέχεσθαι τούτου. εἰ οὖν ἐμμένει τῇ ἐνστάσει ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου, ἔχεις καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἡμᾶς μετὰ σαυτοῦ. πολλάκις οὖν ταῦτα καὶ τοιαῦτά τινα λεγόντων τῷ πατριάρχῃ, αὐτὸς ἀπεκρίνετο· καλῶς λέγετε, καὶ δεῖ με τοῦτο ποιεῖν, εἴπερ ἔχω καὶ τοὺς ἄλλους συναγωνιζομένους ἐμοί· δέδοικα δὲ μὴ ἐγὼ μὲν ἐνστῶ, καταλειφθῶ δὲ μόνος καὶ βλάψω καὶ ἐμαυτὸν καὶ οὐδὲ τῇ Ἐκκλησίᾳ βοηθήσω· οἶδα γὰρ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γινώσκω ὅτι καθὼς νεύσει τούτοις ὁ βασιλεύς, εὐθὺς στραφήσονται πρὸς ἐκεῖνον.
- [←20]
-
Συρόπουλος 7.10: Παρήρχετο οὖν ὁ καιρὸς οὕτως, καὶ ἡμεῖς ἀπειρήκαμεν πολλὰ μὲν καὶ πολλάκις λαλήσαντες, οὐδὲν δὲ ἀνύσαντες. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔτι ἦν ἐν τῷ ἐκτὸς τῆς Φεραρίας μοναστηρίῳ. ἔπασχον οὖν καὶ οἱ ἐκεῖσε ὄντες μετ΄ αὐτοῦ ὡς ἐν ὥρᾳ χειμῶνος στερούμενοι τῶν πρὸς ἀνάπαυσιν ἐπιτηδείων· ὁμοίως καὶ οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ χωρῖται βλαπτόμενοι καὶ ζημιούμενοι ὑπὸ τῆς τῶν πολλῶν καὶ ταῦτα στενοχωρουμένων ἐπιθέσεως· ἤλγουν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι μὴ ἔχοντες εὐκόλως ὁρᾶν τὸν βασιλέα καὶ συνεργίαν τινὰ ἔχειν ἐξ αὐτοῦ· πάλιν γὰρ δόσις σιτερησίου οὐκ ἦν ἐν μνήμῃ. ἐμηνύθη τοίνυν ὁ βασιλεὺς παρὰ τοῦ μαρκέση, ἵνα ἐξέλθη ἐκεῖθεν, ὅτι ἐλυποῦντο οἱ γεωργοὶ ὁρῶντες τὰ γήδια αὐτῶν καταπατούμενα καὶ φθειρόμενα ὑπὸ τῶν τὰ κυνηγέσια διωκόντων καὶ κατεβόων εἰς τὸν μαρκέσην. πρὸ τούτου προσεκαλεῖτο καὶ παρά τε τοῦ πάπα καὶ τοῦ πατριάρχου ἐλθεῖν καὶ εὑρίσκεσθαι εἰς τὸ παλάτιον, ἵν΄ ἐπιμελέστερον γίνωνται τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ αἱ διαλέξεις. ὁ δὲ οὔτε τῇ ταλαιπωρίᾳ τῶν οἰκείων ἐκάμπτετο, οὔτε τοῖς ὀνείδεσι τῶν ἄλλων ἐδυσωπεῖτο, οὔτε τοῖς μηνύμασι τοῦ μαρκέση ἐνεδίδου, οὔτε τοῖς τοῦ πάπα ἤ τοῦ πατριάρχου λόγοις ἐπείθετο, ἀλλὰ πάντα παρὰ φαῦλον θέμενος, τῷ μοναστηρίῳ προσέμενε καὶ τοῖς κυνηγεσίοις ἐνετρύφα.
- [←21]
-
Η εικόνα που παρέχεται στα Απομνημονεύματα τού Συρόπουλου για τον χαρακτήρα τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου είναι πολύ διαφορετική από εκείνην που προκύπτει από την περιγραφή κάποιου Τζιοβάννι ντε Πίλι για την ημέρα που πέρασε ο αυτοκράτορας στην Περέτολα, τριάμιση περίπου μίλια βορειοδυτικά τής Φλωρεντίας, περιγραφή που περιλαμβάνεται σε χειρόγραφο τής φλωρεντινής Βιβλιοθήκης Μαλιαμπεκιάνα (Biblioteca Magliabecchiana) και αναπαράγεται στο Παράρτημα αυτού τού βιβλίου.
- [←22]
-
Συρόπουλος 7.11: Εἶθ΄ οὕτω συμβάν, νεῖκος ἐγείρεται παρὰ τῶν υἱῶν τοῦ στρατιώτου τοῦ καλουμένου Νοβάκου μετά τινος νέου τῶν ἐν τῇ μονῇ μοναχοῦ, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων καὶ χερσὶ μάχεσθαι προήχθησαν καὶ τῷ μὲν μοναχῷ καὶ ἕτεροι ἐκ τῆς μονῆς σύμμαχοι προσετέθησαν, ὁμοίως καὶ τῷ Νοβάκῳ ἐκ τῆς ἰδίας συμμορίας, οἵ καὶ τῷ μοναχῷ πληγὰς ἡμαγμένας ἐπέθηκαν· ὅπερ ἰδόντες οἱ μοναχοὶ καὶ τὴν ὄχλησιν διαλῦσαι ἤ συστεῖλαι μὴ δυνηθέντες, δραμών τις ἐξ αὐτῶν λάρμα διὰ τοῦ κώδωνος ἐσήμανε, καὶ εὐθὺς ἔδραμον ἄνδρες ἐπέκεινα τῶν πεντήκοντα ἔνοπλοι καὶ ἐπληρώθη τὸ μοναστήριον ἀνδρῶν καὶ ὅπλων. ὅπερ ἀκούσας καὶ θορυβηθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐμήνυσε τῷ ἡγουμένῳ, πῶς γέγονε τοῦτο καὶ συνήχθησαν τοσοῦτοι ὡπλισμένοι. ὁ δὲ ἀπεκρίθη, ὅτι· οἱ μοναχοὶ εἶδον τὴν ὄχλησιν προβαίνουσαν καὶ ἐσπούδασαν διαλῦσαι αὐτήν· ὡς δὲ οὐκ ἴσχυσαν, ἔδραμέ τις ἐξ αὐτῶν καὶ ἐσήμανε λάρμα παρὰ γνώμην τῶν λοιπῶν, μηδὲ ἐμοῦ τι εἰδότος· οἱ δὲ συνελθόντες εἰσὶ πάροικοι τῆς μονῆς καὶ ἔχουσιν ἔθος, ὅταν ἀκούσωσι λάρμα, συνέρχεσαι εὐθὺς μετὰ τῶν ἰδίων ἁρμάτων. ἦλθον οὖν κατὰ τὸ ἔθος αὐτῶν καὶ ἰδοὺ πάλιν ἀπέρχονται. ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἀπῆλθον· ὁ δὲ βασιλεὺς ἰδὼν τὸ γεγονὸς εὐθὺς ὥρισε καὶ διεκόμισαν τὰς κατούνας εἰς τὴν Φεραρίαν· ἦλθε δὲ καὶ αὐτός, καὶ ἴσχυσεν ἡ ὄχλησις τοῦ Νοβακιδίου πλέον τῆς ἀξιώσεως τοῦ μαρκέση καὶ τοῦ πατριάρχου καὶ τοῦ πάπα. οὕτω μὲν οὖν ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς τοῦ μοναστηρίου καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Φεραρίαν.
- [←23]
-
Στο κείμενο λάρμα, από το ιταλικό «αλλ΄ άρμε!», δηλαδή «στα όπλα!»
- [←24]
-
Στο κείμενο κατούνα. Σλαβικής προέλευσης λέξη. Εδώ σημαίνει αποσκευές, αλλού κατάλυμα.
- [←25]
-
Συρόπουλος 7.12: Ὁ δὲ πατριάρχης συνῆξε τοὺς ἀρχιερεῖς ἡμᾶς τε καὶ τοὺς ἡγουμένους καὶ προέτεινε βούλευμα εἰπὼν· οὐ δοκεῖ μοι συμφέρειν ἡμῖν καθῆσθαι οὕτως ἀργοὺς καὶ ἐκδέχεσθαι τί ἄν ἀκούσοιμεν παρὰ τῶν Λατίνων· ἐκεῖνοι γὰρ ἐν τοῖς ἰδίοις εὑρίσκονται καὶ διάγουσι, καθὼς ἄν ἐθέλωσιν· οἱ δ΄ ἡμέτεροι ταλαιπωροῦσιν ἐν ξενιτείᾳ καὶ τῇ ἐνδείᾳ πιέζονται. δεῖ οὖν ἡμᾶς βουλεύσασθαι τί ἄν διαπραξαίμεθα ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου συμφέροντος. εἴπομεν οὖν τῷ πατριάρχῃ· ὅπερ ὁρίζει ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου, λίαν ἐστὶ καλόν, καὶ ἡμεῖς πολλάκις ἐζητήσαμεν τοῦτο καὶ οὐχ εὕρομεν. νῦν οὖν ἐπεὶ εὐεργετεῖς τοῦτο, ὅρισον πρῶτος καὶ βουλήν, ἤτις φαίνεται τῇ μεγάλῃ ἁγιωσύνῃ σου ἁρμοδία πρὸς τὸ πρᾶγμα· δῆλον γὰρ ὅτι ἐσκεμμένος εἶ πρὸς αὐτό, ἐπεὶ καὶ τούτου χάριν προσεκαλέσω ἡμᾶς· εἶτα ἐροῦμεν καὶ ἡμεῖς. εἶπεν οὖν ὁ πατριάρχης, ὅτι· ἐγὼ οἶδα ὅπως οἱ ἡμέτεροι εἶπον περὶ τῆς προσθήκης πολλὰ καὶ ἰσχυρὰ καὶ σχεδὸν ἀναντίρρητα, καὶ ἀπέδειξαν ὅτι οὐκ ἐξῆν προσθεῖναι ἐν τῷ συμβόλῳ· ὅσα δὲ εἶπον οἱ Λατῖνοί εἰσι σαθρὰ καὶ ἀνίσχυρα. διὸ φαίνεταί μοι καλὸν ἵνα στῶμεν μέχρι τούτου καὶ δηλώσομεν τῷ πάπᾳ μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν διὰ μηνυτοῦ, ὅτι· οἱ ἡμέτεροι ἀπέδειξαν διὰ πολλῶν καὶ συνοδικῶν πράξεων καὶ ῥήσεων ἁγίων πατέρων, ὅπως οὐκ ἐξῆν ὑμῖν προσθεῖναι ἐν τῷ συμβόλῳ· διὰ τοῦτο ζητοῦμεν ἐκβληθῆναι τὴν προσθήκην· πλὴν γὰρ τούτου οὐ προχωρήσομεν περαιτέρω· καὶ μετὰ τὸ ἐκβληθῆναι αὐτὴν χωρήσομεν καὶ πρὸς ἐξέτασιν τῆς δόξης, εἰ θελήσετε. μὴ ἐκβαλόντων δὲ ὑμῶν τὴν προσθήκην, ἡμεῖς περὶ ἑτέρου τινὸς οὐ ποιησόμεθα λόγον, ἀλλ΄ οἴκαδε ἀπελευσόμεθα. ἐὰν οὖν ποιήσομεν εἰς τοῦτο ἔνστασιν γενναίαν καὶ σταθηράν, ἀναγκασθήσονται καὶ ἤ ἐκβαλοῦσι νῦν τὴν προσθήκην, εἰ μέλλουσιν αὐτήν ποτε ἐκβαλεῖν, ἤ ἀνακαλύψουσι τὸν σκοπὸν ὅν ἔχουσι καὶ αὐτοί, καὶ γνωσόμεθα πῶς ἄν πράξαιμεν εἰς τὸ ἑξῆς. δεῖ δὲ δοῦναι καὶ διωρίαν ἡμερῶν πεντεκαίδεκα, ὡς ἄν δι΄ αὐτῶν ἤ λαβόντες ὅ ζητοῦμεν προβαίνωμεν καὶ περαιτέρω, ἤ μὴ λαβόντες παρασκευαζώμεθα πρὸς τὴν ἐπάνοδον. εἶπον οὖν καὶ οἱ λοιποὶ λόγους πολλοὺς περὶ τούτου καὶ ἐγυμνάσθησαν καὶ αἱ ἀντιλογίαι τούτων· ἠρέσκοντο δὲ πάντες ἐπὶ τῇ βουλῇ τοῦ πατριάρχου. ὁ Νικαίας δὲ μόνος οὐ συνεφώνει, ἀλλὰ δεῖν ἔλεγε διαλέξεις γενέσθαι περὶ τῆς δόξης· ἔχομεν γὰρ εἰπεῖν πολλὰ καὶ καλὰ περὶ τῆς δόξης, καὶ οὐ δεῖ ἡμᾶς ὑποπτήσσειν τοὺς Λατίνους· ὅμως εἰς τὸ περὶ τῆς προσθήκης λέγει ὁ Καβάσιλας φύλλα τέσσαρα, καὶ οἱ λόγοι, οὕς εἴπομεν ἡμεῖς εἰς αὐτό, εἰσὶ βιβλίον ἕν· εἰς δὲ τὸ περὶ τῆς δόξης ἔνθα γράφει ἐκεῖνος βιβλίον ὁλόκληρον, οὐ δυνηθησόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰπεῖν πολλὰ καὶ καλά; ἤρεσαν δὲ τοῖς ἄλλοις οἱ λόγοι τοῦ Νικαίας· ὁ δὲ ἐνίστατο λέγων δεῖν καὶ περὶ τῆς δόξης διαλέξεσθαι. ὅμως παρέβλεψαν τοὺς λόγους τοῦ Νικαίας καὶ προσέθεντο πάντες τῇ βουλῇ τοῦ πατριάρχου καὶ ἐκύρωσαν αὐτήν. τότε εἶπεν ὁ πατριάρχης, ὅτι· ἐπειδὴ ἀρέσκει πᾶσιν ἡ τοιαύτη βουλὴ καὶ ἔστε ὁμογνώμονες, ἀνενεχθήτω καὶ τῷ βασιλεῖ, ἵν΄ ἔχωμεν κἀκεῖνον σύμφωνον ἡμῖν καὶ συνεργόν. ὥρισεν οὖν τὸν Μιτυλήνης καὶ ἐμέ, ἵν΄ ἀπέλθωμεν καὶ ἀναφέρωμεν κατὰ μέρος τῷ βασιλεῖ, καὶ εἰ φανῇ καλὴ ἡ βουλή, ὡς καὶ τοῖς πᾶσιν ἐφάνη, ἐπικυρώσῃ καὶ αὐτὸς ταύτην καὶ διά τινος δηλώσῃ αὐτὴν καὶ τῷ πάπᾳ· εἰ δ΄ οὐκ ἔχει θέλημα, ἵνα γένηται τοῦτο παρὰ τῆς Ἐκκλησίας.
