Σημειώσεις Κεφαλαίου 2
- [←1]
-
Το πρώτο μέρος των Απομνημονευμάτων τού Συρόπουλου δεν διασώζεται.
- [←2]
-
Συρόπουλος 2.1: ἐρχόμενος ἀφῆκε τὸν μητροπολίτην προσμεῖναι εἰς τὸν Ἀθύραν, μέχρις ἄν ἐλθὼν αὐτὸς ἐξοικονομήσῃ καὶ καταπείσῃ τὸν πατριάρχην δέξασθαι τὸ γεγονὸς καὶ ἐν τῇ Πόλει εἰσάξαι τοῦτον ὡς μητροπολίτην. ἐλθὼν τοίνυν ὁ μεσάζων εἰς τὸν πατριάρχην καὶ πολλοὺς λόγους περὶ τούτου εἰπὼν καὶ πᾶσαν τὴν παρ΄ ἑαυτοῦ πειθοῦς δύναμιν κινήσας, οὐδόλως ἠδυνήθη κἂν ἁπλῶς τὴν εἰς τὴν Πόλιν τοῦ Πολεανίνης κερδῆσαι εἰσέλευσιν.
- [←3]
-
Κατά τον Laurent 1971: 100 σημ. 1, ο «ἐρχόμενος» δεν μπορεί να είναι ο αυτοκράτορας, επειδή αυτός επέστρεψε στην πρωτεύουσα αργότερα (βλέπε επόμενη παράγραφο 3), είτε επειδή παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη, είτε επειδή επέλεξε να ασχοληθεί στη Θράκη με το αγαπημένο του άθλημα, το κυνήγι, αναθέτοντας στους υπουργούς του, οι οποίοι τον είχαν συνοδεύσει στο ταξίδι του στην Πελοπόννησο, να αναλάβουν πρωτοβουλία και να διευθετήσουν την υπόθεση που περιγράφεται εδώ.
- [←4]
-
Τα Ἄθυρα (σήμερα Κιουτσούκ-τσεκμετζέ) βρίσκονταν πάνω στον μυχό τής Προποντίδας που δημιουργεί λιμνοθάλασσα, δυτικά ακριβώς τής Κωνσταντινούπολης. Από εκεί περνούσε η Εγνατία οδός που οδηγούσε από την Ευρώπη προς την Πόλη.
- [←5]
-
Τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευθύμιο Β΄ (1410-1416).
- [←6]
-
Ο τίτλος μεσάζων σημαίνει πολιτικό αξιωματούχο τής ύστερης περιόδου τής αυτοκρατορίας. Κατά τον 11ο και 12ο αιώνα ο τίτλος ήταν ακόμη ημιεπίσημος, αλλά θεσμοθετήθηκε επί Παλαιολόγων. Ο ιστορικός τού 15ου αιώνα Δούκας, Historia Byzantina, CSHB (Βόννη, 1834), 33, 227, ταυτίζει τον τίτλο τού μεσάζοντος με εκείνον τού Τούρκου βεζύρη:
«…Καθόταν στον πατρικό του θρόνο … και στέκονταν απέναντι και σε απόσταση όλοι οι σατράπες και οι βεζύρηδες τού πατέρα του, συμπεριλαμβανομένων των Χαλίλ πασά και Ισάκ πασά. … Τότε ο ηγεμόνας Μωάμεθ στράφηκε στον βεζύρη του, τον Σαχίν, και ρώτησε: «Γιατί στέκονται σε απόσταση οι βεζύρηδες τού πατέρα μου;» … Ο Χαλίλ παρέμεινε ως βεζύρης, ενώ ο Ισάκ πήρε το πτώμα τού ηγεμόνα και μαζί με πολλούς άλλους αξιωματούχους αναχώρησαν για την Προύσα…»
(Ἐν τῇ καθέδρᾳ τῇ πατρικῇ καθεσθείς … ἵσταντο ἐξ ἐναντίας πάντες οἱ σατράπαι ἀπομακρόθεν καὶ οἱ βεζίρηδες τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὅ τε Χαλὶλ πασίας καὶ ὁ Ἰσαὰκ πασίας. … τότε ὁ ἡγεμὼν Μεχεμὲτ ἠρώτησε τὸν Σιαχὴν τὸν αὐτοῦ μεσάζοντα “τὶ ὅτι ἀπομακρὀθεν ἵστανται οἱ μεσάζοντες τοῦ μου πατρός;”… καὶ ὁ μὲν Χαλὶλ ἔμεινε μεσάζων, ὁ δὲ Ἰσαὰκ λαβὼν τὸ πτῶμα τοῦ ἡγεμόνος σὺν πλείστοις ἄρχουσι καὶ οἰκονομίᾳ πολλῇ εἰς Προῦσαν ἀπῆλθε…)
- [←7]
-
Στο κείμενο, Πολεανίνης. Πρόκειται για την Πολυανή, την Παλαιά Δοϊράνη, κωμόπολη που βρίσκεται σήμερα στη Βόρεια Μακεδονία, στη δυτική όχθη τής λίμνης Δοϊράνης. Όπως θα δούμε πιο κάτω, ο μητροπολίτης Πολεανίνης διορίστηκε τελικά επίσκοπος Μολδαβίας. Διατήρησε αυτόν τον τίτλο από το 1416 μέχρι τον θάνατό του το 1437. Τον διαδέχθηκε ο επίσκοπος Δαμιανός (1437-1447), ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1437-1439).
- [←8]
-
Συρόπουλος 2.2: Μετὰ δὲ παραδρομὴν δύο ἡμερῶν παραγίνεται πάλιν ὁ μεσάζων εἰς τὸν πατριάρχην, εὗρε δέ καὶ τὸν Μηδείας ἐκεῖσε, καθὼς τοῦτο προκατεσκεύασε, καὶ πάλιν λόγους πολλοὺς κινεῖ ὁ μεσάζων ἔχων καὶ τὸν Μηδείας ἐκ μέρους συνηγοροῦντα πρὸς τὸ δεχθῆναι ὡς Μολδοβλαχίας τὸν δηλωθέντα ἤ ἁπλῶς ἐλθεῖν καὶ εὑρίσκε[σθαι ἐνταῦθα], ἄχρις ἄν ὁ βασιλεὺς ἐπανελθὼν ὁρίσῃ ὅ ἄν ἐθέλῃ περὶ αὐτοῦ. ὡς δὲ πείθειν ἐπιχειροῦντες οὐδὲν ἤνυον (οἱ γὰρ λόγοι τοῦ σοφοῦ πατριάρχου μετ΄ ἐπιστήμης λογικῆς καὶ τὸ δίκαιον ἔχοντες φροῦδα ἐδείκνυον τὰ παρ΄ αὐτῶν προφερόμενα), ἀναγκασθεὶς ὁ Μηδείας καθικετεύων εἶπε τῷ πατριάρχῃ, ὅτι πολλοὶ καὶ ἐξ ἄλλων γενῶν καὶ αἱρέσεων εἰσέρχονται ἐν ταύτῃ τῇ Πόλει· καὶ Ἀρμένιοι γὰρ καὶ Ἁγαρηνοὶ εἰσέρχονται καθ΄ ἑκάστην μὴ κωλυόμενοι παρά τινος· κατὰ γοῦν τὸν ὅμ[οιον τρόπον] εἰσελθέτω καὶ αὐτός, καὶ μὴ κωλυθήτω. [Ὁ γοῦν πατριάρχης], διάθεσιν φιλικὴν ἔχων πρὸς τὸν Μηδείας καὶ πρὸς [ταῦτα] ἐκ μέρους ἀντειπὼν, πρὸς δὲ τὴν ἀξίωσιν καὶ δέησιν αὐτοῦ σιωπήσας, ἔδοξεν ἐνδοῦναι καὶ οὕτως ἔστειλεν ὁ μεσάζων καὶ ἔφερε τὸν μητροπολίτην, ὅς καὶ ἐλθὼν ἐκάθητο ἐν τῇ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μονῇ ἀπρόϊτος, περιμένων τὸν βασιλέα. ὁ δὲ πατριάρχης δεινότατον ἡγησάμενος τοῦτο βαρέως ἔφερε τὸ γεγονὸς καὶ παντὶ τρόπῳ παρασκευάζετο ἤ διορθῶσαι τὴν Ἐκκλησίαν, ἐπανελθόντος τοῦ βασιλέως, ὥστε μὴ κατάρχεσθαι ταύτην παρ΄ αὐτοῦ, ἤ καθίσαι ἐν τῷ ἰδίῳ κελλίῳ ἀργήσων καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, μὴ μέντοιγε παραίτησιν ποιήσασθαι ταύτης. ταῦτ΄ οὖν ἐννοήσας ὁ βασιλεύς, καιροῦ λαβόμενος, ἐπεὶ ὁ πατριάρχης τῷ θανάτῳ προηναρπάσθη, τὴν περὶ τῶν ἑαυτοῦ προνομίων σπουδὴν ἔθετο καὶ τὰ προρρηθέντα πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς διωρίσατο. εἰπόντων δὲ αὐτῷ τῶν ἀρχιερέων, ὅρισον γενέσθαι πρότερον πατριάρχην, εἶτα γένοιτο καὶ ἅπερ ὁρίζεις· οὐ γὰρ δίκαιόν ἐστιν ἄνευ πατριάρχου ἀποφαίνεσθαι ἡμᾶς περὶ τῶν τοιούτων, ὁ βασιλεὺς ὥρισε· κρεῖττον ἐστὶ πρότερον γενέσθαι ὅσα φανῶσι δίκαια, ἵνα καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχωσι γνώριμα τὰ ἴδια δίκαια μετὰ εἰρήνης καὶ ὁ γενησόμενος πατριάρχης γινώσκῃ εὐθὺς τίνα εἰσὶν αὐτοῦ ἴδια καὶ τίνα τὰ τοῦ βασιλέως. ἔσται καὶ τοῦτο κάλλιον καὶ εἰς τὸν πατριάρχην· εἰ γὰρ μετὰ ταῦτα γένωνται, εἰς ὕφεσιν ἑαυτοῦ, ἴσως [λογισθ]ήσεται τὸ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ γενέσθαι τι, μὴ πραχθ[ὲν έπὶ τοῦ] πρὸ αὐτοῦ. προσέταξεν οὖν συναχθῆναι ἐν τῷ ναῷ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ σκέψασθαι περὶ τῶν τοιούτων καὶ κυρῶσαι τὰ ζητηθέντα. ἐπεὶ καὶ πρότερον ἐδόθησαν, ἔφη, ὑπὸ τῶν τότε ἀρχιερέων κρειττόνων ὄντων πολλῷ, ὡς καὶ ὑμεῖς, οἶδα, ὁμολογήσετε τοῦτο, καὶ παρὰ ἁγιωτάτου καὶ σοφοῦ πατριάρχου ἐστέρχθησαν.
- [←9]
-
Τον επίσκοπο Μηδείας Θεοφάνη. Η Μήδεια είναι η σημερινή Μίντιε τής Ανατολικής Θράκης, στη θέση τής αρχαίας Σαλμηδυσσού, τής οποίας παραφθορά αποτελεί το μεταγενέστερο όνομα.
- [←10]
-
Κατά τον Laurent 1971: 102 σημ. 1, ο Ιωάννης τής Ραγούσας, που βρισκόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη, σημειώνει:
«Βρίσκονται εκεί, εκτός από τούς δικούς μας Λατίνους και τούς Γραικούς, Τούρκοι, Τάταροι (Μογγόλοι), Σαρακηνοί (μουσουλμάνοι), Ιακωβίτες, Γεωργιανοί, Ιωαννίτες, Νεστοριανοί και αμέτρητες άλλες αιρέσεις, που είτε μένουν εκεί ή τουλάχιστον περνούν συνεχώς».
- [←11]
-
Ἀγαρηνοί: Οι απόγονοι τής Άγαρ. Κατά την Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις 16.3) η Άγαρ ήταν Αιγύπτια υπηρέτρια τής Σάρας, τής γυναίκας τού Αβραάμ. Από τον Αβραάμ (τον προφήτη Ιμπραήμ τής ισλαμικής θρησκείας) η Άγαρ γέννησε τον Ισμαήλ. Ο Ισμαήλ είναι επίσης προφήτης τής ισλαμικής θρησκείας και θεωρείται από αυτήν πρόγονος τού Μωάμεθ, τού ιδρυτή τής θρησκείας. Αγαρηνοί λοιπόν είναι οι μωαμεθανοί και ειδικότερα εδώ στον Συρόπουλο οι Τούρκοι.
- [←12]
-
Μονή Μεγάλου Βασιλείου: Για το μοναστήρι αυτό, που δεν διασώζεται, ο Ψελλός (Χρονογραφία 1.20) γράφει ότι το είχε χτίσει ο παρακοιμώμενος Βασίλειος (Βασίλειος ο Νόθος) τον 10ο αιώνα με μεγάλη πολυτέλεια, μεγάλο κόστος εργασίας και συνδυασμό διαφορετικών αρχιτεκτονικών στυλ:
«Για παράδειγμα εκείνος [ο παρακοιμώμενος Βασίλειος] είχε χτίσει ένα υπέροχο μοναστήρι προς τιμή τού Μεγάλου Βασιλείου, μοναστήρι που έφερε και το δικό του όνομα. Είχε κατασκευαστεί με μεγαλοπρέπεια, με μεγάλο κόστος εργασίας, και συνδύαζε διαφορετικά στυλ αρχιτεκτονικής με ομορφιά. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος τού υλικού που χρησιμοποιήθηκε στο κτίσιμό του είχε προέλθει από γενναιόδωρες εθελοντικές συνεισφορές. Ο αυτοκράτορας ήθελε τώρα να ισοπεδώσει αυτό το οικοδόμημα. Όμως, φροντίζοντας να αποφύγει την κατηγορία τής ασέβειας, αφαιρέθηκαν μόνο ορισμένα τμήματα τού μοναστηριού και όχι ταυτόχρονα. Άλλα μέρη κατεδάφισε, ενώ το υπόλοιπο κτίριο, τα έπιπλα και τα ψηφιδωτά, τα αντιμετώπισε με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Δεν έμενε ικανοποιημένος, μέχρι που, για να παραθέσω τα δικά του λόγια αστειευόμενου, «έκανε τόπο σκέψης αυτόν τον τόπο διαλογισμού, τής σκέψης την οποία αυτοί που κατοικούσαν εκεί έπρεπε τώρα να κάνουν για τα απολύτως απαραίτητα τής ζωής!»
(Ἀμέλει καὶ ἣν ἐκεῖνος ἐδείματο λαμπροτάτην μονὴν Βασιλείῳ τῷ πάνυ ἀναθέμενος, ἐπώνυμον τῆς ἑαυτοῦ κλήσεως, μεγαλοπρεπῶς μὲν κατεσκευασμένην καὶ πολλῇ δαπάνῃ χειρὸς τὸ ποικίλον μετὰ τοῦ καλοῦ ἔχουσαν, ἀφθόνοις δὲ χορηγίαις τὸ πλέον τοῦ αὐτάρκους ἀποκληρωσαμένην, ἐβούλετο μὲν ἐκ θεμελίων καθαιρήσειν, τὸ δὲ τῆς πράξεως ἀναιδὲς εὐλαβούμενος, τὸ μὲν ἐκεῖθεν ὑφῄρει, τὸ δὲ κατέσειεν, τὰ ἔπιπλα, τὰς ἐφηρμοσμένας λίθους, τὸ δ΄ ἄλλο τι ποιῶν τοιουτότροπον, οὐκ ἀνίει ἄχρις οὗ φροντιστήριον ἰδεῖν, χαριεντισάμενος εἰπὼν, τὸ μοναστήριον δέδρακε, διὰ φροντίδος τιθεμένων τῶν ἐν αὐτῷ, ὅπως ἂν ἑαυτοῖς τὰ ἀναγκαῖα πορίσαιντο).
- [←13]
-
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται ο τίτλος βασιλεύς που σήμαινε αυτοκράτορας. Γι΄ αυτό ο Συρόπουλος χρησιμοποιεί τον τίτλο βασιλεύς μόνο για τούς αυτοκράτορες τής Κωνσταντινούπολης, καθώς και για εκείνον τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Σίγκισμουντ) και τον αυτοκράτορα Τραπεζούντος. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο Συρόπουλος αποκαλεί ῥῆγες τούς διάφορους βασιλείς. Εδώ αυτοκράτορας είναι ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (βασ. 1391-1425).
- [←14]
-
Κατά τον Laurent 1971: 102 σημ. 3, ο Μανουήλ Β΄ ανακοινώνει στις 25 Μαρτίου 1416 στον βασιλιά τής Αραγωνίας ότι επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη από το ταξίδι του στον Μοριά (C. Marinesco, Manuel II Paléologue et les rois d΄Aragon, στο BSHAR, XI, 1924, σελ. 108). Ο Laurent αποδίδει επίσης στον Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1026, ότι ο Μανουήλ επέστρεψε στις 24 τού ίδιου μήνα [Μαρτίου]. Όμως ο Σφραντζής λέει απλώς ότι ο αυτοκράτορας επέστρεψε στην Πόλη τον Μάρτιο τού έτους 24, χωρίς να προσδιορίζει ημερομηνία:
«Επέστρεψε στην Πόλη τον Μάρτιο τού έτους 24. Τον ίδιο μήνα, μετά την άφιξη τού άγιου αυτοκράτορα, πέθανε ο πατριάρχης κυρ Ευθύμιος…»
(Καὶ τῷ κδ΄ ἔτει μηνὶ Μαρτίῳ ἐπανέστρεψεν εἰς τὴν πόλιν· ἐν ᾧ μηνὶ μετὰ τὴν ἄφιξιν αὐτοῦ δὴ τοῦ ἁγίου βασιλέως καὶ ὁ πατριάρχης κῦρ Εὐθύμιος ἀπέθανε…)Το 24 (κδ΄) τού Σφραντζή είναι το έτος 6924 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το έτος 1416. Βλέπε πιο κάτω, σημ. 2 κεφαλαίου δ΄ για τη μετατροπή τής χρονολόγησης από κτίσεως κόσμου σε σύγχρονη.
- [←15]
-
Στις 29 Μαρτίου 1416, δηλαδή λίγο μετά την επιστροφή τού αυτοκράτορα.
- [←16]
-
Αυτά που διέταξε ο αυτοκράτορας περιλαμβάνονταν προφανώς στο αρχικό τμήμα των Aπομνημονευμάτων τού Συρόπουλου, που δεν διασώζεται.
- [←17]
-
Όπως φαίνεται και δεξιά στο πρωτότυπο, κάποιες λέξεις τού εδώ κειμένου δεν διασώζονται.
- [←18]
-
Οι Ἅγιοι Ἀπόστολοι ήσαν για περισσότερα από 700 χρόνια η δεύτερη σε σπουδαιότητα εκκλησία τής Κωνσταντινούπολης μετά την Αγία Σοφία. Όμως, ενώ η Αγία Σοφία βρισκόταν στο παλαιό τμήμα τής πόλης, οι Άγιοι Απόστολοι βρίσκονταν στο κέντρο τού νέου τμήματος, πάνω στην κύρια αρτηρία, τη Μέση ή Κεντρική οδό, που επί Οθωμανών και μέχρι σήμερα ονομάζεται Ντιβάν Γιολού (Δρόμος προς το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο). Οι Άγιοι Απόστολοι αποτελούσαν λοιπόν την πιο πολυσύχναστη εκκλησία τής Κωνσταντινούπολης. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες καθώς και πολλοί πατριάρχες και επίσκοποι είχαν ταφεί στην εκκλησία αυτή. Τα λείψανά τους λατρεύονταν από τούς πιστούς επί αιώνες. Μετά την άλωση (1453), ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ Πορθητής, αντί να μετατρέψει τούς Αγίους Αποστόλους σε τζαμί, όπως έκανε με όλες τις άλλες εκκλησίες, αποφάσισε να κατεδαφίσει τον ναό και να κτίσει στον χώρο του τέμενος με αντίστοιχα μεγαλειώδη χαρακτηριστικά. Κτίστηκε λοιπόν το Φατίχ τζαμί (τέμενος τού Πορθητή), το οποίο καταλαμβάνει και σήμερα τον χώρο τού ναού των Αγίων Αποστόλων και στο οποίο βρίσκεται ο τάφος τού σουλτάνου.
- [←19]
-
Κατά τον Laurent 1971: 103 σημ. 7, ήταν ο πατριάρχης Νείλος εκείνος που αναγνώρισε το 1380-1382 στον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, τον πατέρα τού Μανουήλ, το δικαίωμα παρέμβασης στις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Αυτό εγινε σε πατριαρχική σύνοδο στη μονή Στουδίου. Το δικαίωμα τού αυτοκράτορα κατοχυρώθηκε σε έγγραφο εννέα σημείων [V. Laurent, Les droits de l΄empereur en matière ecclésiastique. L΄accord de 1380-1382, στο REB, XIII, 1955, σελ. 5-20 (το κείμενο στις σελ. 14-16)].
- [←20]
-
Συρόπουλος 2.3: Ἐτάχθη τοίνυν ἡμέρα καθ΄ ἥν εἰς τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους συνήχθησαν· ἐστάλησαν δὲ καὶ παρὰ τοῦ βασιλέως, ὅ τε μεσάζων ὁ Γουδέλης, κῦρ Δημήτριος ὁ Χρυσολωρᾶς καὶ κῦρ Δημήτριος Ἄγγελος ὁ Φιλομμάτης. πρὸς οὖν διάσκεψιν καθεσθέντων ὁμοῦ, εἶπόν τινες τῶν ἀρχιερέων ὅτι· καλόν ἐστι πρὸ τῆς διασκέψεως τῶν ζητουμένων εἰδέναι ἡμᾶς εἰ ἔχομεν ἄδειαν πρὸς σύνοδον συναθροίζεσθαι ἄνευ τοῦ πρώτου ἡμῶν καὶ συνοδικὰ διεξάγειν ζητήματα. ἀπελογήσαντο οὖν πρὸς τοῦτο οἱ ἄρχοντες καί τινες τῶν ἀρχιερέων, ὅτι· ἄδειαν ἔχει ὁ βασιλεὺς συνάγειν σύνοδον καὶ συνιστᾶν ταύτην ὅτε καὶ βούλεται, καὶ οὐδὲν καινὸν εἰ ὁρισμῷ θείῳ βασιλικῷ σκεψόμενοι συνήχθητε νῦν. μὴ γοῦν ἐμποδίσῃ ὑμᾶς λογισμός τις, ἀλλὰ σκέψασθε περὶ τῶν προκειμένων. κινηθέντων οὖν τῶν ζητημάτων καὶ λόγων πολλῶν ἐπ΄ αὐτοῖς λαληθέντων ὡς τῶν ἀρχόντων ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ἀγωνιζομένων, τινῶν δ΄ ἐκ τῶν ἀρχιερέων ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἀνθισταμένων, ὅμως ὡμοφώνησαν πάντες καὶ συνέθεντο στέργειν ὡς προνόμια τὰ ζητηθέντα· καὶ τούτων ἀνενεχθέντων, προσέταξεν ὁ βασιλεὺς τῷ μεγάλῳ χαρτοφύλακι ἵνα δι΄ ἐπιστασίας καὶ ἐπιμελείας ἐκείνου γραφῶσι ταῦτα καὶ ὑπογραφῶσι παρὰ τῶν ἀρχιερέων. μετὰ γοῦν τό γενέσθαι ταῦτα, ἀπέλυσε πρόσταγμα πρὸς τὸ ψηφίσασθαι πατριάρχην.
- [←21]
-
Δημήτριος Γουδέλης: Κατά τον Laurent 1971: 103 σημ. 9, αυτός ο μεσάζων πρέπει να ήταν ο Δημήτριος Παλαιολόγος Γουδέλης, που αναφέρεται με αυτή την ιδιότητα ήδη από τον Μάιο τού 1406, σε συνθήκη που συνάφθηκε με τη Βενετία και εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος τον Σεπτέμβριο τού 1423. Βλέπε Σπ. Λάμπρος, Ὁ βυζαντιακός οἶκος Γουδέλη, Νέος Ἑλληνομνήμων, ΧΙΙΙ, 1916, σελ. 211-221.
- [←22]
-
Δημήτριος Χρυσολωρᾶς: βλέπε σημ. 54 κεφαλαίου γ΄.
- [←23]
-
Δημήτριος Ἄγγελος Φιλομμάτης: Διάδοχος τού Μανουήλ Ολόβολου ως γραμματέας τού Μανουήλ Β΄. Συμμετείχε σε πρεσβεία που στάλθηκε τον Μάιο τού 1422 στον σουλτάνο Μουράτ Β΄, για να ζητήσει την άρση τής πολιορκίας τής Κωνσταντινούπολης.
- [←24]
-
Κατά τον Laurent 1971: 104 σημ. 1, αυτό το δικαίωμα δεν περιλαμβάνεται ρητά στη συμφωνία τού 1380-1382, αλλά θα διακηρυχθεί με σθένος στην αλληλογραφία τού Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου με τον πάπα Μαρτίνο Ε΄, ενώ θα διεκδικηθεί στη σύνοδο τής Φλωρεντίας ενώπιον τού Ευγενίου Δ΄, όπως θα δούμε πιο κάτω.
- [←25]
-
Η σύνοδος που αναφέρεται εδώ πραγματοποιήθηκε μεταξύ 29 Μαρτίου και 21 Μαΐου 1416 (Laurent 1971: 104 σημ. 2).
- [←26]
-
Συρόπουλος 2.4: Ἐγὼ δὲ πάντα τὰ τοῦ θαυμαστοῦ βασιλέως θαυμάζων καὶ οὐδὲ ἱκανὸν ἐμαυτὸν κρίνων πρὸς τοὺς ἐπαίνους ἐκείνου, ἕν τοῦτο καὶ μόνον ἐπαινεῖν οὐκ ἔχω· ἀνάξιον γὰρ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς συντετριμμένης ἐκείνου καρδίας ἡγοῦμαι, τὸ δουλείᾳ ὑποβαλεῖν τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ καὶ ἐξ ἐκείνου οὕτως καὶ τοὺς ἑξῆς αὐτὴν διαδέχεσθαι. τῶν δὲ ἀρχιερέων ψηφισάντων κατὰ τὸ ἔθος τρία πρόσωπα, παρόντος καὶ τοῦ Μηδείας — οὐ γὰρ παρῆν ἐν τοῖς προγεγονόσιν— ἐκλέγεται ὁ βασιλεὺς τὸν Ἐφέσου κῦρ Ἰωσὴφ καὶ εἰς πατριάρχην προβάλλεται· ὅς καὶ εἰς τὸ πατριαρχεῖον ἀναχθεὶς κατ΄ αὐτὴν τὴν ἑορτάσιμον ἡμέραν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου τὴν κατὰ τὴν ἐνάτην ἰνδικτιῶνα τὴν θείαν τε ἐτέλεσε μυσταγωγίαν καὶ τῷ τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας ἱερῷ ἐνεθρονίσθη συνθρόνῳ. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς ἐκ τῆς Πελοποννήσου ἐπανελθὼν καὶ τὰ κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς δεδήλωται, διαθέμενος καὶ τὸν εἰρημένον μητροπολίτην εἰς τὴν Μολδοβλαχίαν ἀπελθεῖν κατασκευάσας μετὰ καὶ πατριαρχικῶν γραμμάτων, τὰ τῆς βασιλείας διεξῆγε βασιλικῶς.
- [←27]
-
Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος. Ο Μανουήλ (βασ. 1391-1425) ήταν γιος τού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και τής Ελένης Καντακουζηνής, κόρης τού αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Παντρεύτηκε την Έλενα, κόρη τού Σέρβου ηγεμόνα Κωνσταντίνου Ντράγκας (Ντεγιάνοβιτς) κι έκανε μαζί της εννιά ή δέκα παιδιά. Οι δυο πρώτοι γιοι του υπήρξαν οι τελευταίοι αυτοκράτορες: ο Ιωάννης Η΄ τού παρόντος βιβλίου (βασ. 1425-1448) και ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ (βασ. 1448-1453), εδώ ο δεσπότης Κωνσταντίνος. Τέσσερις άλλοι γιοι, ο Ανδρόνικος (1400-1428), ο Θεόδωρος Β΄ (1395-1448), ο Δημήτριος αυτού τού βιβλίου (1407-1470) και ο Θωμάς (1409-1465) υπήρξαν άρχοντες (δεσπότες) περιοχών τής περιορισμένης πια αυτοκρατορίας. Οι δύο μικρότεροι, ο Δημήτριος και ο Θωμάς, έζησαν και μετά την άλωση τής Πόλης (1453) και τού Μοριά (1461) από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ Πορθητή.
- [←28]
-
Ο Ἰωσήφ Β΄ (1360–1439) υπήρξε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για 23 χρόνια, από το 1416 μέχρι τον θάνατό του στη Φλωρεντία το 1439 κατά τη διάρκεια τής ομώνυμης συνόδου. Είναι ένας από τούς πρωταγωνιστές των Απομνημονευμάτων τού Συρόπουλου.