- [←26]
-
Ο Laurent 1971: 363 σημ. 1, σημειώνει, ότι ο Βησσαρίων κάνει λάθος για τον ακριβή αριθμό των φύλλων, αλλά θυμάται σωστά την αναλογία μεταξύ των δύο μερών τού έργου τού Καβάσιλα. Πράγματι, στο καλύτερο χειρόγραφο, το αυστηρά δογματικό μέρος καλύπτει 312 φύλλα –δηλαδή ένα μεγάλο τόμο!– ενώ το ζήτημα τής προσθήκης εξετάζεται σε λιγότερα από 12 φύλλα.
- [←27]
-
Συρόπουλος 7.13: Ἀπελθόντων οὖν ἡμῶν καὶ ἀναγγειλάντων τῷ βασιλεῖ τὰ δόξαντα τῷ πατριάρχῃ καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ πάσῃ, ἀπεκρίνατο ὁ βασιλεύς· τίς ἐστιν αὕτη ἡ βουλή; καὶ τίς εἶπεν ἐκείνοις βουλεύεσθαι; ἐγὼ δὲ ποῦ ἤμην καὶ πόθεν εἶχον ἔνδοσιν βουλεύεσθαι; ἔδει δὲ παρεῖναι κἀμὲ ἐν τῇ βουλῇ, ἤ <εἰ> οὐδὲ τούτου ἦν χρεία, τὸ ἔλαττον ἐχρῆν ἐρωτῆσαι κἀμέ. τί δέ, ὅτι λέγουσιν εἰπεῖν καὶ ἐμὲ βουλὴν εἰς ὅ εἶπον ἐκεῖνοι, καὶ οὕτω γίνεται ἡ βουλή; ἤ ἔδει παρόντα με ἀκοῦσαι τοὺς λέγοντας καὶ τοὺς λόγους δι΄ οὕς λέγουσι δεῖν γενέσθαι τοῦτο· καὶ εἰ ἀναφύονταί τινες ἀντιλογίαι γυμνάσαι κἀκείνας καὶ ἐκλέξασθαι τὸ πρακτέον; ἐγὼ πρῶτον μὲν οὐ δέχομαι ὡς βουλὴν ὅπερ ἐποίησαν ἐκεῖνοι, ἐπεὶ οὐδὲ ἄδειαν καὶ ἔνδοσιν εἶχον βουλεύεσθαι· εἶτα λέγω ὅτι οὐ μόνον οὐ μηνύσω ὅ λέγουσι τῷ πάπᾳ, ἀλλὰ καὶ παντὶ τρόπῳ ἐναντιωθήσομαι, εἰ καὶ ἐκεῖνοι μηνύσουσι τοῦτο. εἶτα προσέθηκε· διὰ τί δὲ οὐ θέλουσι διαλέξεις ποιῆσαι περὶ τῆς δόξης; τί ἐστι τὸ κωλύον αὐτούς; καὶ τίνος χάριν ἐνταῦθα παρεγενόμεθα; οὐ συνήλθομεν ἐπὶ τῷ ἐξετασθῆναι τὴν δόξαν; οὐκ oἴδατε ὅτι εἰ ὑποστρέψωμεν οὕτως, μηδὲν εἰπόντες περὶ τῆς δόξης, αὐτοὶ μᾶλλον βεβαιώσομεν τὴν τῶν Λατίνων δόξαν ὡς καλήν; ὅσα δὲ ἐλαλήθησαν περὶ τοῦ οὐκ ἐξῆν προσθεῖναι ἀνόητα ἔσται; ἐπεὶ οὖν ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἀνάγκη ἐστὶν ἐξετασθῆναι τὴν δόξαν.
- [←28]
-
Συρόπουλος 7.14: Ἤρξατο οὖν ὁ Μιτυλήνης συνηγορεῖν τῷ βασιλεῖ, ἐγὼ δὲ ἐσιώπων. καὶ ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ πραότερον μεταβαλὼν ἐπλατύνετο, συνεργὸν εὑρίσκων καὶ τὸν Μιτυλήνης, καὶ ἠρώτα τί ἐστι τὸ κωλύον τοὺς μὴ βουλομένους μεταβῆναι εἰς τὸ περὶ τῆς δόξης; ἔλεγεν οὖν ὁ Μιτυλήνης, ὡς· οὐδέν ἐστι τὸ κωλῦον· ἀλλ΄ εἴπερ ὁρίζει ἡ ἁγία βασιλεία σου καὶ συναχθῶμεν ἔμπροσθέν σου καὶ δημηγορήσῃς περὶ τούτου, γενήσεται. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔλεγεν· ἤθελον εἰδέναι τί λέγουσιν οἱ μὴ βουλόμενοι χωρῆσαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς δόξης. ὡς οὖν πολλὰ τοιαῦτα λέγων πρὸς ἐμὲ μᾶλλον ἀπετείνετο τὸν σιωπῶντα καὶ δυσχεραίνοντα, ἐξ ἀνάγκης ἀπεκρίθην ἐγώ, ὅτι· οἴδασιν οἱ ἡμέτεροι ὅτι εἶπον μὲν πολλὰ γενναῖα καὶ ἰσχυρὰ περὶ τῆς προσθήκης, ἤνυσαν δὲ οὐδέν· τίνα γὰρ ἄν εὑρεθεῖεν ἰσχυρότερα τῶν συνοδικῶν ὅρων τῶν ἀναθεματιζόντων τοὺς προστιθέντας ἤ ἀφαιροῦντας; λέγουσιν οὖν, ὅτι· εἰ ἐν τῷ ζητήματι τούτω, ἔνθα ἔχομεν τοσαύτην ἰσχὺν ἀναντίρρητον, ἐκεῖνοι συμπλάττουσιν ἀντιλογίας, καὶ οἴονται καλῶς λέγειν καὶ μὴ προσίστασθαι αὐτοῖς τοὺς ὅρους διατείνονται, εἰ χωρήσωμεν εἰς τὸ περὶ τῆς δόξης, ἔνθα, ὡς ἀκούομεν, καυχῶνται ὅτι ἔχουσι συμμαχίαν τινὰ ἀπὸ δυτικῶν ἁγίων, οὐκέτι δὲ οἴδαμεν ποίαν τινά, ἐροῦσι μὲν ἐκεῖνοι ὅσα ἄν ἐθέλωσιν, ἔχοντες δὲ τὸ κράτος καὶ τὴν ἰσχὺν ἐκ τοῦ πάπα, διαφημίσουσιν, ὅτι· ἀπεδείξαμεν λαμπρῶς τὴν ἡμετέραν δόξαν ὑγιᾶ· καίτοι μηδὲν ἀποδείξαντες νῦν, ὅμως οὐκ αἰδοῦνται τοῦτο λέγειν καὶ πλέον τοῦ δέοντος, πόσῳ γε μᾶλλον τοῦτο κηρύξουσιν. ἡμεῖς δε, εἴ τι ἄν καὶ εἴπομεν, ὡς οὐδὲν παρ΄ ἐκείνοις λογισθήσεται καὶ ἄπρακτοι εὑρεθησόμεθα, ἐπεὶ οὐδὲ ἔχομεν τὸν διακρινοῦντα. ὅσον οὖν ἐκ μέρους οἶδα καὶ αὐτός, τοῦτό ἐστι τὸ κωλῦον· ἴσως δὲ εἴποιεν ἄν ἄλλοι καὶ ἕτερά τινα πλείονα.
- [←29]
-
Συρόπουλος 7.15: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη πρὸς ταῦτα· καὶ τὶ πρὸς ἡμᾶς εἰ ἐροῦσιν ἐκεῖνοι ὅτι ἀπέδειξαν καλῶς ὅ λέγουσιν, ἐκεῖνο δέ ἐστιν ἀναπόδεικτον· εἰπάτωσαν οἱ ἡμέτεροι ὅσα ἔχουσι γενναῖα καὶ ἰσχυρά, καὶ εἰ μὲν πεισθῶσι κἀκεῖνοι, ἰδοὺ ἐκερδήσαμεν κέρδος πᾶσαν ὑπερβολὴν ὑπερβαῖνον· εἰ δ΄ οὐκ ἐθελήσουσι πεισθῆναι, ἡμεῖς ἐκ τούτου οὐ βλαβησόμεθα· οὐ γὰρ βιάσονται· εἰ δὲ καὶ βίαν ἐπάξουσι, τὰς προαιρέσεις ἡμῶν βιάσαι οὐ δύνανται· τὸ γὰρ σῶμα ἴσως δέχεται βίαν, ἡ δὲ προαίρεσίς ἐστιν ἀβίαστος. ἀνέφερον δ΄ ἐγώ· ἀλλ΄ ἀπὸ τούτου ἕτερα ἐπακολουθήσουσιν· εἰ γὰρ γένοιντο διαλέξεις, καὶ πλατυνθεῖεν οἱ Λατῖνοι ἐν αὐταῖς καθὼς εἰώθασι καὶ κηρύξωσιν οἱ ἐκλελεγμένοι ὅτι ἀπέδειξαν ἀρκούντως καὶ λαμπρῶς ὑγιᾶ τὴν ἑαυτῶν δόξαν, οὐκ ἐάσουσι προβαίνειν εἰς ἄπειρον τὸ περὶ τούτου, ἀλλὰ συμπερανθῆναι σπουδάσουσι καὶ ἀπαιτήσουσι γνώμας. εἰ οὖν καὶ οἱ ἡμέτεροι οὐ θελήσουσι γνωμοδοτῆσαι καὶ συμφωνῆσαι ἐκείνοις, ἀλλὰ πάντες οἱ ἐκείνων ἐξοίσουσιν ἀπόφασιν, ὅτι ἅπερ λέγουσιν οἱ Λατῖνοί εἰσιν ὑγιῆ καὶ ὀρθόδοξα, καὶ κατακρινοῦσιν ἡμᾶς ὡς μὴ πειθομένους ἐκείνοις. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· ἀλλ΄ οὐδὲ τοῦτο λυμαίνεται ἡμᾶς· οὐ γὰρ ἔσται τοῦτο ἀπόφασις συνοδική· ἐγὼ γὰρ τότε λογίσομαι τὴν ἀπόφασιν ὡς οἰκουμενικῆς συνόδου, ὅταν συμφωνήσουσιν ἑκάτερα τὰ μέρη· εἰ δὲ ἀσυμφώνως καὶ μεμερισμένως εἴποιεν, οὐ λογίσομαι τοῦτο ὡς οἰκουμενικῆς συνόδου ἀπόφασιν. ἔφην δ΄ ἐγώ, ὅτι· καλῶς ὁρίζει ἡ ἁγία βασιλεία σου· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ παρ΄ ἡμῖν λογισθήσεται τοῦτο ἀπόφασις κανονικὴ καὶ δικαία, οὐδὲ καὶ εἰ ἀφορισμῷ καθυποβάλει ἡμᾶς ὁ πάπας, φροντιοῦμεν περὶ αὐτοῦ. ἀλλ΄ ἕτερόν τι δεδοίκαμεν· εἰ γὰρ παρακολουθήσουσιν ἅ προανέφερον, ἡ ἁγία βασιλεία σου οὔτε κάτεργα ἔχεις ἐνταῦθα, οὔτε ἔξοδον, ἵνα διασώσῃς ἡμᾶς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν· μόλις γὰρ δυνήσῃ τὸ ἕν ἀπαρτίσαι κάτεργον καὶ ὀλίγους τινὰς λαβεῖν ἐν αὐτῷ· οἱ δὲ πολλοὶ διασκορπισθήσονται, ὅπου ἄν εὕροιεν ναυλοφόρα πλοῖα ἐπανασώσοντα αὐτοὺς εἰς τὴν Πόλιν. εἰ οὖν θελήσει ὁ πάπας ἀποκηρῦξαι ἡμᾶς ὡς αἱρετικοὺς καὶ προτρέψαι τοὺς ἐντυγχάνοντας αἰχμαλωτίζειν ἡμᾶς ὡς μὴ πειθομένους αὐτῷ καὶ τῇ αὐτοῦ συνόδῳ, τίς δυνήσεται διασωθῆναι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, μὴ ὄντος ἄλλου τρόπου ἐπανελθεῖν ἡμᾶς εἰ μὴ διὰ πλοίων καὶ τόπων καὶ γενῶν λατινικῶν; ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεύς, ὅτι· μηδὲν ἔχετε λογισμόν τινα περὶ ὧν λέγεις· ἐγὼ γὰρ οὐ προσδοκῶ γενήσεσθαί τι ὧν ὑπονοεῖτε· εἰ δὲ καὶ γενήσεται, δύναμαι ἐγὼ πάλιν εἰς τὴν Πόλιν ὑμᾶς ἐπανασῶσαι. ἐν τούτοις δὲ πᾶσιν ὁ Μιτυλήνης συνηγόρει τῷ βασιλεῖ. ὕστερον δὲ ἐζήτησα ἀπολογίαν τινὰ δοῦναι τῷ πατριάρχῃ· ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· ἐλεύσομαι ἐγὼ καὶ ἀπολογήσομαι αὐτῷ. καὶ επὶ τούτοις ἐξήλθομεν.
- [←30]
-
Συρόπουλος 7.16: Παρεγένετο οὖν μὲν μετὰ μίαν ἡμέραν καὶ ὡμίλησε τῷ πατριάρχῃ μόνος πρὸς μόνον ὥραν ἱκανὴν καὶ οὐκέτι ἐγένετο μνήμη τῆς δηλωθείσης βουλῆς, ἀλλ΄ ὁ βασιλεὺς καὶ ἔτι μᾶλλον ἐσπούδασε καὶ δι΄ ἑαυτοῦ καὶ διά τινων πεῖσαι τοὺς ἀρχιερεῖς εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης μεταβῆναι διαλέξεις. ὅ μαθὼν ὁ σοφὸς Γεμιστὸς ἀνέφερε καὶ τῷ βασιλεῖ καὶ τῷ πατριάρχῃ καὶ πᾶσιν ἡμῖν ἔλεγεν, ὅτι· οὐ προσήκει ἁπλῶς οὕτω καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις χωρῆσαι, ἀλλὰ δεῖ συνελθεῖν τοὺς ἡμετέρους ἰδίως καὶ σκέψασθαι καὶ γυμνάσαι τὰ παρὰ τῶν Λατίνων λεχθησόμενα· οἴδασι γάρ τινες τῶν ἡμετέρων ὅσα ἔχουσιν εἰπεῖν ἐκεῖνοι καὶ δύνανται εἰπεῖν καὶ δεφενδεῦσαι ταῦτα καὶ κρεῖττον ἐκείνων. ἀκουσάτωσαν οὖν τὰ Λατίνων ἰσχυρὰ καὶ πρὸς ἀνατροπὴν αὐτῶν χωρησάτωσαν· καὶ εἰ μὲν ἔχουσιν οἱ ἡμέτεροι εἰπεῖν ἰσχυρότερα καὶ θαρρήσουσιν ὁμολογουμένως ὅτι ἀνατρέψουσι τὰ ἐκείνων, οὕτω καὶ εἰς διαλέξεις προβαινέτωσαν· εἰ δὲ ἴδωσιν ἔχειν ἐκείνους ἐν τοῖς τοιούτοις ἰσχύν, μὴ χωρείτωσαν εἰς διαλέξεις, ἀλλὰ σκεψάσθωσαν πῶς ἄν ἑτέρῳ τρόπῳ τὸ λυσιτελοῦν διαπράξωσιν.
- [←31]
-
Συρόπουλος 7.17: Ὁ δὲ πατριάρχης προσεκαλέσατο ἰδίως τὸν Γεμιστὸν καὶ προσεποιήσατο ἀμφιβάλλειν εἰς ἅπερ λέγουσιν οἱ Λατῖνοί τε καὶ οἱ ἡμέτεροι περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι· σὺ ὑπάρχεις διδάσκαλος καὶ σοφὸς καὶ ἔχεις εἴδησιν ἀκριβῆ ἐν τοῖς τοιούτοις καὶ ἀπὸ τῆς πολυχρονίου πείρας καὶ ἀπὸ τῆς σπουδῆς ἧς ἐσπούδασας εἰς αὐτά· πρὸς τούτοις δ΄ εἶ καὶ γέρων καὶ καλὸς ἄνθρωπος καὶ τὴν ἀλήθειαν πάντων προτιμᾶς. διὰ τοῦτο ἐφάνη μοι καλὸν προσκαλέσαθαί σε ἰδίως, ἵνα πληροφορήσῃς με περὶ ὧν ἀμφιβάλλω. εἰπέ μοι οὖν καθαρῶς, νὰ σωθῇς, ὁποῖόν σοι δοκεῖ ἀληθέστερον τούτων; πρὸς ἅ ἀπεκρίνατο ὁ Γεμιστός, ὅτι· οὐ δεῖ ἀμφιβάλλειν τινὰ ἐξ ἡμῶν εἰς ἅπερ λέγουσιν οἱ ἡμέτεροι· ἰδοὺ γὰρ ἔχομεν τὴν διδασκαλίαν, πρῶτον μὲν ἀπ΄ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶτα δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀποστόλου, ἅπερ εἰσὶ θεμέλια τῆς πίστεως ἡμῶν, ἐφ΄ οἷς ἑδράζονται πάντες οἱ ἡμέτεροι διδάσκαλοι. ἐπεὶ οὖν οἱ διδάσκαλοι ἡμῶν τῶν τῆς πίστεως ἀντέχονται θεμελίων καὶ οὐ παρεκκλίνουσι κατά τι, οἱ δὲ θεμέλιοι σαφέστατοί εἰσιν, οὐ δεῖ τινα ἀμφιβάλλειν ἐν οἷς αὐτοὶ λέγουσιν· εἰ δ΄ ἐν τούτοις ἀμφιβάλλει τις, οὐκ οἶδα ἐν τίσι τὴν πίστιν ἐνδείξηται. καίτοιγε οὐδὲ οἱ διαφερόμενοι ἡμῖν ἀμφιβάλλουσιν εἰς ὅ κατέχει καὶ κηρύττει ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν· καὶ αὐτοὶ γὰρ ὁμολογοῦσιν ὅτι ὅ λέγομεν ἡμεῖς καλόν ἐστι καὶ ἀληθέστατον, τὰ δὲ αὐτῶν βιάζονται σύμφωνα δεῖξαι τοῖς ἡμετέροις· ὥστε οὐ δεῖ τινα τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας ὄντα ἀμφιβάλλειν περὶ τῆς ἡμετέρας δόξης, ὅπου γε οὐδὲ οἱ διαφερόμενοι τοῦτο πάσχουσι. περὶ δὲ τῆς ἐκείνων δόξης οὐδὲν ἀπεικὸς ἀμφιβάλλειν τινά, καὶ τοῦτο ἴσως ὅτι πρόκειται εἰς ἐξέτασιν καὶ ἀπόδειξιν· ἄλλως γὰρ ὅσον ἀπὸ τοῦ ἡμετέρου πάντῃ ἀσύμφωνόν ἐστι. τοιαῦτα καὶ πολλῷ πλείονα καὶ ἰσχυρότερα διεξῆλθε πρὸς τὸν πατριάρχην καὶ ἐβεβαίωσεν ὅπως οὐ δεῖ ἀμφιβάλλειν τινὰ περὶ τῆς δόξης ἥν δοξάζει ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
- [←32]
-
Ο Γεμιστός πέθανε στον Μυστρά το 1452 σε ηλικία 97 ετών (είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1355). Επομένως στη Φλωρεντία το 1439 ήταν 84 ετών.
- [←33]
-
Κατά τον Laurent 1971: 369 σημ. 1, αυτή η παρατήρηση εκπλήσσει όταν βγαίνει από τα χείλη τού φιλόσοφου, ο οποίος, στην ίδια τη Φλωρεντία, την ίδια εποχή, προέβλεπε το επικείμενο τέλος τού Χριστιανισμού. Όμως το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Συρόπουλος τον επικαλείται ως μάρτυρα για την πίστη. Άραγε, συνεχίζει ο Laurent ό.π., μιλάμε για διπροσωπεία ή υποκρισία αυτού τού άθεου;
- [←34]
-
Συρόπουλος 7.18: Ἀλλὰ καὶ ὅτε αἱ περὶ τοῦ πουργατορίου διαλέξεις ἐγίνοντο, συνηγμένων πολλῶν ἐξ ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ βασιλέως δημηγοροῦντος, ὅτι· δεῖ τὰς προλήψεις ἐκ τῶν διανοιῶν ἡμῶν ἐκβληθῆναι καὶ μήτε τὴν λατινικὴν δόξαν ἡγεῖσθαι ἐπισφαλῆ, μήτε τῇ ἡμετέρᾳ ὡς ἀσφαλῆ συντίθεσθαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς δύο ἀμφιβόλως ἔχειν ἐπίσης, μέχρι ἄν ἐξετασθῶσι, καὶ τὸ εὑρεθησόμενον ἀπὸ τῆς συνοδικῆς ἐξετάσεως καὶ ἀποφάσεως, ἐκεῖνο ὀφείλει στέργεσθαι ὡς ἀληθὲς καὶ ἀναμφίβολον. παρὼν τότε καὶ ὁ Γεμιστὸς καὶ ἀκούσας ταῦτα εἶπε πρὸς ἡμᾶς τε καὶ τὸν Νικαίας μάλιστα, ὅτι· ὅσους χρόνους οἶδα τὸν βασιλέα, οὐκ ἤκουσά τι παρ΄ αὐτοῦ χεῖρον οὗπερ νῦν εἴρηκεν· εἰ γὰρ ἐσόμεθα ἀμφίβολοι ἐν τῇ δόξῃ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, οὐδὲ πιστεύειν δεῖ οἷσπερ αὕτη διδάσκει· οὗ τί χεῖρον γένοιτ΄ ἄν;
- [←35]
-
Συρόπουλος 7.19: Ἀλλ΄ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἐπανέλθωμεν. ἡμέραι παρῆλθον τινές, καὶ ὁ βασιλεὺς ἠβουλήθη συναθροῖσαι τοὺς ἡμετέρους καὶ κατασκευάσαι καὶ ἑλκῦσαι ἑκόντας ἄκοντας τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις ποιεῖν· αὐτὸς δ΄ ἔκειτο νοσῶν καὶ οὐκ ἠδύνατο παραγενέσθαι εἰς τὸν πατριάρχην. μετεκαλέσατο δ΄ αὐτόν· οὗ καὶ ἀπελθόντος διὰ φορείου περὶ δείλην ὀψίαν καὶ διανυκτερεύσαντος ἐκεῖσε, ἅμα πρωῒ ἀπηρχόμεθα καὶ ἡμεῖς προσκληθέντες εἰς τὰ βασίλεια. συνωδεύομεν οὖν ἐγώ τε καὶ ὁ πρωτέκδικος τῷ Ἡρακλείας καὶ ἑτέροις ἀρχιερεῦσιν. εἴπομεν οὖν ἐν τῇ ὁδῷ τῷ Ἡρακλείας· ἰδοὺ νῦν πρόκειται ἀγών, ὅπως ἄν σιωπηθῇ τὸ περὶ τῆς προσθήκης καὶ διαλέγωνται περὶ τῆς δόξης. διὸ προσήκει ἡμῖν ἐκλέξασθαι τὸ λυσιτελέστερον καὶ συμφέρον, καὶ ἐπεὶ ὁρῶμεν τοὺς Λατίνους ἀπαιτοῦντας ἡμᾶς παραιτήσαθαι τοὺς περὶ τῆς προσθήκης λόγους διὰ τὸ μὴ ἔχειν πάντως ἰσχυρῶς ἀντιπαλαίειν αὐτοῖς, καὶ τοῦτο δῆλόν ἐστι, δεῖ καὶ ἡμᾶς μᾶλλον ἀντέχεσθαι τούτων τῶν λόγων ὡς ἀσφαλεστάτου φρουρίου καὶ μὴ καταπροέσθαι τοῖς ἀντιπάλοις τὴν ἡμετέραν ἀκρόπολιν, καὶ πλέον τῶν ἄλλων προσήκει τῇ μεγάλῃ ἁγιωσύνῃ σου ἀγωνίσασθαι καὶ ἐνστῆναι ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῇ ἡμετέρᾳ Ἐκκλησίᾳ καὶ ὡς τοποτηρητῇ τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ ὡς προέδρῳ τῶν ὑπερτίμων καὶ πρώτῳ μητροπολίτῃ καὶ γηραιοτέρῳ καὶ λογίῳ καὶ παλλαχόθεν ἔχοντα τὸ αἰδέσιμον. εἰ οὖν ἐνσταίη ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου, καθὼς δεῖ, τοὺς πλείους ἕξεις τῶν ἀρχιερέων ὁμογνώμονας καὶ πρὸ πάντων ἡμᾶς. ὁ δὲ Ἡρακλείας εἶπε· τί εἰσιν ἅ λέγετε ἄνθρωποι τοῦ θεοῦ· οὐκ οἴδατε τὰς πράξεις καὶ τὰς βουλὰς τοῦ βασιλέως; ἐκεῖνος εἶχεν ὀψὲ τὸν πατριάρχην μεθ΄ ἑαυτοῦ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ἐβουλεύσαντο καὶ ἔστησαν, εἴ τι ἄρα καὶ ἤθελον; καὶ πράξουσιν ὅ ἔστησαν, κἄν θέλωμεν, κἄν μὴ θέλωμεν. προσεκαλέσαντο δὲ νῦν, ἵνα γελάσωσιν ἡμᾶς· τὶ οὖν ἐροῦμεν ἡμεῖς εἰς ταῦτα; εἴ τι ἄν εἴπωμεν, ὡς οὐδὲν λογισθήσεται, ἐκεῖνοι δὲ πράξουσιν ὅπερ ἄν ἐθέλωσιν.
- [←36]
-
Βλέπε Γεωργίου Κωδινοῦ τοῦ Κουροπαλάτου, Περί τῶν Ὀφφικιαλίων τοῦ Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν ὀφφικίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae (Βενετία 1729), σελ. 349-351: Ἡ Περί τῆς τάξεως τῶν θρόνων τῶν μητροπολιτών. Τίνες αὐτῶν λέγονται ἔξαρχοι ὑπέρτιμοι; Τίνες ὑπέρτιμοι μόνον.
- [←37]
-
Συρόπουλος 7.20: Ἐγὼ δὲ ἔφην πρὸς αὐτόν· οἴδαμεν, δέσποτα ἅγιε, καὶ ἡμεῖς τὰς βουλὰς καὶ τὰς πράξεις τοῦ βασιλέως, καὶ εἰς τὰ τῇ ἀρχῇ αὐτοῦ ἀνήκοντα πραττέτω ὡς βούλεται· τὰ δὲ παρόντα εἰσὶν ἐκκλησιαστικὰ καὶ συνοδικά, καὶ οὐχ ὑπόκεινται αὐτῷ. εἰ οὖν μὴ ἔχοι πάντας ἡμᾶς ὁμογνώμονας εἰς ὅ βούλεται, οὐ δηνήσεται πράξειν ὅ προέθετο. μὴ λέγε τοίνυν, ὡς, εἴ τι ἄν εἴπῃς, οὐδὲν λογισθήσεται, ἀλλὰ μᾶλλον, κἄν εἴ τι ἄν εἴπωσιν ἐκεῖνοι καὶ εἴ τι πρᾶξαι ὁρμήσωσιν, αὐτὸς εἰπὲ τὴν γνώμην ἥν ἔχεις εἰς τὸ πρᾶγμα καθαρῶς καὶ πεπαρρησιασμένως, καὶ ἀκολουθήσουσί σοι πολλοί· καὶ ἤ ἐμποδισθήσεται τὸ βούλευμα ὅπερ ἔστησαν ἰδίως καὶ γενήσεται τὸ τῶν πολλῶν βούλευμα ὡς καλὸν καὶ συμφέρον, ἤ παραβλέψουσι τὴν βουλὴν τῶν πολλῶν, ὡς καὶ αὐτὸς ἔφης, καὶ ποιήσουσι τὸ δόξαν αὐτοῖς· καὶ εἰ τοῦτο γένοιτο, πρῶτον μὲν ἕξετε τὴν συνείδησιν καθαρεύουσαν καὶ ἀναπολόγητοι καὶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἔσεσθε, ὅτι οὔτε διὰ χάριν, οὔτε διὰ δειλίαν ἐσιωπήσατε τὸ δόξαν ἡμῖν λυσιτελὲς τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ· εἶτα καὶ ὅταν προσκαλέσωνται ὑμᾶς ἐν ἑτέρᾳ βουλῇ, ἕξετε ἐπ΄ ἀδείας εἰπεῖν, ὅτι· ἐπειδὴ ἀπαιτεῖτε ἐξ ἡμῶν βουλήν, παραιτεῖσθε δὲ ὅ λέγομεν καὶ πράττετε ὅ ἄν ἐθέλητε, περισσόν ἐστι λέγειν ὅλως τι καὶ ἡμᾶς ἐν τῇ βουλῇ. διὰ ταῦτα τοίνυν ἀναγκαῖόν ἐστιν ἵνα εἴπῃ ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου καὶ οἱ λοιποὶ καὶ ἡμεῖς μεθ΄ ὑμῶν ὅπερ ἄν εἰδῶμεν τῇ ἡμετέρᾳ Ἐκκλησίᾳ συμφέρον, καὶ πάντως κερδανοῦμεν δυοῖν θάτερον, ἤ γενέσθαι τὸ παρὰ τῆς κοινότητος βουλευθὲν καὶ ἀργήσει τὸ ἰδίᾳ βεβουλευμένον, ἤ μὴ ἕλκεσθαι ἡμᾶς καὶ περιάγεσθαι ὧδε, συνιέντων τῶν ποιούντων ἡμῖν ταῦτα ὅτι καὶ ἡμεῖς οἴδαμεν τηρεῖν τὴν τιμὴν καὶ τὴν τάξιν ἑαυτῶν. ὡς οὖν ἤκουσε ταῦτα ὁ Ἡρακλείας ἔφη· καλῶς λέγεις, καὶ ἡμεῖς ἐνστησόμεθα ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῇ Ἐκκλησίᾳ, εἴθε δὲ ἔχοιμεν καὶ ἑτέρους ἀκολούθους.