- [←29]
-
Στο κείμενο παρέχεται η χρονολόγηση κατά τήν ἐνάτην ἰνδικτιῶνα, που αντιστοιχεί στο έτος 1416. Επειδή τέτοια είναι η χρονολόγηση τού Συρόπουλου, ας πούμε δυο λόγια γι΄ αυτήν, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο αυτή η μεσαιωνική χρονολόγηση μετατρέπεται σε σύγχρονη. Η νέμησις ή ἐπινέμησις ή ἰνδικτιών αναφέρεται σε κύκλο 15 ετών. Κάθε έτος τού κύκλου αυτού αριθμείται διαδοχικά ως ἰνδικτιῶνος α΄, ἰνδικτιῶνος β΄ και λοιπά, μέχρι ἰνδικτιῶνος ιε΄. Όμως οι κύκλοι δεν είναι αριθμημένοι. Απαιτούνται λοιπόν άλλες πληροφορίες για την αναγνώριση τού συγκεκριμένου έτους. Παρέχεται παρακάτω η μετατροπή των ετών σε σύγχρονη χρονολόγηση, για την περίοδο στην οποία αναφέρεται το βιβλίο:
ἰνδικτιῶνος
α΄
β΄
γ΄
δ΄
ε΄
στ΄
ζ΄
η΄
θ΄
ι΄
ια΄
ιβ΄
ιγ΄
ιδ΄
ιε΄
1408
1409
1410
1411
1412
1413
1414
1415
1416
1417
1418
1419
1420
1421
1422
έτος
1423
1424
1425
1426
1427
1428
1429
1430
1431
1432
1433
1434
1435
1436
1437
1438
1439
1440
1441
1442
1443
1444
1445
1446
1447
1448
1449
1450
1451
1452
- [←30]
-
Όπως ακριβώς βασιλεύς σημαίνει αυτοκράτορας, έτσι και βασιλεία είναι η αυτοκρατορία. Το επίσημο όνομα αυτής τής αυτοκρατορίας από τη συγκρότησή της μέχρι την κατάλυσή της ήταν Βασιλεία Ρωμαίων (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία). Η ΄Βυζαντινή΄ αυτοκρατορία αποτελεί νεολογισμό, που προτάθηκε για πρώτη φορά 103 χρόνια μετά την άλωση τού 1453 και δεν χρησιμοποιείται σε αυτό το βιβλίο. Οι απόγονοι τής αυτοκρατορίας εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται Ρωμιοί (δηλαδή Ρωμαίοι), ενώ με το ίδιο όνομα (Ρουμ) τούς αποκαλούν και οι Τούρκοι.
- [←31]
-
Συρόπουλος 2.5: Ὁ δὲ δηλωθεὶς Εὐδαιμονοϊωάννης εἰς τὴν Ῥώμην ἀπελθὼν καὶ ἐπὶ τῇ ἑνώσει καὶ ὁμονοίᾳ τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῇ πρὸς ἕνα πάπαν ὑποταγῇ πάντων τῶν λατινικῶν γενῶν καὶ αὐτὸς κατὰ τὸ εἰκὸς συνεργήσας τε καί ἀγωνισάμενος καὶ ἐπί τῇ ἐκλογῇ καὶ τῇ ἀναγορεύσει τοῦ πάπα παρὼν Μαρτίνου εὐμενείας τε καὶ ἀναδοχῆς ἀξιωθεὶς παρ΄ αὐτοῦ, ἐπιτήδειον καιρὸν εὑράμενος τὸν τῆς ἀναγορεύσεως, τὰ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς τε δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐξαγγέλει καὶ τῆς ἀνατολικῆς τε καὶ ἡμετέρας καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλέως ὑποδεικνύει· καὶ πλατύνεται ἐπ΄ αὐτοῖς εὑρὼν συνεργὸν πρὸς τοῦτο καὶ τὸν τῶν Λατίνων Ῥόδου Ἀνδρέαν· παρέτυχε γὰρ τότε καὶ αὐτὸς ἐν τῇ ἀναγορεύσει καὶ λόγον πλατὺν ἐξέτεινε πρὸς τὸν πάπαν περὶ τῆς ἑνώσεως· ὅς ἡμεδαπὸς ὤν καὶ τῆς ἐνταῦθα παιδείας τε καί φιλοσοφίας ἑλληνικῆς ἀπολελαυκώς, παροιστρήσας ἀπῆλθεν εἰς Λατίνους καὶ σύμφρων ἐκείνοις γεγονὼς καὶ ἐπισκόπου τιμηθεὶς ἀξιώματι σπουδὴν ἐποιεῖτο ἀεὶ καὶ ἑτέρους ἐντεῦθεν ἑλκῦσαι πρὸς τὴν δόξαν ἥν αὐτὸς ᾑρετίσατο· τὸ δὲ καὶ πάντας νομίσαι ἀκολούθους εὑρεῖν εἰς μεγίστην ἑαυτοῦ εὐδαιμονίαν ἔκρινε. διὸ καὶ τότε πολλὴν ὁμιλίαν περὶ τούτου πεποιηκὼς συνηγόρησε καὶ τῷ Εὐδαιμονοϊωάννῃ.
- [←32]
-
Ο μέγας στρατοπεδάρχης Νικόλαος Εὐδαιμονοϊωάννης έπαιξε σταθερά ρόλο στις διαπραγματεύσεις με τις δυτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια τού πρώτου τέταρτου τού 15ου αιώνα. Aνέλαβε επικεφαλής των διαπραγματεύσεων μετά τον θάνατο τού Μανουήλ Χρυσολωρά στις 15 Απριλίου 1415. Επέστρεψε στον Μυστρά, στον Μανουήλ Β΄, που βρισκόταν εκεί από το 1414. Πρβλ Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1026BC:
«Τον Ιούλιο τού 6921 [1413] ο άγιος αυτοκράτορας κυρ Μανουήλ βγήκε από την Πόλη, πήγε στο νησί τής Θάσου και το κατέλαβε τον Σεπτέμβριο τού επόμενου έτους [1413]. Από τη Θάσο ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη και στον Μοριά, όπου επέβλεψε την κατασκευή τού τείχους τού Εξαμιλίου. Έφτασε στο λιμάνι των Κεγχρεών τον Μάρτιο τού 6922 [1414]. Στις 8 Απριλίου άρχισε να κατεδαφίζει και να ξαναχτίζει το τείχος τού Εξαμιλίου, που έχει μήκος 3.800 οργιές. Ύψωσε πάνω στο τείχος 153 πύργους. Κατά τη διάρκεια τής κατασκευής αποκαλύφθηκε μαρμάρινη πλάκα με την ακόλουθη επιγραφή: «Φως από φως, Θεός αληθινός από Θεό αληθινό, να φυλάει τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, τον πιστο του δούλο Βικτωρίνο καί ὀλους τους κατοίκους τής Ελλάδας που ζουν μέσω τής χάρης τού Θεού»
(Τὸν δὲ Ἰούλιον μῆνα τοῦ κα-ου ἔτους ἐξελθὼν ἀπὸ τῆς Πόλεως ἀπῆλθεν εἰς τὴν νῆσον Θάσον ὁ ἅγιος βασιλεὺς κὺρ Μανουὴλ καὶ ἀπῆρεν αὐτὴν τὸν Σεπτέβριον τοῦ κβ-ου ἔτους. Εἶτ΄ ἀπ΄ ἐκεῖ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ εἰς τὸν Μορέαν καὶ ἔκτισε τὸ Ἑξαμίλιον. Τῷ κβ-ῳ ἔτει Μαρτίῳ γὰρ ἔσωσεν ἐν τῷ λιμένι τῶν Κεχρεῶν ὀνομαζομένῳ. Καὶ τῇ η-ῃ τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς ἤρξατο ἀνακαθαίρειν καὶ ἀνοικοδομεῖν αὐτὸ δὴ τὸ Ἑξαμίλιον, ὅπερ ἔνι τὸ μῆκος οὐργιὲς ͵γωʹ. Ἀνέστησε δὲ πύργους ἐπ΄ αὐτῷ ρνγʹ. Εὑρέθησαν καὶ γράμματα ἐν μαρμάρῳ λέγοντα οὕτως· «Φῶς ἐκ φωτός, θεὸς ἀληθινὸς ἐκ θεοῦ ἀληθινοῦ, φυλάξῃ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸν καὶ τὸν πιστὸν αὐτοῦ δοῦλον Βικτωρῖνον καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ Ἑλλάδι οἰκοῦντας τοὺς ἐκ θεοῦ ζῶντας.» Καὶ τῷ κδ-ῳ ἔτει μηνὶ Μαρτίῳ ἐπανέστρεψεν εἰς τὴν Πόλιν).Στη συνέχεια ο Μανουήλ τον έστειλε πίσω, όχι στη Ρώμη, όπως λέει ο Συρόπουλος, αλλά στην Κωνσταντία, όπου έφθασε στις 25 Μαρτίου 1416, αφού ολοκλήρωσε μια πρώτη αποστολή στη Βενετία λίγο πριν τις 15 Μαρτίου. Παρέμεινε στην Κωνσταντία μέχρι το τέλος τής συνόδου. Έκανε προτάσεις σχετικές με σχέδιο ένωσης των Εκκλησιών και συνέβαλε, με τις εκκλήσεις του για ενότητα, στον τερματισμό τού σχίσματος τής Δύσης και στην εκλογή νέου πάπα, τού Μαρτίνου Ε΄. Το 1419-1420 βρισκόταν πίσω στην Ιταλία, αυτή τη φορά για να ρυθμίσει τούς γάμους δύο Λατίνων πριγκηπισσών με τον δεσπότη Θεόδωρο Β΄ και τον αδελφό του Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο. Κατά την παραμονή του στη Βενετία στη διάρκεια αυτού τού ταξιδιού, ο Νικόλαος Ευδαιμονοϊωάννης ζήτησε και πήρε άδεια από την ενετική γερουσία, να εξάγει 400 σανίδες ξυλείας από την Κρήτη στον Μοριά για την κατασκευή εκκλησίας. Το όνομα Ευδαιμονοϊωάννης εμφανίζεται ξανά σε ενετικό έγγραφο τού 1422, που τον δείχνει ν΄ αποτελεί την ηγετική φυσιογνωμία στις διαπραγματεύσεις τού Δεσποτάτου Μορέως με τη Βενετία. Αργότερα την ίδια χρονιά η γερουσία τής Βενετίας συζήτησε πρόταση για τη χορήγηση φέουδων στον Νικόλαο και τούς γιους του, σε κατεχόμενα από τούς Ενετούς εδάφη τού Μοριά. Ήδη από τις αρχές τής Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα κατά τον 13ο αιώνα, ένας Ευδαιμονοϊωάννης ήταν ανάμεσα στους άρχοντες από τη Μονεμβασία που υπέβαλαν την υποταγή τους στον πρίγκηπα Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουΐνο, πράγμα που υποδηλώνει ότι η οικογένεια διατηρούσε σταθερή φιλο-λατινική στάση για πολλές γενιές, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες αριστοκρατικές οικογένειες τού Μοριά, των οποίων η πολιτική στάση απέναντι στους ξένους είχε την τάση να ταλαντεύεται.
- [←33]
-
Ο πάπας Μαρτῖνος Ε΄ εκλέχτηκε στις 11 Νοεμβρίου 1417 στη σύνοδο τής Κωνσταντίας, από κογκλάβιο αποτελούμενο από εικοσιπέντε καρδινάλιους και τριάντα εκπροσώπους τής συνόδου, οι οποίοι, αφού εκθρόνισαν τον αντιπάπα Ιωάννη ΚΓ΄ (1410–15), παρέμεναν για καιρό διχασμένοι από τις αντιτιθέμενες εξαγγελίες τού πάπα Γρηγορίου ΙΒ΄ (1406–15) και τού αντιπάπα Βενέδικτου ΙΓ΄ (1394–1423).
- [←34]
-
Ο λατινεπίσκοπος Ρόδου Ἀνδρέας Χρυσοβέργης, που πέθανε το 1440, ήταν ελληνικής καταγωγής, προερχόμενος από χριστιανούς ορθόδοξους γονείς. Μελέτησε λατινικά, ελληνικά και θεολογία και ιδιαίτερα τα ζητήματα των διαφορών μεταξύ Ελληνορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κι έγινε καθολικός, μπαίνοντας στο τάγμα των Δομινικανών την εποχή τού σχίσματος τής Καθολικής εκκλησίας (1378-1417). Κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες να προσηλυτίσει τούς συμπατριώτες του στη νέα του πίστη. Έγινε αρχιεπίσκοπος Ρόδου το 1413 και αργότερα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, πήρε ενεργό μέρος στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1437-1439) ως ένας από τούς έξι θεολόγους, που ορίστηκαν ν΄ απαντούν στις διαφωνίες των Ορθοδόξων.
- [←35]
-
Συρόπουλος 2.6: Ὁ δὲ πάπας καὶ ἔτι ἀσμένως δέχεται ἐπὶ τούτοις τὸν Εὐδαιμονοϊωάννην καί τὰ περὶ τῆς ἑνώσεως ἀποδέχεται καὶ τὴν ὅλην αὐτοῦ πρεσβείαν ἀκούει καὶ ταύτην ἐκπληροῖ· νύμφας τε γὰρ ἐνέδωκεν ἐνταῦθα ἐλθεῖν, ἅσπερ ὁ Εὐδαιμονοϊωάννης ἐπραγματεύσατο, ὧν ἡ μὲν τῷ φιλοχρήστῳ ἡμῶν αὐθέντῃ καὶ βασιλεῖ κῦρ Ἰωάννῃ ἔτυχε νυμφευθεῖσα, ἥτις γε ἦν ἡ ὑψηλοτάτη αὐγούστα Σοφία, ἡ δὲ τῷ πορφυρογεννήτῳ δεσπότῃ Θεοδώρῳ· ὑπὲρ τε τῆς τοῦ Ἑξαμιλίου φυλακῆς μεγίστην πρόνοιαν ὁ μακαριώτατος ἐποιήσατο, ἥτις γε τοσοῦτον αὐτὸν ὤνησεν, ὅσον καὶ ὄνου σκιὰ· γράμμα γὰρ ἐκθέμενος ἔστειλε συγχωροῦν ἁμαρτήματα τῶν προαιρουμένων παραγίνεσθαι εἰς τὸ Ἑξαμίλιον καὶ φυλάσσειν αὐτὸ. πρὸς οὕς δὲ ἡ συγχώρησις ἦν, παρ΄ οὐδὲν αὐτὴν θέμενοι, βέλτιον ἡγήσαντο οἴκοι μένοντες ῥέγχειν καὶ ταῖς συνήθεσι συζῆν ἁμαρτίαις ἤ συγχωρούμενοι φυλάσσειν τὸ Ἑξαμίλιον. ὅθεν αὐτοὶ μὲν ἔρρεγχον οἴκοι, οἱ δὲ ἐκ τῆς Ἄγαρ τὸ τεῖχος συσχόντες καὶ καταστρέψαντες Μυσῶν λείαν τὰ Ῥωμαϊκά τε καὶ τὰ ἐκεῖσε Λατινικὰ ἐποιήσαντο. πλὴν εἰ δὲ καὶ τὸ τεῖχος ἔκτοτε δὶς καὶ τρὶς ἐχαλάσθη, ἀλλ΄ ὅμως τὸ ἐκ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας φυλακτήριον τούτου ἔτι καὶ νῦν ἵσταται ἐνθάδε φυλασσόμενον ἐν τοῖς βασιλείοις.
- [←36]
-
Η Σοφία τού Μομφερράτ, ο γάμος τής οποίας με τον Ιωάννη Η΄ στην Αγία Σοφία έγινε στις 19 Ιανουαρίου 1421 και όχι 1419 (κζ΄ ἔτει) όπως γράφει ο Σφραντζής, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1027D:
«Τον Νοέμβριο τού 6927 [1418] έφτασε στην Πόλη η δέσποινα κυρά Σοφία, κόρη τού μαρκήσιου τού Μομφερράτ. Στις 19 Ιανουαρίου τού ίδιου έτους [1419] την παντρεύτηκε ο κυρ Ιωάννης και στέφθηκε και αυτοκράτορας στην εκκλησία τής Αγίας Σοφίας. Η τελετή παρείχε ευκαιρία για μεγάλη γιορτή και πανηγύρι»
(Καὶ τῷ κζ-ῳ ἔτει ἐν μηνὶ Νοεμβρίῳ ἦλθεν εἰς τὴν Πόλιν καὶ ἡ δέσποινα κυρὰ Σοφία, ἡ τοῦ Μόντες Φεράντες μαρκεσίου θυγάτηρ. Καὶ τῇ ιθ-ῃ τοῦ Ἰαννουαρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους εὐλογήθη αὐτὴν καὶ ἐστέφθη καὶ βασιλεὺς ὁ κὺρ Ἰωάννης ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ· ἐν ᾗ δὲ στέψει ἐγεγόνει ὄντως ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων).Βλέπε επίσης Δούκα, Historia Byzantina, CSHB (Βόννη, 1834), 20, σελ. 99-100 ο οποίος δεν δίνει χρονολογία:
«Τρία περίπου χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας θέλησε να αποκτήσει νύφες τόσο για τον Ιωάννη όσο και για τον δεύτερο γιο του Θεόδωρο. Από την Ιταλία έφερε την κόρη τού Θεόδωρου, τού μαρκήσιου τού Μομφεράτ, για τον γιο του Ιωάννη, και την κόρη τού κόμη Μαλατέστα για τον Θεόδωρο. Όταν η Σοφία τού Μομφεράτ έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας ένωσε αυτήν και τον Ιωάννη σε νόμιμο γάμο. Στη συνέχεια έβαλε τα διαδήματα στο κεφάλι τους και τούς ανακήρυξε αυτοκράτορα και αυτοκράτειρα των Ρωμαίων. Έδωσε έπειτα την κόρη τού Μαλατέστα στον Θεόδωρο για γάμο και ανακήρυξε τον Θεόδωρο δεσπότη τής Λακεδαιμονίας, φορώντας του τα διακριτικά τού αξιώματος. Όμως ο αυτοκράτορας Ιωάννης δεν ήταν ευχαριστημένος με τη γυναίκα του. Η νεαρή γυναίκα είχε εξαιρετικά καλές αναλογίες στο σώμα. Είχε ωραίο λαιμό. Τα μαλλιά της ήσαν ξανθά, με πλεξούδες που έρρεαν μέχρι κάτω στους αστραγάλους της, σαν αστραφτερά χρυσά ρεύματα. Είχε φαρδείς ώμους, βραχίονες, στήθος και χέρια συμμετρικά και δάκτυλα διαφανή. Ήταν ψηλή στο ανάστημα και στεκόταν πολύ ίσια. Αλλά το πρόσωπο και τα χείλη της και η δυσπλασία τής μύτης και των ματιών και των φρυδιών της παρουσίαζαν μια σύνθεση πολύ άσχημη, που μπορούσε να περιγραφεί με τα λόγια τής λαϊκής παροιμίας: «Από μπροστά Σαρακοστή και από πίσω Πάσχα». Όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης την είδε έτσι, δεν είχε μαζί της σχέσεις ούτε κοιμόταν ποτέ μαζί της. Ζούσε λοιπόν αυτή μόνη της σε ένα από τα διαμερίσματα τού παλατιού»
(Ὁ δὲ βασιλεὺς μετὰ παραδρομὴν ἐτῶν τριῶν ἐγγὺς που ἠβουλήθη ἑτέραν ἀγαγέσθαι νύμφην τῷ Ἰωάννῃ καὶ τῷ δευτέρῳ τῷ Θεοδώρῳ· καὶ στείλας ἐν Ἰταλίᾳ ἠγάγετο θυγατέραν Θεοδώρου μαρκεσίου Μόντης Φεράρα τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰωάννῃ, τῷ δὲ Θεοδώρῳ θυγατέραν κόντε Μαλατέστα· καὶ εἰσελθόντων ἐν τῇ πόλει, καὶ στεφανώσας αὐτοὺς ὁ πατὴρ νόμῳ γάμου ταινιοῖ τούτους καὶ βασιλεῖς Ῥωμαίων ἀναδείκνυσι· τὴν δὲ θυγατέρα τοῦ Μαλατέστα τῷ Θεοδώρῳ, καὶ δεσπότην Λακεδαιμονίας εὐφήμισεν, ἐνδύσας αὐτὸν τὰ παράσημα. Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰωάννης ἦν μὴ στέργων τὴν σύνοικον· ἡ κόρη γὰρ τῷ μὲν σώματι καὶ μάλα εὐάρμοστος· τράχηλος εὐειδής, θρὶξ ὑποξανθίζουσα καὶ τοὺς πλοκάμους ὡς ῥύακας χρυσαυγίζοντας μέχρι τῶν ἀστραγάλων καταρεομένους ἔχουσα, ὤμους πλατεῖς καὶ βραχίονας καὶ στέρνα καὶ χεῖρας ἐμμέτρους καὶ δακτύλους κρυσταλλοειδεῖς καὶ τὴν πᾶσαν ἡλικίαν τοῦ σώματος ἀνωρρεπῆ καὶ πολὺ εἰς τὸ ὄρθιον ἱσταμένη· ὄψις δὲ καὶ χείλη καὶ ῥινὸς κατάστασις καὶ ὀφθαλμῶν καὶ ὀφρύων σύνθεσις ἀειδεστάτη· παντάπασιν ὡς ἔπος χυδαῖον εἰπεῖν «Ἀφ’ ἐμπρὸς τεσσαρακοστὴ καὶ ὄπισθεν πάσχα.» Τοιαύτην οὖν ἰδὼν ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης οὐκ ἐμίγη ταύτην, οὐδὲ τὸ παράπαν σύγκοιτος ταύτης ἐγένετο· διὸ καὶ μονάζουσα ἦν ἐν ἑνὶ τῶν κοιτώνων τοῦ παλατίου).Αυτός ο γάμος δεν υπήρξε ευτυχισμένος. Η Σοφία επέστρεψε κρυφά στην οικογένειά της τον Αύγουστο τού 1426. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1031D:
«Τον Αύγουστο τού 6934 [1426] η δέσποινα κυρά Σοφία διέφυγε από την Πόλη και επέστρεψε στην πατρίδα της. Στις 30 Αυγούστου 6935 [1427] έφεραν στην Πόλη με γαλέρα από την Τραπεζούντα την κυρά Μαρία Κομνηνή, κόρη τού κυρ Αλέξιου Κομνηνού, αυτοκράτορα Τραπεζούντας. Τον Σεπτέμβριο τού 6936 [1427] η κυρά Μαρία παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα κυρ Ιωάννη»
(Καὶ τῷ λδ-ῳ ἔτει μηνὶ Αὐγούστῳ διέβη φυγοῦσα εἰς τὴν αὑτῆς πατρίδα ἡ δέσποινα κυρὰ Σοφία. Καὶ τῷ λε-ῳ ἔτει τοῦ Αὐγούστου κθ-ῃ ἔφερον μετὰ κατέργων ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα κυρὰν Μαρίαν τὴν Κομνενήν, θυγατέρα κυροῦ Ἀλεξίου βασιλέως Τραπεζοῦντος τοῦ Κομνηνοῦ. Καὶ τῷ λϛ-ῳ ἔτει μηνὶ Σεπτεβρίῳ εὐλογήθη αὐτὴν ὁ βασιλεὺς κὺρ Ἰωάννης).Για την επιστροφή τής Σοφίας στην Ιταλία βλέπε ιδιαίτερα Δούκα, Historia Byzantina, CSHB (Βόννη, 1834), 20, σελ. 100-102:
«Όταν ο αυτοκράτορας [Ιωάννης] την είδε για πρώτη φορά, ήθελε να τη στείλει πίσω στην Ιταλία, στο σπίτι τού πατέρα της, αλλά εμποδιζόταν από την αγάπη του για τον πατέρα του, τον αυτοκράτορα Μανουήλ. Η αυτοκράτειρα [Ελένη, μητέρα του Ιωάννη], καταλαβαίνοντας ότι τα συναισθήματά του απέναντί της δεν θα άλλαζαν ποτέ, αποφάσισε να ξεφύγει [η κοπέλα] από τούς Ρωμιούς, πράγμα που έκανε. Έστειλε μήνυμα στους Γενουάτες τού Γαλατά, αποκαλύπτοντας το σχέδιό της για την αναχώρηση τής κοπέλας. Μια μέρα [η κοπέλα] βγήκε από την Πόλη για να επισκεφτεί έναν υπέροχο κήπο για ψυχαγωγία. Πήρε μαζί της τις κυρίες επί των τιμών, τις γυναίκες που μιλούσαν τη γλώσσα της, καθώς και μερικούς νέους που είχε φέρει μαζί της από το πατρικό της σπίτι. Προς το απόγευμα οι ευγενείς τού Γαλατά, που είχαν ετοιμάσει μια διήρη, επιβιβάστηκαν και πλησίασαν την ακτή. Την ανέβασαν με σεβασμό στο πλοίο και διέσχισαν στην απέναντι ακτή, όπου ήρθαν οι κάτοικοι να τη χαιρετήσουν και να την προσκυνήσουν δουλικά ως κυρία και αυτοκράτειρά τους. Καθώς είχε ήδη πέσει το βράδυ, οι Κωνσταντινουπολίτες δεν κατάλαβαν καθόλου το δράμα που εκτυλισσόταν. Όμως, όταν χάραξε η αυγή, οι αξιωματούχοι τού παλατιού ενοχλήθηκαν όταν έμαθαν για το επεισόδιο. Δεν άντεχαν την περιφρονητική συμπεριφορά των Γενουατών τού Γαλατά και ετοιμάζονταν να κάνουν επιδρομή και να καταστρέψουν τα προάστιά τους. Όμως ο αυτοκράτορας Μανουήλ το απαγόρευσε. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης, από την άλλη πλευρά, ενέκρινε αυτό που είχε συμβεί. Ένα τεράστιο εμπορικό πλοίο των Γενουατών ήταν έτοιμο να αποπλεύσει για την Ιταλία. Μόλις άρχισε να φυσά βόρειος άνεμος, η αυτοκράτειρα [σύζυγος τού Ιωάννη] πήγε στο πλοίο και την υποδέχθηκαν με τιμή και δόξα. Το πλοίο άνοιξε πανιά και έφτασε στην Ιταλία. Επιστρέφοντας στο σπίτι χωρίς τίποτε άλλο εκτός από το στέμμα της, είπε και αυτό: «Μού αρκεί αυτή η μαρτυρία, ότι υπήρξα και είμαι αυτοκράτειρα των Ρωμιών. Δεν με νοιάζει για θησαυρούς πολλών χιλιάδων ταλάντων». Όταν οι ευγενείς τής Φερράρας ενημερώθηκαν για την άφιξή της στα σύνορα τής επαρχίας, ήρθαν να τη συναντήσουν μαζί με τον αδελφό της, τον μαρκήσιο. Τη συνόδευσαν μέχρι το παλάτι τής οικογένειάς της. Στη συνέχεια πήγε σε ένα μοναστήρι και ανέλαβε εκεί διαμονή. Αφοσιώθηκε στον Θεό και παρέμεινε κλεισμένη εκεί μέχρι το τέλος τής ζωής της. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης έστειλε τώρα πρέσβεις στον Αλέξιο Κομνηνό, τον αυτοκράτορα τής Τραπεζούντας, ζητώντας σε γάμο την κόρη του Μαρία, γιατί ήταν όμορφη και στη μορφή και στους τρόπους. Την συνόδευσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατριάρχης Ιωσήφ τούς ένωσε με τις συνήθεις τελετές τού ιερού γάμου και εκείνη αναγορεύθηκε αυτοκράτειρα των Ρωμιών»
(Ἰδὼν οὖν ὁ βασιλεὺς ἠβουλήθη πέμψαι ἐν Ἰταλίᾳ ἐν τοῖς τοῦ πατρὸς δόμοις καὶ διὰ τὴν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τοῦ βασιλέως Μανουήλ, στοργὴν ἐκωλύετο. Ἡ δὲ βασιλὶς ὁρῶσα τὸ ἀμετάθετον τῆς γνώμης αὐτοῦ ἠβουλήθη διαδρᾶσαι ἐκ μέσου αὐτῶν ὅ καὶ πεποίηκεν. Πέμψασα εἰς τοὺς Γενουΐτας τοῦ Γαλατᾶ καὶ δηλώσασα τὴν αὐτῆς ἀποδημίαν, μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἔξεισι τῆς πόλεως ἔν τινι τῶν τερπνῶν κήπων εὐθυμίας χάριν σὺν τῇ γυναικωνίτιδι, ταῖς ὁμογλώσσαις, καὶ σὺν ὀλίγοις νέοις, οὕς ἀπὸ τοῦ πατρικοῦ οἴκου ἐξήγαγε· καὶ πρὸς ἑσπέραν διῆριν μίαν ἑτοιμάσαντες καὶ oἱ τοῦ Γαλατᾶ προὔχοντες εἰσελθόντες καὶ τῷ αἰγιαλῷ πλησιάσαντες, ἐντίμως αὐτὴν λαβόντες τὴν περαίαν ἐδιέβησαν καὶ πάντες προϋπήντουν αὐτὴν καὶ δουλικῶς προσεκύνουν ὡς κυρίαν αὐτῶν καὶ δέσποιναν. Οἱ δὲ τῆς πόλεως μηδ’ ὁπωσοῦν ἐννοήσαντες τὸ δρᾶμα ἑσπέρας ἤδη καταλαβούσης, τῇ ἕωθεν οἱ τοῦ παλατίου πάντες μαθόντες τὸ γεγονὸς ἐδυσχέραινον· καὶ μὴ φέροντες τὴν καταφρόνησιν, ἥν ὑπέστησαν παρὰ τῶν τοῦ Γαλάτου, ἡτοιμάζοντο καταδραμεῖν καὶ ἀφανίσαι τὰ αὐτῶν προάστεια. Ὁ δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ ἐκώλυσεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰωάννης τὸ γεγονὸς ἀπεδέξατο. Ἦv δὲ τὰ φορτία φέρουσα μία ναῦς ὑπερμεγέθης τῶν Γενουϊτῶν, ἑτοίμως ἔχουσα τοῦ πλεῦσαι ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀνέμου δὲ βορέως πνεύσαντος εἰσῆλθεν ἐντίμως μετὰ δόξης ἡ βασιλὶς ἐν αὐτῇ καὶ τὰ ἱστία πτερώσαντες εἰς Ἰταλίαν ἀφίκοντο, ἄλλο μηδὲν ἔτερον κερδάνασα, πλὴν τοῦ οὗ ἐστέφθη στέμματος, εἰποῦσα καὶ τοῦτο· «Ἀρκεῖ μοι τοῦτο εἰς μαρτύρων, ὅτι βασίλισσα τῶν Ῥωμαίων ἐγενόμην καὶ εἰμί· περὶ δὲ θησαυρῶν μυριοταλάντων οὐ μέλει μοι.» Ἐλθοῦσα δὲ ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς ἐπαρχίας τῶν Φεράρων καὶ μαθόντες οἱ τῆς ἡγεμονίας ἐκείνης προὔχοντες σὺν τῷ ἀδελφῷ αὐτῆς μαρκεσίῳ ἐξῆλθον εἰς συνάντησιν αὐτῆς καὶ προπέμψαντες αὐτὴν μέχρι τῶν παλατίων τῆς πατρικῆς ἑστίας. Αὕτη εἰς ἕν τῶν μοναστηρίων ἐλθοῦσα ἐκεῖ τὴν οἴκησιν ᾑρετίσατο καὶ τῷ Θεῷ ἑαυτὴν ἀναθεῖσα τὸ λεῖπον τῆς ζωῆς ἀνεπλήρωσεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰωάννης στείλας εἰς Κομνηνὸν Ἀλέξιον, βασιλέα Τραπεζοῦντος, ἡρμόσατο τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Μαρίαν εἰς γυναῖκα, ὡραίαν καὶ κάλλει καὶ ἤθει· καὶ ἀγαγόντες ἀπὸ Τραπεζοῦντος κατήγαγον ἐν Κωνσταντινουπόλει. Καὶ ὁ πατριάρχης Ἰωσὴφ διὰ συνήθων ἱεροτελεστιῶν εἰς ἕν συνῆψε κάί δέσποινα Ῥωμαίων ἀνηγορεύθη).