- [←38]
-
Συρόπουλος 7.21: Συνηθροίσθημεν τοίνυν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ καθημένων ἡμῶν ὡς ἔτυχε καὶ ὁμιλούντων μετὰ τῶν ἐκεῖσε, μέχρις ἄν προσκληθῶμεν εἰσελθεῖν εἰς τὸν βασιλέα, καὶ πάντων περὶ οὗ ζητήματος ἔσται ἡ βουλὴ γινωσκόντων, ἔφη ὁ Γεμιστός· ἡ δὲ ἡμέρα ἤ θάνατον ἤ βίον φέρει. καὶ μετ΄ ὀλίγον εἰσήλθομεν εἰς τὸν βασιλέα καὶ ἐκαθίσαμεν, μηδενὸς τῶν ἀρχόντων ὄντος μεθ΄ ἡμῶν, οὕτω ταχθὲν ὡς δεδήλωται. ἤρξατο οὖν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐδημηγόρησε· χρή, λέγων, διαλέγεσθαι περὶ τῆς δόξης· ὑπὲρ τούτου γὰρ εἰς Ἰταλίαν ἀφίγμεθα, ἵν΄ ἐξετάσωμεν πάντα τὰ διϊστῶντα ἡμᾶς ἀπὸ τῶν Λατίνων, καὶ πρὸ πάντων τὸ μεῖζον καὶ καιριώτερον, ὅπερ ἐστὶ τὸ περὶ τῆς δόξης· ἐν τούτῳ γὰρ περιέχεται καὶ τὸ τῆς προσθήκης, καὶ ἕν εἰσὶ τὰ δύο ταῦτα· ἐγὼ γὰρ διεῖλον αὐτὰ εἰς δύο, παρὰ πάντων δ΄ ὡς ἕν προεφέροντο. οὐ χρὴ οὖν μέρος μέν τι ἐξετάσαι, μέρος δὲ καταλιπεῖν ἀνεξέταστον· οὕτω γὰρ μεγάλης καταγνώσεως καὶ καταδίκης ἑαυτοῖς ἐσόμεθα αἴτιοι, ὡς τοσούτους πόνους καὶ κινδύνους καὶ ταλαιπωρίας ὑποστάντες, ἔκ τε τῆς μακρᾶς ὁδοιπορίας καὶ τῆς ἐν ἀλλοδαπῇ χρονίου διατριβῆς καὶ ἐκ τοῦ εμβαλεῖν τοὺς διακομίσαντας ἡμᾶς ἐνταῦθα εἰς μεγάλας ἐξόδους, ἅ καὶ ἐζητοῦντο πάντοτε ἀπὸ τῶν τοῦ σχίσματος ἡμερῶν, ἐς δεῦρο δὲ οὐκ ἔφθασαν γενέσθαι. νῦν οὖν ὅτε ταῦτα συνέδραμον παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, οὐ θελήσομεν ἐξετάσαι τὴν δόξαν ταύτην, δι΄ ἥν ἐνταῦθα παραγεγόναμεν; καίτοι καθὼς νῦν αἱ διαλέξεις προέβησαν, εἰ καταλείψομεν τὴν δόξαν ἀνεξέταστον, τρόπον τινὰ βεβαιώσομεν αὐτήν· ἐν γὰρ ταῖς διαλέξεσι ταῖς περὶ τοῦ οὐκ ἐξῆν προσθεῖναι ἐν τῷ συμβόλῳ, θέσις προϋπετέθη, ὡς εἰ καὶ υγιὲς ἦν τὸ προστεθέν, ὅμως οὐκ ἐξῆν προστεθῆναι. εἰ οὖν μετὰ τὰς διαλέξεις ἐκείνας οὐδέν τι περὶ τῆς δόξης εἴποιμεν, δόξομεν καταλιπεῖν τὴν θέσιν ἐκείνην ὡς υγιᾶ καὶ ἔσται εἰς βεβαίωσιν ἐκείνων, καὶ ἄλλως δὲ δόξομεν οὐκ ἔχειν ἱσχυρά τινα λέγειν ὑπὲρ τῆς δόξης ἡμῶν· ἅ δὴ πάντα μέμψεις καὶ κατηγορίας καὶ ὀνειδισμοὺς ἐπάξουσιν ἡμῖν καὶ δι΄ ἡμῶν παντὶ τῷ ἡμετέρῳ γένει καὶ πᾶσι τοῖς ὑποκειμένοις τῇ ἡμετέρᾳ Ἐκκλησίᾳ μετὰ τοῦ εὐλόγου. τοιαῦτα δημηγορήσας εἰς πλάτος ὁ βασιλεύς, τὸ δεῖν εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις χωρῆσαι κατεσκεύασεν.
- [←39]
-
Συρόπουλος 7.22: Εἶτα διεδέξαντο τὸν λόγον ὁ Ῥωσίας καὶ ὁ Νικαίας καὶ ἐπλατύνοντο ἐπὶ τούτου καὶ μάλιστα ὁ Νικαίας, συνηγοροῦντες τῷ βασιλεῖ· καὶ μετὰ πολλοὺς λόγους, καὶ τὰς τοιαύτας κατασκευὰς ὥρισεν ὁ βασιλεύς· ἱκανά εἰσι τὰ λαληθέντα πρὸς τὴν τοῦ ζητουμένου σαφήνειαν. δότωσαν γνώμας. εἶπον δὲ οἱ ἀρχιερεῖς, ὅτι· ὁ πατριάρχης δότω τὴν γνώμην πρῶτος. ὁ δὲ πατριάρχης εἶπε· πρῶτον γνωμοδοτήσατε ὑμεῖς κατὰ τὴν τάξιν, εἶθ΄ ὕστερον ἐρῶ κἀγὼ τὴν ἐμὴν γνώμην. οἱ δὲ εἶπον· νῦν περὶ τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐστὶν ὁ λόγος, ἐν οἷς πρῶτος ὀφείλει λέγειν ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου, ἡμεῖς δὲ μετὰ σέ· ἡ δὲ τάξις, ἥν ὥρισας, ἐν ἄλλαις ἐγκλήσεσι γίνεται. καὶ αὐτὸς ἴσως οὐκ ἀπεδέξατο τὸ ῥηθέν, ὅμως εἴρηκε πρῶτος ταύτην τὴν γνώμην· ὁρῶ τοὺς Λατίνους, ὅτι εἰσὶν ἄνθρωποι φιλόνεικοι, κενόδοξοι καὶ ἀκατάπειστοι· τὸ δὲ κεφάλαιον τοῦτο τὸ περὶ τῆς προσθήκης ἐστὶν ἰσχυρὸν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ εἶπον οἱ ἡμέτεροι λόγους πολλοὺς καὶ καλοὺς καὶ γενναίους εἰς αὐτό· οἱ δὲ Λατῖνοι οὐ δυσωποῦνται τοῖς λόγοις τῶν ἡμετέρων οὐδὲ πεισθῆναι θέλουσι ταῖς ἀληθείαις. τί οὖν ἐλπίζομεν εὑρήσειν ἐξ αὐτῶν, εἰ πρὸς ἕτερον μεταβαίημεν κεφάλαιον; διὰ τοῦτο οὔπω μοι δοκεῖ καλὸν καταλιπεῖν τὸ ὑπὲρ ἡμῶν ἰσχυρόν, ὁποῖόν ἐστιν οἱ περὶ τῆς προσθήκης λόγοι, καὶ μεταβῆναι εἰς τὸ περὶ τῆς δόξης. αὕτη ἐστὶν ἡ ἡμετέρα γνώμη· εἰπάτωσαν δὲ καὶ οἱ λοιποί· εἶτα μετὰ τὸ ἀκοῦσαί με τοὺς λόγους πάντων, εἰ δεήσει αὖθις εἰπεῖν, ἐρῶ. εἶτα ἠρωτήθη ὁ Ἡρακλείας καὶ εἶπεν· ἐγὼ μὲν ἴσως ἐνόμιζον βέλτιον εἶναι καὶ μᾶλλον συμφέρειν ἡμῖν μηδόλως ἐᾶσαι τοὺς περὶ τῆς προσθήκης λόγους καὶ εἰς τοὺς περὶ τῆς δόξης μεταπεσεῖν· εἰ δὲ φανῇ καλὸν γενέσθαι διαλέξεις περὶ τῆς δόξης, ἀκολουθήσω κἀγώ. πλὴν ἀκούω ὅτι περιέστη, ἵνα ἀπέλθωμεν εἰς τὴν Φλωρεντίαν. ἔνι οὖν καὶ τοῦτο πολὺ εἰς ἡμᾶς καὶ χρὴ πρότερον ἵνα γινώσκομεν ἀκριβῶς εἰ ἀπελευσόμεθα καθὼς ἀκούομεν ἤ οὐχί, καὶ μετὰ τοῦτο βουλευσόμεθα περὶ τῶν διαλέξεων. καὶ εὐθὺς εἶπεν ὁ βασιλεύς· οὐχὶ δέσποτα, οὐχί· παῦσαι ἀπὸ τῶν τοιούτων λόγων· οὐδὲ γὰρ οἴδαμέν τι ἀπὸ τούτων καὶ εἰπὲ τὴν γνώμην σου. ὁ δὲ εἶπεν· ἀκούομεν ὅτι ὁ πάπας οἰκονομεῖται ὀμολογουμένως ἀπελθεῖν εἰς τὴν Φλωρεντίαν· λέγουσι δὲ ὅτι καὶ ἡ ἁγία βασιλεία σου συνέθου ἀπελθεῖν ἐκεῖσε· διὸ χρὴ καὶ ἡμᾶς εἰδέναι περὶ τούτου. καὶ ὁ βασιλεὺς εἶπεν εὐθύς· νὰ ἔχω τὴν εὐχὴν σου, περὶ μὲν τοῦ πάπα οὐκ οἶδα· περὶ ἐμοῦ δὲ γίνωσκε ὅτι οὐκ εἶπέ μοί τις μέχρι τοῦ νῦν οὐδὲ τὸ τυχὸν περὶ τούτου· εἰ δὲ ἀπέλθῃ ὁ πάπας καὶ ζητήσῃ καὶ ἡμᾶς ἀκολουθῆσαι αὐτῷ, καὶ ὑμεῖς ἐνταῦθά ἐστε καὶ ἀκούσεσθε τοῦτο καὶ βουλεύσεσθε, καὶ εἰ φανῇ πᾶσι ὑμῖν καλὸν καὶ πρέπον, οὕτω γενήσεται ἴσως· εἰ δὲ μὴ ἀρέσει ὑμῖν, οὐ γενήσεται. νῦν γὰρ ὑμεῖς αὐτοὶ πάρεστε ἐνταῦθα καὶ οὐχ ἕξετε ἀιτιᾶσθαι πρέσβιν πεποιηκότα τι παρὰ γνώμην ὑμῶν, ἀλλ΄ αὐτοὶ ποιήσετε οἰκείᾳ βουλῇ τὸ συνοῖσον ὑμῖν. παυσάσθω οὖν τὸ περὶ τούτου, ἐπεὶ οὐδὲ αὐτὸς οἶδα, καὶ εἰπὲ τὴν γνώμην σου. εἶπεν οὖν ὁ Ἡρακλείας· λοιπόν, εἰ φανῇ καλόν, διαλεχθήτωσαν περὶ τῆς δόξης. εἶτ΄ ἀπῄτησαν τὸν πνευματικὸν γνώμην· ὁ δὲ ἔφη· εἰπάτωσαν οἱ λοιποὶ καὶ ἐρῶ κἀγὼ ὅταν ἐθέλω. ἀπῄτησαν τὸν Ἐφέσου, καὶ εἶπεν· ὡς ἐπειδὴ λέγουσι καλὸν εἶναι εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις χωρῆσαι, λέγω κἀγώ· εἰ φαίνοιτο καλόν, γενέσθω τοῦτο. εἶτα εἶπεν ὁ Ῥωσίας καὶ πᾶσι τρόποις ἐνέδωκε γενέσθαι τοῦτο. καὶ μετ΄ ἐκεῖνον εἶπεν ὁ πνευματικός, ὅτι· ἐγὼ ἀκολουθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἁγίου τοῦ Ἐφέσου καί, εἴ τι εἶπεν ἐκεῖνος, τὸ αὐτὸ λέγω καὶ αὐτός. εἶτα εἶπον οἱ λοιποὶ ἀρχιερεῖς καὶ συνέθεντο πάντες γενέσθαι τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις. τὸ αὐτὸ δὲ εἶπε καὶ ὁ μέγας σακελλάριος καὶ ὁ μέγας σκευοφύλαξ· ὁ δὲ μέγας χαρτοφύλαξ πεφεισμένως εἶπε τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, πλὴν οὐκ ἐνέδωκε γενέσθαι διαλέξεις περὶ τῆς δόξης.
- [←40]
-
Συρόπουλος 7.23: Ἐρωτηθεὶς δὲ κἀγὼ εἶπον τάδε· οἶδα ὡς ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος γενήσεται· ἀλλ΄ ἐπεὶ ἡ γνώμη ἐκάστου ἀβίαστός ἐστιν, ἐρωτώμενος δὲ ἀνάγκην ἔχω εἰπεῖν καθαρῶς, ὁποίαν γνώμην ἔχω εἰς τόδε τὸ ζήτημα, ἤδη λέγω, ὅτι ἡμεῖς οἴδαμεν ἀκριβῶς καὶ κατελάβομεν τοὺς Λατίνους, ὅπως εἰσὶ φιλόνεικοι καὶ πάντῃ ἀκατάπειστοι, τὸ δὲ περὶ τῆς προσθήκης κεφάλαιόν ἐστιν ἰσχυρότατον πάνυ ὑπὲρ ἡμῶν, καθὼς ἐφάνη ἀπὸ τῶν συνοδικῶν ὅρων καὶ αφ΄ ἑτέρων ῥητῶν τῶν ἁγίων. εἰ οὖν ἐν τούτῳ, ἐν ᾧ εἶπον οἱ ἡμέτεροι τοσαύτας ἀποδείξεις ἀναντιρρήτους, πρὸς ἅς οὐκ ἔχουσί τι ἰσχυρὸν ἀντειπεῖν, ὅμως συρράπτουσιν ἀπολογίας καὶ ὡς ἀποδείξεις προτείνοντες ἐπιφημίζουσι τὸ· ἀπεδείξαμεν λαμπρῶς καὶ τηλαυγῶς καὶ ἡλίου φανότερον καὶ σαφέστατα καὶ ὁρμαθῷ τοιούτων ῥημάτων ἑαυτοὺς ὡς νικητὰς στεφανοῦσιν. εἰ συνέλθοιμεν νῦν εἰς τὰ περὶ τῆς δόξης, ἔνθα καί τινα ἰσχὺν ἔχουσιν ἀπὸ δυτικῶν ἁγίων, ὡς οἴονται, τί οὐκ ἄν εἴποιεν κατὰ τῶν ἡμετέρων, καὶ ἑαυτοῖς ἐπιγράψωσι τὰ νικητήρια βοηθούμενοι καὶ τῷ κράτει τῆς αὐτῶν εξουσίας, ἡμῶν μὴ ἐχόντων τὸν τῆς ἀληθείας διαιτητήν. διὰ τοῦτο εἰ καὶ πρὸ τοῦ ἄρξασθαι τὰς περὶ τῆς προσθήκης διαλέξεις προσετέθην καὶ αὐτὸς τοῖς εἰποῦσι δεῖν ἄρξασθαι ἐκ τῶν περὶ τῆς δόξης, ἀλλὰ νῦν ὅτε ἔγνων ἀκριβέστερον τὰς τῶν ἐναντίων διαθέσεις, οὐκέτι λέγω διαλέγεσθαι περὶ τῆς δόξης. ἐφ΄ οἷς εἰρηκότος τοῦ βασιλέως· καὶ ἕως πότε λέγεις διαλέγεσθαι περὶ τῶν αὐτῶν; εἶπον· μέχρις ἄν γένηται συμπέρασμα εἰς αὐτό· πολλῆς γὰρ μέμψεως καὶ κατηγορίας ἄξιοι δόξομεν, μήτε εἰς τὸ περὶ πουργατορίου, μήτε εἰς τὸ περὶ τῶν φωνῶν, μήτε νῦν εἰς τὸ περὶ τῆς προσθήκης συμπεράναντες, καὶ ταῦτα πλείστων λόγων καὶ ἀγώνων ἐφ΄ ἑκάστῳ κινηθέντων, καὶ πολὺν γέλωτα ὀφλήσομεν καὶ αὐτοῖς τοῖς Λατίνοις, ὅτι κινοῦντες τὰ ζητήματα καὶ ἀγῶνας ὑποφέροντες παραιτούμεθα τὰ συμπεράσματα καὶ εἰς ἕτερα μεταβαίνομεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· ἀναγκαιότερόν μοι φαίνεται ταμιεύεσθαι τὸ συμπέρασμα τούτου εἰς καιρόν, καθ΄ ὅν ἐγὼ νομίζω μεγάλως λυσιτελήσειν ἡμῖν. ἠκολούθησε τῇ ἐμῇ γνώμῃ καὶ ὁ πρωτέκδικος. καὶ μεθ΄ ἡμᾶς εἶπον οἱ ἡγούμενοι καὶ ἠκολούθησαν ταῖς γνώμαις τῶν ἀρχιερέων· πλὴν γὰρ τοῦ πατριάρχου καὶ ἡμῶν τῶν τριῶν, πάντες ἐνέδωκαν μεταβῆναι εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις, καὶ ἐκυρώθη τὸ περὶ τούτου, εἰπόντος καὶ αὖθις τοῦ βασιλέως, ὅτι· κατὰ πολὺ συμφέρει ἡμῖν ἵστασθαι μετέωρον τὸ περὶ τῆς προσθήκης συμπέρασμα.
- [←41]
-
Κατά τον Laurent 1971: 376 σημ. 1, η θέση που παίρνει εδώ ο εξομολογητής εκπλήσσει, επειδή είναι η πρώτη φορά που ο άνθρωπος αυτός αντιδρά σε αντίθεση με ολόκληρη τη σύνοδο. Θα αναμενόταν τέτοια στάση να είχαν πάρει ο Μάρκος Εφέσου ή ο Ηρακλείας Αντώνιος.
- [←42]
-
Συρόπουλος 7.24: Ἐπὶ τούτοις ἐξήλθομεν ἐκ τῶν βασιλείων δυσχεραίνοντες ἐπὶ τῷ γεγονότι, καὶ τῷ Ἡρακλείας ὠνειδίσαμεν εἰπόντες· ταῦτα ἦσαν ἅπερ σὲ ἠξιώσαμεν; μᾶλλoν δὲ αὕτη ἐστὶν ἡ γνώμη, ἥν εἶχες εἰς τόδε τὸ ζήτημα; καὶ ἴσως ἐνόμιζε ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου, ὅτι ὁ πατριάρχης ἐρεῖ καὶ πράξει ὅπερ ἔστησε μετὰ τοῦ βασιλέως; νῦν δὲ ὁ πατριάρχης εἶπε καλὴν γνώμην. ἀκολουθῆσαι οὖν ἔδει καὶ σὲ τῇ γνώμῃ ἐκείνου· καίτοι εἰ καὶ ἐνάντιόν τι ἔλεγεν ὁ πατριάρχης, σοὶ πρέπον ἦν εἰπεῖν τὴν γνώμην, ἥν οἴδαμεν ὅτι εἶχες περὶ τούτου τοῦ κεφαλαίου. καὶ εἶπεν ὁ Ἡρακλείας, ὅτι· κἀγὼ τὰ αὐτὰ ἔφην τῷ πατριάρχῃ. εἴπομεν δὲ αὐτῷ· πῶς τὰ αὐτά; ἐπεὶ ὁ πατριάρχης ἀπηγόρευσε τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις, σύ δὲ ἐνέδωκας; καὶ εἶπεν· οὐκ ἤκουσα καλῶς τί εἶπεν ὁ πατριάρχης. ἐπὶ τούτοις εἴπομεν ἡμεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐχ ἕξομεν παρρησίαν λέγειν τι τῷ πατριάρχῃ. ὅτε δὲ ἔλεγεν ὁ βασιλεὺς μὴ εἰδέναι τι περὶ τῆς εἰς Φλωρεντίαν μεταβάσεως, εἶχεν ἀπεσταλμένον ἐκεῖσε τὸν Δισύπατον κῦρ Ἰωάννην, ὅς καὶ ἦλθε τότε μετὰ τρεῖς ἡμέρας, διακομίσας τῷ βασιλεῖ ἐκ τῶν Φλωρεντίνων σάλβο κοντοῦκτο.
- [←43]
-
Καθώς η άδεια ασφαλούς διέλευσης τού αυτοκράτορα πρέπει να είχε εκδοθεί όχι νωρίτερα από τις 23 Ιανουαρίου, ταυτόχρονα με εκείνη τού πάπα (βλ. πιο πάνω, σημ. 9), ή την επόμενη μέρα, όλες αυτές οι συζητήσεις έλαβαν χώρα μεταξύ τής 15ης και τής 25ης τού ίδιου μήνα. Από την άλλη πλευρά, καθώς ο Ιωάννης Δισύπατος έφυγε για τη Φλωρεντία, για να επισκεφτεί τα σπίτια των Γραικών, στις 22 ή 23 Ιανουαρίου με συστατική επιστολή τού Τσεζαρίνι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι την άδεια ασφαλούς διέλευσης έφερε άλλος Δισύπατος, κατά προτίμηση ο Γεώργιος (Laurent 1971: 376 σημ. 2).
- [←44]
-
Συρόπουλος 7.25: Δύο παρῆλθον ἡμέραι μετὰ τὴν τοῦ Δισυπάτου ἐπιδημίαν, καὶ προστάξαντος τοῦ βασιλέως συνήχθημεν πάντες εἰς τὸν πατριάρχην· ἦλθε δὲ καὶ αὐτὸς καὶ εἶδε τὸν πατριάρχην ἰδίως· εἶτα συνῆξε πάντας ἡμᾶς ὁ βασιλεὺς καὶ ἐκάθισεν εἰς ἕτερον κελλίον καὶ ὥρισεν, ὅπως· συνέπεσον τὰ πράγματα εἰς τὸν πάπαν στενά· τὰ γὰρ μακρόθεν περιερχόμενα αὐτῷ εἰσοδήματα ἵστανται περιωρισμένα· ἑάλωσαν καὶ δύο πόλεις αὐτοῦ παρὰ τοῦ Νικολὸ Πιτζινή, καὶ ἔχει στέρησιν χρημάτων ὁ πάπας· διὸ οὐδὲ τὸ σιτηρέσιον παρέχειν δύναται, καὶ λείπεται ἡμῖν μηνῶν πέντε, καὶ πάσχετε καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ ἡμέτεροι πάντες. ὅθεν οὐχ εὗρεν ἄλλοθεν βοήθειαν εἰ μὴ ἐκ τῆς Φλωρεντίας· οἱ γὰρ Φλωρεντῖνοί εἰσι καλοὶ ἄνθρωποι καὶ πλούσιοι καὶ συνεβιβάσθησαν μετὰ τοῦ πάπα, ἵνα εἰ μεταθείη τὴν σύνοδον ἐκεῖσε, βοηθήσωσιν αὐτῷ εἰς τὰς ἐξόδους καὶ δανείσωσι καὶ ἀναπαύσωσιν αὐτόν. λοιπὸν ζητεῖ ὁ πάπας, ἵν΄ ἀπέλθωμεν εἰς τὴν Φλωρεντίαν μετ΄ αὐτοῦ. καὶ, εἴπερ ἀκολουθήσομεν αὐτῷ, ὑπόσχεται ποιήσειν ἡμῖν ἐξόδους ἀρκετὰς καὶ λαμπρὰς πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπάνοδον καὶ μεγάλην βοήθειαν οἰκονομῆσαι ὑπὲρ τῆς Πόλεως στεῖλαι μεθ΄ ἡμῶν καὶ πάντα ποιῆσαι καλῶς, ὅσα πρὸς ἡμετέραν ἀνάπαυσιν ἔσται καὶ τιμήν· πρὸς τούτοις ἵνα δῷ καὶ τὸ σιτηρέσιον ἐνταῦθα, ὅσον λείπεται ἡμῖν. ἡμεῖς τοίνυν τούτου χάριν ἐξήλθομεν καὶ κατεφρονήσαμεν τοσούτων κινδύνων καὶ κόπων καὶ στενοχωριῶν πολλῶν, ἵνα τι ἀγαθὸν καὶ ὠφέλιμον κατασκευάσωμεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος· καὶ εὑρίσκοντες νῦν τοῦτο, δέον ἐστὶν ἵν΄ ἐπιμεληθῶμεν πάντες κατωρθωθῆναι. καὶ ὅσοι εἰσὶν ἐξ ὑμῶν γέροντες καὶ πρὸς τὸν τῆς ὁδοιπορίας κόπον ἀδυνάτως ἔχοντες, χρὴ καὶ ὑμᾶς διεγερθῆναι καὶ ὑπομεῖναι κόπον τεσσάρων ἡμερῶν ἤ πέντε, ἵνα τὸ τῆς πατρίδος συμφέρον κερδήσωμεν· εἰ δὲ δεῖ τὸ ἀκριβέστερον εἰπεῖν, οὐδὲ τεσσάρων ἡμερῶν κόπον ὑποστήσεσθε· ἐν μὲν γὰρ δυσὶν ἡμέραις διὰ ποταμῶν διελεύσεσθε, καθήμενοι ἐν πλοίοις καὶ ἀναπαυόμενοι ὡσὰν ἐθέλητε· ἐν ἄλλαις δὲ τρισὶν ἔφιπποι τὴν πορείαν ἀνύσετε μετὰ πολλῆς ἀναπαύσεως. σκέψασθε οὖν καὶ βουλεύσασθε, εἰ ἄμεμπτον καὶ ἐπαινετὸν ἔσται ὑμῖν διὰ κόπον μερικῶν τριῶν ἡμερῶν παραβλέψαι τὸ τῆς πατρίδος συμφέρον καὶ μάτην τὸν τοσοῦτον πλοῦν καὶ οὕς ὑπέστημεν διανῦσαι κινδύνους καὶ τὴν χρόνιον ταλαιπωρίαν καὶ ὑποστρέψαι κενοὺς καὶ ἀπράκτους. ταῦτα καὶ τοιαῦθ΄ ἕτερα δημηγορήσας τὴν ἐς Φλωρεντίαν ἀπῄτει μετάβασιν· οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἐδυσχέραινον καὶ διὰ τὸ μῆκος τῆς ὁδοιπορίας καὶ διὰ τὴν γενησομένην πάλιν βραδύτητα καὶ ἐπεχείρουν ἐμποδίζειν. ὁ δὲ βασιλεὺς περὶ μὲν τῆς ὁδοιπορίας, μιᾶς καὶ ἡμισείας ἡμέρας εἶναι τὸ διάστημα ἔφη, ὅσον ἐστὶ καὶ τὸ ἐκ τῆς Πόλεως εἰς τὴν Ἡράκλειαν· λέγομεν δὲ τοῦτο τριῶν ἡμερῶν δι΄ ὑμετέραν ἀνάπαυσιν. πλημμέλεια δ΄ οὐ γενήσεται, ἐπεὶ ἀπελθόντες ἐκεῖσε εὐθὺς χωρήσομεν εἰς διαλέξεις καὶ ταχέως συμπερανθήσεται πᾶν ὅπερ ἄν ἔχομεν λέγειν, καὶ μέχρι τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἐσόμεθα ἕτοιμοι πρὸς τὴν ἐπάνοδον· μᾶλλον δὲ ἐκεῖθεν ἀπελευσόμεθα καὶ εὐκόλως καὶ ταχέως· έξήκοντα γὰρ μιλίων διάστημα ἀπέχει τὸ πέλαγος ἀπὸ τῆς Φλωρεντίας. ἔχουσιν οὖν ἐκεῖσε τὰ κάτεργα οἱ Φλωρεντῖνοι καὶ ἐξοικονομήσουσι ταῦτα διὰ τῶν εξόδων τοῦ πάπα ῥᾷστα, καὶ οἴκαδε ἀπελευσόμεθα. οὐ χρὴ οὖν ὑμᾶς δυσχεραίνειν οὔτε διὰ τὸ διάστημα τὸ ἐκ τῆς Πόλεως εἰς τὴν Ἡράκλειαν ἀναλογοῦν. ὁ γὰρ γηραιότερος καὶ ὁ ἀσθενέστερος ἐξ ὑμῶν ῥᾳδίως ἄν ἀπέλθοι ἐκ τῆς Πόλεως εἰς τὴν Ἡράκλειαν, καὶ ταῦτα πολλοῦ μέρους τῆς ὁδοιπορίας διὰ πλοίων γενησομένου ἐνταῦθα. ἀλλ΄ οὐδὲ διὰ πλημμέλειαν· οὐ γάρ ἐστι μέχρι τοῦ ἁγίου Γεωργίου πολύ.
- [←45]
-
Βλέπε πιο πάνω, κεφ. ε’ σημ. 42, 43 και 44.
- [←46]
-
Κατά τον Laurent 1971: 377 σημ. 4, ο πάπας ήταν εκτεθειμένος στη χρηματοδοτική κρίση από την οποία υπέφερε το παπικό ταμείο, εξαιτίας των βαρών που είχαν επιβληθεί από τον πόλεμο, των εδαφικων απωλειών λόγω των κατακτήσεων τού Πιτσινίνο και τού δραστήριου ανταγωνισμού τής Συνόδου τής Βασιλείας για φόρους δεκάτης και επιδόματα.
- [←47]
-
Με τη συμφωνία τής 18ης Δεκεμβρίου 1438. Σημαντικά ποσά εγκρίθηκαν από τη Σινιορία στις 22 και 30 Δεκεμβρίου 1438, για τον εξοπλισμό των χώρων, την άφιξη τού πάπα και εκείνη των Γραικών (Laurent 1971: 377 σημ. 5).