- [←37]
-
Ο αυτοκράτορας Ἰωάννης Η΄ Παλαιολόγος (1392-1448) βασίλευσε από το 1425 μέχρι τον θάνατό του και παντρεύτηκε τρεις φορές. Πρώτη του σύζυγος ήταν το 1414 η Άννα τής Μόσχας, κόρη τού μεγάλου πρίγκηπα Βασίλειου Α΄ τής Μόσχας (1389–1425) και τής Σοφίας τής Λιθουανίας. Η Άννα πέθανε το 1417 από πανούκλα. Ο δεύτερος γάμος τού Ιωάννη το 1421, που ρυθμίστηκε από τον πατέρα του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο και τον πάπα Μαρτίνο Ε΄, ήταν με την αναφερόμενη εδώ Σοφία τού Μομφεράτ, κόρη τού Θεοδώρου Β΄ Παλαιολόγου, μαρκησίου τού Μομφεράτ (1381-1418). Ο γάμος αυτός τερματίστηκε το 1426. Τον τρίτο γάμο τού Ιωάννη κανόνισε ο Βησσαρίων, δηλαδή ο Νικαίας τής παρούσας περιγραφής και μετέπειτα καρδινάλιος τής Καθολικής εκκλησίας. Τρίτη σύζυγος το 1427 υπήρξε η Μαρία τής Τραπεζούντος, κόρη τού Αλεξίου Δ΄ τής Τραπεζούντος και τής Θεοδώρας Καντακουζηνής. Η Μαρία πέθανε τον χειμώνα τού 1439, όπως θα δούμε στο τελευταίο κεφάλαιο, επίσης από πανούκλα. Ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος δεν απέκτησε παιδιά από κανέναν από τούς τρεις γάμους του. Όταν πέθανε το 1448, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, που βασίλευσε μέχρι την άλωση τής Πόλης από τούς Οθωμανούς και πέθανε κατά την πολιορκία το 1453.
- [←38]
-
Ο Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος, δεσπότης τού Μορέως, γιος τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ και αδελφός τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄, παντρεύτηκε το 1421 στον Μυστρά την Ιταλίδα ευγενή Κλεόπα Μαλατέστα. Στις 20 Αυγούστου 1420 η Κλεόπα έφυγε από το λιμάνι τού Φάνο (κοντά στο Πέζαρο) για την Κωνσταντινούπολη μαζί με τη Σοφία τού Μομφεράτ, που θα παντρευόταν τον αδελφό τού Θεόδωρου, τον μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄.
- [←39]
-
Το τείχος τού Ἑξαμιλίου ανακατασκευάστηκε την άνοιξη και το καλοκαίρι τού 1415 από τον Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο στον Ισθμό τής Κορίνθου, για να προστατεύει τα εδάφη τής αυτοκρατορίας στην Πελοπόννησο από τις επιδρομές των Οθωμανών, που είχαν ήδη κυριαρχήσει στη Στερεά, στη Θεσσαλία και στη Βόρεια Ελλάδα. Εννοείται ότι δεν είχε ακόμη σκαφτεί η διώρυγα. Το τείχος είχε μήκος πάνω από 7 χλμ. και είχε 153 πύργους. Κατά τον Laurent 1971: 107 σημ. 7, η πιο λεπτομερής περιγραφή για την κατασκευή αυτού τού τεράστιου έργου βρίσκεται στη διάσημη σάτιρα τής εποχής γραμμένη από τον Μάζαρι, Διάλογος Νεκρικός – Ἐπιδημία Μάζαρι ἐν Ἅδου, στο J. Fr. Boissonade (επιμ.), Anecdota Graeca e Codicibus Regiis (Παρίσι 1831), τόμος 3, 112-186, στις σελ. 177-179:
«Έπειτα, αφού [ο Μανουήλ] έφτασε μέχρι τη Θεσσαλονίκη και τακτοποίησε καλά και όπως έπρεπε όλες τις εκεί υποθέσεις, επέστρεψε με αυτή τη στρατιωτική δύναμη στην Πελοπόννησο με χαρά. Επέστρεψε λοιπόν όχι για γλέντι ούτε για κυνήγι, αλλά ούτε για ξεκούραση και σταμάτημα των κόπων από τα πολλά και γενναία εκείνα έργα που είχε κάνει στη Θεσσαλονίκη και τη Θάσο. Αλλά το από καιρό κατεδαφισμένο [περίβλημα στον] ισθμό τής Πελοποννήσου, από το οποίο μπορούσε να περάσει όποιος ήθελε, το οποίο ούτε στον ύπνο του δεν σκέφτηκε κανένας από τούς προηγούμενους αυτοκράτορες να κλείσει με τείχος και τάφρο, αυτό το περίβλημα, πέρα από κάθε προσδοκία, σε εικοσιπέντε ημέρες το τείχισε με επάλξεις και πύργους, και μαζί με αυτό ανοικοδόμησε και τα δύο κατεδαφισμένα φρούρια στα άκρα του, φρουρά εκείνων που συμβίωναν μέσα και λιμάνι εκείνων που χειμάζονταν έξω, κάτω από ανάγκες βαρβαρικές. Ενώ δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί αυτό το διάσημο έργο, εκείνοι που στη διάρκεια ολόκληρης τής ζωής τους ανακάτευαν και διατάρασσαν τις υποθέσεις των Πελοποννήσιων, εκείνοι που χαίρονταν πάντοτε με μάχες και ταραχές, οι πάντοτε αιμοδιψείς τοπάρχες, οι γεμάτοι απάτη, ψευτιά και δόλο, οι εκβαρβαρισμένοι και παραπλανημένοι και άστατοι και επίορκοι και άπιστοι πάντοτε προς αυτοκράτορες και δεσπότες, εκείνοι που ήσαν εντελώς ταλαίπωροι αλλά πιο φιλόδοξοι και από τον Τάνταλο, εκείνοι που ήσαν ζητιάνοι και φαντάζονταν ότι ήσαν ήρωες, εκείνοι που ήσαν γεμάτοι με χιλιάδες ασέλγειες και κακές πράξεις, εκείνοι, ας ακούσει η γη και ο ήλιος και ολόκληρος ο χορός των άστρων, επαναστάτησαν με προκλητικότητα και αναίδεια εναντίον τού ευεργέτη και σωτήρα τους, καθένας από αυτούς σχεδίασε να επιβάλει τυραννία, αντάλλαξαν μεταξύ τους επικίνδυνους όρκους και συμβουλές, οργάνωσαν συνωμοσίες εναντίον τού γενναιότατου αυτοκράτορα, και απείλησαν και τούς εργαζόμενους για να κατεδαφίσουν το τείχος που είχε ανοικοδομηθεί για σωτηρία δική τους και εκείνων που ήσαν μαζί τους. Εκείνον που το έχτισε, τον ευεργέτη και ηγεμόνα και προστάτη και άγρυπνο φύλακα των Ρωμιών, εκείνον που τη συγκεκριμένη στιγμή αγωνιζόταν σαν Ηρακλής και περισσότερο από Ηρακλής, εκείνον που έβαζε όλα τα δικά του σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου μόνο να φτιάξει αυτό το τείχος και την τάφρο για φρουρά όλων εκείνων που κατοικούσαν μέσα από αυτό, αυτόν λοιπόν τον αήττητο και γενναιότατο αυτοκράτορα κόμπαζαν ότι θα τον είχαν στο χέρι, ή μυστικά ή με όπλα και στρατό. Ενώ λοιπόν έτσι απειθάρχησαν και στασίασαν εκείνοι, ο από όλους αήττητος αυτοκράτορας, με ανδρεία και μεγάλη μεγαλοψυχία και καρτερία και χωρίς καμία δειλία, ξεπερνώντας γενναία τις σκευωρίες αυτών των τρισάθλιων και τις φλυαρίες των γριών, αλλά μάλιστα και τις επιδρομές, τις ενέδρες και τις εκστρατείες, καθώς και τα λόγια τού Κροκόδειλου τα γεμάτα απάτη και δόλο και τη ματαιοδοξία τού δρεπανηφόρου Ελλεαβούρκου, προχωρούσε με μεγάλο στράτευμα εναντίον τους, αντιμετωπίζοντας ευχάριστα τη βροχή και τον ήλιο, χαρούμενος ταυτόχρονα και λυπημένος»
(Εἶτα μέχρι καὶ Θεσσαλονίκης τοῦ τοιούτου ἐλθόντος καὶ τὰ ἐκεῖσε πάντ΄ εὖ καὶ ὡς εἰκὸς διαθεμένου, ἐπανῆκε μετὰ τῆς τοιαύτης δυνάμεως καὶ πρὸς τὴν τοῦ Πέλοπος χαίρων. Ἐπανῆκεν οὖν οὐ πρὸς θοίνην οὐδὲ θήραν, ἀλλ΄ οὐδὲ πρὸς ἄνεσιν καὶ πόνων ἀνακωχήν, τῶν πολλών καὶ γενναίων ἐκείνων ἔργων ὧν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ Θάσῳ πεποίηκεν· ἀλλὰ τὸν ἀπ΄ αἰῶνος κατεσκαμμένον ἰσθμὸν τῆς Πελοποννήσου καὶ βατὸν τυγχάνοντα τῷ βουλομένῳ παντί, ὅν οὐδ΄ ἐν ὕπνοις ώνειροπόλησέ τις τῶν προτοῦ βασιλέων, πρὸς τὸ τειχίσαι τε καὶ ταφρῶσαι, τοῦτον, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ἐν πέντε πρὸς ταῖς εἴκοσιν ἡμέραις, μετ΄ ἐπάλξεων καὶ πυργωμάτων τὸν τοιοῦτον τετείχικε περίβολον, καὶ σὺν αὐτῷ ἀνῳκοδόμησε καὶ τὰ ἐν ἄκροις κατεσκαμμένα δύο πολίχνια εἰς φρουρὰν μὲν τῶν ἔνδον συναναστρεφομένων, λιμένα δὲ τῶν χειμαζομένων ἔξωθεν ὑπ΄ ἀνάγκαις βαρβαρικαῖς. Οὔπω δὲ τοῦ περιωνύμου τούτου ἔργου ἀπαρτισθέντος, οἱ πάντ΄ ἄνω καὶ κάτω κυκῶντές τε καὶ ταράττοντες τὰ τῶν Πελοποννησίων τὸν ἅπαντα τῆς ζωῆς αὐτῶν χρόνον, οἱ μάχας μὲν ἀεὶ χαίροντες καὶ ταραχαῖς, φόνιον δ΄ ἐς ἀεὶ πνέοντες τοπάρχαι, οἱ ἀπάτης καὶ ψεύδους καὶ δόλου μεστοί, οἱ βεβαρβαρωμένοι καὶ τετυφωμένοι καὶ ἄστατοι καὶ ἐπίορκοι καὶ ἄπιστοι πρὸς βασιλέας τε καὶ δεσπότας ἀεί, οἱ ὄντες μὲν ταλάντατοι, Ταντάλου δὲ πλέον φρονοῦντες, οἱ Ἶροι μὲν τυγχάνοντες, ἥρωες δὲ εἶναι δοκοῦντες, καὶ μυρίων ἀσελγειῶν καὶ πράξεων μεμεστωμένοι, οὗτοι, ὦ γῆ καὶ ἥλιε καὶ ὁ τῶν ἄστρων ἅπας χορός, περὶ τὸν εὐεργέτην αὐτῶν καὶ σωτῆρα ἰταμῶς τε καὶ ἀναιδῶς ἐπανέστησαν, καὶ τυραννίδα τούτων ἕκαστος ἐμελέτησε, καὶ ὅρκους καὶ συμβούλια χαλεπὰ πρὸς ἀλλήλους συνέθεντο, καὶ δόλους κατὰ τοῦ γενναιοτάτου βασιλέως ἔῤῥαψαν, καὶ πρὸς τοῖς ἐργαζομένοις ἠπείλησαν ἵνα καὶ τὸν ἀνοικοδομηθέντα πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν τε καὶ τῶν μετ΄ αὐτῶν περίβολον κατασκάψωσι, καὶ τὸν τοῦτον τειχίσαντα εὐεργέτην τε καὶ πρύτανιν καὶ πολιοῦχον καὶ τῶν Ῥωμαίων ἄγρυπνον φύλακα, κἀν τῷ παρόντι καιρῷ καθ΄ Ἡρακλέα καὶ ὑπὲρ Ἡρακλέα ἀγωνιζόμενον, τὸν τὰ ἑαυτοῦ πάντα δεύτερα θέμενον πρὸς τὸ τειχίσαι τε καὶ ταφρῶσαι μόνον τουτονὶ τὸν περίβολον εἰς φρουρὰν πάντων τῶν ἐντὸς ἐνοικούντων, τοῦτον τοίνυν τὸν ἀήττητον καὶ γενναιότατον αὐτοκράτορα διαχειρίσαι ἐκαυχήσαντο ἤ κρύφα ἤ μεθ΄ ὅπλων καὶ στρατιᾶς. Οὕτως ἀπιστησάντων τε καὶ στασιασάντων τούτων, ὁ πάντων ἀήττητος αὐτοκράτωρ ἀνδρείως καὶ μεθ΄ ὅσης ἄν εἴπῃ τις μεγαλοψυχίας τε καὶ καρτερίας, καὶ δειλίας τινὸς ἄτερ, τὰ τούτων τῶν παμμιάρων σκαιωρήματα καὶ τοὺς ὕθλους, ἀλλὰ δὴ καὶ τὰς ἐκδρομὰς καὶ ἐνέδρας καὶ ἐκστρατείας, ἔτι τε τοῦ κροκοδείλου τοὺς λόγους τοὺς ἀπάτης καὶ δόλου μεστούς, καὶ τοῦ Ἑλλεαβούρκου τοῦ δρεπανηφόρου τὸν τῦφον γενναίως διενεγκών, ἐχώρει μετὰ παμπόλλου στρατεύματος κατ΄ αὐτῶν, ὑετὸν ὁμοίως καὶ ἥλιον φέρων ἡδέως, χαίρων ἅμα τε καὶ ἀνιώμενος).
- [←40]
-
Η αρχαιοελληνική έκφραση περί ὄνου σκιᾶς υποδηλώνει την ιδιαίτερη ενασχόληση με ασήμαντο θέμα. Βλέπε Ζηνοβίου Ἐπιτομή ἐκ τῶν Ταρραίου και Διδύμου παροιμιῶν συντεθεῖσα κατά στοιχεῖον, στο E. L. Leutsh et F. G. Schneidewin, Corpus Paroemiographorum Graecorum (Γκέττινγκεν 1839), Ι, 170:
«Λένε ότι ο ρήτορας Δημοσθένης, όταν μιλούσε υπέρ κάποιου που κινδύνευε και οι δικαστές είχαν αλλού τον νου τους και δεν πρόσεχαν, είπε: «Ακούστε, άνδρες, μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Κάποιος νεαρός μίσθωσε έναν γάιδαρο για να τον πάει από την Αθήνα στα Μέγαρα. Όταν ήρθε το μεσημέρι, ξεπέζεψε και κάθισε να ξεκουραστεί στη σκιά τού γαϊδάρου. Ο οδηγός τού γαϊδάρου τον έσπρωχνε να βγει από τη σκιά κι εκείνος αντιστεκόταν, λέγοντας ότι είχε νοικιάσει και τη σκιά τού γαϊδάρου. Καθώς ο οδηγός τού γαϊδάρου διαφωνούσε και έλεγε ότι εκείνος είχε μισθώσει μόνο τον γάιδαρο, η διαμάχη οδηγήθηκε στο δικαστήριο». Όταν τα είπε αυτά ο Δημοσθένης, άρχισε να κατεβαίνει από το βήμα. Και όταν οι δικαστές ζήτησαν από αυτόν να μάθουν το τέλος τής ιστορίας, ανέβηκε πάλι στο βήμα και είπε: «Άνδρες, θέλετε να ακούσετε τον μύθο για τη σκιά ενός γαϊδάρου, αλλά δεν θέλετε να ακούσετε τίποτε για την ψυχή ενός ανθρώπου που κινδυνεύει». Άλλοι λένε ότι μίσθωσε τον γάιδαρο από την Αθήνα μέχρι τούς Δελφούς. Γι’ αυτό, λένε, και ο ίδιος ο Δημοσθένης για τη σκιά στους Δελφούς μιλάει, όπως και ο Πλάτων και άλλοι πολλοί. Έγινε και κωμωδία από τον Άρχιππο, η Όνου σκιά. Λέγεται για εκείνους που επιδιώκουν με ζήλο πράγματα εντελώς άχρηστα».
(Λέγουσι δὲ ὅτι Δημοσθένης ὁ ῥήτωρ ἀπολογούμενος ὑπέρ τινος κινδυνεύοντος, οὐκ ἀνεχομένων τῶν δικαστῶν, εἶπεν· Ἀκούσατε, ὦ ἄνδρες, διηγήματος τερπνοῦ· Νεανίσκος ποτὲ ὄνον ἐμισθώσατο Ἀθήνηθεν Μεγαράδε· μεσημβρίας δὲ καταλαβούσης, καταλύσας τὸν γόμον, ὑπῆλθε τὴν σκιὰν τοῦ ὄνου. Ἐκβαλλόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ὀνηλάτου, πρὸς βίαν διεφέρετο, μεμισθῶσθαι καὶ τὴν σκιὰν λέγων· ἀντιλέγοντος δὲ τοῦ ὀνηλάτου καὶ φάσκοντος τὸν ὄνον μεμισθωκέναι, εἰς δικαστήριον εἰσῆλθον ἀμφότεροι. Εἰπὼν δὲ ταῦτα ὁ Δημοσθένης κατέβαινεν ἐκ τοῦ βήματος. Ἀξιούντων δὲ τῶν δικαστῶν τῆς δίκης τὸ τέλος μαθεῖν, εἶπεν ἀναβὰς πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος· Ὑπὲρ μὲν ὄνου σκιᾶς ἀκούειν, ὦ ἄνδρες, ἐπιθυμεῖτε· ἀνθρώπου δὲ κινδυνεύοντος ὑπὲρ ψυχῆς οὐδὲ τῆς φωνῆς ἀνέχεσθε; Ἄλλοι δὲ λέγουσιν, ὅτι Ἀθήνηθεν εἰς Δελφοὺς τὸν ὄνον ἐμισθώσατο. Ὅθεν, φασί, καὶ αὐτὸς ὁ Δημοσθένης περὶ τῆς ἐν Δελφοῖς σκιᾶς φησί, καὶ ὁ Πλάτων δέ, καὶ ἄλλοι πολλοί. Καὶ Ἀρχίππῳ δὲ κωμῳδία γέγονεν, Ὄνου σκιά. Τάττεται δὲ ἐπὶ τῶν περὶ μηδενὸς χρησίμου φιλοτιμουμένων).
- [←41]
-
Κατά τον Laurent: 1971:107 σημ. 8, προσωπικότητες μεταξύ των οποίων και ο Γεώργιος Σχολάριος παραδέχονται ότι οι υπήκοοι τού δεσπότη που είχαν χτίσει το τείχος ή είχαν πληρώσει απρόθυμα για το έργο, αρνούνταν να το υπερασπιστούν. Άραγε τι θα συνέβαινε, αν μια εκστρατευτική δύναμη από τη Δύση αναλάμβανε την κατοχή του; Μήπως πρόθεση τού Μανουήλ Β΄ μπορούσε να είναι η επιστροφή των Λατίνων βαρώνων; Ο Laurent αμφιβάλλει και πιστεύει ότι ο Συρόπουλος κάνει λάθος για το εύρος τής άφεσης αμαρτιών που παραχώρησε ο Μαρτίνος Ε΄. Τα συγχωροχάρτια δεν προορίζονταν για εκείνους που θα έρχονταν από το εξωτερικό, αλλά για τούς πιστούς των οποίων οι ελεημοσύνες θα επέτρεπαν τη στρατολόγηση στρατευμάτων. Γιατί αν το Βυζάντιο δεν είχε πια στρατό, αυτό συνέβαινε επειδή δεν μπορούσε πια να τον πληρώσει. Η απόδειξη ότι αυτό συνέβαινε βρίσκεται στο γεγονός ότι εκείνη την εποχή συναντούσε κανείς στη Δύση εκπροσώπους των Βυζαντινών, υπεύθυνους για την είσπραξη των ποσών που συλλέγονταν με τα χορηγούμενα συγχωροχάρτια. Αυτό συνέβη με τον Μανουήλ Χρυσολωρά στο Παρίσι την άνοιξη τού 1408, καθώς και με άλλους στην Ισπανία και αλλού. Ο Μαρτίνος Ε΄ απλώς ανανέωνε τις ρυθμίσεις που είχαν γίνει από τούς προκατόχους του, ιδιαίτερα από τον Βονιφάτιο Θ΄ την 1η Απριλίου 1398 και στις 27 Μαΐου 1400, αναθέτοντας στον κλήρο την υποχρέωση να κηρύσσει τη σταυροφορία και στους πιστούς το καθήκον να παρέχουν τα απαραίτητα ποσά. Η κλήση των ανδρών στα όπλα δεν αποκλειόταν, αλλά δεν γνωρίζουμε αν είχε μεγάλη απήχηση στη Δύση εκείνη την εποχή. Έτσι ο ισχυρισμός τού Συρόπουλου στη συνέχεια τού κειμένου φαίνεται πολύ αληθινός Μόνο μετά τη Σύνοδο, ως μέρος τής βοήθειας για την οποία δόθηκε υπόσχεση κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, έλαβε το δεσποτάτο τού Μοριά πενιχρά στρατεύματα, όπως εκείνο το σώμα των 300 στρατιωτών που έστειλε εκεί ο δούκας τής Βουργουνδίας τον Μάρτιο ή Απρίλιο τού 1445.
- [←42]
-
Οι Τούρκοι. βλέπε σημ. 9 αυτού τού κεφαλαίου.
- [←43]
-
Το Ἑξαμίλιον καταστράφηκε από τούς Τούρκους για πρώτη φορά τον Μάιο τού 1423.
- [←44]
-
Στο κείμενο λείαν Μυσῶν ἐποιήσαντο. Βλέπε στο L. Leutsh et F. G. Schneidewin, Corpus Paroemiographorum Graecorum (Γκέττινγκεν 1839) Ι, 122, στη Ζηνοβίου Ἐπιτομή ἐκ τῶν Ταρραίου και Διδύμου παροιμιῶν συντεθεῖσα κατά στοιχεῖον: Μυσῶν λεία: Παροιμία ἐπί τῶν κακῶς διαρπαζομένων. Στις αρχές τού 15ου αιώνα το λατινικό στοιχείο τής Πελοποννήσου αποτελούσαν οι ενετικές κτήσεις, η ηγεμονία τής Πάτρας και κάποιες βαρωνίες σε διαδικασία εκκαθάρισης. Αναμφίβολα σε βάρος των τελευταίων δρούσαν οι Τούρκοι εισβολείς (Laurent 1971: 107 σημ. 10).
- [←45]
-
Κατά τον Laurent 1971: 108 σημ. 1, ο Συρόπουλος εδώ υπερβάλλει κάπως, επειδή το τείχος τού οποίου τα ερείπια είδε ο Κυριάκος Αγκωνίτης το 1437 ξαναχτίστηκε μόλις την άνοιξη τού 1443, για να καταστραφεί πάλι τον Δεκέμβριο τού 1446. Αν ο συγγραφέας μας έλεγε αλήθεια, θα έπρεπε να μετατοπίσει τη σύνθεση των Απομνημονευμάτων του μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, επειδή το περίφημο τείχος ανατράπηκε δύο μόνο φορές από τούς Τούρκους.
- [←46]
-
Στο κείμενο φυλακτήριον. Κατά τον Laurent 1971: 108 σημ. 2, η πιθανή ημερομηνία τής χαμένης αυτής επιστολής είναι Απρίλιος τού 1418.
- [←47]
-
Συρόπουλος 2.7: Τότε τοίνυν πρώτως καὶ γράμματα πέμπει ὁ πάπας, δύο μὲν πρὸς ἄμφω τοὺς βασιλεῖς, ἕτερον δὲ πρὸς τὸν πατριάρχην, τὸ καλὸν μηνύοντα τῆς ἑνώσεως καὶ πρὸς αὐτὴν θέλγοντα καὶ διεγείροντα τούτους· ἅτινα διακομίσας ὁ Εὐδαιμονοϊωάννης καὶ τὰς τῆς πρεσβείας αὐτοῦ ἀποκαταστάσεις ἐξαγγείλας τοῖς βασιλεῦσι πολλοὺς καὶ περὶ τῆς ἑνώσεως λόγους ἀνέφερεν αὐτοῖς ὡς ἀπὸ τοῦ πάπα καὶ μεγάλην ἐπιθυμίαν ἔλεγεν ἔχειν τὸν πάπαν καὶ τοὺς περὶ αὐτῶν πρὸς τὴν ἕνωσιν. τὰ αὐτὰ δὲ ἀνήνεγκε καὶ πρὸς τὸν πατριάρχην καὶ πρὸς πάντας σχεδὸν ἔλεγε τοὺς αὐτῷ πλησιάζοντας καὶ παρεκίνει τὰ πρὸς τὴν ἕνωσιν πραγματεύεσθαι, ἐπεὶ γοῦν χρόνοι παρῆλθον ἐγγὺς τριάκοντα, ἐν οἷς οὔτε γράμμα οὔτε πρέσβις ἀπὸ τοῦ πάπα πρὸς πατριάρχην ἐστάλη, ἀλλ΄ οὐδ΄ ἐντεῦθεν ἐκεῖσε· ἀπὸ γὰρ τῶν ἡμερῶν τοῦ πάπα Οὐρβανοῦ καὶ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου κῦρ Νείλου οὐδεὶς ἦλθεν ἐκεῖθεν, ἀλλ΄ οὐδ΄ ἐντεῦθεν τὸ περὶ ἑνώσεως ἐκινήθη· εἰ γὰρ καὶ περὶ τὰ τέλη τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου κῦρ Ματθαίου ἐλθὼν ἐκεῖθεν κῦρ Μανουὴλ ὁ Χρυσολωρᾶς διεκόμισεν αὐτῷ γράμμα καὶ λόγους τινὰς ἀπὸ τοῦ τότε πάπα, πρὸς οὕς καὶ ὁ πατριάρχης ἀπελογήσατο καὶ τῷ πάπᾳ ἔγραψεν, ἅτινα γράμματα καὶ αἱ ἀπολογίαι κεῖνται καὶ ἐν τῷ ἱερῷ τῆς Ἐκκλησίας κώδικι καὶ οἱ ζητήσοντες ἔχουσιν ἐκεῖθεν ταῦτα εἰδέναι, ἀλλ΄ οὖν ἐπεὶ οἱ πολλοὶ οὐκ ἔγνων τὰ τοῦ Χρυσολωρᾶ —οὐδὲ γὰρ ἐπλατύνθησαν ταῦτα, οὐδ΄ ἐγίνωσκον ὅπως ἔγραφον οἱ πάπαι τοῖς πατριάρχαις— ἐν τοῖς μεγίστοις ἐτίθεντο, ὅτι νῦν τὸν τῆς νέας Ῥώμης ἀρχιεπίσκοπον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ὀνομάζει ὁ πάπας καὶ ἀδελφὸν καλεῖ τοῦτον, κἀντεῦθεν ἐτεκμαίροντο ἐφίεσθαι τὸν πάπαν τῆς ἑνώσεως· καίτοιγε οὐ Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ πατριάρχην Κωνσταντινουπολίτην αὐτὸν ἔγραφεν, ὥσπερ οἷμαι καὶ μέχρι τοῦ νῦν γράφει.