- [←48]
-
Η Ηράκλεια Ποντική (Καραντενίζ Ερεγλί) απέχει οδικά από την Κωνσταντινούπολη 300 περίπου χιλιόμετρα. Η Ηράκλεια Πέρινθος (Μάρμαρα Ερεγλισί) απέχει οδικά από την Κωνσταντινούπολη 120 περίπου χιλιόμετρα. Φαίνεται ότι στην Ηράκλεια (Πέρινθο) τής Προποντίδας αναφερόταν ο αυτοκράτορας. Βλέπε και σημ. 94 κεφαλαίου γ΄.
- [←49]
-
Η πλησιέστερη απόσταση τής Φλωρεντίας από τη θάλασσα είναι περίπου 140 χιλιόμετρα μέχρι την Τσέρβια, ανατολικά τού Φορλί, δηλαδή 90 περίπου μίλια.
- [←50]
-
Συρόπουλος 7.26: Ἀντέλεγον οὖν πρὸς ταῦτά τινες τῶν ἀρχιερέων· εἶπε δὲ καὶ ὁ Ἡρακλείας· ἐπειδὴ οἱ Φλωρεντῖνοι ὡς καλοὶ ἄνθρωποι θέλουσι βοηθῆσαι τῷ πάπᾳ, δότωσαν αὐτῷ τὰς εξόδους καὶ συμπερανθήτω ἐνθάδε τὸ γενησόμενον. ἔφη δὲ ὁ βασιλεύς· ἀλλ΄ οἱ Φλωρεντῖνοι οὕτω δανειοῦσι τῷ πάπᾳ, εἰ ἀπελεύσεται εἰς τὴν Φλωρεντίαν καὶ ποιήσει ἐκεῖ τὴν σύνοδον· ἄλλως δὲ οὐδαμῶς. τί δὲ καὶ ποιήσει ἡμῖν ὁ πάπας, ἐπεὶ οὐχ΄ εὑρίσκει ἀλλαχόθεν δανείσασθαι; ἰδοὺ λείπεται ἡμῖν σιτηρέσιον μηνῶν πέντε καὶ οὔτε αὐτὸς ἔχει δοῦναι, οὔτε τὰ ἑξῆς ἡμῶν ἀναλώματα καὶ τὰ πρὸς τὴν ἐπάνοδον δύναται παρασχεῖν· τίνα δὲ μᾶλλον ἡμεῖς πρόνοιαν ποιήσομεν ἡμῖν αὐτοῖς, εἰ μὴ ἀκολουθήσομεν τῷ πάπᾳ; αὐτὸς δὲ ὑπισχνεῖται, ὡς εἴπερ στέρξομεν καὶ συμφωνήσομεν ἀπελθεῖν εἰς τὴν Φλωρεντίαν, δώσει ἡμῖν ἐνταῦθα καὶ τὸ σιτηρέσιον τῶν πέντε μηνῶν καὶ τὴν ἀνήκουσαν ἔξοδον πρὸς τὴν εἰς Φλωρεντίαν ὁδόν, κἀκεῖσε ποιήσει ἵνα λαμβάνῃ ἕκαστος τὸ σιτηρέσιον ὅτε βούλοιτο, ἐκ τοῦ πάγκου, μηδεμιᾶς ἀπαιτήσεως πρὸς τὸν πάπαν γινομένης, ἀλλ΄ ἵνα στέλλῃ ἕκαστος τὸν ἴδιον ὑπηρέτην εἰς τὸν πάγκον, εἴτε μετὰ συμπλήρωσιν τοῦ μηνός, εἴτε καὶ περὶ τὸ μέσον, εἴτε καὶ καθ΄ ἑβδομάδα, καὶ λαμβάνῃ ἐκεῖθεν τὸ σιτηρέσιον ὡς ἕκαστος βούλεται.
- [←51]
-
Στο κείμενο πάγκος, από το λατινικό banco (πάγκος, ταμείο).
- [←52]
-
Συρόπουλος 7.27: Ἐπεὶ οὖν οὐκ ἐδύναντο ἐπὶ πολὺ ἀντιλέγειν ταῖς δοκούσαις εὐπροσώποις πιθανολογίαις τοῦ βασιλέως, ἐνέδωκαν πάντες ποιῆσαι τὸ προσταττόμενον· εἶτα ἔστειλεν ὁ βασιλεὺς λαβεῖν καὶ τὴν γνώμην τοῦ πατριάρχου, ἐπεὶ ἐκεῖνος εἰς ἕτερον ἔκειτο κελλίον ὡς ἀγανακτῶν. ἔστερξεν οὖν καὶ ὁ νοσῶν πατριάρχης ἀπελθεῖν εἰς τὴν Φλωρεντίαν, πλὴν εἶπεν, ὅτι· ζητῶ ἐγὼ ὡς ἴδιόν μου ζήτημα τὸν πάπαν, ἵνα εἰ καὶ πάντες ἐκεῖθεν ἅψονται τῆς ἐς Κωνσταντινούπολιν ἐπανόδου, ἀλλ΄ ἐγὼ οὐχ οὕτω ποιήσω, καὶ θέλω ἵνα με ἐπανασώσῃ ὁ πάπας εἰς τὴν Βενετίαν. εἰπόντων οὖν ταῦτα τῶν τὴν γνώμην τοῦ πάπα διακομισάντων, ἔφη ὁ βασιλεύς, ὅτι· ζητεῖ τοῦτο ὁ πατριάρχης, καὶ ἴσως ἔσται τὸ θέλημα αὐτοῦ· πλὴν νὰ ἔχω τὴν εὐχὴν αὐτοῦ, περισσόν ἐστιν ὅ ζητεῖ· ἐκεῖθεν γὰρ ἀπελευσόμεθα μετὰ πάσης εὐκολίας. ἐστέρχθη οὖν καὶ ἐκυρώθη ἡ εἰς τὴν Φλωρεντίαν μετάβασις.
- [←53]
-
Συρόπουλος 7.28: Ὁ δὲ βασιλεὺς μετεκαλεῖτο τὸν ἑαυτοῦ αὐτάδελφον τὸν δεσπότην ἐκ τῆς Βενετίας ἐλθεῖν καὶ συνεκδημῆσαι αὐτῷ εἰς τὴν Φλωρεντίαν· ὁ γὰρ δεσπότης μὴ φέρων τὰς παρὰ τοῦ βασιλέως περιφρονήσεις, ὡς ὅτε μετὰ τοῦ πατριάρχου βουλευομένου τοῦ βασιλέως ἵστατο αὐτὸς ἔξω ἔφιππος ἐπέκεινα τῶν τριῶν ὡρῶν περιμένων, ὡς προείρηται, ἀπεδήμησεν εἰς τὴν Βενετίαν, καὶ διαμηνυόμενος, οὐκ ἤθελεν ἐπανελθεῖν, ὅ καὶ εἰς λογισμοὺς εἰσῆξε τὸν βασιλέα. διὸ καὶ τῷ πατριάρχῃ συνεργῷ χρησάμενος ὁ βασιλεὺς καὶ ὁρκωμοτικὸν στείλας, μόλις κατέπεισεν αὐτὸν ὑποστρέψαι. ὁ δὲ πατριάρχης ἐπέταξε τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἑτοιμάζεσθαι πρὸς τὴν ὁδοιπορίαν καὶ τὰς μὲν περισσὰς χρείας στεῖλαι εἰς τὴν Βενετίαν, φέρειν δ΄ ἐν τῇ ὁδῷ ὀλίγα τινὰ ἀναγκαῖα καὶ τὰς άλλαγάς, ἐπεί ἔφη γενήσεται καὶ ἡ ἕνωσις ἐκεῖσε. ὡς ἤκουσαν τοῦτο, ἐσκανδαλίσθησαν ὄσοι παρῆσαν (οὐ γὰρ ἦσαν οἱ καθόλου) καὶ εἶπον λόγους πολλοὺς σκληρούς. ὅτε εἶπε καὶ ὁ Ἀγχιάλου· τί ἐστι τοῦτο, ὅπερ ἠκούσαμεν; ἡμεῖς oἴδαμεν ὅτι οἱ Λατῖνοι οὐδόλως καταπεισθήσονται μεταποιῆσαί τι ὧν δοξάζουσι· πῶς οὖν γενήσεται ἡ ἕνωσις; πάντως συνέθεντο οἱ ἡμέτεροι στέρξαι τὰ ἐκείνων· τούτου οὖν χάριν ἤγαγον ἡμᾶς ἐνθάδε, ἵνα προδῶμεν καὶ τὴν εὐσέβειαν ἡμῶν διὰ ταῦτα τὰ πώματα; ἐγὼ ἀποσπάσω καὶ ἀποδώσω ταῦτα, ἵνα μὴ ἀπολέσω τὴν ψυχὴν μου, δι΄ ἥν ἀκούω γενήσεσθαι ἕνωσιν. καὶ πολλὴ ταραχὴ γέγονε παρ΄ αὐτοῦ τε καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ἐπὶ τοῖς τοιούτοις. εἶπε δὲ καὶ ὁ Γεμιστός· νῦν φαίνεται βαρὺ τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἀκροασαμένοις γενήσεσθαι τὴν ἕνωσιν καὶ ἐπὶ τούτῳ βαστάζειν τὰς ἀλλαγάς; ἐγώ φημι, ὡς ἐπεὶ συγκατέβησαν τὴν εἰς τὴν Φλωρεντίαν μετάβασιν καὶ διαλέγεσθαι περὶ τῆς δόξης, ἀπέρχεσθαι μὴ ἐπιφερομένους ἀλλ΄ ἀμφιασαμένους ἐντεῦθεν τὰς ἀλλαγάς.
- [←54]
-
Στο κείμενο πώματα. Τετράγωνα ή ορθογώνια κομμάτια από πλούσια κεντημένο ύφασμα. Ράβονταν στις τέσσερις γωνίες τού αρχιερατικού μανδύα (πρβλ. κεφ. δ’ παρ. 49) και συμβόλιζαν την επισκοπική αξιοπρέπεια.
- [←55]
-
Συρόπουλος 7.29: Τῇ δ΄ ἐπαύριον συνῆλθον οἱ πλείους τῶν ἀρχιερέων οἱ πρῶτοι καὶ γηραιότεροι εἰς τὸ πατριαρχεῖον καὶ ἐζήτησαν ἰδεῖν τὸν πατριάρχην. ὁ δὲ ὡς ἀγανακτῶν παρείσδυσιν οὐκ ἔδωκεν αὐτοῖς. οἱ δὲ ἐκεῖσε καθήμενοι εἶπον λόγους πολλοὺς ὁμοίους τοῖς προειρημένοις καὶ ἀπῆλθον. ἀκουσθέντων δὲ τῶν τοιούτων εἰς τὸν βασιλέα, τῇ μετ΄ ἐκείνην ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ πατριαρχεῖον, προεπιτάξας εὑρεθῆναι ἐκεῖσε πάντας τοὺς τὴν ἡμετέραν δῆθεν συνιστῶντας σύνοδον· καὶ πρῶτον μὲν εἶδεν τὸν πατριάρχην, εἶτ΄ ἐκεῖθεν ἐξελθὼν καὶ ἰδίᾳ καθίσας μεθ΄ ἡμῶν, ἠρώτησε· τὶ ἔνι τὸ σκανδαλίζον καὶ κινοῦν ἡμᾶς ταράττεσθαι, καὶ λέγειν τὰ μὴ προσήκοντα, ὡς ἀκούω; ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ πρῶτοι τῶν ἀρχιερέων, ὅτι· ὁ πατριάρχης εἶπεν ἡμῖν, ἵνα ἐπιφερώμεθα τὰς ἱερὰς ἡμῶν ἀλλαγὰς ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ, ἐπεὶ ἐκεῖ γενήσεται ἡ ἕνωσις, καὶ λίαν ἐτάραξε τὰς συνειδήσεις ἡμῶν· οἴδαμεν γὰρ ὅτι οἱ Λατῖνοι οὐδόλως μεταβαλοῦσί τι ὧν δοξάζουσι. ποταπὴ οὖν ἔνωσις γενήσεται, μενόντων τῶν Λατίνων ὡς ἔχουσι; τοῦτό ἐστι τὸ θορυβοῦν ἡμᾶς, καὶ ζητοῦμεν μαθεῖν πῶς καὶ ἐπὶ τίσιν εἰς τὴν Φλωρεντίαν ἀπελευσόμεθα. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη πρὸς ταῦτα· ἐγὼ οὐκ οἶδα εἰ γενήσεται ἡ ἕνωσις ἤ οὐ γενήσεται. ὅτι μὲν γὰρ ἀποδέχομαι γενέσθαι ταύτην καλῶς, λέγω καὶ πάντας οὕτω χρὴ διακεῖσθαι, οὐκ οἶδα δὲ μέχρι τοῦ νῦν εἰ γενήσεται· οὐκ ἔχω δὲ συνιέναι πῶς εἶπε τοῦτο ὁ πατριάρχης· παρά τινος μὲν γὰρ τῶν ἐνταῦθα παρόντων οὐκ ἔχει τοῦτο οὔτε παρὰ Γραικοῦ, οὔτε παρὰ Λατίνου· οὔτε γὰρ ἐκεῖνοι οὔτε ἡμεῖς οἴδαμεν ἔτι εἰ γενήσεται· οὐκ οἶδα μόνον, εἰ ἔχει τοῦτο ἐκ θειοτέρας ἀποκαλύψεως. οὐ δεῖ οὖν ἡμᾶς ταράττεσθαι διὰ τὸν λόγον τοῦ πατριάρχου, ἐπεὶ ἄδηλόν ἐστι· χρὴ δὲ ἀπελθεῖν εἰς τὴν Φλωρεντίαν καὶ διαλεχθῆναι περὶ τῆς δόξης ἀπαραιτήτως καὶ ἐξετασθῆναι καλῶς τὸ ζήτημα, καὶ γενέσθαι ὅπερ ἄν δοκιμάσῃ ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ γυμνασία τῶν λόγων.