- [←48]
-
Η πρώτη επαφή πρέπει να έγινε από τον Φραγκισκανό επίσκοπο Δαύλειας στη Βοιωτία, ο οποίος πήγε και συνάντησε τον πατριάρχη Νείλο το 1384 εκ μέρους τού πάπα Ούρμπαν ΣΤ΄. Δεν έφερε όμως επιστολές, επειδή η παπική κούρτη μάλλον φοβόταν ότι τα παπικά έγγραφα θα υποκλέπτονταν από τούς Τούρκους. Ήταν ο πατριάρχης εκείνος που έγραψε την πρώτη επιστολή τον Σεπτέμβριο τού 1384. Η απάντηση τού πάπα καθώς και η επιστολή που τού είχε στείλει ο πατριάρχης φαίνεται ότι έχουν χαθεί (Laurent 1971: 108 σημ. 3).
- [←49]
-
Ύστερα από εγκεφαλικό (1422) και μέχρι τον θάνατό του (1425), ο Μανουήλ Β΄ είχε συναυτοκράτορα τον μεγαλύτερο γιο του, τον μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄.
- [←50]
-
Ο Οὔρμπαν ΣΤ΄ (1318–1389) υπήρξε πάπας από το 1378 μέχρι το 1389.
- [←51]
-
Ο Νεῖλος Κεραμεύς, υπήρξε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1380 μέχρι το 1388.
- [←52]
-
Κατά τον Laurent 1971: 108 σημ. 6, αυτό είναι το λιγότερο ανακριβές. Μάλιστα: (α) Είναι αδιανόητο ότι ο Μανουήλ Β΄, που παρέμεινε στη Δύση για δυόμιση χρόνια (Δεκέμβριος 1399 έως Ιούνιος 1402) και στη συνέχεια ήρθε σε επαφή (με επιστολή στις 20 Ιουνίου 1402) με τον πάπα Βενέδικτο ΙΓ΄, δεν διατηρούσε επαφή μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, όταν πολλαπλασίασε τις εκκλήσεις για βοήθεια προς όλους τούς βασιλείς τής Δυτικής Χριστιανοσύνης και ασχολήθηκε πιο συγκεκριμένα με την Ένωση των Εκκλησιών με τον Γερμανό αυτοκράτορα Σίγκισμουντ. (β) Στην πραγματικότητα ο Μανουήλ, που είχε γράψει γύρω στο 1394 και το 1398 στον πάπα Βονιφάτιο Θ΄, είχε λάβει από τον Γρηγόριο ΙΒ΄ τουλάχιστον μία επιστολή με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 1408. Από την άλλη πλευρά είχε παρουσιάσει τις επιθυμίες του στις 25 Δεκεμβρίου 1409 στον νεοεκλεγέντα αντιπάπα Αλέξανδρο Β΄, έναν Έλληνα, ο οποίος τον ίδιο ακριβώς μήνα, όπως υπενθύμιζε ο καγκελάριος Gerson στον βασιλιά τής Γαλλίας Κάρολο ΣΤ΄, «είχε ήδη αναθέσει εκπροσώπηση» (y avait déjà commise legacion). Επομένως δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένας απεσταλμένος, μιλώντας για τον Μανουήλ Β΄ ενώπιον τού πάπα Ευγενίου Δ΄ (1425), έλεγε: «Συχνά έχουν σταλεί πολλοί απεσταλμένοι στα μέρη τής Δυτικής Εκκλησίας γι΄ αυτό το έργο» (pluriesque and saepissime oratores ad Ecclesiae occidentalis partes propter huiusmodi operis finem misit). Επίσης κατά τον Laurent, ο.π., είναι αδιανόητο ότι οι αυτοκρατορικές αποστολές, ακολουθώντας συνεχή πρακτική υπό τον Ιωάννη Η΄, δεν ήσαν από την άλλη πλευρά εφοδιασμένες και με πατριαρχικές επιστολές, πρἀγμα που υποδηλώνεται από την παρουσία υψηλόβαθμων κληρικών σε αυτές τις αποστολές, όπως ο Νικομηδείας Μακάριος, δηλαδή ο μελλοντικός πατριάρχης Ευθύμιος Β΄ (1410-1416), που βρισκόταν στη Δύση πριν ανέβει στον οικουμενικό θρόνο, καθώς και ο Εφέσου Ιωάσαφ και ο ηγούμενος τού Παντοκράτορος Μακάριος. Βλέπε Γρηγορίου (Γ΄, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως), Ἀπολογία εἰς τήν τοῦ Ἐφέσου ὁμολογίαν, Patrologia Graeca 160, στήλη 160Β:
«Αλλά οι δικοί μας οι θαυμαστοί για τη σοφία και την αρετή τους, ο Νικομηδείας Μακάριος, εκείνος που αργότερα προβιβάστηκε σε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ως Ευθύμιος, και ο Εφέσου Ιωάσαφ και ο ηγούμενος τής Μονής Παντοκράτορος Μακάριος, πηγαίνοντας εκεί έπαιρναν ευλογία από τον πάπα»
(ἀλλ΄ οἱ ἡμέτεροι οἱ κατὰ σοφίαν καὶ ἀρετὴν θαυμάσιοι, Νικομηδείας τε Μακάριος, καὶ Εὐθύμιος ὁ ἐσύστερον ἐπὶ τὴν προεδρίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως προβιβασθείς, καὶ Ἰωάσαφ ὁ Ἐφέσου, καὶ Μακάριος ὁ τῆς μονῆς τοῦ Παντοκράτορος προϊστάμενος ἐκεῖσε παραγενόμενοι εὐλογίαν παρὰ τοῦ πάπα ἐλάμβανον).
- [←53]
-
Ο Ματθαῖος Α΄ υπήρξε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1397 μέχρι το 1410.
- [←54]
-
Ο διπλωμάτης Μανουήλ Χρυσολωρᾶς (1355–1415) υπήρξε πρωτοπόρος στην εισαγωγή τής ελληνικής φιλολογίας στη Δυτική Ευρώπη τις παραμονές τής Αναγέννησης. Το 1390 ηγήθηκε αποστολής τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου στη Βενετία με αίτημα βοήθειας από τούς χριστιανούς ηγεμόνες κατά τής τουρκικής απειλής. Εκεί γνώρισε Ιταλούς λόγιους και το 1396 προσκλήθηκε να διδάξει ελληνική γραμματική και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο τής Φλωρεντίας. Δίδαξε από το 1397 μέχρι το 1400 έχοντας διάσημους αργότερα μαθητές, όπως ο Λεονάρντο Μπρούνι. Αργότερα δίδαξε στη Μπολώνια, στη Βενετία και στη Ρώμη. Οι μαθητές του υπήρξαν από τούς πρώτους ανθρωπιστές τής Αναγεννησιακής Ιταλίας. Αφού επισκέφθηκε το Μιλάνο και την Παβία και αφού έζησε για αρκετά χρόνια στη Βενετία, αργότερα ο Χρυσολωράς πήγε στη Ρώμη προσκεκλημένος από τον Μπρούνι, που ήταν τότε γραμματέας τού πάπα Γρηγορίου ΙΒ΄. Το 1408 στάλθηκε στο Παρίσι σε διπλωματική αποστολή και το 1413 στη Γερμανία στον αυτοκράτορα Σίγκισμουντ, πεθαίνοντας αιφνιδίως καθ΄ οδόν. Ο Χρυσολωράς μετέφρασε στα λατινικά τα έργα τού Ομήρου και την Πολιτεία τού Πλάτωνα. Έγραψε επίσης τα Ερωτήματα, την πρώτη βασική ελληνική γραμματική που χρησιμοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη, που τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1484, ανατυπώθηκε ευρύτατα και είχε μεγάλα επιτυχία όχι μόνο στον ευρύ κύκλο των μαθητών του στη Φλωρεντία, αλλά και μεταξύ μεταγενεστέρων επιφανών ανθρωπιστών, αφού μελετήθηκε αμέσως από τον Τόμας Λίνακρ στην Οξφόρδη και τον Έρασμο στο Καίμπριτζ.
- [←55]
-
Κατά τον Laurent 1971: 109 σημ. 8, γνωρίζουμε ότι οι κώδικες Vindobon. theol. 47 και 48 προέρχονται από αυτά τα μητρώα, στα οποία βρίσκουμε τις παρόμοιες πράξεις των προηγούμενων πατριαρχών, ιδιαίτερα την απάντηση τού Νείλου που μόλις αναφέρθηκε. Δυστυχώς ο πιο πρόσφατος από τούς δύο αυτούς τόμους διακόπτεται σε πράξη τού έτους 1402. Εκείνος που περιείχε την αλληλογραφία που αναφέρεται εδώ έχει εξαφανιστεί και τα έγγραφα που τον αποτελούσαν δεν έχουν βρεθεί.
- [←56]
-
Κατά τον Laurent 1971: 109 σημ. 9, αυτός είναι πραγματικά ο τίτλος που εμφανίζεται πιο συχνά στις παπικές επιστολές τού Μεσαίωνα, αλλά όχι περισσότερο από εκείνον τού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που φαίνεται να ικανοποιούσε τούς συγχρόνους τού Συρόπουλου, τίτλο που δεν έχει ιστορική αιτιολόγηση, επειδή ο επικεφαλής τής Βυζαντινής Εκκλησίας, ο αρχιεπίσκοπος τής Κωνσταντινούπολης, όπως ο πάπας ήταν ο επίσκοπος τής Ρώμης, διεκδικούσε τον τίτλο με εντελώς διαφορετική διάσταση, εκείνη τού οικουμενικού πατριάρχη, την οποία η Αγία Έδρα πάντοτε αμφισβητούσε, αλλά την οποία ο σημερινός πάπας αναγνωρίζει και παραχωρεί. Ο πατριάρχης Μητροφάνης, που εξελέγη μετά την επιστροφή των Γραικών στην Κωνσταντινούπολη για την εφαρμογή τής Ένωσης τής Φλωρεντίας, έδωσε στον εαυτό του τον τίτλο στην επιστολή με την οποία ενημέρωνε τον πάπα Ευγένιο Δ΄ για την άνοδό του στον οικουμενικό θρόνο. Ο πάπας, σε επιστολή του στις 25 Αυγούστου 1440 προς τον Χριστόφορο Κορώνης, τού έδειχνε όλη την έκπληξή του γι΄ αυτή την «ασυνήθιστη απεχθή λέξη» (insolens odiosumque verbum).
- [←57]
-
Συρόπουλος 2.8: Ἀντιγράφουσι τοίνυν ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης καὶ εὐχαριστοῦσι τῷ πάπᾳ ὑπὲρ ἧς ἔδειξεν ἔχειν περὶ τὴν ἕνωσιν προθυμίας· εἶτα παραδηλοῦσιν, ὅπως οὐκ ἔνι δυνατὸν ἄλλως ταύτην γενέσθαι, εἰ μὴ σύνοδος γένηται οἰκουμενική, καὶ ἐξετάσῃ καλῶς τὰ τῆς διαφορᾶς ἐλευθέρως, ἀβιάστως καὶ ἀφιλονείκως, καὶ εἴ τι ἄν ἀποδειχθῇ διὰ μαρτυριῶν καὶ παραστάσεων τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων καὶ ὁμοφωνήσωσι πρὸς τοῦτο πάντες οἱ ἐν τῇ συνόδῳ καθαρῶς καὶ μετὰ πάσης ἐλευθερίας στερχθῇ παρὰ πάντων ἀνενδοιάστως· καὶ οὕτως ἡ ἕνωσις ἐπακολουθήσει. τὴν δὲ σύνοδον, ἔγραφον, ὡς οὐ δεῖ ἀλλαχοῦ γενέσθαι εἰ μὴ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει διὰ πολλὰς καὶ ἀξιολόγους αἰτίας, αἵ εἰς πλάτος ἐν ἐκείνοις τοῖς γράμμασι περιέχονται ἐν τῷ ἱερῷ κώδικι σῳζομένοις καὶ ὅτι ὁ βασιλεὺς δεῖ συνᾶξαι τὴν σύνοδον κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος αὐτοῦ καὶ προνόμιον, ἕτερος δὲ οὐδείς. στέλλονται γοῦν τὰ τοιαῦτα γράμματα πρὸς τὸν πάπαν μετὰ τοῦ Βλαδυντέρου τοῦ γεγονότος ὕστερον μοναχοῦ καὶ Ἰωσὴφ μετονομασθέντος, ὅς ἦν ἐκ τῆς Πελοποννήσου, τὴν λατινικὴν πεπαιδευμένος διάλεκτον καὶ ἀκόλουθος εἰς Ῥώμην ἐγεγόνει τῷ Εὐδαιμονοϊωάννῃ· ἅ καὶ δεξάμενος ὁ πάπας ἔστειλε πάλιν ἕτερα τῆς προτέρας ἐχόμενα διανοίας καὶ πάλιν ἕτερα ἐντεῦθεν ἐγράφησαν καὶ ἐστάλησαν πρὸς ἐκεῖνον.
- [←58]
-
Επιστολές επίσης χαμένες, σταλμένες λίγο πριν από τον Φεβρουάριο τού 1419. Ο κομιστής τους αναφέρεται ότι βρισκόταν στη Φλωρεντία την άνοιξη τού 1419 (Laurent 1971: 110 σημ. 1).
- [←59]
-
Η ιδέα μιάς οικουμενικής συνόδου για τον τερματισμό τού σχίσματος προβαλλόταν συχνά σε ολόκληρη τη διάρκεια τού 14ου αιώνα, τόσο ως πολιτική αναγκαιότητα όσο και ως θρησκευτική επιταγή. Ο Νείλος Καβάσιλας, η μεγάλη αυθεντία των Ορθοδόξων τού 15ου αιώνα, έβλεπε ως κύριους λόγους για την παράταση τού σχίσματος αφενός την παθητικότητα των Λατίνων και αφετέρου την άρνησή τους να υποβληθεί σε οικουμενική σύνοδο η εξέταση των αιτίων τού σχίσματος (Laurent 1971: 110 σημ. 2). Βλέπε Patrologia Graeca 149, 685B:
«Γιατί ούτε αμφισβητήσαμε ποτέ τα πρωτεία τής Ρωμαϊκής Εκκλησίας, ούτε μιλάμε εδώ για τη δεύτερη σειρά στην κατάταξη. Όμως δεν έχουμε αγνοήσει καθόλου ούτε το παλαιό έθιμο, ούτε τα διατάγματα των Πατέρων, με τα οποία η Ρωμαϊκή Εκκλησία έχει ανακηρυχθεί η αρχαιότερη από όλες τις Εκκλησίες. Διαφορετικά, δεν θα ήταν δίκαιο να εφαρμόζουμε αυτό που αρνούμαστε, και με αυτό το πρόσχημα να προσπαθούμε να συγκαλύψουμε την πραγματική εξέταση τής υπόθεσης. Ποια είναι λοιπόν η αιτία αυτής τής διαφωνίας; Ότι αυτό το επίμαχο ζήτημα δεν επιβεβαιώθηκε με από κοινού διάταγμα τής οικουμενικής συνόδου, ότι η λύση και η εξήγησή του δεν προκύπτει από την παλαιά συνήθεια των Πατέρων σε τέτοια ζητήματα, αλλά ότι οι Ρωμαίοι θέλουν να παρουσιάζονται ως δάσκαλοι σε αυτό το ζήτημα και οι άλλοι να τούς ακούνε ως μαθητές. Όμως δεν είναι έτσι οι θεσμοί των [αρχαίων] Πατέρων. Επαρκής απόδειξη για αυτό είναι οι πράξεις των Πατέρων που παραμένουν καταγεγραμμένες και με τις οποίες αναζητούσαν από κοινού τις κοινές αιτίες τής πίστης. Γιατί είναι πολύ αφύσικο το ότι οι μεν Πατέρες, μη έχοντας παραδείγματα, μάθαιναν από μόνοι τους εκείνο που ήταν καλύτερο, ενώ εμείς, που έχουμε εκείνους, δεν το αντιλαμβανόμαστε έτσι»
(Οὔτε γὰρ περὶ τῶν πρωτείων ἠμφισβητήσαμεν πώποτε τῇ Ῥωμαίων Ἐκκλησίᾳ, οὔτε περὶ δευτερείων ὁ λόγος νυνί. Ἀλλ΄ οὐδὲ τοσοῦτον ἠγνοήκαμεν, οὔτε τὸ παλαιὸν ἔθος, οὔτε τοὺς τῶν Πατέρων θεσμούς, έν οἷς ἡ τῆς Ῥώμης Ἐκκλησία πρεσβυτάτη πασῶν Ἐκκλησιῶν ἀνηγόρευται. Ἄλλως τε οὐδὲ δίκαιον, ὅπερ ἀρνούμεθα προσφέρειν ἡμῖν, καὶ ταύτῃ συγκαλύπτειν πειρᾶσθαι τὸν ἀληθῆ τοῦ πράγματος ἔλεγχον. Τί τοίνυν ἐστὶ τὸ τῆς διαστάσεως αἴτιον; Τὸ μὴ κοινῇ τῆς οἰκουμένης συνόδῳ κυρωθῆναι τὸ ζητούμενον, τὸ μὴ προβῆναι τὴν λύσιν κατὰ τὰ παλαιὰ τῶν Πατέρων ἐν τοιούτοις ἔθη· ἀλλὰ τοὺς μὲν Ῥωμαίους διδασκάλους τοῦ ζητουμένου ἐθέλειν καθέζεσθαι, τοὺς δὲ ἄλλους ἐν μαθητῶν μοίρᾳ ὑπακούοντας ἔχειν. Ἀλλ΄ οὐχ οὕτως ἔχουσιν oἱ τῶν Πατέρων θεσμοί. Μαρτύριον ἱκανὸν τῷ λόγῳ αἱ τῶν Πατέρων πράξεις ἀνάγραπτοι διαμένουσαι, και περὶ τῶν κοινῇ τῆς πίστεως λόγων κοινήν ποιούμεναι καὶ τήν ζήτησιν. Πάνυ δὲ ἄτοπον τοὺς μὲν Πατέρας μὴ ἔχοντας παραδείγματα, ἀφ΄ ἑαυτῶν συνιδεῖν τὸ βέλτιον· ἡμᾶς δὲ ἐκείνους ἔχοντας, μηδ΄ οὕτω συνιέναι).
- [←60]
-
Πρέπει να τον διακρίνουμε από τον Ἰωσήφ Βρυέννιο, με τον οποίο συγχέεται και ο οποίος αναφέρεται πιο κάτω (βλέπε σημ. 103 αυτού τού κεφαλαίου). Ο Ιωάννης Βλαδύντερος εξακολουθεί να εκπληρώνει μια τρίτη αποστολή στην παπική κούρτη (βλέπε πιο κάτω, σημ. 58). Ο άνθρωπος αυτός δεν έγινε μοναχός παρά μόνο μετά το 1423 (Laurent 1971: 110 σημ. 3).
- [←61]
-
Όχι στη Ρώμη αλλά στην Κωνσταντία, όπου βρισκόταν η παπική κούρτη γύρω στον Φεβρουάριο τού 1416 (Laurent 1971: 110 σημ. 4).
- [←62]
-
Επιστολές που έχουν χαθεί ή δεν έχουν ακόμη επισημανθεί (Laurent 1971: 110 σημ. 5).
- [←63]
-
Επιστολές επίσης εξαφανισμένες, αλλά ο κομιστής τους ήταν και πάλι εδώ ο Nικόλαος Ευδαιμονοϊωάννης, που αναφέρεται ότι βρισκόταν στη Βενετία στις 17 Ιανουαρίου 1420 και στην παπική κούρτη την επόμενη άνοιξη. Μια παράλληλη αποστολή με επικεφαλής τον Μανουήλ Φιλανθρωπινό επισκέφθηκε την Ουγγαρία, τη Λιθουανία και την Πολωνία για τον ίδιο σκοπό (Laurent 1971: 111 σημ. 6).
- [←64]
-
Συρόπουλος 2.9: Ὁ δὲ καὶ αὖθις ἔγραψε στέρξας καὶ ἐνταῦθα γενέσθαι τὴν σύνοδον καὶ λεγάτον στεῖλαι εἰς αὐτήν, καὶ τότε πάλιν ἔγραψεν ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης τῷ πάπᾳ περὶ τῶν αὐτῶν. περιείχετο δὲ καὶ ἐν τοῖς προτέροις καὶ ἐν τοῖσδε τοῖς γράμμασι μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο ὅτι· εἰ καὶ τοῦ βασιλέως ἴδιόν ἐστι τὸ συνᾶξαι τὴν σύνοδον, ἀλλ΄ ἐπειδὴ πολλαχόθεν ἠλαττώθησαν τὰ τῆς βασιλείας εἰσοδήματα, ἡ δὲ Ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ Λατίνοι κατέχουσι νήσους βασιλικάς, χρὴ γενέσθαι τὴν σύνοδον, ἤγουν ἵνα ἡ μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν διαφορὰ ἐξετασθῇ μετὰ πάσης ἐλευθερίας, καθαρῶς, ἀφιλονείκως καὶ ἀβιάστως, καὶ γένηται ὅπερ ἄν ὁ Θὸς χορηγήσῃ. ἐν τούτοις γοῦν διελύθη ὁ σύλλογος.
- [←65]
-
Επιστολή που έχει χαθεί ή δεν έχει ακόμη επισημανθεί (Laurent 1971: 110 σημ. 7).
- [←66]
-
Λεγᾶτος: λατινικής προέλευσης λέξη για τον παπικό απεσταλμένο και εκπρόσωπο. Ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ διόρισε αμέσως τον λεγάτο στις 27 Μαρτίου 1420. Ήταν ο Πέδρο Φονσέκα, καρδινάλιος τού Σαντ΄ Άντζελο (πεθ. 21 Αυγούστου 1422). Όμως ο καρδινάλιος έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει μια αποστολή στην Ισπανία, όπου στάλθηκε στις 10 Απριλίου 1420 για να παραλάβει την παραίτηση τού αντιπάπα (Πέδρο ντε Λούνα). Αρρώστησε και χρειάστηκε να αναβάλει την αναχώρησή του για την Ανατολή. Στη συνέχεια, λόγω επιστολών τού Θεόδωρου Χρυσοβέργη και άλλων, που σημείωναν ότι οι Γραικοί δεν ήθελαν προς το παρόν την άφιξη τού λεγάτου, λόγω τού πολέμου με τούς Τούρκους, ο Μαρτίνος Ε΄ αποφάσισε στις 15 Ιουνίου 1422 να στείλει ως διερευνητή ένα νούντσιο, τον Φραγκισκανό Αντόνιο ντα Μάσσα (Laurent 1971: 111 σημ. 8).
- [←67]
-
Κομιστής ήταν ο Ἰωάννης Βλαδύντερος, που αναφέρεται ότι βρισκόταν στη Φλωρεντία προερχόμενος από τη Μάντουα και καθ΄ οδόν προς την παπική κούρτη την άνοιξη τού 1421, πριν από τις 13 Ιουνίου (Laurent 1971: 111 σημ. 9).
- [←68]
-
Κατά τον Laurent 1971: 111 σημ. 10, στο κομμάτι που λείπει (ακριβώς ένα φύλλο!) έπρεπε: (α) Να ολοκληρώνονται όσα ειπώθηκαν πιο πάνω για τις αυτοκρατορικές και πατριαρχικές επιστολές. (β) Να παρουσιάζεται η λεγατινή αποστολή τού Αντόνιο ντα Μάσσα. (γ) Να αναφέρονται οι πρώτες συναντήσεις και συζητήσεις τις οποίες προκάλεσε αυτή η αποστολή. Το τέλος τής παραγράφου αναφέρει τα συμπεράσματα μιας ομιλίας τού Αντόνιο, χωρίς αμφιβολία κατά την παρουσίαση των διαπιστευτηρίων του. Βλέπε τη μεθεπόμενη σημείωση.
- [←69]
-
Στο σημείο αυτό στο κείμενο τού Creyghton 1660, όπου δεν υπάρχουν τα αποσιωπητικά τού Laurent 1971 που σημαίνουν ότι λείπει κομάτι, φαίνεται να υπάρχει αβλεψία τού Συρόπουλου, αφού διαβάζουμε ότι λύεται μια συνεδρίαση, για την οποία δεν διαβάσαμε πιο πάνω ότι ξεκίνησε.
- [←70]
-
Συρόπουλος 2.10: Εἶτα μεθ΄ ἡμέρας τινὰς ἦλθεν ὁ Ἀντώνιος εἰς τὸν πατριάρχην καὶ ὡμίλησεν αὐτῷ κελλικῶς καὶ πραέως, καὶ εἶπεν ὅπως ἦλθεν ἵνα σκέψωνται κοινῶς καὶ ταχθῇ ὁ καιρὸς, καθ΄ ὅν ἄν ἔσται ἀρκετὸν εὑρεθῆναι τοὺς ἐλευσομένους ἐν τῇ συνόδῳ συνηγμένους ἐνταῦθα καὶ ἀποκαταστήσῃ συνάγεσθαι τούτους, ὡς ἔχων ἐκεῖθεν ἔνδοσιν καὶ δύναμιν τὴν ἀνήκουσαν πρὸς αὐτό· αὐτὸς δὲ ἀπέλθῃ καὶ ἐξοικονομήσῃ τὸν λεγάτον εὑρεθῆναι ἐνταῦθα εἰς τὸν ταχθησόμενον καιρόν. ἦλθε γοῦν καὶ δὶς καὶ τρὶς εἰς τὸν πατριάρχην καὶ ὡμίλει φιλικῶς μετ΄ αὐτοῦ καὶ ἀπῄτησεν ἀπολογίαν εἰς τὸ περὶ τῆς συνόδου. ἐσκέψατο οὖν ὁ πατριάρχης μετὰ τοῦ βασιλέως καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι· κατὰ τὸ παρὸν οὐ δυνάμεθα στῆσαι τὸν τῆς συνόδου καιρόν· ὁρᾶς γὰρ ὅπως ἔχομεν μάχην μετὰ τοῦ Ἀμηρᾶ καὶ ἐσμὲν ἀποκεκλεισμένοι. (ὅτε γὰρ ἦλθεν ὁ Ἀντώνιος, ἔτι παρέκειτο τῇ Πόλει ὁ Ἀμηρᾶς.) ἔχομεν οὖν ἀνάγκην, εἶπον, ἀσχολεῖσθαι εἰς τὰ περὶ τῆς μάχης· ἄλλως τε καὶ ὅσους μέλλομεν συνάξειν ἀρχιερεῖς, (ὑμετέρους) τε καὶ ἡμετέρους, οἱ μέν εἰσιν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, οἱ δὲ ἐκ τῆς Δύσεως. μάχης οὖν οὔσης, οὔτε διαμηνυθῆναι οὔτε ἐλθεῖν αὐτοὺς ἔνι δυνατόν· διὰ τοῦτο κατὰ τὸ παρὸν ἄπελθε αὐτός, ἐπειδὴ καὶ βούλει ἀπελθεῖν· ὅταν δὲ γένηται εἰρήνη ἐνταῦθα καὶ εἰδῶμεν τὸν καιρὸν ἁρμόδιον πρὸς τὸ γενέσθαι σύνοδον, τότε στελοῦμεν ἡμεῖς πρέσβιν καὶ σταθήσεται καὶ ὁ καιρὸς τῆς συνόδου καὶ ἐλεύσεται καὶ ὁ λεγάτος ἐνταῦθα μεθ΄ ὧν ἄν ἐθέλῃ. ἔγραψαν οὖν καὶ γράμματα πρός τε τὸν πάπαν καὶ τὸν λεγάτον πεπλατυσμένα, τῆς αὐτῆς δ΄ ἐννοίας· ἅ λαβὼν ὁ Ἀντώνιος ἀπῆλθεν.