- [←56]
-
Συρόπουλος 7.30: Εἶπεν οὖν ὁ Ἐφέσου· ἐπειδὴ πρόκειται ἵνα διαλεγώμεθα περὶ τῆς δόξης, δεῖ σκέψασθαι ἡμᾶς ἐνταῦθα καὶ δοῦναι ἕκαστον τὴν ἰδίαν γνώμην, ἵνα εἰδῶμεν πῶς διάκειται ἕκαστος περὶ τῆς δόξης· καὶ εἴπερ ἔχω πάντας ὁμογνώμονας καὶ κατέχω τὰς γνώμας αὐτῶν, οὕτως ἀποδύσομαι εἰς τὸν ἀγῶνα· εἰ δὲ οὐκ ἔχω τὰς γνώμας πάντων, ἵνα κάθημαι ἁπλῶς ὡς καὶ οἱ λοιποί. οὐκ ἔφθασε τελέσαι τὸν λόγον ὁ Ἐφέσου, καὶ εὐθὺς στραφεὶς ὁ πνευματικὸς πρὸς τὸν βασιλέα εἶπε μετὰ θυμοῦ· δέσποτά μου ἅγιε, καὶ ἔξαρχον τῆς συνόδου ἀποκατέστησας αὐτόν; καὶ εἰ ἐστὶ τοῦτο, ὅρισον ἵν΄ εἰδῶμεν πάντες, ὡς ὑπ΄ αὐτόν ἐσμεν· πόθεν γὰρ ἔχει οὕτως ἄδειαν ἀπαιτεῖν τὰ τοιαῦτα; ὅμοια δέ τινα εἶπε καὶ ὁ Νικαίας. εἶτα ὥρισεν ὁ βασιλεύς· πῶς ἀπαιτεῖς σὺ τὰς γνώμας; τίς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην δέδωκεν; οὐδὲ ὁ πατριάρχης ἔχει ἄδειαν ἀπαιτεῖν γνώμας ἐνταῦθα· σὺ δὲ πῶς ποιεῖς τοῦτο, ἴσος ὤν τοῖς λοιποῖς ἀρχιερεῦσιν; ἐγὼ oὑκ ἐποίησά σε ἔξαρχον· εἰ δὲ καὶ ἔξαρχος ὑπῆρχες, οὐδὲ οὕτως ἔδει σε τὰ τοιαῦτα ζητεῖν· πρὸ τοῦ γὰρ ἐξετασθῆναι τὸ ζήτημα καὶ ἀκουσθῆναι τοὺς τῶν ἀντιλεγόντων λόγους καὶ γυμνασθῆναι καλῶς καὶ διευκριθῆναι πάντα τὰ παρεπόμενα τοῖς ζητήμασι, ποίας ἄν ἐξενέγκωσι γνώμας οἱ μὴ τὰς ἐπεξεργασίας τῶν λόγων ἀκροασάμενοι; ταῦτα οὖν καὶ ἄλλ΄ ἄττα παραπλήσια εἰπὼν καὶ ὀνειδίσας καὶ ἀποσκώψας σὺν τῷ Ἐφέσου καὶ τοὺς λοιποὺς καὶ σιωπὴν τῶν τοιούτων λόγων ἐπιτάξας, τελευταῖον· ἀπελευσόμεθα ἔφη εἰς τὴν Φλωρεντίαν καὶ διαλέξεις ποιήσομεν, καθὼς ἐτάξαμεν, καὶ γενήσεται ὅ ὁ Θεὸς χορηγήσοι. πρὸς ταῦτα οὖν ἀποβλέπετε καὶ παρασκευάζεσθε καὶ ἐάσατε λέγειν τὰ περισσά. τότε εἶπεν ὁ πνευματικός· καιρός ἐστι, δέσποτά μου, ἵνα μοι εὐεργετήσῃς ὅπερ ὥρισας, ὡς ἀνέφερον πρὸ καιροῦ τῇ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου, ὅτε μοι εὐηργέτεις καὶ ἀνέφερον ἵνα δέξωμαι τὴν εὐεργεσίαν σου ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ. ἰδοὺ νῦν ἐλήλυθεν ὁ καιρός. εὐηργέτησεν οὖν αὐτῷ ὁ βασιλεὺς τὸ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου ὀφφίκιον, ἵνα ἔχῃ κἀκ τούτου πλείονα ῥοπήν.
- [←57]
-
Στο κείμενο ὀφφίκιον, από το λατινικό officium.
- [←58]
-
Συρόπουλος 7.31: Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἐπεὶ οὐδὲ οὕτως ἠδυνήθησαν κατορθῶσαί τι, καὶ ἄκοντες συνέθεντο καὶ ἡτοιμάζοντο ἐξ ἀνάγκης. τότε ἀκριβῶς πληροφορηθεὶς ὁ πάπας, ὅτι ἀκολουθῆσαι αὐτῷ πάντες εἰς τὴν Φλωρεντίαν συνέθεντο, δέδωκε τὸ σιτηρέσιον· πρὸ τούτου γὰρ βοώντων πάντων καὶ ἀπαιτούντων τῇ ἐνδείᾳ πιεζομένων, ὡς ἄσημοι φωναὶ καὶ ψόφοι κενοὶ παρὰ Λατίνοις ἐλογίζοντο αἱ τῶν ἐνδεῶν δεήσεις. εἰ οὖν, καὶ ὠφείλετο ἡμῖν σιτηρέσιον μηνῶν πέντε καὶ ἔλεγον δοῦναι τοῦτο ἀνελλιπῶς, ἀλλ΄ οὖν ἔδωκαν ἡμῖν τῇ δωδεκάτη τοῦ ἰανουαρίου φλωρία δισχίλια τετρακόσια δώδεκα ὑπὲρ μηνῶν τεσσάρων καὶ ἀπῄτουν τῆς ἐς Φλωρεντίαν ἅψασθαι.
- [←59]
-
Τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 225) λένε ότι η πληρωμή έγινε στις 11 Ιανουαρίου, χωρίς να καθορίζεται το ποσό που καταβλήθηκε στους Γραικούς. Προσθέτουν όμως ότι ο πάπας έστειλε επίσης 19.000 φλουριά στην Κωνσταντινούπολη (Laurent 1971: 384 σημ. 1):
«Στις 11 λοιπόν Ιανουαρίου δόθηκαν στους Γραικούς από τον μακαριότατο πάπα χρήματα για έξοδα και δαπάνες. Και δεν δόθηκαν σε αυτούς μόνο αυτά εδώ, αλλά στάλθηκαν και στην Κωνσταντινούπολη 19.000 φλουριά για φροντίδα και βοήθεια. Και άρχισαν να μπαίνουν στον δρόμο για τη Φλωρεντία»
(Τῇ οὖν ια’ τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς ἐδόθη τοῖς Γραικοῖς ἔξοδος καὶ ἀναλώματα παρὰ τοῦ μακαριωτάτου πάπα. οὐ μόνον δὲ ὧδε αὐτοῖς ταῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἐστάλησαν φλωρία χιλιάδες δεκαεννέα πρὸς σύστασιν καὶ βοήθειαν· καὶ ἤρξαντο ἅπτεσθαι τῆς πρὸς Φλωρεντίαν ὁδοῦ).
- [←60]
-
Συρόπουλος 7.32: Εἶπον δὲ οἱ Λατῖνοι· ἐπεὶ γίνεται μετάβασις τῆς συνόδου, δεῖ ἀνακηρυχθῆναι τοῦτο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ καὶ ἡ πρώτη ἀνακήρυξις γέγονε. συνέθηκαν οὖν γραμμάτιόν τι καὶ συναθροισθέντων πάντων ἐν τῷ ναῷ τῆς ἐπισκοπῆς, ἀνέγνωσαν αὐτό, καὶ διελάμβανεν ὅπως μετατίθεται ἡ σύνοδος διὰ τὴν αἰτίαν τοῦ θανατικοῦ· τὸ δὲ θανατικὸν ἔπαυσε πρὸ δύο μηνῶν. οὕτως ἦσαν ἀληθεῖς! τῇ ἕκτῃ καὶ δεκάτῃ οὖν τοῦ ἰαννουαρίου ἐξῆλθεν ὁ πάπας καὶ ἀπήρχετο εἰς τὴν Φλωρεντίαν σκεψάμενος μὲν δι΄ ἄλλης ἐλθεῖν ὁδοῦ, δι΄ ἧς καὶ πάντας τοὺς οἰκείους καὶ τὰς βιωτικὰς ὕλας ἐξέπεμψε, δι΄ ἑτέρας δὲ αὐτὸς ἄγνωστος ὡς ὁ τυχὼν εἰς τὴν Φλωρεντίαν ἐκδραμὼν μετ΄ ἀνδρῶν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι, δειλιάσας τὰς ἐπιβουλὰς ὁ μακαριώτατος.
- [←61]
-
Η βούλλα μεταφοράς Decet oecumenici concilii τής 10ης Ιανουαρίου. Τη διάβασε στα λατινικά ο αρχιεπίσκοπος τού Πόρτο και στα ελληνικά ο επίσκοπος Μυτιλήνης, οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν κάνει το ίδιο και κατά την έναρξη τής Συνόδου. Ο ανώνυμος Ρώσος χρονικογράφος προσδιορίζει ότι, ενώ ο πάπας και οι Λατίνοι ιεράρχες (44 καρδινάλιοι και επίσκοποι) ήσαν στολισμένοι και φορούσαν μίτρα, οι Γραικοί, περιλαμβανομένου τού πατριάρχη, είχαν φορέσει μόνο τα μοναστικά τους ρούχα (Laurent 1971: 384 σημ. 2).
- [←62]
-
Στις 17 Οκτωβρίου ο Τσεζαρίνι (σε επιστολή του προς τον Τραβερσάρι) παρατηρούσε μια εξασθένιση τής επιδημίας. Σύμφωνα με επιστολή τού Ευγένιου Δ΄ προς τον Ερρίκο τής Δανίας, με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1439, η πανούκλα ή οι επιπτώσεις της εξακολουθούσαν να μαστίζουν στις αρχές τού χειμώνα τη Φερράρα και υπήρχαν φόβοι ότι θα συνεχιζόταν την άνοιξη και το επόμενο καλοκαίρι. Ίδια δήλωση υπάρχει στη βούλλα μεταφοράς τής 10ης Ιανουαρίου: Cum vero illa [pestis] in dies perseveret, timeaturque verisimiliter proximo vere atque estate vehemencius invalescere. Ο Laurent 1971: 384 σημ. 3, σημειώνει ότι, από την άλλη πλευρά, το ίδιο έγγραφο μιλά επίσης για άλλα εύλογα αίτια που δεν κατονομάζει, γιατί κατά τον Gill, Council, σελ. 164, σημ. 1, δεν θα μπορούσε να το κάνει αξιοπρεπώς σε μια τέτοια επίσημη πράξη. Πρώτα απ΄ όλα υπήρχαν οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν οι Πατέρες από την επίθεση τού Πιτσινίνο, καθώς και οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε το παπικό ταμείο. Είναι λάθος να πούμε ότι ο παρουσιαζόμενος λόγος, η πανούκλα, ήταν μια ευπρόσδεκτη δικαιολογία (ein willkommener Vorwand), γιατί, αν δεν ήταν ο μόνος, παρέμενε στην πραγματικότητα ο κίνδυνος στον οποίο οι ίδιοι οι Γραικοί ήσαν πιο ευαίσθητοι.
- [←63]
-
Δεν υπήρχε περίπτωση να πάρουν τη συνήθη διαδρομή μέσω Μπολώνια, αφού η πόλη εκείνη είχε παραδοθεί στον Πιτσινίνο. Οι περισσότεροι Πατέρες ταξίδεψαν από τη Φερράρα με ποταμόπλοια μέχρι το Κονσελίτσε στα νοτιοανατολικά και από εκεί με άλογα μέσω Φαέντσα και Απεννίνων, από τα οποία κατέβηκαν στην πεδιάδα προς Φλωρεντία. Από αυτή τη διαδρομή είχε στείλει και ο πάπας τις αποσκευές του, αλλά ο ίδιος, αφού προσποιήθηκε ότι θα ταξίδευε στην ίδια κατεύθυνση, ίππευσε τη νύχτα τής 16ης Ιανουαρίου με τον Λιονέλλο, γιο τού μαρκήσιου ντ΄ Έστε, προς Μόντενα και Πιστόια, φτάνοντας στις πύλες τής Φλωρεντίας το Σάββατο 24 τού μηνός (Laurent 1971: 385 σημ. 4).
- [←64]
-
Αν και η διαδρομή κρατήθηκε μυστική, η έξοδος από τη Φερράρα έγινε με μεγάλη επισημότητα, με ισχυρή συνοδεία στρατιωτών που συνόδευσαν τον Ευγένιο Δ΄ για μια ολόκληρη μέρα υπό την ηγεσία τού ίδιου τού μαρκησίου ντ΄ Έστε. Κατά τον Laurent 1971: 385 σημ. 5, η παρατήρηση τού Συροπούλου είναι σωστή μόνο όσον αφορά την πονηριά που χρησιμοποιήθηκε για να αποφευχθούν οι κακές προθέσεις που αποδίδονταν στον δούκα τού Μιλάνου. Βλέπε επόμενη σημείωση.
- [←65]
-
Ο Πέρο Ταφούρ, που κυκλοφορούσε τότε στην περιοχή, έχει καταγράψει τη φήμη ότι ο δούκας τού Μιλάνου βρισκόταν σε επιφυλακή για να συλλάβει τον ίδιο τον πάπα. Πρέπει να το γνώριζαν αυτό στη Φερράρα και γι΄ αυτό η αναχώρηση τού πάπα έγινε με τέτοια ανάπτυξη δυνάμεων. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι ούτε ο άρχοντας τής Φαέντσα φαινόταν να έχει τις καλύτερες προθέσεις σε σχέση με τον πάπα (Laurent 1971: 385 σημ. 6).
- [←66]
-
Συρόπουλος 7.33: Εἶτα ἡτοιμάζετο καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὥρισεν· ἑτοιμασθήτωσαν καὶ οἱ γηραιότεροι τῶν ἀρχιερέων ἐλθεῖν μετ΄ ἐμοῦ ἵνα ἔχωσιν ἀνάπαυσιν καλὴν ἀφ΄ ἡμῶν. καὶ ἀκούσαντες τοῦτο οἱ πλείους τῶν ἀρχιερέων ἐζήτουν ἀπελθεῖν μετὰ τοῦ βασιλέως. ἔγραψα οὖν κατ΄ ὄνομα τοὺς βουλομένους ἀπελθεῖν καὶ ἀνέφερον τῷ βασιλεῖ καὶ ἀπεδέξατο αὐτούς. εἶτ΄ αὖθις ἀπῆλθον τῇ μετ΄ ἐκείνην ἡμέρᾳ καὶ ἀνήνεγκα τῷ βασιλεῖ ὅπως εἰσὶν ἕτοιμοι ὅταν ὁρίσῃ. ὁ δὲ βασιλεὺς ὥρισεν, ὅτι· οἱ ἄρχοντες οὐκ ἀποδέχονται τοὺς πολλούς· λέγουσι γὰρ ὅτι τέσσαρας ἤ πέντε τοὺς πρώτους, οἷον Τραπεζοῦντος, Ἐφέσου, Ἡρακλείας, Μονεμβασίας, Κυζίκου, καὶ ἄλλον ἴσως τινὰ κατ΄ αὐτούς ἀναπαύσουσιν ὡς φίλους καὶ πατέρας αὐτῶν, οὐκ ἔχουσι δὲ ἀνάγκην ἀναπαύειν ξένους καὶ ἀγνωρίστους αὐτοῖς. λοιπὸν κώλυσον τοὺς περισσούς· ἐλθέτωσαν δὲ ὅσους εἴπομεν καὶ καλῶς ἀναπαύσονται. ταῦτα δὲ ἔλεγε δειλιῶν μὴ ποτέ τινες ἐξ αὐτῶν ἀποδράσωσι, ἐπεὶ καὶ τῷ μαρκέσῃ διεμηνύσατο κατ΄ αὐτὰς τὰς ἡμέρας καὶ διελάλησεν, ἵνα εἴ τις δέξεται Γραικόν τινα εἰς πλοῖον αὐτοῦ ἀπερχόμενον εἰς Βενετίαν, γενήσεται τὸ πλοῖον πυρίκαυστον. ἰδοὺ καὶ ὁ δεύτερος ἡμῶν περιορισμός.
- [←67]
-
Συρόπουλος 7.34: Μετὰ δὲ ταῦτα διεμηνύσατο ὁ πατριάρχης τῷ βασιλεῖ ἵν΄ ἀπέλθῃ πρῶτος αὐτός· ὁ δὲ βασιλεὺς ἀπεκρίνατο· οὕτως ἐτάχθη ἵν΄ ἀπέλθω πρῶτον ἐγώ, καὶ ἐστήσαμεν τοῦτο καὶ μετὰ τοῦ πάπα. οὐ δεῖ οὖν ἡμᾶς ἄλλως ποιῆσαι. ἐλυπήθη πρὸς τοῦτο ὁ πατριάρχης, καὶ εἴρηκεν, ὅτι· ἡ ἐκκλησία ὀφείλει προηγεῖσθαι πανταχοῦ καὶ αὐτῇ ἀνήκουσι τὰ πρωτεῖα· ὁ δὲ βασιλεὺς πράττει τὰ ἐναντία, καὶ ἐποίησε τοῦτο καὶ ἐν τῇ Βενετίᾳ, καὶ νῦν ἐνταῦθα οὕτω βούλεται ποιήσειν. ἰδοὺ μεμέρισται ὁ Χριστός. ταῦτα ἐνηχηθεὶς ὁ βασιλεὺς παρὰ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου (αὐτὸς γὰρ ἦν ὁ μηνυτής), ἐνέδωκεν ἵν΄ ἀπέλθῃ πρῶτος ὁ πατριάρχης. τῇ δὲ πέμπτῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ ἰανουαρίου δεδώκασιν ἡμῖν πᾶσιν ἐπίσης ἄνευ μόνου τοῦ πατριάρχου χάριν ἐφοδίων ἀνὰ φλωρίων δύο, ὁμοῦ φλωρία τριακόσια τεσσαράκοντα· κατέθεντο δὲ καὶ τὰ ναῦλα τῶν πλοίων καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἵππων αὐτοί.
- [←68]
-
Οι Γραικοί πήγαν στη Φλωρεντία σε τρεις ομάδες. Ο πατριάρχης και το μεγάλο μέρος το βυζαντινού κλήρου έφυγαν πρώτοι στις 26 Ιανουαρίου 1439. Την επόμενη μέρα ήταν η σειρά των Ρώσων με επικεφαλής τον Ισίδωρο Κιέβου, με τον οποίο ταξίδεψαν αρκετοί Γραικοί ιερωμένοι. Παρά τις δυσκολίες τού δρόμου και τις δυσκολίες τής εποχής στα Απέννινα όρη, ο Ισίδωρος και η ομάδα του ήσαν οι πρώτοι που έφτασαν στη Φλωρεντία, όπου βρίσκονταν στις 3 Φεβρουαρίου. Η υποδοχή αυτής τής εμπροσθοφυλακής δεν υπήρξε λαμπρή. Ακόμη χειρότερα, τα σπίτια που προορίζονταν για να τούς υποδεχθούν δεν ήσαν έτοιμα (Laurent 1971: 386 σημ. 1).
- [←69]
-
Συρόπουλος 7.35: Καὶ τῇ ἕκτῃ καὶ εἰκοστῇ πρὸς ἑσπέραν εἰσῆλθεν ὁ πατριάρχης μετὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ ἡμῶν πάντων εἰς τὰ πλοῖα, καὶ δι΄ ὅλης τῆς νυκτὸς καὶ τῆς μετ΄ ἐκείνην ἡμέρας κατηντήσαμεν εἰς τέλος τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐμείναμεν ἐκεῖσε ἐντὸς τῶν πλοίων ἡμέρας δύο, ἵππους ἐκδεχόμενοι· ὧν ἐλθόντων, προήλθομεν δι΄ αὐτῶν ὡσεὶ τριῶν ὡρῶν διάστημα καὶ ἐμείναμεν εἰς καστέλλιον· καὶ τῇ ἑξῆς πάλιν προβάντες ὡσεὶ πέντε ὡρῶν διάστημα ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Φαέντζιαν. περιεμείναμεν οὖν κἀκεῖσε ἡμέρας τινὰς ἐκδεχόμενοι καὶ ἑτέρους ἵππους ἐκ τῆς Φλωρεντίας· ὧν ἐλθόντων αὖ ὁδεύσαντες δι΄ αὐτῶν ἡμέρας τρεῖς, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Φλωρεντίαν τῇ ἑβδόμῃ τοῦ φεβρουαρίου πρὸς ἑσπέραν, σαββάτῳ τῆς Ἀπόκρεω. οὐκ ἐᾶ δέ με τὸ πλῆθος τῶν ἐν τῇ ὁδῷ δυσχερῶν ἐκτραγωδεῖν αὐτὰ τῇ συντομίᾳ χρῆσθαι βουλόμενον.
- [←70]
-
Η πόλη Φαέντσα, 100 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά τής Φερράρας. Είχαν ταξιδέψει αρχικά με ποταμόπολοια και στη συνέχεια έφτασαν έφιπποι στη Φαέντσα με ταξίδι οκτώ ωρών.
- [←71]
-
Φαίνεται ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην αποστολή αλόγων, παρά την επιμονή τού καρδινάλιου Τσεζαρίνι, ο οποίος, με επιστολή στις 22 Ιανουαρίου, προειδοποιούσε τούς Μέδικους ότι έπρεπε να στείλουν επειγόντως τα απαραίτητα άλογα. Σχετικά με την παραμονή των Γραικών στη Φαέντσα υπάρχει δεύτερο γράμμα τού ίδιου, με την ίδια ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου (Laurent 1971: 386 σημ. 2).
- [←72]
-
Συρόπουλος 7.36: Ἔμεινεν οὖν ὁ πατριάρχης ἐν μοναστηρίῳ παρὰ τὴν πύλην ὄντι τῆς Φλωρεντίας ἐκτὸς ἡμέρας τέσσαρας κόπῳ τε καὶ νόσῳ τετρυχωμένος. εἶτα ἐλθόντες οἱ ἄρχοντες τῆς Φλωρεντίας εἰσῆξαν καὶ προέπεμψαν αὐτὸν μετὰ τιμῆς καὶ ἤχου σαλπίγγων μέχρι τῆς ἑτοιμασθείσης αὐτῷ οἰκίας, κωδωνιζομένων καὶ πάντων τῶν ἑορτασίμων κωδώνων μέχρι τῆς εἰς τὴν οἰκίαν ἀφίξεως. εἶτα ἦλθεν ὁ βασιλεὺς τῇ τετάρτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ φεβρουαρίου καὶ ἔμεινε καὶ αὐτὸς εἰς τὸ δηλωθὲν μοναστήριον, καὶ τῇ πέμπτῃ καὶ δεκάτῃ, ἥτις ἦν κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, ἡτοιμάσθησαν οἱ ἄρχοντες τῆς Φλωρεντίας καὶ περὶ δευτέραν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν ἀπῆλθον εἰσάξαι τὸν βασιλέα καὶ διασῶσαι εἰς τὸ εὐπρεπισθὲν αὐτῷ παλάτιον. συνέδραμον δὲ καὶ πάντες ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες πρός τε ὑπαντὴν καὶ θεωρίαν καὶ τέρψιν, καὶ ἦν ἰδεῖν χοροὺς ἀρχοντισσῶν, τῶν μὲν ἐπὶ τῶν ὑπερῴων καὶ ἐπὶ τῶν κεράμων καθημένων λαμπρῶς (ἐν γὰρ τῇ Φλωρεντίᾳ ἀδεῶς ἐπὶ τῶν κεράμων βαδίζουσί τε καὶ κάθηνται), τῶν δὲ ἐπὶ τῶν τριόδων λαμπρῶς ἐσταλμένων καὶ προκαταλαμβανουσῶν τὰ κάλλιστα τῶν θεωριῶν μέρη, τὴν βασιλικὴν θεάσασθαι πομπήν, καὶ πανταχόθεν φαιδρὰ συγκεκρότηται ἑορτὴ ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ τοῦ βασιλέως. ἀλλὰ καὶ ἡ ἡμέρα ἐκ πρωΐας μέχρι τρίτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν φαιδροτάτη ἦν καταλαμπομένη ὑπὸ τοῦ ἡλίου, μετὰ δὲ τὴν τρίτην ὥραν, νεφῶν συγκαλυψάντων τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ἡ ἡμέρα ἐσκυθρώπαζέ τε καὶ κατηφὴς ἐγεγόνει· καὶ ἀρξαμένου τοῦ βασιλέως τῆς πρὸς τὴν Φλωρεντίαν ὁδοῦ, ἤρξατο ψεκάζειν καὶ ἐπὶ πλέον προὔβαινε, καὶ εἰσερχομένου τοῦ βασιλέως τὴν πύλην τῆς πόλεως, ῥαγδαῖος ὁ ὑετὸς ἐρράγη, ὥστε τοὺς παρατυχόντας δρομαίους καταφεύγειν ἐν ταῖς οἰκίαις καὶ κρύπτεσθαι. διήρχετο δὲ ὁ βασιλεὺς τὴν πόλιν οὕτω καταβρεχόμενος ἔχων ἑκατέρωθεν δύο καρδηναλίους συνοδοιποροῦντας, ὕπερθεν δὲ οὐρανὸν καμουχέϊνον βρέχοντα καὶ αὐτὸν ἤ μᾶλλον εἰπεῖν βρεχόμενον καὶ βρέχοντα, καὶ δρόμῳ ἔθεεν ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ οἰκίαν καὶ διαφύγῃ τὸν βίαιον καὶ σφοδρὸν ὑετόν. οὔτε τοίνυν οἱ τῶν κωδώνων ἦχοι, οὔθ΄ αἱ τῶν σαλπίγγων ὠδαὶ τέρψιν τινὰ τοῖς παριοῦσιν ἤ τοῖς θεωμένοις ἐποίουν, ἀλλὰ ζοφερὰ καὶ ἀνέορτος ἡ τοῦ βασιλέως ἐπεισόδιος ἑορτὴ γεγένηται, τῆς ἀμέτρου ἐπομβρίας διαλυσάσης πρὸ ὥρας ἅπαντα τὸν συναθροισθέντα φιλέορτον σύλλογον.
- [←73]
-
Η πομπή ήταν μάλλον εκκλησιαστική, όπως έπρεπε να είναι: δύο καρδινάλιοι (Κολόννα και Καπράνιτσα), τριάντα επίσκοποι, ολόκληρη η παπική κούρτη και πλήθος κατοίκων τής πόλης, όλοι πάνω σε περισσότερα από 500 άλογα. Οι πρόκριτοι περίμεναν έξω από το παλάτι τής Σινιορίας. Εκεί έγινε μια στάση και ο Λεονάρντο Μπρούνι προσφώνησε στα ελληνικά τον πατριάρχη, ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην κάζα Φερραντίνι, στο σπίτι του. Τα Λατινικά Πρακτικά σημειώνουν ότι δεν υπήρχε μεγάλη δραστηριότητα, καθώς η μέρα ήταν εργάσιμη και οι Φλωρεντινοί είχαν στην προκειμένη περίπτωση μία μόνο ανησυχία: τη δουλειά τους. Εξαίρεση έγινε την ημέρα τής εισόδου τού πάπα, την Τρίτη 27 Ιανουαρίου, κατά την οποία, αν και δεν ήταν ούτε αυτή αργία, είχε δοθεί εντολή από τη Σινιορία να κλείσουν καταστήματα και εργαστήρια (Laurent 1971: 387 σημ. 3).
- [←74]
-
Η είσοδος τού πατριάρχη έγινε στις 12 Φεβρουαρίου. τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 226) αναφέρουν τις 13 τού μηνός:
«Στις 13 Φεβρουαρίου βγήκαν να συναντήσουν τον πατριάρχη μας δύο καρδινάλιοι, τριάντα περίπου αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι, και πολύς άλλος λαός»
(Μηνὶ δὲ φεβρουαρίῳ ιγ΄ ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ πατριάρχου ἡμῶν καρδινάλιοι δύο, ἀρχιεπίσκοποι δὲ καὶ ἐπίσκοποι ὡσεὶ τριἀκοντα, καὶ ἄλλος πολὺς λαός).
Όμως αυτό είναι λάθος, γιατί προσθέτουν σχεδόν αμέσως ότι ο αυτοκράτορας, που σίγουρα μπήκε στη Φλωρεντία στις 15, έφτασε στον προορισμό του τρεις ημέρες μετά τον πατριάρχη:
μετά προδρομήν δέ ἡμερῶν τριῶν ἦλθεν καί ὁ βασιλεύς (Laurent 1971: 387 σημ. 4).
- [←75]
-
Η Κυριακή τού Καρναβαλιού, που ήταν η πιο κατάλληλη για δημόσιους εορτασμούς από οποιαδήποτε άλλη. Η Σινιορία βρήκε την ευκαιρία να οργανώσει εκδήλωση που θα ήταν πραγματικά μεγάλη, αν δεν είχε χαλάσει ο καιρός (Laurent 1971: 387 σημ. 5).
- [←76]
-
Στο Παλάτσο Ριντόλφο Περούτσι, κοντά στην πλατεία Σάντα Κρότσε. Ο αδελφός τού αυτοκράτορα Δημήτριος Παλαιολόγος έφτασε την Τετάρτη 4 Μαρτίου και στεγάστηκε στο Παλάτσο Βάννι Καστελλάνι (Laurent 1971: 387 σημ. 6).
- [←77]
-
Περιγραφή αυτής τής πλούσιας αλλά άτυχης υποδοχής στο Gill, Acta, σελ. 226-227 (Laurent 1971: 389 σημ. 1).
- [←78]
-
Κατά τον Laurent 1971: 389 σημ. 3, ο Συρόπουλος ξέχασε να σημειώσει μια ιδιαιτερότητα, που πρέπει να είχε ενθουσιάσει την έκτη αίσθησή του: η δυνατή βροχή, που ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που ο αυτοκράτορας έμπαινε στην πόλη, σταμάτησε ξαφνικά μόλις μπήκε στο σπίτι του. Το γεγονός όμως εντυπωσίασε τον Αντρέ ντε Σάντα Κρότσε:
«Γιατί η τόσο μεγάλη βροχή ήρθε απροσδόκητα, μόλις ο αυτοκράτορας πάτησε το κατώφλι τής πόλης… Και κάτι που ήταν ακόμη πιο περίεργο: μόλις πέρασε το κατώφλι τού σπιτιού, η βροχή σταμάτησε»
(Venit namque ex insperato pluvia tam grandis quamprimum limina civitatis ingressus est imperator… quod mirandum magis extitit: quamprimum limina domus ingressus est, cessa vit pluvia).