- [←71]
-
Ἀντόνιο ντα Μάσσα: Επαρχιακός επικεφαλής των Μινοριτών (Φραγκισκανών) μοναχών και μελλοντικός επίσκοπος τής Μάσσα. Ορίστηκε στις 15 Ιουνίου 1422 από τον πάπα Μαρτίνο Ε΄ ως αποστολικός νούντσιος στην Κωνσταντινούπολη, για να προετοιμάσει τη γενική σύνοδο, η οποία, όπως προφανώς πίστευε ο Μαρτίνος, επρόκειτο ν΄ ανακηρύξει την ένωση των εκκλησιών. Για την αποστολή τού Ἀντόνιο ντα Μάσσα στην Κωνσταντινούπολη, με το ελληνικό και λατινικό κείμενο των «εννέα άρθρων» τού πάπα, βλέπε Vitalien Laurent, “Les Préliminaires du concile de Florence. Les Neuf articles du pape Martin V et la réponse inédite du patriarche de Constantinople Joseph II (Octobre 1422)” στο Revue des études byzantines, XX (1962), 5-60. Οι λεπτομέρειες τής αποστολής τού Αντόνιο μάς είναι γνωστές χάρη σε δύο έγγραφα: (α)Την αναφορά που έγραψε ο ίδιος ο νούντσιος στις 14 Νοεμβρίου 1422, η οποία διαβάστηκε στις 8 Νοεμβρίου 1423 στη Σύνοδο τής Σιένα. (β) Τη λεπτομερή απάντηση τού πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ στο επίσημο μέρος τού προηγούμενου εγγράφου (Laurent 1971: 112 σημ. 1).
- [←72]
-
Πρόκειται για την πολιορκία τής Κωνσταντινούπολης το 1422 από τον Μουράτ Β΄, τον Ἀμηρᾶ τού κειμένου. Σύμφωνα με τον Σφραντζή, Χρονικόν, ΙΧ, 2, Patrologia Graeca 156, 1030, την έκτη μέρα τού μηνός Σεπτεμβρίου τού έτους 6931 (δηλαδή τού 1422), ο Μουράτ έφυγε από την Πόλη, χωρίς να έχει πετύχει τίποτε: Καί τῇ ς΄ τοῦ Σεπτεβρίου μηνός τοῦ λα΄ ἔτους ἀπῆλθεν ἄπρακτος ἀπό τῆς Πόλεως βοηθείᾳ θεοῦ.
- [←73]
-
Έχοντας αναχωρήσει μετά τις 15 Ιουνίου από την Ιταλία, ο Αντώνιος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 10 Σεπτεμβρίου, τέσσερις ημέρες αφότου οι Τούρκοι είχαν άρει την πολιορκία. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1030A:
«Το καλοκαίρι τού ίδιου έτους [1421] πέρασε ο Μουράτ [στην Ευρώπη] με γενουάτικα πλοία, καταδίωξε τον θείο του [Μουσταφά], τον συνελαβε και τον σκότωσε στις αρχές τού έτους 6930 [Σεπτέμβριος 1421]. Στις 8 Ιουνίου τού ίδιου έτους [1422] ο Μουράτ έστειλε τον Μιχάλμπεη να αποκλείσει την Πόλη. Στις 15 Ιουνίου ήρθε και ο αφέντης του ο Μουράτ και πολιορκούσε την Πόλη, φέρνοντας μαζί του αλυσοδεμένους τούς πρεσβευτές μας, τον Δημήτριο Καντακουζηνό και τον Ματθαίο Λάσκαρη, καθώς και τον γραμματικό Άγγελο Φιλομμάτη, που είχαν σταλεί σε αυτόν νωρίτερα για τη σύναψη συνθήκης φιλίας. Στις 22 Αυγούστου ο Μουράτ διέταξε γενική επίθεση εναντίον τής Πόλης. Και στις 6 Σεπτεμβρίου 6931 [1422] αναχώρησε άπρακτος από την Πόλη με τη βοήθεια τού Θεού»
(Καὶ τὸ θέρος τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐπέρασε καὶ αὐτὸς δὴ ὁ Μουράτης μετὰ γενουϊτικῶν καραβίων καὶ διώξας τὸν θεῖον αὐτοῦ ἔφθασε καὶ ἐσκότωσε περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ λ-οῦ ἔτους. Καὶ τῇ η-ῃ τοῦ Ἰουνίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἔστειλε καὶ ἀπέκλεισε τὴν Πόλιν διὰ τοῦ Μιχάλμπεη καὶ τῇ ιε-ῃ τοῦ αὐτοῦ ἦλθε καὶ ὁ Μουράτης καὶ αὐθέντης αὐτοῦ καὶ ἐπολιόρκει τὴν πόλιν, φέρων μετ΄ αὐτοῦ καὶ δεσμίους τοὺς ἀποκρισιαρίους, οὓς προαπέστειλαν εἰς ἐκεῖ νον διὰ κατάστασιν ἀγάπης ∆ημήτριον τὸν Καντακουζηνὸν καὶ Ματθαῖον τὸν Λάσκαριν καὶ τὸν γραμματικὸν Ἄγγελον τὸν Φιλομμάτην. Καὶ τῇ κβ-ᾳ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς ἐπολέμησεν αὐτὴν δὴ τὴν πόλιν καθολικὸν πόλεμον. Καὶ τῇ ς-ῃ τοῦ Σεπτεβρίου μηνὸς τοῦ λα-ου ἔτους ἀπῆλθεν ἄπρακτος ἀπὸ τῆς Πόλεως βοηθείᾳ θεοῦ).O Laurent 1971: 112 σημ. 2, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Συρόπουλος κάνει λάθος εδώ. Στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να μιλήσει καλύτερα, επειδή η αναδίπλωση σημαντικών δυνάμεων, την οποία είχαν προκαλέσει οι πολιορκητές, απαιτούσε χρόνο, ενώ, όταν η πρεσβεία τού πάπα έφτασε στην αυλή τού αυτοκράτορα, οι επιτιθέμενοι βρίσκονταν ακόμη κοντά στην πρωτεύουσα, η οποία παρέμενε αναπόφευκτα σε κατάσταση πολέμου.
- [←74]
-
Μόνο η απάντηση τού αυτοκράτορα διασώζεται. Ο Αντόνιο μετέφερε σίγουρα το προαναφερθέν έγγραφο τού Ιωσήφ Β΄ (βλέπε σημ. 61). Αλλά αυτή η πράξη, κανονικά συνοδική, έπρεπε να συνοδεύεται από μια πιο προσωπική επιστολή τού πατριάρχη προς τον πάπα, επιστολή την οποία υπαινίσσεται ο Συρόπουλος και η οποία δεν έχει βρεθεί. Γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων ο Μαρτίνος Ε΄ έστειλε κι άλλον αγγελιοφόρο στον αυτοκράτορα, τον υπάλληλο Jacques Porci, με άδεια ασφαλούς διέλευσης και επιστολές τής 6ης Νοεμβρίου 1422 (Laurent 1971: 112 σημ. 3).
- [←75]
-
Συρόπουλος 2.11: Ὁ δὲ βασιλεὺς περιπέπτωκε νοσήματι ἡμιπληξίας, ἔτι παρόντος ἐνταῦθα τοῦ Ἀντωνίου, καὶ ἔκοιτο νοσῶν ἐπὶ τρεῖς ἔγγιστα ἐνιαυτοὺς καὶ ἐγένετο ἐγκρατὴς τῆς ἀρχῆς ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ βασιλεὺς κῦρ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος· τὰ δὲ πράγματα ἐν στενοχωρίᾳ ἦσαν ὑπὸ τῆς μάχης, καὶ ἀναγκασθεὶς ὁ δεσπότης κῦρ Δημήτριος, ἀρξαμένου τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς μάχης, ἀπέδρα ἐν τῷ Γαλατᾷ μετὰ τοῦ γαμβροῦ τοῦ βασιλέως τοῦ Ντόρια. διεμηνύετο οὖν παρά τε τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ ὑποστρέψαι καὶ οὐκ ἠθέλησεν, ἀλλ΄ ἐβουλήθη ἀπελθεῖν εἰς τὸν βασιλέα τῶν Ἀλαμανῶν· καὶ ἄκοντες οὖν ἐνέδωκαν, καὶ ᾠκονόμησαν αὐτὸν μετὰ κῦρ Ματθαίου τοῦ Ἀσάνη καὶ τοῦ Ντόρια καί τινων ἑτέρων ἀρχόντων καὶ ἀπῆλθε διὰ τοῦ Ἀσπροκάστρου εἰς Οὐγγρίαν κατὰ τὸν σεπτέμβριον, ἰνδικτιῶνος δευτέρας.
- [←76]
-
Ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος.
- [←77]
-
Στο κείμενο ἡμιπληξία. Ο Σφραντζής χρονολογεί το εγκεφαλικό τού Μανουήλ την 1η Οκτωβρίου 1422.
- [←78]
-
Ο Μανουήλ Β΄ πέθανε στις 21 Ιουλίου 1425. Ο Σφραντζής, Χρονικόν, ΙΧ, 2, Patrologia Graeca 156, 1031, γράφει:
«Στις 22 Ιουλίου τού ίδιου έτους [1425] πέθανε ο αξιομνημόνευτος και ευσεβής άγιος αυτοκράτορας κυρ Μανουήλ. Δύο ημέρες νωρίτερα είχε γίνει μοναχός με επιθανάτια λήψη τού «μεγάλου σχήματος» και είχε πάρει το όνομα Ματθαίος. Ενταφιάστηκε την ίδια μέρα στη σεβαστή, αυτοκρατορική και πανέμορφη Μονή Παντοκράτορος μέσα σε θρήνους και προσέλευση λαού, τέτοια που δεν είχε υπάρξει ποτέ για κανέναν άλλο. Έζησε συνολικά εβδομηνταεπτά έτη και εικοσιπέντε ημέρες»
(Τῇ δὲ κα-ῃ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους τέθνηκεν ὁ ἐν μακαρίᾳ τῃ λήξει γενόμενος ἀοίδιμος καὶ εὐσεβὴς βασιλεὺς κὺρ Μανουήλ, ὁ διὰ θείου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος μετονομασθεὶς πρὸ ἡμερῶν δύο Ματθαῖος μοναχός· καὶ ἐτάφη τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐν τῇ σεβασμίᾳ βασιλικῇ καὶ περικαλλεῖ μονῇ τοῦ Παντοκράτορος μετὰ πένθους καὶ συνδρομῆς, οἵας οὐ γέγονε πώποτε εἴς τινα τῶν ἄλλων. Ἦσαν δὲ πᾶσαι αἱ τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἡμέραι ἔτη οζʹ καὶ ἡμέραι κεʹ).
- [←79]
-
Ο Ἰωάννης Η΄ Παλαιολόγος, από εδώ και πέρα ο αυτοκράτορας των Απομνημονευμάτων τού Συρόπουλου. Ο Ιωάννης ήταν συναυτοκράτορας μέχρι τον θάνατο τού πατέρα του.
- [←80]
-
Ο Δημήτριος Παλαιολόγος, ο πέμπτος και τελευταίος γιος τού Μανουήλ Β΄ και μικρότερος αδελφός τού Ιωάννη Η΄.
- [←81]
-
Το 1423. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, ΙΧ, 2, Patrologia Graeca 156, 1030C:
«Το καλοκαίρι τού ίδιου έτους ο πρίγκιπας Δημήτριος, συνοδευόμενος από τον Ιλάριο Ντόρια και τον γαμπρό του, τον Γεώργιο Ιζαούλ, έφυγαν για τον Γαλατά με πρόθεση να πάνε στους Τούρκους, αν και δεν πήγαν εκεί αλλά στην Ουγγαρία»
(Καὶ τὸ θέρος τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἔφυγεν ὁ αὐθεντόπουλος κὺρ Δημήτριος μετὰ Ἱλαρίωνος Ντώρια καὶ Γιούργη Ἰζαοὺλ καὶ γαμβροῦ αὐτοῦ δὴ τοῦ Ντώρια καὶ ἀπῆλθον εἰς τὸν Γαλατᾶν, ἵνα ὑπάγωσιν εἰς τοὺς Τούρκους, εἰ καὶ οὐκ ἀπῆλθον, ἀλλ΄ εἰς τὴν Οὐγγαρίαν).
- [←82]
-
Ο Γενουάτης Ἰλάριο Ντόρια είχε παντρευτεί την Ισαβέλλα, εκτός γάμου κόρη τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄.
- [←83]
-
Στον Σίγκισμουντ (1368-1437), αυτοκράτορα τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1433-1437), βασιλιά τής Ουγγαρίας και Κροατίας (1387-1437), βασιλια τής Βοημίας (1419-1437) και βασιλιά των Ρωμαίων (1410-1437).
- [←84]
-
Όπως θα δούμε στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Ματθαῖος Ἀσάνης θα γινόταν αργότερα κουνιάδος τού Δημήτριου Παλαιολόγου, ο οποίος, ύστερα από τον πρώτο γάμο του με τη Ζωή Παρασπονδύλη, θα παντρευόταν τη Θεοδώρα Ασάνινα, αδελφή τού Ματθαίου και κόρη τού άρχοντα και έπαρχου Κωνσταντινούπολης Παύλου Ασάν.
- [←85]
-
To λιμάνι τού Ἀσπρόκαστρου (τουρκικά Ακ-κερμάν, ρουμανικά Τσετάτεα Άλμπα) στη Μαύρη Θάλασσα ανήκε την εποχή εκείνη στην ηγεμονία τής Μολδαβίας και αποτελούσε σημείο διέλευσης πολλών ταξιδιωτών για την Κεντρική Ευρώπη. Ήταν χτισμένο στη θέση τής αρχαίας ελληνικής αποικίας Τύρα, τα ερείπια τής οποίας υπάρχουν ακόμη κάτω από το μεσαιωνικό φρούριο, στη νότια όχθη τού ποταμού Δνείστερου (τού αρχαιοελληνικού Τύρα), σε απόσταση 16 χλμ. από τις εκβολές του στον Εύξεινο Πόντο, στο σημερινό Μπελχορόντ Ντνιστρόφσκι τής Ουκρανίας.
- [←86]
-
Στο κείμενο παρέχεται η χρονολόγηση ἰνδικτιῶνος δευτέρας που αντιστοιχεί στο έτος 1424. Για την αναχώρηση τού Δημήτριου Παλαιολόγου στην Ουγγαρία, ο Σφραντζής, Χρονικόν, ΙΧ, 2, Patrologia Graeca 156, 1030, γράφει:
«Τον Μάιο τού ίδιου έτους [1423] ο Τουραχάν επιτέθηκε στις οχυρώσεις τού Εξαμιλίου στον Μοριά και σκότωσε πολλούς Αλβανούς. Το καλοκαίρι τού ίδιου έτους ο πρίγκιπας Δημήτριος, συνοδευόμενος από τον Ιλάριο Ντόρια και τον γαμπρό του, τον Γεώργιο Ιζαούλ, έφυγαν για τον Γαλατά με πρόθεση να πάνε στους Τούρκους, αν και δεν πήγαν εκεί αλλά στην Ουγγαρία»
(Καὶ τὸν Μάϊον τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐχάλασε καὶ ὁ Τουραχάνης τὸ Ἑξαμίλιον εἰς τὸν Μορέαν καὶ πολλοὺς τῶν Ἀλβανιτῶν ἐσκότωσεν. Καὶ τὸ θέρος τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἔφυγεν ὁ αὐθεντόπουλος κὺρ Δημήτριος μετὰ Ἱλαρίωνος Ντώρια καὶ Γιούργη Ἰζαοὺλ καὶ γαμβροῦ αὐτοῦ δὴ τοῦ Ντώρια καὶ ἀπῆλθον εἰς τὸν Γαλατᾶν, ἵνα ὑπάγωσιν εἰς τοὺς Τούρκους, εἰ καὶ οὐκ ἀπῆλθον, ἀλλ΄ εἰς τὴν Οὐγγαρίαν).
- [←87]
-
Συρόπουλος 2.12: Ὁ δὲ βασιλεὺς κῦρ Ἰωάννης, ὁρῶν τὸ ἀδιόρθωτον τῆς μάχης καὶ δυσχεραίνων, δεῖν ἔγνω καὶ αὐτὸς ἀπελθεῖν εἰς τὸν προειρημένον βασιλέα τῶν Ἀλαμανῶν, ὅπως παρακινήσῃ τοῦτον καὶ ποιήσει βοήθειάν τινα ὑπὲρ τῆς Πόλεως. οἰκονομηθεὶς οὖν ἐξῆλθε……
- [←88]
-
O Laurent 1971 εισάγει εδώ τα αποσιωπητικά που χωρίζουν στη δική του αρίθμηση το τέλος τής παραγράφου 12 από την αρχή τής 13. Μάλλον έχει δίκιο, γιατί αν κρατήσουμε το κείμενο συνεχόμενο όπως στον Creyghton 1660, δεν βγαίνει νόημα: οἰκονομηθείς οὖν ἐξῆλθε … αὐτόν, τόν κατά δύναμιν κόπον ὑποστῆναι. Ο Ιωάννης Η΄ αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη στις 15 Νοεμβρίου 1423. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1030C:
«Στις 15 Νοεμβρίου 6932 [1423] ο αυτοκράτορας κυρ Ιωάννης ξεκίνησε το ταξίδι του στην Ιταλία και την Ουγγαρία, έχοντας κάνει δεσπότη τον αδελφό του, τον πρίγκιπα κυρ Κωνσταντίνο, και αφήνοντας αυτόν στην Πόλη στη θέση του»
(Καὶ τῇ ιε-ῃ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ λβ-ου ἔτους διέβη ὁ βασιλεὺς κὺρ Ἰωάννης εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ Οὐγγαρίαν, ποιήσας δεσπότην τὸν ἀδελφὸν αὑτοῦ τὸν αὐθεντόπουλον κὺρ Κωνσταντῖνον καὶ καταλείψας αὐτὸν εἰς τὴν Πόλιν ἀντ΄ αὐτοῦ).
O Ιωάννης βρισκόταν στη Βενετία στις 15 Δεκεμβρίου, στο Μιλάνο στις 9 Φεβρουαρίου και στην Παβία στις 2 Μαΐου 1424 (Laurent 1971: 114 σημ. 1) και δεν επέστρεψε στην πρωτεύουσά του παρά στο τέλος τού Οκτωβρίου 1424 (Patrologia Graeca 156, 1030D):
«Στα τέλη Οκτωβρίου 6933 [1424] ο αυτοκράτορας κυρ Ιωάννης επέστρεψε στην Πόλη μέσω Κελλίας, ενός μέρους κοντά στον Δούναβη, όπου είχαν σταλεί γαλέρες από την Πόλη»
(Καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς τοῦ λγ-ου ἔτους ἐπανῆλθε καὶ εἰς τὴν Πόλιν ἀπὸ τοῦ μέρους τοῦ εἰς τὸν ∆ανούβιον ποταμὸν Κελλίου ὀνομαζομένου ὁ βασιλεὺς κὺρ Ἰωάννης, ἀπελθόντων κατέργων ἀπὸ τῆς Πόλεως ἐκεῖσε).
- [←89]
-
Συρόπουλος 2.13: ……αὐτόν, τὸν κατὰ δύναμιν κόπον ὑποστῆναι· ἄλλως θ΄ ὅτι ἡ Ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία μήτηρ ἐστίν, ἡ δὲ Ἀνατολικὴ θυγάτηρ· καὶ ὀφείλει ἡ θυγάτηρ παραγενέσθαι πρὸς τὴν μητέρα. ἐπεὶ γοῦν τὰ αὐτὰ ἔλεγον καὶ οἱ ἀποταχθέντες καρδηνάλιοι συμπράξαι μετὰ τῶν ἡμετέρων τὰ περὶ τῆς συνόδου καὶ ἐδόκουν μετὰ ἀγαθοῦ σκοποῦ βουλόμενοι τὴν ἕνωσιν πραγματεύσασθαι, εἰ χορηγήσει αὐτὴν ὁ θεός. ἔλεγον γὰρ ὅτι ἡμεῖς οὐκ εἰς τὴν τῶν πολλῶν κρίσιν τὸ ζήτημα καταλείψομεν, ἀλλ΄ ἐκλεξόμεθα καλοὺς καὶ ἐναρέτους τρεῖς ἐκ τῶν ἡμετέρων· ὡσαύτως δὲ καὶ ὑμεῖς ἐκλέξεσθε τρεῖς, καὶ δεηθήσονται πρότερον τοῦ θεοῦ προσευξάμενοι μετὰ καθαρᾶς καὶ συντετριμμένης καρδίας καὶ καθίσουσιν ἰδίᾳ τὴν ἐκ θεοῦ ζητοῦντες ἐπίσκεψιν, καὶ ὅπερ ἄν ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς ὁ θεός, στερχθήσεται παρὰ πάντων· ὁ γὰρ εἰπών· ὅπου εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι ἐν τῷ ἐμῷ ὀνόματι, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ ὁ δοὺς τῇ ἄνῳ ἀνθρωπίνην φωνήν, πάντως δώσει καὶ ἐκείνοις εὑρεῖν ὅπερ ἀποδέχεται στέργεσθαι παρὰ πάντων. καὶ ἔπειθον στέρξαι τὴν ἐκεῖσε ἐπιδημίαν ἡμῶν. σκεψάμενοι οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις εἶπον, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν ἄδειαν περιστῆσαι ὅ νῦν ζητεῖτε· ἤλθομεν γὰρ πρὸς τὸ στῆσαι τὸν καιρὸν καθ΄ ὅν γενήσεται ἡ σύνοδος ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει· ὅ δὲ λέγετε νῦν, ἐστὶ νέον ζήτημα, καὶ ἀναγγελοῦμεν τῷ αὐθέντῃ ἡμῶν τῷ βασιλεῖ τῷ ἁγίῳ καὶ τῷ δεσπότῃ ἡμῶν τῷ παναγιωτάτῳ πατριάρχῃ, καὶ εἰ φανῇ καλὸν ἐκείνοις, γενήσεται· πλὴν τοῦτο λέγομεν, ὅτι μεγάλας ἐξόδους καταναλώσετε, εἴπερ θελήσουσιν ἐπιδημῆσαι ἐνταῦθα. ἐρωτηθέντες δὲ περὶ τῆς ποσότητος τῶν ἐξόδων, ἐσκέψαντο καὶ ἐποίησαν κατάστιχον καὶ εἶπον, ὅτι ἔνι χρεία τζαγρατόρων τριακοσίων καὶ κατέργων τριῶν διὰ φυλακὴν τῆς Πόλεως καὶ ἑτέρων κατέργων ἕξ ἤ πέντε τὸ ἔλαττον, δι΄ ὧν ἐλεύσονται ἐνθάδε οἱ ἡμέτεροι, καὶ ἐξόδου, δι΄ ἧς οἰκονομηθήσονται ὁ πατριάρχης μετὰ τῶν ἀρχόντων καὶ κληρικῶν αὐτοῦ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἕτεροι, ὅσους δεῖ παρεῖναι ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ ποσοῦνται ταῦτα εἰς φλωρία χιλιάδας ἑβδομήκοντα πέντε, ἄνευ μέντοιγε τῆς οἰκονομίας τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ· ἀναρτῶμεν γὰρ τὸ περὶ τοῦ βασιλέως εἰς τὴν διάκρισιν καὶ φιλοτιμίαν τοῦ πάπα. ἔλεγον δὲ οἱ ἡμέτεροι, ὅτι ἐποιήσαμεν καὶ περισσοτέρας τὰς ἐξόδους, ἵνα γένωνται ὀκνηρότεροι πρὸς τὸ ἕλκειν ἡμᾶς ἐκεῖσε.
- [←90]
-
Κατά τον Laurent 1971: 115 σημ. 2, αυτό το κάπως βίαιο τέλος ομιλίας φαίνεται να απευθυνόταν στους Βυζαντινούς αποκρισιαρίους, οι οποίοι είχαν πάει στην παπική κούρτη συνοδευόμενοι από τον Ρόδου Ανδρέα. Η άδεια ασφαλούς διέλευσης τού τελευταίου εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 1426, από το οποίο συνεπάγεται ότι η αποστολή τους στην παπική κούρτη έλαβε χώρα το νωρίτερο στις αρχές τής άνοιξης τού 1426.
- [←91]
-
Κατά Ματθαῖον 18.20: οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.
- [←92]
-
Στο κείμενο τζαγρατόρων. Tζαγράτορας ήταν ο εφοδιασμένος με τζάγρα πολεμιστής, δηλαδή με το μηχανικό τόξο τής εποχής, τη βαλλίστρα (λατινικά ballista), που ήταν ακόμη εκείνη την εποχή φοβερό όπλο. Η Άννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς, 10.8.6, περιγράφει τον τρόμο που προκάλεσε η εμφάνιση τής τζάγρας στα χέρια των σταυροφόρων στο τέλος τού 11ου αιώνα:
«Αυτή η βαλλίστρα είναι ένα τόξο των βαρβάρων εντελώς άγνωστο στους Έλληνες. Δεν τεντώνεται τραβώντας τη χορδή με το δεξί χέρι, ενώ το αριστερό τραβάει το τόξο προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά αυτός που τεντώνει αυτό το πολεμικό όπλο που βάλλει πολύ μακριά πρέπει να βρίσκεται, θα έλεγε κανείς, σχεδόν ανάσκελα, να εφαρμόζει και τα δύο του πόδια δυνατά κόντρα στο ημικύκλιο τού τόξου και να τραβάει με τα δύο του χέρια τη χορδή με όλη του τη δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στη μέση τής χορδής υπάρχει μια υποδοχή, ένα είδος κυλινδρικού κυπέλλου προσαρμοσμένου στην ίδια τη χορδή, και περίπου τόσο μακρύ όσο ένα βέλος μεγάλου μεγέθους, που φτάνει από τη χορδή μέχρι τη μέση τού τόξου. Μέσα από αυτό εκτοξεύονται βέλη πολλών ειδών. Τα βέλη που χρησιμοποιούνται με αυτό το τόξο είναι πολύ μικρού μήκους, αλλά πολύ παχιά, εφοδιασμένα μπροστά με πολύ βαριά σιδερένια αιχμή. Όταν ελευθερώνονται, η χορδή τα εκτοξεύει με τεράστια βία και δύναμη, και όπου κι αν τύχει να χτυπήσουν αυτά τα βελάκια, δεν πέφτουν πίσω, αλλά τρυπούν ασπίδα, ύστερα κόβουν βαρύ σιδερένιο θώρακα και προχωρούν γρήγορα βγαίνοντας από την άλλη πλευρά. Τόσο βίαιη και ασταμάτητη είναι η εκτόξευση βελών αυτού τού είδους. Ένα τέτοιο βέλος είναι γνωστό ότι τρύπησε χάλκινο άγαλμα, ενώ αν χτυπήσει στο τείχος μιας πολύ μεγάλης πόλης, η αιχμή τού βέλους είτε βγαίνει από την εσωτερική πλευρά είτε θάβεται στη μέση τού τείχους και χάνεται. Τέτοιο είναι λοιπόν αυτό το τέρας τής βαλλίστρας, πραγματικά διαβολική εφεύρεση. Και ο ταλαίπωρος που χτυπιέται από αυτήν, πεθαίνει χωρίς να νιώσει τίποτε, ούτε καν να νιώσει το χτύπημα, όσο δυνατό κι αν είναι»
(Ἡ δὲ τζάγγρα τόξον μέν ἐστι βαρβαρικὸν καὶ Ἕλλησι παντελῶς ἀγνοούμενον. Τείνεται δὲ οὐχὶ τῆς μὲν δεξιᾶς ἑλκούσης τὴν νευράν, τῆς δὲ λαιᾶς ἀνθελκούσης τὸ τόξον, ἀλλὰ δεῖ τὸν διατείνοντα τὸ ὄργανον τουτὶ τὸ πολεμικὸν καὶ ἑκηβολώτατον, ὡς ἄν τις εἴποι, ὕπτιον κείμενον ἑκάτερον μὲν τῶν ποδῶν ἐνερεῖσαι τοῖς ἡμικυκλίοις τοῦ τόξου, ἀμφοτέραις δὲ ταῖς χερσὶ τὴν νευρὰν μάλα γενναίως ἀνθελκύσαι. Ἧς κατὰ τὸ μέσον σωλήν ἐστι κυλινδρικὸν ἡμίτομον ἐξημμένον αὐτῆς τῆς νευρᾶς καὶ ὥσπερ τι βέλος ἀξιόλογον μέγεθος ἀπολαμβάνον διήκει ἀπ΄ αὐτῆς τῆς νευρᾶς ἐς τὸ τοῦ τόξου μεσαίτατον· ἀφ΄ οὗ βέλη παντοδαπὰ διεκπίπτουσιν. Ἐν τούτῳ τοίνυν τὰ βέλη τιθέμενα βραχύτατα μὲν τῷ μήκει, παχύτατα δὲ καὶ πρόσθεν ἀξιόμαχον βάρος σιδήρου λαμβάνοντα. Καὶ τῇ ἀφέσει τῆς νευρᾶς μετὰ σφοδρότητος καὶ ῥύμης ἁπάσης ἀφιείσης τὰ βέλεμνα οὗ ἂν τύχῃ ἐπεισπεσόντα οὐκ εἰς τοὔμπαλιν ἀποπίπτει, ἀλλὰ καὶ ἀσπίδα διέτρησε καὶ θώρακα βαρυσίδηρον διατεμόντα ἐκεῖθεν διὰ θατέρου μέρους ἐξεπετάσθη. Οὕτως ἐστὶ σφοδρὰ καὶ ἀκατάσχετος ἡ ἄφεσις τῶν τοιούτων βελῶν. Ἤδη τοῦτο τὸ βέλος καὶ ἀνδριάντα διεπερόνησε χαλκοῦν καὶ τείχει ἐμπεπτωκὸς μεγίστης πόλεως ἢ ἐπὶ τἄνδον προὔκυψε τοῦ βέλους ἡ ἀκμὴ ἢ ἐνδεδυκὸς κατὰ τὸ μέσον τοῦ τείχους ἀφανὲς γέγονε. Τὸ μὲν οὖν τῆς τζάγγρας πρᾶγμα τοιοῦτόν ἐστιν ὡς ὄντως δαιμόνιον· ὁ δὲ πειρασθεὶς τῆς ἐκ τούτου πληγῆς ἀθλιώτατος ἀναισθήτως ἀποθνήσκων καὶ μηδὲ τῆς πληγῆς, ὁπόση τίς ἐστιν, αἰσθανόμενος).
- [←93]
-
Ο Συρόπουλος στο κείμενο χρησιμοποιεί για τη γαλέρα τις λέξεις κάτεργον και τριήρης. Η γαλέρα είχε τρεις σειρές κουπιών, όπως η αρχαία τριήρης, ενώ η ονομασία κάτεργον έχει σχέση με την καταναγκαστική εργασία των κωπηλατών στα πλοία αυτά. Οι κωπηλάτες ήσαν συνήθως κατάδικοι ή αιχμάλωτοι πολέμου και κωπηλατούσαν αλυσοδεμένοι.
- [←94]
-
Κατά τον Laurent 1971: 115 σημ.4, στην πραγματικότητα, σε έναν τέτοιον υπολογισμό, οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν μόνο να κάνουν λάθος. Πιστεύοντας ότι υπερβάλλουν, θα βρίσκονταν πολύ μακριά από το συνολικό κόστος το οποίο συνεπαγόταν η σύγκληση τής συνόδου.
- [←95]
-
Συρόπουλος 2.14: Ὡς οὖν ἤκουσαν ταῦτα οἱ προσδιαλεγόμενοι καὶ τῷ πάπᾳ ἀνήνεγκαν, διεκόμισαν τοῖς ἡμετέροις ἀπολογίαν, ὅτι ὑμεῖς νομίζετε ὡς ἐνταῦθα ἔχομεν τὰ φλωρία περισσά· πλὴν εἰ καὶ εὑρίσκονται πολλά, ἀλλ΄ οὖν ἐξοδιάζονται καὶ εἰς πολλὰς ἀναγκαίας δουλείας. εἰς δὲ τὴν χρείαν ταύτην τῆς ἑνώσεως ὁρίζει ὁ πάπας, ὅτι εἰ ἐλέγετε χιλιάδας πεντήκοντα, ἔμελλεν ὁρίσει ἐκεῖνος ἑβδομήκοντα πέντε. εἰ δὲ ελέγετε ἑβδομήκοντα πέντε, ὁρίζει ἐξοδιάσαι χιλιάδας ἑκατόν, ἵνα μὴ ἐμποδισθῇ τὸ τοιοῦτον ἀγαθὸν ἔργον. περὶ δὲ τοῦ βασιλεως ἔφη ὁ πάπας, ὅτι ἔνι εἰς τὸ θέλημα ἐκείνου· ἐγὼ γὰρ οὐκ ἔχω ἀνάγκην περὶ τοῦ βασιλέως. ἐν τούτοις οἱ ἡμέτεροι τὴν πρεσβείαν τελέσαντες καὶ τῷ πάπᾳ προσελθόντες τὴν ἐπὶ τῇ ἐξελεύσει ὀφειλομένην προσκύνησιν καὶ πρόσρησιν ἀπονεῖμαι, εἶπεν ὁ πάπας πρὸς αὐτούς, ὅτι ἐπιμελήθητε ὡς χρήσιμοι ἄνθρωποι καὶ καλοὶ χριστιανοί διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ θεοῦ, διὰ τὰ σπλάγχνα τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔχητε τὴν εὐχὴν τοῦ ἁγίου Πέτρου, καὶ σπουδάσατε καὶ εἰς τὸν γαληνότατον βασιλέα καὶ εἰς τὸν αἰδεσιμώτατον πατριάρχην, ἵνα διασυντόμως ποιήσωσιν ἐνταῦθα τὴν σύνοδον· εἰμὶ γὰρ γέρων καὶ δειλιῶ τὸν θάνατον. εἰ οὖν ἐπιμεληθῆτε γενέσθαι τὴν σύνοδον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, γενήσεται καὶ ἡ ἕνωσις καλῶς· ἐμοῦ δὲ παρελθόντος, οὐ καλῶς γενήσεται.
- [←96]
-
Ο Μαρτίνος Ε΄ πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου 1431.
- [←97]
-
Συρόπουλος 2.15: Ἐπανῆλθον οὖν οἱ πρέσβεις καὶ ἀνήνεγκαν ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ τῷ πατριάρχῃ. ἦλθε δὲ καὶ μετ΄ αὐτῶν πρέσβις ἐκεῖθεν ὁ Ῥοδου Ἀνδρέας, ὅν ὁ λόγος ἐδήλωσεν ὡς συνηγορήσαντα τῷ Εύδαιμονοϊωάννῃ καταρχὰς περὶ τῆς ἑνώσεως καὶ εἶπε τὰ αὐτὰ, ἅπερ καὶ οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις εἰρήκασι καὶ ἐσπούδασε τοιαύτην ἀρχὴν ἐγκαταστῆσαι τοῖς συνοδικοῖς πράγμασιν· ἔλεγε γὰρ δύναμιν ἔχειν ἐκεῖθεν πρὸς τὸ τὴν ἀνήκουσαν ἀρχὴν καταβαλεῖν εἰς τὴν ἐκεῖσε συνάθροισιν τῆς συνόδου. τότε γοῦν εὑρέθη καὶ ὁ βασιλεὺς προθυμότατος πρὸς τὸ συγκροτῆσαι τὴν σύνοδον εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἐβούλετο εὐθὺς ἄρξασθαι τῆς τοιαύτης συνελεύσεως· ὅπερ μαθὼν καὶ ὁ Ἀνδρέας περιχαρῶς ἐξεδέχετο πρᾶξαι τοῦτο ἀνενδοιάστως καὶ ὁμολογουμένως συστῆσαι γίνεσθαι τὴν πρὸς Ἰταλίαν συνάθροισιν. εἶτα παραγέγονεν ὁ πατριάρχης εἰς τὸν βασιλέα ἐν τῇ σεβασμίᾳ μονῇ τῶν Στουδίου εὑρισκόμενον τότε καὶ βουλευσάμενοι εὑρέθησαν εἰς ἀναβολὴν τὰ περὶ τῆς συνόδου ὑπερτιθέμενοι, καὶ ὁ βασιλεὺς, οὐκ οἶδ΄ ὅπως, ἐπέσχεν ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς προθυμίας, ἥν ἔδειξεν ἔχειν περὶ τὴν συνάθροισιν τῶν ἐν τῇ συνόδῳ ἐλευσομένων, καὶ εἶπε τῷ Ἀνδρέᾳ τινὰ μὴ συνάδοντα τοῖς προτέροις αὐτοῦ λόγοις. ὁ δὲ ἀπῄτησεν ἀπολογίαν πρὸς τὴν πρεσβείαν, ἥν διεκόμισεν ἀπὸ τοῦ πάπα, καὶ ὁ βασιλεὺς οὐκ ἠθέλησε δοῦναι αὐτῷ τὴν ἀπολογίαν, ἀλλ΄ εἴρηκεν ἀπολογηθῆναι τῷ πάπᾳ διὰ πρέσβεως ἰδίου· ὅπερ δυσχερῶς ἔφερεν ὁ Ἀνδρέας, καὶ ἔλεγε περὶ ἑαυτοῦ, ὅτι ἐγὼ πολίτης εἰμὶ καὶ ὀφειλέτης τῆς πατρίδος ταύτης καὶ ἀγαπῶ τὸ καλὸν αὐτῆς. τίνος οὖν χάριν οὐ λέγει μοι ὁ βασιλεὺς τὸν σκοπόν, ὅν ἔχει διαμηνῦσαι τῷ πάπᾳ, ἵνα ἰδῶ, καὶ εἰ μὲν ἐγχωρεῖ γενέσθαι, συνεργήσω καὶ αὐτός, εἰ δὲ μή, τοῦτο ἐμποδίσω, ἵνα μὴ ζημιωθῶσι τὴν τῆς πρεσβείας ἔξοδον; ἐγὼ γὰρ οἶδα ἀκριβῶς, ἔλεγε, πῶς διάκειται ὁ πάπας εἰς τὰ τοιαῦτα πράγματα καὶ μέχρι τίνος συγκαταβήσεται καὶ ποιήσει ἤ οὐ ποιήσει.
- [←98]
-
Ο Συρόπουλος δίνει και πάλι στον αδελφό Ανδρέα επισκοπικό τίτλο που δεν είχε ακόμη. Βλέπε πιο πάνω, σημ. 61. Η βούλλα τού Μαρτίνου Ε΄ με την οποία ανέθετε στον Ανδρέα αυτή τη νέα αποστολή είχε ημερομηνία 11 Ιουνίου 1426 (Laurent 1971: 116 σημ. 2).
- [←99]
-
Ο Ιωάννης Η΄ άλλαξε σύντομα διάθεση, αναμφίβολα κάτω από την πίεση τού πατριάρχη, τον οποίο αποθάρρυνε ακόμη η προοπτική ενός ταξιδιού στην Ιταλία. Συμφώνησαν και οι δύο να χρονοτριβήσουν και αυτό εξηγεί την αφύσικη καθυστέρηση με την οποία απαντήθηκαν οι επιστολές που είχε φέρει ο Ανδρέας Χρυσοβέργης, ο οποίος, αφού τον απήλλαξαν χωρίς πολλή σκέψη, βρισκόταν πίσω στην παπική κούρτη πριν από τις 9 Μαΐου 1427 (Laurent 1971: 117 σημ. 3).
- [←100]
-
Μονή Στουδίου: Διάσημο μοναστήρι τής Κωνσταντινούπολης αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, που ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα. Τα ερείπια τού μοναστηριού διασώζονται κοντά στην παραλία τής Προποντίδας, λίγο πριν από τη συμβολή των τειχών Προποντίδας με τα χερσαία τείχη στην περιοχή τής Χρυσής Πύλης.
- [←101]
-
Συρόπουλος 2.16: Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ βασιλεύς, ὥρισεν, ὅτι· οὐκ ἔχω ἐγὼ ἀνάγκην εἰπεῖν τῷ Ἀνδρέᾳ τίνα βούλομαι μηνῦσαι τῷ πάπᾳ, ἀλλ΄ οὐδὲ αὐτὸς ἔχει δίκαιον ἀπαιτεῖν με τοῦτο· ἴδιον μὲν γὰρ αὐτοῦ ἦν τὸ διακομίσαι τὴν πρεσβείαν ὡς ἀνετέθη. μετὰ δὲ τὸ ἀκοῦσαι με ταύτην, ἐμὸν ἐστὶ τὸ ἀπολογηθῆναι ἤ δι΄ αὐτοῦ ἡ δι΄ ἡμετέρου. καὶ μετὰ τοιούτων λόγων ἐξέπεμψε τὸν Ἀνδρέαν. εἶτα ἔστειλε πρέσβεις εἰς τὸν πάπαν τὸν τότε μέγαν στρατοπεδάρχην κῦρ Μάρκον τὸν Ἰάγαριν καὶ τὸν τιμιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καὶ καθηγούμενον τῆς σεβασμίας μονῆς τοῦ Παντοκράτορος κῦρ Μακάριον τὸν Μακρόν. ἀπῆλθον οὖν οὗτοι μετὰ γραμμάτων τοῦ βασιλέως τε καὶ τοῦ πατριάρχου, καὶ εἶπον περὶ τῆς συνόδου καθὼς ἀνετέθησαν, καὶ πάλιν ἐπανῆλθον διακομίσαντες καὶ ὑπὸ τοῦ πάπα γράμματα. οὔτε γοῦν ἐπὶ τίσιν οἱ πρέσβεις οὗτοι ἐστάλησαν ἠκούσαμεν κατὰ μέρος, οὔτε τὴν περίληψιν τῶν ἐντεῦθεν σταλέντων γραμμάτων ἤ τῶν ἐκεῖθεν ἐλθόντων εἰδέναι ἠδυνήθημεν. διὸ οὐδὲ ἔχομέν τι περὶ τῆς πρεσβείας αὐτῶν γράφειν, εἰ μὴ ὅτι ἐστάλησαν πρὸς τὸ λέγειν καὶ κατασκευάζειν τὰ περὶ τῆς συνόδου. παρῆλθε καιρὸς ἱκανὸς μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν δηλωθέντων πρέσβεων, καὶ ἐκ μὲν τοῦ πάπα οὐδεὶς ἐστάλη ἐνταῦθα, οὔτε μετὰ τῶν ἡμετέρων πρέσβεων, οὔθ΄ ὕστερον.
- [←102]
-
Ο Laurent 1971: 118 σημ. 1, σημειώνει ότι αυτή η περιγραφή δίνει την εντύπωση ότι ο Ιωάννης Η΄ αρνήθηκε τις υπηρεσίες τού Ρόδου Ανδρέα, αλλά απάντησε χωρίς καθυστέρηση με δικούς του πρέσβεις. Στην πραγματικότητα θα περνούσαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν ξαναρχίσουν οι συνομιλίες με την παπική κούρτη. Η πρεσβεία με αυτόν τον σκοπό αναφέρεται μάλιστα ότι βρισκόταν στον δρόμο τής επιστροφής, στην Αγκώνα στις 20 Απριλίου 1430 και στη Γλαρέντζα τής Πελοποννήσου τον Αύγουστο τού ίδιου έτους. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1043AB:
«Στις 17 Ιουλίου τού ίδιου έτους [1430] οι Καταλανοί πήραν τη Γλαρέντζα [Κυλλήνη], την κράτησαν για λίγες ημέρες και στη συνέχεια την πούλησαν πάλι. Τον Αύγουστο τού ίδιου έτους [1430] επέστρεψαν οι πρέσβεις που είχαν σταλεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη στον πάπα Μαρτίνο, δηλαδή ο μέγας στρατοπεδάρχης Μάρκος Ιάγαρις και ο μέγας πρωτοσύγγελος και ηγούμενος τής σεβάσμιας αυτοκρατορικής Μονής Παντοκράτορος, ο ιερομόναχος και πνευματικός Μακάριος, ο ονομαζόμενος και Μακρύς, άνδρας άριστος στην ευγλωττία, την αρετή και τη σοφία. Με εντολή τού αυτοκράτορα διόρισαν δεσπότη τού Μοριά τον πρίγκιπα κυρ Θωμά»
(Καὶ τῇ ιζ-ῃ Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπῆραν οἱ Καταλάνοι τὴν Γλαρέντζαν, ἣν καὶ κρατήσαντες μέχρι τινὸς πάλιν ἐπούλησαν αὐτήν. Καὶ τῷ Αὐγούστῳ μηνὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐπαναστρέψαντες οἱ ἀπὸ τοῦ βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου πρὸς τὸν πάπαν Μαρτῖνον πρέσβεις ὅ τε Μάρκος ὁ Ἴαγρος καὶ μέγας στρατοπεδάρχης, καὶ ὁ μέγας πρωτοσύγγελος καὶ ἡγούμενος τῆς σεβασμίας βασιλικῆς μονῆς τοῦ Παντοκράτορος ἱερομόναχος καὶ πνευματικὸς Μακάριος ὁ Μακρὺς ὀνομαζόμενος, ἀνὴρ ἄριστος κατά τε λόγον καὶ ἀρετὴν καὶ σύνεσιν, ἐποίησαν ὁρισμῷ τοῦ βασιλέως δεσπότην τὸν αὐθεντόπουλον κὺρ Θωμᾶν).
- [←103]
-
Μᾶρκος Ἰάγαρις: ίδια η μορφή τού ονόματός του στον Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, στήλη 1043Α:
«Τον Αύγουστο τού ίδιου έτους [1430] επέστρεψαν οι πρέσβεις που είχαν σταλεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη στον πάπα Μαρτίνο, δηλαδή ο μέγας στρατοπεδάρχης Μάρκος Ιάγαρις και ο μέγας πρωτοσύγγελος και ηγούμενος τής σεβάσμιας αυτοκρατορικής Μονής Παντοκράτορος, ο ιερομόναχος και πνευματικός Μακάριος, ο ονομαζόμενος και Μακρύς…»
(Καὶ τῷ Αὐγούστῳ μηνὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐπαναστρέψαντες οἱ ἀπὸ τοῦ βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου πρὸς τὸν πάπαν Μαρτῖνον πρέσβεις ὅ τε Μάρκος ὁ Ἴαγρος καὶ μέγας στρατοπεδάρχης, καὶ ὁ μέγας πρωτοσύγγελος καὶ ἡγούμενος τῆς σεβασμίας βασιλικῆς μονῆς τοῦ Παντοκράτορος ἱερομόναχος καὶ πνευματικὸς Μακάριος ὁ Μακρὺς ὀνομαζόμενος…)Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός ο υψηλόβαθμος αξιωματούχος ήταν από την οικογένεια των Ιάγαρι, που περιλάμβανε δύο ακόμη μέλη, τούς αδελφούς του Ανδρόνικο και Μανουήλ, οι οποίοι εμφανίζονται σε αυτή την περιγραφή. Σημειώστε ότι εδώ και πάλι ο Συρόπουλος προτρέχει, δίνοντας στον Μάρκο τον βαθμό τού μεγάλου στρατοπεδάρχη, ενώ τότε ήταν ακόμη μόνο μέγας πριμηκύριος (Laurent 1971: 118 σημ. 2).
- [←104]
-
Που στάλθηκαν γύρω στον Φεβρουάριο τού 1430 (Laurent 1971: 118 σημ. 4).
- [←105]
-
Επιστολές που δεν έχουν επισημανθεί ή έχουν χαθεί (Laurent 1971: 118 σημ. 5).
- [←106]
-
Ίδια με την πιο πάνω παρατήρηση. Επομένως, τα πατριαρχικά γράμματα δεν μεταγράφηκαν στον Κώδικα τής Μεγάλης Εκκλησίας, στον οποίο αναφέρεται πιο πάνω ο Συρόπουλος με κάποια επιδεικτικότητα (π.χ. κεφ. β΄ παρ. 7 και 8). Όμως στο Αυτοκρατορικό Αρχείο έπρεπε να τηρείται τουλάχιστον το πρακτικό και είναι εκπληκτικό που ο συγγραφέας μας δεν μπορούσε να το τεκμηριώσει από εκεί (Laurent 1971: 118 σημ. 6).
- [←107]
-
Φαίνεται ότι ο Συρόπουλος αντιφάσκει εδώ, σε σημεία που απέχουν μεταξύ τους δύο γραμμές. Ο Laurent 1971: 118 σημ. 7, θέλει να πιστεύει ότι τον πρόδωσε η μνήμη του, κάνοντάς τον να προχρονολογεί την προηγούμενη πρεσβεία, που ακολούθησε σε φυσιολογικό διάστημα, αφού βρισκόταν καθ΄ οδόν σύντομα μετά τον θάνατο τού Μαρτίνου Ε΄ (20 Φεβρουαρίου 1431).
- [←108]
-
Συρόπουλος 2.17: Ὁ βασιλεὺς ἠβουλήθη καὶ αὖθις στεῖλαι πρέσβεις εἰς τὸν πάπαν. ἐκλέγεται τοίνυν πάλιν τὸν δηλωθέντα Ἰάγαριν, τὸν τιμιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καὶ καθηγούμενον τῆς σεβασμίας μονῆς τῶν Μαγγάνων κῦρ Μακάριον τὸν Κουρουνᾶν καὶ τὸν ἴδιον γραμματικὸν κῦρ Δημήτριον Ἄγγελον τὸν Κλειδᾶν. τὰ γοῦν πρὸς τὴν τούτων πρεσβείαν σκεπτόμενος καὶ ὑποτυπῶν ὁ βασιλεύς, παραγίνεται πρὸς τὴν δέσποιναν καὶ μητέρα αὐτοῦ ἐν τῇ Παλατιανῇ, συνάγει τε ἐκεῖ τὸν πατριάρχην, τὸν Ἡρακλείας, τὸν Μονεμβασίας, τὸν μέγαν σακελλάριον, τὸν μέγαν σκευοφύλακα, τὸν τιμιώτατον ἐν ἱερομονάχοις κῦρ Ἰωσὴφ τὸν διδάσκαλον, τὸν τιμιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καὶ πνευματικὸν πατέρα κῦρ Μακάριον τὸν τῶν ἁγίων τῶν Ξανθοπούλων, τοὺς μεσάζοντας καὶ τοὺς εἰρημένους πρέσβεις, καὶ βουλεύεται μετ΄ αὐτῶν κατὰ τὸ εἰωθὸς τοῖσδε τοῖς βασιλεῦσι, καὶ ὑποτυποῖ τὴν πρεσβείαν καὶ ἀναθέσεις ἅς ἠβουλήθη, καὶ ἐπὶ τούτοις ἐγράφησαν καὶ γράμματα τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου, ἅ καὶ λαβόντες οἱ πρέσβεις καὶ ἑτοιμασθέντες ἀπῆλθον.
- [←109]
-
Μακάριος Κουρουνᾶς: αυτό το άτομο είναι γνωστό μόνο από τη διπλή μνεία τού Συρόπουλου, εκτός αν πρόκειται για τον Μακάριο Κορόνα, μοναχό επίσης τής μονής Ξανθουπούλων, τον επιτάφιο τού οποίου συνέθεσε ο Μάρκος Ευγενικός το 1445 (Laurent 1971: 118 σημ. 8).
- [←110]
-
Δημήτριος Ἄγγελος Κλειδᾶς: Πιο κάτω (παραγρ. 21) ονομάζεται Κλειδἀς Φιλομμάτης, οπότε πρέπει να ταυτίζεται με τον Δημήτριο Άγγελο Φιλομμάτη, που αναφέρεται αρκετές φορές από τον Συρόπουλο. Αυτή η συσσώρευση επωνύμων που σηματοδοτεί συμμαχίες με αρχοντικές οικογένειες γνώρισε επίμονη μόδα υπό τούς Παλαιολόγους. Αναμφίβολα τα έξοδα που έγιναν από αυτή την πρεσβεία τού Κλειδά, με την ιδιότητα τού αυτοκρατορικού απεσταλμένου, είναι εκείνα που καλύφθηκαν από το παπικό ταμείο στις 9 Οκτωβρίου 1431 (Laurent 1971: 119 σημ. 9).
- [←111]
-
Η αυτοκράτειρα Ἑλένη, κόρη τού Σέρβου δυνάστη Κωνσταντίνου Ντράγκας, πέθανε στις 23 Μαρτίου 1450, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο τού συζύγου της Μανουήλ Β΄. Η επίδρασή της στην αυτοκρατορική πολιτική, όπως μαρτυρείται εδώ, ενοχλούσε τις μεγάλες οικογένειες και ορισμένα μέλη τού κλήρου.
- [←112]
-
Παλατιανή: Η εκκλησία τού παλατιού.
- [←113]
-
Τον Ἀντώνιο, ο οποίος θα συζητηθεί συχνά σε αυτό το έργο και ο οποίος είχε μακρά θητεία ως επίσκοπος Ηρακλείας (από το 1409 μέχρι το 1440 και περισσότερο).
- [←114]
-
Τον Δοσίθεο, που ήταν πρώτα μητροπολίτης Τραπεζούντος και είχε την κηδεμονία τού νεαρού Βησσαρίωνος.
- [←115]
-
Διδάσκαλος Ἰωσήφ: αυτό το άτομο, που έκανε ισχυρή εντύπωση στον Ιωάννη Η΄ όπως θα δούμε πιο κάτω, δεν είναι άλλος από τον Ιωσήφ Βρυέννιο.
- [←116]
-
Μακάριος: εξομολογητής τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ και ένας από τούς εκτελεστές τής διαθήκης του. Ήταν εβραϊκής καταγωγής. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, στήλη 1032Β:
«Εκτελεστές των τελευταίων παραγγελιών του να είναι ο εξομολογητής του, ο πρώην Εβραίος Μακάριος από τη Μονή Ξανθοπούλων, ο δάσκαλος Ιωσήφ τής Μονής Χαρσιανίτου κι εγώ»
(ἐπίτροποι δὲ νὰ ὦσιν ὁ πνευματικὸς αὐτοῦ ὁ εἰς τῶν Ξανθοπούλων Μακάριος ὁ ἐξ Ἰουδαίων, ὁ διδάσκαλος Ἰωσὴφ ὁ εἰς τοῦ Χαρσιανίτου, καὶ ἐγώ).Παρακολούθησε τη Σύνοδο τής Φλωρεντίας, αλλά πέθανε πριν από τον Μάρκο Ευγενικό (1445), ο οποίος συνέθεσε τον επιτάφιό του.
- [←117]
-
Ἅγιοι Ξανθόπουλοι: Το μοναστήρι των Ξανθοπούλων βρισκόταν στο Άγιο Όρος. Φαίνεται ότι πρέπει να ταυτίζεται με τη Μονή Παντοκράτορος (Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον 11ο ως τον 15ο αι., Τρίκαλα 2006).
- [←118]
-
Μεσάζοντες: τουλάχιστον από τις 26 Μαΐου 1431 αυτοί ήσαν ο Δημήτριος Παλαιολόγος Καντακουζηνός και ο Λουκάς Νοταράς, οι οποίοι θα παρέμεναν στην πρωτεύουσα σε ολόκληρη τη διάρκεια τής συνόδου και των οποίων η απουσία από το πλευρό τού αυτοκράτορα θα στενοχωρούσε τούς Ενετούς, όπως θα δούμε πιο κάτω. Θα διατηρούσαν επίσης αυτά τα καθήκοντα μέχρι την πτώση τής αυτοκρατορίας το 1453.
- [←119]
-
Χαμένες επιστολές που στάλθηκαν την άνοιξη τού 1431. Η αποστολή αυτή τερματίστηκε επειδή οι αποκρισιάριοι, μαθαίνοντας στην Καλλίπολη τον θάνατο τού πάπα Μαρτίνου Ε΄, επέστρεψαν στην πρωτεύουσα.
- [←120]
-
Συρόπουλος 2.18: Ἡμῖν δὲ οὐκ ἐγνωρίσθη οὔτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς βουλῆς, οὔτε ἡ δύναμις τῶν γραμμάτων· τοῦτο μόνον ἐστοχαζόμην ἐγώ, ὅτι δυσχερὲς ἐδόκει τὸ τότε συστὰν τοῖς παρατυχοῦσιν ἐν τῇ βουλῇ. ἔβλεπον δὲ καὶ τὸν πατριάρχην ἔκτοτε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δυσχεραίνοντα μὲν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ἀναγκαζόμενον πρὸς τὸ στέλλειν γράμματα ὁμόφωνα τοῖς βασιλικοῖς, γράφοντα δ΄ οὖν ὅμως τε καὶ ἑπόμενον. ἀλλὰ καὶ μετὰ παραδρομὴν ἱκανοῦ καιροῦ πρὸς τὸν διδάσκαλον κῦρ Ἰωσὴφ κατὰ τὸ εἰωθὸς μοι παραγινόμενος, καὶ λόγων κινηθέντων τῶν περὶ τῆς ζητουμένης συνόδου, ἤκουσα αὐτοῦ εἰρηκότος μοι, ὅτι· ἐγὼ ἀφ΄ οὗπερ ἤκουσα ὅσα ἐν τῇ Παλατιανῇ ἀκήκοα (καὶ ἐπὶ τούτοις ἐκπληκτικόν τι βοήσας καὶ τὴν χεῖρα κατὰ τὸ στόμα θέμενος) ἔκτοτε ἔγνων, ἔφη, ὡς οὐδέν τι ἀγαθὸν ἐνταῦθα γενήσεται· ἀντέστην γὰρ εἶπε πρὸς ἐκεῖνο τὸ βούλευμα, καθὼς ἠδυνάμην· ὡς δὲ εἶδον προβαῖνον καὶ τελειούμενον, εἶπον πρὸς ἐμαυτόν, ὡς· ἐπεὶ ὁ Ἰωσὴφ οὐ παρέσται ἐκεῖ, οὐ δὲ ὄψεται τὸ βουλευόμενον, ποιησάτωσαν ὡς βούλονται.
- [←121]
-
Διδάσκαλος Ἰωσήφ: Ο Ιωσήφ Βρυέννιος (1350-1431), λόγιος μοναχός τής μονής Στουδίου.
- [←122]
-
Συρόπουλος 2.19: Ἀλλὰ καὶ ὁ πατριάρχης ἔκτοτε λίαν ἡγούμενος ἐπαχθὲς τὸ γενέσθαι τὴν σύνοδον ἐν τόπῳ καὶ ἐξουσίᾳ λατινικῇ καὶ λέγων πολλάκις ὡς εἰ ἐκεῖσε γένηται, οὐκ ἔσται καλὸν τὸ συμπέρασμα τῆς συνόδου, καὶ δεικνύων ἑαυτὸν μηδόλως βουλόμενον ἐκεῖσε παραγενέσθαι, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν καθήμενος ἐν τῷ κελλίῳ αὐτοῦ μετὰ καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων, παρόντων καὶ δύο ἐκ τοῦ παλατίου ἀρχόντων, εἴρηκεν, ὅτι λέγουσι γενέσθαι τὴν σύνοδον ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καὶ ἀπελθεῖν τοὺς ἡμετέρους ἐκεῖσε καὶ καρτερῆσαι ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ ἔχειν τὰς ἐξόδους καὶ τῆς ὁδοῦ καὶ τῶν σιτηρεσίων παρ΄ ἐκείνων. ἐν γοῦν τῷ ἀπελθεῖν οὕτω καὶ ἐκδέχεσθαι καὶ τὴν ἡμερησίαν τροφὴν ἐξ ἐκείνων, ἤδη γίνονται δοῦλοι καὶ μισθωτοί, ἐκεῖνοι δὲ κύριοι· καὶ πᾶς δοῦλος τὸ θέλημα τοῦ κυρίου αὐτοῦ ὀφείλει ποιεῖν καὶ πᾶς μισθωτὸς τὴν ἐργασίαν τοῦ μισθοῦντος αὐτὸν ἐργάζεται. καὶ πᾶς ὁ μισθῶν τινα τούτου χάριν τὸν μισθὸν παρέχει, ἵνα ὁ μισθούμενος πληροῖ πᾶν ὅπερ ὁ μισθῶν αὐτὸν προστά[ξε]ι. εἰ δὲ μὴ γε οὐ παρέχει αὐτῷ τὸν μισθόν. εἰ γοῦν ἐκεῖνοι κρατήσουσι τὸ σιτηρέσιον, τί ποιήσουσιν οἱ ἡμέτεροι; καὶ εἰ οὐ θελήσουσιν ὑποστρέψαι τοὺς ἡμετέρους δι΄ ἰδίων ἐξόδων τε καὶ πλευσίμων, τί ἄρα ἔξουσιν οὗτοι ποιῆσαι; κατὰ τί οὖν συμφέρει τούτους τοὺς ὀλίγους, τοὺς ξένους, τοὺς πένητας ἀπελθεῖν εἰς τοὺς πολλούς, τοὺς πλουσίους, τοὺς σοφούς, τοὺς ὑπερηφάνους, τοὺς ἐντοπίους, καὶ εἰς αὐτοὺς δουλωθῆναι; εἶτα καὶ περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας συζητεῖν καὶ διδάσκειν αὐτούς, οὐκ ἔνι τοῦτο καλόν, οὐκ ἔνι· ἐμοὶ δοκεῖ ὅτι οὐδόλως συμφέρει ἡμῖν τοῦτο. δύναται δὲ ὁ βασιλεὺς ποιῆσαι ἐνταῦθα τὴν σύνοδον, εἰ θελήσει, καὶ ἄνευ ἐξόδων, ἐπεὶ οἱ ἐλευσόμενοι ἐκ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐνταῦθα δι΄ ἰδίων ἐξόδων ἐλεύσονται· εἰ δὲ καὶ ἐξόδων δεηθῇ, δύναται ἐπέκεινα τῶν ἑκατὸν χιλιάδων συνάξαι ὑπέρπυρα. καὶ εὐθὺς μὲν ἀκουσθὲν τοῦτο δόξει ἀπίθανον· ἐγὼ δὲ δείξω πῶς ἔσται τοῦτο καὶ δυνατὸν καὶ εὔκολον. δύναται ὁ βασιλεὺς μετὰ καλῶν πρέσβεων διαμηνῦσαι τοῖς ἐλευσομένοις ἐν τῇ συνόδῳ ἐλθεῖν μετὰ τῶν πραγμάτων καὶ ἐξόδων, ὧν ἔχουσιν, ἀναγκαίων ὄντων πρὸς συνεργίαν τοῦ θείου τούτου ἔργου τε καὶ σκοποῦ. ἐλεύσεται οὖν ὁ Ῥωσίας κῦρ Φώτιος μετὰ βίου πολλοῦ, καὶ ὑπερπύρων ἐπέκεινα τῶν ἑκατὸν χιλιάδων, καὶ λήψεται ἐξ ἐκείνου ὁ βασιλεὺς μετ΄ εὐκολίας ὑπέρπυρα χιλιάδας πεντήκοντα. ἐλεύσεται ὁ καθολικὸς ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἰβηρίας, κἀκεῖνος πλούσιος, καὶ λήψεται ἐξ ἐκείνου τριάκοντα χιλιάδας, ἤ τὸ ἕλαττον εἴκοσι· ἐλεύσεται ὁ Πεκίου καὶ λήψεται ἐξ ἐκείνου χιλιάδας εἴκοσι. οἱ πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ὡς ἀκούω, παρέχουσι χιλιάδας φλωρία τῷ σουλτάνῳ καὶ γίνονται πατριάρχαι. δυνατὸν οὖν ἐστὶ λαβεῖν καὶ ἐξ ἐκείνων ἀνὰ δισχίλια φλωρία ἤ τὸ ἔλαττον ἀνὰ χίλια. εἰσὶ καί τινες τῶν ἡμετέρων ἀρχιερέων πλούσιοι, καὶ λήψεται καὶ ἐξ ἐκείνων ἀνὰ χίλια, ἔκ τινων δὲ ἀνὰ ἑξακόσια, καὶ ἐξ ἄλλων ἀνὰ τριακόσια, καὶ συνάξει ἐπέκεινα τῶν δεκακισμυρίων. τὸ γοῦν γενέσθαι ἐνταῦθα τὴν σύνοδόν ἐστι καὶ καλὸν καὶ τίμιον καὶ κατὰ πολλὰ συμφέρον ἡμῖν· τὸ δὲ ἐν Ἰταλίᾳ ταύτην γενέσθαι, πάντῃ ἡμῖν ἀσύμφορον. ἐγὼ γοῦν, εἰ καὶ εἰς τὰ περὶ συναγωγῆς οὐκ ἠρκέσθην (οὐ γὰρ ἐνόμισά ποτε συναχθῆναι οὐδὲ πολλῷ τούτων ἐλάχιστα), εἴς γε τὰ ἄλλα λίαν ἠρκέσθην ὡς ἀληθείας ἐχόμενα καὶ οὕτως ἀποβησόμενα. ἐπῃνέθη δὲ καὶ ὁ πατριάρχης παρὰ πάντων τῶν ἀκουσάντων ταῦτα ὡς τοιαύτην δόξαν ἐχόντων πάντων σχεδὸν περὶ τῶν τοιούτων, καὶ ἠξιώσαμεν καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτόν, ἵνα ἵσταται ἀεὶ καὶ συνεργῇ καὶ πράττῃ ὅσα εἰσὶν ἁρμόδια ὑπὲρ τῆς τοιαύτης βουλῆς. καὶ ταῦτα μὲν ἐλαλήθησαν καὶ ἐγράφησαν ἐνταῦθα διὰ τὴν δυσχέρειαν ἥν εἶχον πάντες περὶ τῆς μελετωμένης ἀποδημίας.
- [←123]
-
Σιτηρέσιον: Τα χρήματα για την αγορά τροφής.
- [←124]
-
Ὑπέρπυρον: Το χρυσό νόμισμα τής αυτοκρατορίας.
- [←125]
-
Ο Φώτιος, άγιος τής ρωσικής εκκλησίας, μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας (1408-1431), ήταν Έλληνας από τη Μονεμβασία. Μπήκε νέος στη μοναστική ζωή κάτω από τον γέροντα Ακάκιο, που έγινε αργότερα επίσκοπος Μονεμβασίας. Μετά τον θάνατο τού Αγίου Κυπριανού το 1407, όταν χήρευσε η έδρα τού μητροπολίτη Ρωσίας και Λιθουανίας, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίος διόρισε τον Φώτιο μητροπολίτη Κιέβου και Βλαντιμίρ και το 1408 ο Φώτιος έφτασε στους Ρώσους. Θεωρώντας ότι η έδρα τού μητροπολίτη δεν έπρεπε να παραμείνει στο Κίεβο, το οποίο βαθμιαία περνούσε σε όλους τούς τομείς υπό την επιρροή τής Καθολικής Πολωνίας, ο Φώτιος μετέφερε το 1408 την έδρα στη Μόσχα κι έγινε μητροπολίτης Μόσχας και πάσης Ρωσίας. Οι ευνοϊκές συνθήκες στη ρωσική εκκλησία επέτρεψαν στον Φώτιο να συνδράμει το βαθμιαία εξαθλιούμενο οικονομικά Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και να ενισχύσει τη διεθνή θέση τής Ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας και τού ρωσικού κράτους.
- [←126]
-
Την εποχή εκείνη ἀρχιεπίσκοπος Ἰβηρίας, δηλαδή τής σημερινής Γεωργίας τού Καυκάσου, ήταν ο Δαυίδ Γ΄ Γκομπελάτζε (1435–1439). Κατά τον Laurent 1971: 122 σημ. 1, η οικονομική συνεισφορά που αναφέρεται εδώ από την Εκκλησία τής Ιβηρίας, καθώς και η πρόσκληση που τής απευθύνθηκε (βλέπε πιο κάτω, κεφ. γ’ παρ. 3) εγείρουν το ζήτημα των σχέσεών της με τα πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως και Αντιοχείας, καθώς μερικοί ιεράρχες της υπογράφουν, κατά τη διάρκεια τού 14ου και τού 15ου αιώνα, στα ελληνικά, υπό την ιδιότητά τους ως «μητροπολίτης Ιβηρίας». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν αποτελεί ζήτημα ολόκληρης τής ιστορικής Γεωργίας, αλλά τού καθολικού τής Αμπχαζίας, δηλαδή τής δυτικής Γεωργίας που συνορεύει με τη Μαύρη Θάλασσα. Όποια και αν είναι η φύση των εν λόγω συνδέσεων, αποδεικνύουν ότι η αυτονομία αυτής τής γεωργιανής εκκλησίας, που ανακτήθηκε τον 13ο αιώνα, δεν ήταν τόσο συνεχής όσο θα επιθυμούσαν ορισμένοι ιστορικοί.
- [←127]
-
Το Πέκιον, το σημερινό Πετς στο Κοσσυφοπέδιο (Κόσοβο), ήταν η έδρα τού Πατριαρχείου Σερβίας, επικεφαλής τού οποίου ήταν τότε ο πατριάρχης Θεοφάνης (Τεοφάν, 1435-1446). Κατά τον Laurent 1971: 122 σημ. 2, οι σχέσεις εξάρτησης τής Σερβικής Εκκλησίας ήσαν επίσης δεδομένες εκείνη την εποχή, τουλάχιστον νομικά. Στην πραγματικότητα ήσαν λιγότερο δεδομένες, καθώς ο κράλης τής Σερβίας είχε απαγόρεύσει την εκπροσώπησή του στη σύνοδο τής Ένωσης στην Ιταλία. Βλέπε πιο κάτω, κεφ. γ’ παρ. 3.
- [←128]
-
Δηλαδή οι πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
- [←129]
-
Κατά τον Laurent 1971: 123 σημ. 3, ο Συρόπουλος έπρεπε εδώ να μιλήσει όχι για φλουριά αλλά για δηνάρια, που ήταν ένα είδος μεσαιωνικού δολαρίου για τον αραβικό κόσμο, το οποίο έμοιαζε με το φλουρί που εκείνος είχε στα χέρια του στη Φλωρεντία και το οποίο άξιζε εκείνη την εποχή τρία βυζαντινά ὑπέρπυρα, όπως και το ενετικό δουκάτο.
- [←130]
-
Συρόπουλος 2.20: Οἱ δὲ δηλωθέντες πρέσβεις, μέχρι τῆς Καλλιουπόλεως φθάσαντες κἀκεῖσε πληροφορηθέντες ὅτι τέθνηκεν ὁ πάπας Μαρτῖνος, ὑπέστρεψαν· ἐλογίσαντο γὰρ ὡς ἐπεὶ τέθνηκεν ὁ συμφωνῶν καὶ πράττων τὰ περὶ τῆς συνόδου, περισσόν ἐστι καὶ αὐτοὺς ἐκεῖσε παραγενέσθαι. ὁ δὲ βασιλεὺς βαρέως διετέθη πρὸς τὴν τούτων ὑποστροφήν· ὥρισε γὰρ πρὸς αὐτούς· τίνος χάριν οὐκ ἀπήλθετε εἰς ὅπερ ἐστάλητε; οὐκ ἔδει ἐμποδισθῆναι ὑμᾶς διὰ τὸν θάνατον τοῦ πάπα· ἐκεῖ γὰρ ἅμα τῷ τεθνάναι τὸν πάπαν, εὐθὺς ἀποκαθιστῶσιν ἕτερον. ἅπερ οὖν ἔπραττεν ὁ πρώην πάπας τὰ αὐτὰ πράξει καὶ ὁ μετ΄ ἐκεῖνον. διὸ λέγω ἵνα ἀπέλθητε καὶ τελέσητε τὴν πρεσβείαν ὑμῶν. καὶ ἠνάγκασεν αὐτοὺς ἀπελθεῖν. ὁ μὲν οὖν ἡγούμενος τῶν Μαγγάνων οὐκέτι ἠθέλησεν ἀπελθεῖν, καίτοιγε πολλάκις ἀξιωθεὶς καὶ ζητηθεὶς τοῦτο, ἀλλ΄ ἀπηγόρευσε τελείως τὴν ἐκεῖσε ἀποδημίαν. ἐξελέξαντο δὲ ἀντ΄ ἐκείνου τὸν πρώτως ἀπιόντα εἰς Μαρτῖνον, ἡγούμενον τοῦ Προδρόμου καὶ μέγαν πρωτοσύγκελλον, ἱερομόναχον κῦρ Ἰωάσαφ, ὅς καὶ ἑτοιμασθεὶς μετ΄ οὐ πολὺ ἐξέπλευσε μετὰ τοῦ Ἰάγαρι καὶ τοῦ Κλειδᾶ, καὶ ἀπῆλθον πρὸς τὸν πάπαν Εὐγένιον. Οἵ τὴν ἐκ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου συνήθη πρόσρησιν προσειρηκότες αὐτῷ καὶ ὅπως περὶ τῶν συνοδικῶν ἐκεῖσε παραγεγόνασι δηλῶσαι ἀρξάμενοι, εὐθὺς ἠρωτήθησαν παρὰ τοῦ πάπα, εἰ δέδωκεν ὁ βασιλεὺς τὴν Πάτραν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς ἐπισκόπῳ. ὡς οὖν ἤκουσε παρ΄ αὐτῶν ὅτι οὐκ ἔδωκεν ταύτην, εἶπε· πῶς οὖν ἤλθετε ζητεῖν με σύνοδον, κατέχοντος τοῦ βασιλέως τὴν Πάτραν; καὶ λέγει ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος τῷ Ἰάγαρι· ὡς κελεύεις, ἀπολογήθητι. ὁ δὲ ἀνέθηκε τὴν ἀπολογίαν πρὸς αὐτόν. εἶπεν οὖν ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος· μακαριώτατε πάτερ, ἡμεῖς ἤλθομεν πρὸς τὴν σὴν μακαριότητα, οὐκ ἕνεκεν μερικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ περὶ τοῦ καθολικοῦ ζητήματος τοῦ διελόντος τὴν Ἐκκλησίαν. εἰ γοῦν τῇ θεοῦ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τῆς σῆς ἐπιμελείας τε καὶ οἰκονομίας καὶ συνεργίας καὶ συνδρομῆς τοῦ βασιλέως τοῦ ἁγίου καὶ τοῦ δεσπότου μου τοῦ πατριάρχου τοῦ ἁγίου διορθωθῇ τὸ καθολικὸν ζήτημα, εὔκολα διορθωθήσονται καὶ τὰ μερικὰ τῇ τοῦ θεοῦ βοηθείᾳ. διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν, ἵνα τόγε νῦν ἔχον ἵσταται τὸ μερικὸν ἐν σιωπῇ· ὁρίσῃς δέ εἴ τι ἔχεις θέλημα πρὸς τὸ καθολικόν. καὶ ἐπὶ τοιούτοις τισὶν ἐξῆλθον τότε ἀπὸ τοῦ πάπα· εἶτα προσέμειναν ἐκεῖσε καὶ εἶπον τὴν πρεσβείαν καὶ τοὺς λόγους οὕς εἶχον καὶ πρὸς τὸν πάπαν καὶ πρὸς τοὺς καρδηναλίους. καὶ λαβόντες ἀπολογίαν ἐπανῆλθον· ἔφασκον δὲ ἰδεῖν τὸν πάπαν Εὐγένιον ἀμυδρῶς πως καὶ ἄκροις τοῖς δακτύλοις, ὡς εἰπεῖν, ἁπτόμενον τῶν πρὸς τὴν ἕνωσιν ἀνηκόντων.
- [←131]
-
Η Καλλίπολις τού Ελλησπόντου, η σημερινή Γκελίμπολου στα Δαρδανέλλια.
- [←132]
-
Ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου 1431.
- [←133]
-
Την εποχή τού Μαρτίνου Ε΄ υπήρξαν πολλές αποστολές μεταξύ Βοσπόρου και Δύσης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί κανείς να πει σε ποιαν είχε αυτός συμμετάσχει για πρώτη φορά. Ίσως ο Συρόπουλος τον κατονόμαζε στο κομμάτι που λείπει στην αρχή τής παρ. 12, όπου ο πάπας απευθύνεται σε βυζαντινή αποστολή τα μέλη τής οποίας είναι άγνωστα (Laurent 1971: 123 σημ. 5).
- [←134]
-
Ἱερομόναχος Ἰωάσαφ: Άραγε ήταν ο ίδιος με τον μητροπολίτη Εφέσου που συζητείται πιο κάτω (παρ. 34 αυτού τού κεφαλαίου); Και οι δύο ήσαν εκείνη περίπου την εποχή μεγάλοι πρωτοσύγγελλοι. Αν ήταν ο ίδιος, τότε η μητρόπολη Εφέσου, χωρίς μητροπολίτη για αρκετά χρόνια, δεν τού ανατέθηκε πριν από το καλοκαίρι τού 1433 το νωρίτερο, μετά δηλαδή την επιστροφή του από αποστολή. Πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, σε πλήρη προετοιμασία για το ταξίδι στην Ιταλία (βλέπε πιο κάτω, κεφ. γ’ παρ. 11). Δεν μπορεί να ειπωθεί αν ορισμένα μικρά κείμενα, που υποδεικνύουν περίεργο πνεύμα, είναι δικά του ή τού Ιωάσαφ Β΄, που έζησε στο πρώτο μισό τού 16ου αιώνα (Laurent 1971: 123 σημ. 4).
- [←135]
-
Κατά τον Laurent 1971: 123 σημ. 6, ο Συρόπουλος συντομεύει πάλι εδώ, με καταχρηστικό τρόπο, το χρονικό διάστημα μεταξύ τής αναχώρησης αυτής τής πρεσβείας και τής επιστροφής τής προηγούμενης από την Καλλίπολη. Μάλιστα η αφήγησή του αποσιωπά με περίεργο τρόπο τούς εσωτερικούς αγώνες που αναστάτωναν τη Ρώμη την άνοιξη και το καλοκαίρι τού 1431, αγώνες που οδήγησαν τον Ιωάννη Η΄ στην απόφαση να στείλει έναν μόνο πρέσβη, τον δικό του γραμματέα, τον Δημήτριο Άγγελο Κλειδά, τού οποίου η παρουσία στην κούρτη καταγράφεται τον Σεπτέμβριο τού 1431. Η αναφορά αυτού τού πρέσβη ήταν τόσο ευνοϊκή, που αποφασίστηκε η αποστολή μεγάλης πρεσβείας, εκείνης που καταγράφεται εδώ. Η πρεσβεία αυτή δεν αναχώρησε αμέσως επειδή, λόγω κάποιου εμπόδιου που αντιμετώπισε στον δρόμο, βρισκόταν ακόμη στη Ρώμη τον Μάιο τού 1433 και οι συνομιλίες της με τον πάπα και τον Γερμανό αυτοκράτορα δεν τελείωσαν μέχρι τον Ιούλιο το αργότερο.
- [←136]
-
Ο Ευγένιος Δ΄ ανακηρύχθηκε πάπας στις 3 Μαρτίου 1431.
- [←137]
-
Το 1205, ύστερα από την κατάτμηση τής αυτοκρατορίας από τούς σταυροφόρους τής 4ης Σταυροφορίας (1204), η Πάτρα καταλήφθηκε από τον Γκυγιώμ Σαμπλίτ (Γουλιέλμο Σαμπλίτη) και τον Ζεφρέ Βιγιαρντουάν (Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουΐνο). Η πόλη έγινε πρωτεύουσα και ο αρχιεπίσκοπός της προκαθήμενος τού πριγκηπάτου τής Αχαΐας. Το 1408 η πόλη έγινε ενετική.
- [←138]
-
Το 1428 οι δεσπότες τού Μοριά Κωνσταντίνος και Θεόδωρος, γιοι τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, κατόρθωσαν να καταλάβουν την Πάτρα από τούς Ενετούς για ένα χρόνο, ενώ την ανακατέλαβαν το 1430. Ο Σφραντζής, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156 1040D-1042 γράφει:
Μόλις έλαβε αυτή την απάντηση, ο Μπαλότας ζήτησε να μπει με ασφάλεια στο κάστρο του. Ορίστηκα εγώ υπεύθυνος, τον πήρα με στρατιώτες και προχωρούσαμε. Ο Θωμάς Ραούλ, που βρισκόταν κοντά στο κάστρο, πίστευε ότι θα ήταν εύκολο να το πάρει από εμένα. Υπήρξε λοιπόν ο κίνδυνος να συμβεί κάτι πολεμικό και λυπηρό μεταξύ των δύο αδελφών. Όμως, με τη βοήθεια τού Θεού, οδήγησα τον Μπαλότα στο κάστρο του και επιστρέφοντας κι εγώ με ασφάλεια, βρἠκα τον αφέντη μου να έχει φτάσει στην εκκλησία και στον τάφο τού Αγίου Ανδρέα τού πρωτόκλητου, αργά στις 4 Ιουνίου.
(Ὡς δέ ταῦτα ἤκουσεν, ἐζήτησεν, ἵνα καλῶς ἐμβῇ εἰς τό κάστρον αὑτοῦ. Ὡρίσθην δ΄ ἐγώ καί ἀπῆρα αὐτόν μετά στρατιωτῶν καί ἀπερχόμην. Καί περί τό κάστρον εὑρεθείς Ῥαούλ ὁ Θωμᾶς ἐνόμισεν εὔκολον εἶναι, ἵνα ἐπάρῃ αὐτόν ἀπ΄ ἐμοῦ. Καί εἰς κίνδυνον ἦλθε τοῦ γενέσθαι μέσον τῶν ἀδελφῶν μέγα τι μάχιμον καί λυπηρόν, ὅμως οὖν θεοῦ εὐδοκήσαντος, ἐκεῖνον μέν καλῶς ἀπεκατέστησα εἰς τό κάστρον αὐτοῦ καί ἐγώ καλῶς ἐπιστρέψας εὗρον τόν αὐθέντην μου ἐν τῷ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ πρωτοκλήτου ναῷ καί τάφῳ ἀποσωθέντα τῇ δ-ῃ τοῦ Ἰουνίου ἀργά.)
Το πρωί τής Κυριακής 5 Ιουνίου οι αξιωματούχοι τής Πάτρας και ολόκληρος ο πληθυσμός βγήκαν στην προαναφερθείσα εκκλησία τού αγίου, προσκύνησαν τον δεσπότη και αφέντη μου και τού έδωσαν τα κλειδιά τού κάστρου. Ανεβαίνοντας στα άλογά μας, ιππεύσαμε με μεγάλη χαρά για αυτό το αποτέλεσμα και προχωρήσαμε μέχρι τα σπίτια γύρω από την εκκλησία τού Αγίου Νικολάου. Όλος ο δρόμος ήταν στρωμένος με κάθε είδους λουλούδια και διακοσμήσεις. Από όλα τα σπίτια, δεξιά και αριστερά, οι κάτοικοι μάς έραιναν με ροδόσταμο, τριαντάφυλλα και γαρίφαλα. Όμως πάνω από το κάστρο μάς υποδέχτηκαν άσχημα με βλήματα από πυροβόλα και μηχανικά τόξα (βαλλίστρες), αν και δεν προκάλεσαν καμία απώλεια. Οι υποστηρικτές τού μητροπολίτη είχαν διατηρήσει τον έλεγχο τού κάστρου και είχαν εφοδιάσει τα κοντινά του σπίτια των αρχόντων με τρόφιμα και όπλα, ελπίζοντας ότι με την επιστροφή τού μητροπολίτη θα είχαν και πάλι τα προηγούμενα προνόμιά τους.
(Τῇ δέ ε-ῃ πρωῒ τοῦ αὐτοῦ, ἡμέρᾳ τῆς ἑβδομάδος α-ῃ, ἐξελθόντες οἱ τοῦ κάστρου ἔκκριτοι καί πᾶς ὁ λαός καί ἐλθόντες μέχρι καί τοῦ ῥηθέντος ναοῦ τοῦ ἁγίου, τῷ δεσπότῃ καί αὐθέντῃ μου προσεκύνησαν καί τάς κλεῖς τοῦ κάστρου δεδώκασι. Καί καβαλλικεύσαντες μετά πλείστης ὅτι χαρᾶς καί τοῦ ἑνός μέρους καί τοῦ ἄλλου, ἐσέβημεν εἰς τό κάστρον καί μέχρι τῶν εἰς τόν ναόν τοῦ ἁγίου Νικολάου ὁσπιτίων ἀπήλθομεν, τῆς μέν ὁδοῦ πάσης κατεστρωμένης πάντων ἀνθέων καί εὐκοσμίας καί ἀπό τά ἐκ δεξιῶν καί ἀριστερῶν ὁσπίτια πάντων ῥαινομένων διά ῥοδοσταγμάτων καί ῥόδων καί τριακονταφύλλων, ἀπό δ΄ ἄνωθεν τοῦ κουλᾶ διά σκευῶν καί τζαγρῶν κακῶς δεξιουμένων ἡμῶν, εἰ καί οὐδέν τι ἔβλαψαν· οἱ γάρ τοῦ μητροπολίτου κρατήσαντες τόν κουλᾶν, ἔτι δέ καί τά αὐθεντικά πλησίον αὐτοῦ ὁσπίτια καί σιταρχήσαντες καί ἀφιρώσαντες, κατέσχον ἐλπίζοντες [ὅτι] ἐλθόντος τοῦ μητροπολίτου διά τούτου ἕξειν πάλιν, ἅπερ καί πρότερον εἶχον.)
Την επόμενη μέρα συγκεντρωθήκαμε στην εκκλησία τού Αγίου Νικολάου με όλους τούς πολίτες αυτής τής περιοχής, που ορκίστηκαν ότι θα υπηρετούσαν πιστά τον αφέντη μας τον δεσπότη. Ζήτησαν τον διορισμό μου ως κυβερνήτη τους και έλαβαν την ακόλουθη απάντηση: «Επειδή χρωστάω ακόμη περισσότερα στον Σφραντζή και επειδή το ζητάτε, θα είναι ο κυβερνήτης σας».
(Ἡμῶν δέ ἐπί τήν αὔριον συναχθέντων ἐν τῷ τοῦ ἁγίου Νικολάου ναῷ καί παντός τοῦ τῆς χώρας λαοῦ, δεδώκασι ὅρκον, ὅτι νά ὦσι πιστοί δοῦλοι τοῦ αὐθεντός ἡμῶν τοῦ δεσπότου. Καί ἐμέ εἰς κεφαλήν αὑτῶν ἐζήτησαν· ἤκουσαν δέ ὅτι καί διό καί πλέον τούτου τόν χρεωστοῦμεν καί διά τήν ὑμῶν αἴτησιν θέλει εἶσθεν αὐτός εἰς κεφαλήν ὑμῶν.)
Στις 8 Ιουνίου πέρασα απέναντι στη Ναύπακτο, για να πάω πρώτα στον αυτοκράτορα, για να μάθει κι εκείνος αυτά που συνέβησαν στην Πάτρα, και ύστερα από εκεί να πάω στον σουλτάνο, συνοδευόμενος από άρχοντα τού αυτοκράτορα. Στις 4 τού ίδιου μήνα, ενώ είχαμε φτάσει και μέναμε στην εκκλησία τού Αγίου Ανδρέα, πέρασαν από τη Ναύπακτο απέναντι δύο Τούρκοι απεσταλμένοι. Ο ένας είχε σταλεί από τον σουλτάνο και ο άλλος από τον Τουραχάν. Τα μηνύματά τους ήσαν ίδια: μάς πρόσταζαν να μην αποδεχθούμε την παράδοση τής Πάτρας. Επέστρεψαν μαζί μου στον σουλτάνο, αφού πήραν την ακόλουθη απάντηση: «Όταν αυτός ο άρχοντάς μου πάει στον αδελφό μου, τον μεγάλο σουλτάνο, θα συμμορφωθούμε με τις επιθυμίες τού σουλτάνου».
(Καί τῇ η-ῃ τοῦ Ἰουνίου μηνός περάσαντός μου εἰς τόν Ναύπακτον, ἵνα εἰς τόν βασιλέα πρῶτον ἀπέλθω, ἵνα κἀκεῖνος τά εἰς τήν Πάτραν παρακολουθήσαντα μάθῃ, εἶτ΄ ἀπ΄ ἐκεῖσε μετά καί ἄρχοντος αὐτοῦ εἰς τόν ἀμηρᾶν. Καί γάρ κατά τήν δ-ην τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἐν ᾖ φθάσαντες ἐμείναμεν ἐν τῷ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου ναῷ, ἰδού καί ἀπό τόν Ναύπακτον ἐπέρασαν δύο Τοῦρκοι, ὁ μέν τοῦ ἀμηρᾶ, ὁ δέ τοῦ Τουραχάνη, λέγοντες ὁρισμόν, ὅτι τήν Πάτραν ἵνα μή ἐπάρωμεν αὐτήν. Οἱ δή πάλιν ὑπέστρεψαν μετ΄ ἐμοῦ, ἀπολογίαν λαβόντες ὅτι ἐπεί ὁ παρών ἄρχων ἐμοῦ ὑπάγει εἰς τόν ἀδελφόν μου τόν μέγαν ἀμηρᾶν, ὡσάν ὁρίσῃ, θέλομεν ποιήσειν.)
Ενώ λοιπόν είχα περάσει απέναντι και βρισκόμουν στη Ναύπακτο, νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτεινά, έφτασε εκεί με καταλανική γαλέρα και ο Παντόλφο Μαλατέστα, ο μητροπολίτης τής Παλιάς Πάτρας. Γιατί καθώς περνούσε, είχε ακούσει στον δρόμο του κοντά στα νησιά [του Ιονίου], ότι το κάστρο τής Πάτρας είχε παραδοθεί στον δεσπότη. Είχε φέρει λοιπόν το πλοίο στη Ναύπακτο, για να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Χρειάστηκε να μείνω κι εγώ εκεί και την επόμενη μέρα, πρώτον, για να ενημερώσω γι’ αυτό τον αφέντη μου [κυρ Κωνσταντίνο] με επιστολή, όπως κι έγινε (ήμουν ο πρώτος που τού έστειλε τα νέα) και δεύτερον, για να μάθω, αν ήταν δυνατό, τις προθέσεις τού μητροπολίτη.
(Ὡς οὖν περάσαντες ἐν τῷ Ναυπάκτῳ ἐμείναμεν, πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης, ἰδού ἐκεῖσε καί ὁ Παλαιῶν Πατρῶν μητροπολίτης Παντούλφω Μαλατέστας μετά κατεργοῦ Καταλανικοῦ ἦλθεν. ∆ιερχόμενος γάρ ὡς ἔμαθε περί τά νησύδρια τά μέσον τῆς ὁδοῦ, ὅτι ἐδόθη τό κάστρον πρός τόν δεσπότην, ἐπίασε τήν λιβέραν τοῦ μέρους τοῦ Ναυπάκτου, ἵνα πρῶτον τοῦτο καλῶς μάθῃ, ὡς ἐγένετο. Ἐδέησεν ἐπιμεῖναι κἀμοί ἐκεῖσε καί τήν αὔριον, ἵνα πρῶτον μηνύσω τοῦτο τῷ αὐθέντῃ μου, ὅπερ καί γέγονε· καί παρ΄ ἐμοῦ τοῦτο πρῶτον ἔμαθε· καί δεύτερον, ἵνα καί τίς ὁ σκοπός αὐτοῦ δή τοῦ μητροπολίτου, τό δυνατόν, μάθω.)
Ο Μπερνάρντο Μαρτσέλλο, ο διοικητής τής Ναυπάκτου, τύχαινε να είναι εκεί και συναντηθήκαμε. Όταν τον είδα, μού έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί μού φάνηκε ότι ήταν ο πιο άσχημος από όλους τους ανθρώπους. Κατά τη διάρκεια τής συνομιλίας μας εκείνος προσπαθούσε να ανακαλύψει τον σκοπό τού ταξιδιού μου στον σουλτάνο, ενώ εγώ έψαχνα πληροφορίες για τις δικές τους προθέσεις σχετικά με την Πάτρα. Κανένας από τούς δύο δεν πέτυχε τον στόχο του, αλλά, όπως λέει η παροιμία, «μού έδωσε κουκουνάρα και τού έδωσα αγριόχορτα».
(Μέσου δέ γενομένου καί τοῦ Περνάρδου Μαρτζέλλου ἐκείνου καπετάνου Ναυπάκτου, εἴδομεν καί ἀλλήλους· ὃν ἰδών ἐθαύμασα, ὅτι διέ φερε πάντων ἀνθρώπων εἰς τό δυσειδῆ εἶναι. Ἐξετάζων οὖν ἐκεῖνος, τί βούλομαι ποιῆσαι εἰς τόν ἀμηρᾶν, κἀγώ ἐκεῖνον, τί κατά τῆς Πάτρας, ἀπῆρα ἐγώ παρ΄ ἐκείνου τό δή λεγόμενον κουκουζέλα, ἐκεῖνος δέ παρ΄ ἐμοῦ βρύα.)
Όμως, καθώς ο μητροπολίτης έδωσε επιστολές στους Τούρκους αξιωματούχους για τον σουλτάνο και τον Τουραχάν, με έβαλε σε πολλές σκέψεις, μήπως υποσχόταν [ο μητροπολίτης] να παραδώσει κάποια κάστρα τής Πάτρας σε αντάλλαγμα είτε για να τον βοηθήσουν να την πάρει είτε για πολλά χρήματα. Οι σκέψεις μου αυτές δεν σταματούσαν, μέχρι τη στιγμή, που αφού κουράστηκα πολύ και αφού μέθυσα πολλές φορές και με τη θέλησή μου, τούς μέθυσα κι εκείνους τόσο πολύ, που τούς πήρα τα χαρτιά, τα διάβασα και τα αντέγραψα. Ύστερα τα ξανασφράγισα και τα έβαλα στη θέση τους.
(Ὅμως δεδωκώς ὁ μητροπολίτης τοῖς σκλάβοις χαρτία πρός τε τόν ἀμηρᾶν καί τόν Τουραχάνην, πολύν λογισμόν ἐνέβαλεν εἰς ἐμέ, μή ποτε ὑπισχνεῖται δοῦναι καστέλλιά τινα τῆς Πάτρας, εἴπερ αὐτόν βοη θήσῃ, ἵνα ἐπάρῃ αὐτήν, ἢ πολλά τινα χρήματα. Καί οὐκ ἔπαυσεν ὁ ἐμός λογισμός, ἕως οὗ πολλά κοπιάσας καί μεθύσας πολλάκις καί ἀκουσίως, ἐμέθυσα κἀκείνους τοσοῦτον, ὅτι ἀπῆρα τούς τά χαρτία καί ἀνέγνωσα καί μετέγραψα· κἀκεῖνα πάλιν ἐβούλωσα καί ἀφῆκα.)
Μόλις έφτασα στην Πόλη, μού δόθηκε ως συνάδελφος πρεσβευτής ο Μάρκος Παλαιολόγος Ιάγαρις, εκείνος που έγινε αργότερα πρωτοστράτωρ και τότε ήταν πρωτοβεστιαρίτης, ο οποίος ήταν περισσότερο εναντίον τής αποστολής μου παρά υπέρ αυτής. Δεν ήξερα ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι ο λόγος, εκτός από εκείνο που λέει η παροιμία, ότι «η ζήλεια δεν ξέρει πώς να εκτιμήσει το συμφέρον της». Πήγαμε μαζί στον σουλτάνο και πήραμε απάντηση, για να τη δώσουμε σε εκείνους που την κατείχαν [την Πάτρα]. Απάντησα λοιπόν στον τότε πρώτο βεζύρη και άρχοντα, τον Ιμπραήμ πασά: «Εγώ ούτε τολμώ να το πω αυτό στον αφέντη μου. Αλλά όπως εκείνος [ο αφέντης μου] έστειλε δικό του σημαντικό αξιωματούχο στον μεγάλο αφέντη, ας διορίσει και ο [μεγάλος] αφέντης έναν δικό του σκλάβο, για να επιστρέψει μαζί μου και να πει τις εντολές τού μεγάλου αφέντη». Συμφώνησε [ο Ιμπραήμ] και είπε: «Μιλάς σοφά και σωστά». Όμως ο Ιάγαρις περιγελούσε την πρότασή μου, λέγοντας ότι ήταν άχρηστη και επιζήμια. Εγώ όμως, με την έγκριση τού Θεού, κατάφερα και πήρα μαζί μου [στο ταξίδι τής επιστροφής] έναν αξιωματούχο τού μεγάλου αφέντη [τον Χιρκίς]. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα στις διαπραγματεύσεις μας σχετικά με την Πάτρα.
(Ὡς δέ ἔφθασα εἰς τήν Πόλιν, ἐδόθη μοι συναποκρισιάρης Μάρκος Παλαιολόγος ὁ Ἴαγρος, ὁ ὕστερον πρωτοστράτωρ, τότε δέ πρωτο βεστιαρίτης, πλέον ἀνατεθείς εἶναι κατά τῆς δουλείας μου ἢ ὕπερ αὐτῆς· οὐκ οἶδα δέ ἄλλο τι αἴτιον, ἀλλ΄ ἢ τό φθόνος οὐκ οἶδε προτιμᾶν τό συμφέρον. Ἀπελθόντες δ΄ ὁμοῦ εἰς τόν ἀμηρᾶν, ἀπήραμεν ἀπολογίαν, ἵνα δώσωμεν αὐτήν οἷς εἶχον· ἀπολογησάμην οὖν τῷ τότε πρώτῳ βυζήρῃ καί ἄρχοντι, τῷ Μπραῒμ πασίᾳ, ὅτι τοῦτο ἐγώ τόν αὐθέντη μου οὐ δέν τολμῶ, ἵνα εἴπω, ἀλλ΄ ἐπεί ἐκεῖνος ὁπωσδήποτε ἄρχοντα αὑτοῦ ἀπέσ τειλε πρός τόν μέγαν αὐθέντην, ἰδού ἂς ὁρίσῃ καί ὁ αὐθέντης σκλάβον του καί ἂς ἔλθῃ μετ΄ ἐμοῦ καί ἂς εἴπῃ τούς ὁρισμούς τοῦ μεγάλου αὐθεντός. Καί ἔστερξε τοῦτο καί εἶπε· Φρόνιμα καί καλά λέγετε. Τοῦ Ἰάγρου ἰδίως σκώπτοντος τοῦτο εἰς ἐμέ ὡς ἄπρακτον καί μόνον ἐπιζήμιον. Ἐγώ δέ θεοῦ εὐδοκοῦντος ἔπραξα τοῦτο καί ἀπῆρα ἀρχοντόσκλαβον· καί ἦν τοῦτο πρῶτον αἴτιον τοῦ λαβεῖν διόρθωσιν τό περί τῆς Πάτρας.)
Το 1431 λοιπόν, κατά την επίσκεψη των Ιωάσαφ, Ιάγαρι και Κλειδά στον πάπα Ευγένιο Δ΄, την Πάτρα κατείχε το Δεσποτάτο Μορέως των Παλαιολόγων. Το 1458 η Πάτρα κατακτήθηκε από τον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ Πορθητή.
- [←139]
-
Αν ο Συρόπουλος δεν κάνει λάθος όταν αναφέρει ότι η αποστολή αυτή επέστρεψε μετά την αναχώρηση τής βυζαντινής πρεσβείας για τη Σύνοδο τής Βασιλείας, τότε τα μέλη της δεν είδαν τον Βόσπορο πριν από τον Ιανουάριο τού 1434 (Laurent 1971: 124 σημ. 2).
- [←140]
-
Συρόπουλος 2.21: Ἔφερον δὲ καὶ οὗτοι γράμματα τοῦ Εὐγενίου διοριζόμενα γενέσθαι ἐκεῖσε τὴν σύνοδον. ὧν καὶ ἀναγινωσκομένων ἐνώπιον τοῦ πατριάρχου, παρόντων καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων, ἡγουμένων τε καὶ πνευματικῶν, καὶ Κλειδᾶ τοῦ Φιλομμάτη, ἐπεὶ κατελάμβανον αὐτὰ οἱ ἀκροώμενοι ἔχοντά τινα δυσχερῆ καὶ μὴ κατὰ τὸν Μαρτίνου σκοπὸν ταῦτα δοκοῦντα, ἐπελαμβάνοντο λέξεών τινων καὶ ἐξηγοῦντο οἱ ἡμέτεροι, μὴ ἀφορᾶν ταύτας πρὸς σκοπὸν ἀγαθόν. τότε λέγει καὶ ὁ Μηδείας κῦρ Στέφανος (κείσθω γὰρ καὶ τοῦτο ὡς ἥδυσμά τι), ὅτι· ὑβρίζει ἡμᾶς· καλεῖ γὰρ ἡμᾶς Γραικούς, καὶ τοῦτό ἐστιν ὕβρις. πῶς οὖν ἀπελευσόμεθα ἐκεῖ, ἐπεὶ ὑβρίζει ἡμᾶς; εὐθὺς ἔμαθε τοῦτο ὁ βασιλεύς. ἔτυχε δὲ δοὺς ἀναφορὰν ὁ Μηδείας κατ΄ ἐκείνας τὰς ἡμέρας, καὶ ἀπαιτῶν προσόδιον χρόνων δύο, ὅπερ εἶχεν εὐεργεσίαν ἀπὸ τῶν ἐν τῇ Μηδείᾳ βασιλικῶν δουλειῶν. παρεγένετο οὖν ἐν τοῖς βασιλείοις καὶ ἐζήτει ἀπολογίαν, διὰ κελλιώτου τοῦ Δερμοκαΐτου. ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεὺς μετὰ βάρους, ὅτι τοιοῦτος ὤν ζητεῖ καὶ παρ΄ ἐμοῦ εὐεργεσίαν, ὅστις τὸ Γραικοὺς ὡς ὕβριν ἡγεῖται; ἐγὼ οὐκ ἐνόμιζον τοιαύτην εἴδησιν αὐτὸν ἔχειν, καὶ μάτην εὐεργέτουν αὐτῷ. ὅθεν καὶ γέλωτα μὲν ἡμῖν προὐξένησεν ὁ Μηδείας, ἑαυτῷ δὲ τὴν ἐξ ἀγροικίας αἰδὼ καὶ ἀνόνητον μεταμέλειαν.
- [←141]
-
Δηλαδή τού ἀποκρισιαρίου, ύστερα από την ευνοϊκή έκθεση τού οποίου ο Ιωάννης Η΄, ύστερα από δισταγμούς, είχε αποφασίσει να ξαναρχίσει ευρύτερες επαφές με την παπική κούρτη. Βλέπε πιο πάνω, σημ. 20 κεφαλαίου β’. Είχε σίγουρα συναινέσει, στο όνομα τού κυρίου του, στην πραγματοποίηση τής συνόδου στην Ιταλία, ενώ η πόλη τής Μπολώνια είχε επιλεγεί με κοινή συμφωνία ως πιθανή έδρα τής μελλοντικής συνάθροισης. Η έκπληξη τού Συρόπουλου αναμφίβολα προέρχεται από την εκ μέρους του άγνοια των προηγούμενων διαπραγματεύσεων, την οποία ομολογεί (Laurent 1971: 124 σημ. 3).
- [←142]
-
Μηδείας Στέφανος: μητροπολίτης τουλάχιστον από το 1431 μέχρι τουλάχιστον τον Μάιο τού 1442. Αυτό το πνεύμα που ο Αγαλλιανός παρουσιάζει ως κουτό, φαίνεται ότι ενδιαφερόταν για δογματικά ζητήματα, όπως δείχνουν τα αντίγραφα που μάς άφησε ενός λειτουργικού σχολιασμού τού Νικολάου Καβάσιλα καθώς και διάφορα θεωρητικά γραπτά (Laurent 1971: 125 σημ. 4).
- [←143]
-
Κατά τον Laurent 1971: 125 σημ. 5, αυτό το αίσθημα τού μητροπολίτη δεν στερούνταν θεμελίωσης στην παράδοση. Οι πρώτοι που έδωσαν προσβλητικό προσδιορισμό στο όνομα Γραικός ήσαν οι Ρωμαίοι. Όμως, αν κάποιος κρίνει σύμφωνα με τούς ιστορικούς Πρίσκο και Προκόπιο, η χρήση ήταν ευρέως διαδεδομένη κατά τον 6ο αιώνα, όπου οι βάρβαροι αποκαλούνταν έτσι χλευαστικά τόσο από τούς στρατηγούς όσο και από τούς στρατιώτες τής αυτοκρατορίας. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: Ο Αγαλλιανός, Διάλογος, σελ. 610-11, λέει ότι ξέρει ότι τα μεγαλύτερα δυτικά έθνη θεωρούν προσβλητική την ονομασία Λατίνος. Γι΄ αυτόν, το να είσαι Γραικός είναι να ομολογείς το ορθόδοξο δόγμα. Δεν υπάρχει επομένως τίποτε προσβλητικό στην ονομασία και κάθε ξένος, Λατίνος ή άλλος, που αγκαλιάζει την αληθινή πίστη, γίνεται Γραικός από την κοινότητα τής πίστης και, ως εκ τούτου, μπορεί να ονομάζεται με αυτό το όνομα.
«Ιερομνήμων: Γιατί σε εμάς υπάρχουν Θράκες, Παίονες, Τριβαλλοί, Ρώσοι, Ίβηρες [Γεωργιανοί], Ζήκχοι, Γότθοι [της Κριμαίας] και πολλά άλλα έθνη, αλλά από εκείνους Γραικοί έχουμε ονομαστεί, με μία κοινή ονομασία. Σε εκείνους πάλι υπάρχουν Ιταλοί, Ισπανοί, Βρετανοί, Ούννοι και άλλα έθνη, αλλά αυτούς τούς ονομάζουμε Λατίνους. … Και εκείνον που προστίθεται από τούς Λατίνους στη δική μας εκκλησία τον ονομάζουμε Γραικό, ενώ εκείνον που πιστεύει στο δόγμα των Λατίνων σωστά τον ονομάζουμε Λατίνο. Πώς λοιπόν είναι αυτό ύβρις και δικαιολογημένα στενοχωριούνται γι’ αυτό, όπως λες ο ίδιος;»
(Ἱερομνήμων: Παρ΄ ἡμῖν μὲν γὰρ Θρᾷκες καὶ Παίονες καὶ Τριβαλλοὶ καὶ Ῥῶσοι καὶ Ἴβηρες, Ζῆκχοι, Γότθοι καὶ ἄλλα πολλὰ γένη· ἀλλὰ Γραικοὶ παρ΄ ἐκείνοις κεκλήμεθα μιᾷ κλήσει κοινῇ. Παρ΄ ἐκείνοις δ΄ αὖ Ἰταλοὶ καὶ Ἰσπανοὶ καὶ Βρετανοὶ καὶ Οὖννοι καὶ ἄλλα γένη· ἀλλὰ Λατίνους αὐτοὺς ὀνομάζομεν. … Καὶ τὸν ἀπὸ Λατίνων τῇ καθ΄ ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ προσθέμενον Γραικὸν ὀνομάζομεν, καὶ τὸν τὴν Λατίνων δόξαν φρονήσαντα Λατῖνον δικαίως καλοῦμεν. Πῶς οὖν ὕβρις τοῦτο καὶ εἰκότως ἐπὶ τούτῳ δυσχεραίνουσιν, ὡς αὐτὸς φῄς;)
- [←144]
-
Κελλιώτης: Ακόλουθος άρχοντα, υπασπιστής.
- [←145]
-
Δερμοκαΐτης: Υπασπιστής τού Ιωάννη Η΄ που τον συνόδευσε στην Ιταλία. Ο Δερμοκαΐτης επανεμφανίζεται πιο κάτω (κεφ στ΄, παρ. 25). Άραγε ήταν ο ίδιος με τον Δημήτριο Παλαιολόγο Δερμοκαΐτη που αναφέρεται το 1445 (Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά IV, σελ. 231);
- [←146]
-
Συρόπουλος 2.22: Ἐν δὲ τῷ ἀπέρχεσθαι τοὺς δηλωθέντας πρέσβεις πρὸς τὸν Εὐγένιον, μαθόντες τοῦτο οἱ ἐν τῇ συνόδῳ τῆς Βασιλείας ἔστειλαν πρέσβεις ἐνταῦθα καὶ ἐζήτουν γενέσθαι τὴν κατασκευαζομένην οἰκουμενικὴν σύνοδον μετ΄ αὐτῶν. ἦν γὰρ συνεστηκυία σύνοδος ἐν τῇ Βασιλείᾳ ἑπτακοσίων ἐπισκόπων διὰ τῶν κρειττόνων καρδηναλίων, ἐξάρχοντος τούτων τοῦ Ἀρλατένσης, ἐπὶ διορθώσει τινῶν ἀτόπων τῶν ἐν τοῖς μέρεσι τῆς Ἰταλίας παρεισφθαρέντων, καὶ μάλιστα ἐπὶ συστολῇ καὶ ὑποτυπώσει τοῦ πάπα τε καὶ τῆς κούρτης αὐτοῦ. οἱ δὲ πρέσβεις ἦσαν ὅ τε ἐπίσκοπος Σουνδέσης, καὶ ἕτερος μετ΄ αὐτοῦ διδάσκαλος ὁ Ἀλμπέρτος. ἦλθον τοίνυν οὗτοι μετὰ γραμμάτων εἴς τε τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην, καὶ ἔδειξαν ὅπως ἡ ἐν Βασιλείᾳ σύνοδος ἔχει τὸ κράτος καὶ τὴν ἰσχὺν πλέον τοῦ πάπα καὶ κρεῖττον ἤ ἐκεῖνος πράξει αὐτὴ τὰ περὶ τῆς ἑνώσεως, καὶ οἱ πλείους καὶ κρείττονες τῶν ῥηγῶν τῇ συνόδῳ πρόσκεινταί τε καὶ πείθονται, καὶ πρὸ πάντων ὁ βασιλεὺς τῶν Ἀλαμανῶν ὁ Σιγισμοῦντος, κἀκεῖθεν γενήσεται μᾶλλον ἡ ὑπὲρ τῶν Γραικῶν ἀρκετὴ βοήθεια.
- [←147]
-
Η απόφαση αυτή τής συνόδου τής Βασιλείας πάρθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1433.
- [←148]
-
Σύνοδος Βασιλείας: Στις 9 Οκτωβρίου 1417, κάτω από πιέσεις για εκκλησιαστική μεταρρύθμιση, ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ εξέδωσε διάταγμα, που υποχρέωνε την παπική αρχή να συγκαλεί περιοδικά γενικές συνόδους. Μέσα στην προθεσμία που έθετε το διάταγμα αυτό ο πάπας συγκάλεσε το 1424 τη σύνοδο τής Παβίας, η οποία, λόγω επιδημίας στην περιοχή, μεταφέρθηκε σχεδόν αμέσως στη Σιένα, αλλά διαλύθηκε κάτω από όχι εντελώς γνωστές συνθήκες, μόλις άρχισε να συζητά το θέμα τής μεταρρύθμισης. Η επόμενη σύνοδος έπρεπε να συγκληθεί μέσα σε επταετή προθεσμία, δηλαδή μέχρι το τέλος τού 1431. Ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ τη συγκάλεσε έγκαιρα και όρισε ως τόπο διεξαγωγής της την πόλη τής Βασιλείας (Μπάζελ) στην Ελβετία, επιλέγοντας ως πρόεδρο τής συνόδου τον καρδινάλιο Ιουλιανό Τσεζαρίνι, που ήταν αξιοσέβαστος παπικός αξιωματούχος. Όμως ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου 1431 πριν ξεκινήσει η σύνοδος, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 25 Ιουλίου 1431. Αρχικά συμμετείχαν λίγοι επίσκοποι και ηγούμενοι, αλλά η συμμετοχή αυξήθηκε ραγδαία, όταν επιτράπηκε να συμμετέχουν κληρικοί χαμηλότερων βαθμίδων περισσότεροι από τούς επισκόπους. Κατά τον Laurent 1971: 126 σημ. 1, ο αριθμός των επτακοσίων επισκόπων που αναφέρεται εδώ είναι φανταστικός και πρέπει να τον παρουσίασαν στους Βυζαντινούς οι εκπρόσωποι τής Βασιλείας. Οι παρόντες επίσκοποι δεν ξεπέρασαν ποτέ τούς 150, ενώ στις αρχές τού 1433 μόλις έφταναν τούς δέκα. Από την άλλη πλευρά, αν προσθέσουμε στους επισκόπους τούς αρχιερείς, τούς κληρικούς και τούς μοναχούς, το σύνολο των μελών τής συνόδου ήταν περίπου 500, ενώ η μάζα των 3.000 αλλοδαπών τούς οποίους είχε προσελκύσει το γεγονός θα έκανε εντύπωση. Ο Αμβρόσιος Τραβερσάρι, σε επιστολή τής 28ης Ιανουαρίου 1436 προς τον αυτοκράτορα Σίγκισμουντ, μιλάει για 600 σχεδόν πατέρες, συμπεριλαμβανομένων 20 επισκόπων.
- [←149]
-
Καρδινάλιος Ἀρλατένσης (λατ. Arlatensis), δηλαδή αρχιεπίσκοπος τής Αρλ, ήταν ο Γάλλος Λουΐ Αλεμάν (1390–1450). Υπήρξε επιφανές μέλος τής συνόδου τής Βασιλείας και μαζί με τον καρδινάλιο Ιουλιανό Τσεζαρίνι, τον οποίο θα συναντήσουμε στο βιβλίο αυτό πολλές φορές, ηγείτο τής παράταξης η οποία υποστήριζε την υπεροχή των γενικών συνόδων τής εκκλησίας επί τής αυθεντίας τού πάπα. Αργότερα, το 1440, ο Αλεμάν πέτυχε να υιοθετηθούν οι απόψεις του από δυτικούς ηγεμόνες και διακήρυξε την εκθρόνιση τού πάπα Ευγενίου Δ΄, τοποθετώντας την τιάρα στο κεφάλι τού Αμαδαίου Η΄, δούκα τής Σαβοΐας, γνωστού εφεξής ως αντιπάπα Ευδαίμονος (Φέλιξ) Ε΄. Ο Ευγένιος αντέδρασε αφορίζοντας τον Αλεμάν και αφαιρώντας από αυτόν όλα τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Για τον τερματισμό τού σχίσματος τής Καθολικής Εκκλησίας ο Ευδαίμων Ε΄ παραιτήθηκε ύστερα από συμβουλή τού Αλεμάν και ο πάπας Νικόλαος Ε΄, που είχε στο μεταξύ διαδεχθεί τον Ευγένιο Δ΄ το 1447, απεκατέστησε τον καρδινάλιο Αλεμάν και τον χρησιμοποίησε ως παπικό απεσταλμένο (λεγάτο) στη Γερμανία το 1449.
- [←150]
-
Κούρτη: Εξελληνισμένη διατύπωση τής λατινικής κουρία. Παπική κούρτη (Κουρία Ρομάνα): η παπική αυλή.
- [←151]
-
Ἐπίσκοπος Σουνδέσης (Sudensis): Αντόνιο Μουνιόζ, Ισπανός Δομινικανός, επικεφαλής επίσκοπος Σούντα (Suda).
- [←152]
-
Διδάσκαλος Ἀλμπέρτος: Αλμπέρτο ντε Κρίσπις, επαρχιακός των Αυγουστινιανών τής Λομβαρδίας και διδάσκαλος τής θεολογίας.
- [←153]
-
Φεύγοντας από τη Βασιλεία στις 26 Ιανουαρίου 1433, οι δύο απεσταλμένοι έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη στις 30 Απριλίου και θα παρέμεναν εκεί, ο επίσκοπος μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου και ο θεολόγος μέχρι τις αρχές τού 1434 (Laurent 1971: 126 σημ. 5).
- [←154]
-
Για το τελευταίο αυτό σημείο ο Ιωάννης Η΄ είχε επιβεβαίωση με την επιστολή την οποία ο Σίγκισμουντ έδωσε γι΄ αυτόν σε έναν από τούς απεσταλμένους του προς το τέλος Σεπτεμβρίου 1434 (Laurent 1971: 127 σημ. 7).
- [←155]
-
Συρόπουλος 2.23: Πείθεται τούτοις ὁ βασιλεύς, καὶ σκέπτεται στεῖλαι πρέσβεις πρὸς τὴν σύνοδον. ἐκλέγεται τοίνυν τὸν μέγαν στρατοπεδάρχην κῦρ Δημήτριον τὸν Παλαιολόγον, τὸν τότε τιμιώτατον ἐν ἱερομονάχοις καὶ καθηγούμενον τῆς σεβασμίας μονῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου κῦρ Ἰσίδωρον, τὸν μετὰ ταῦτα Ῥωσίας γεγονότα καὶ ἐς ὕστερον πρὸς τὸ τοῦ καρδηναλίου ὑψωθέντα βάραθρον, καὶ τὸν τοῦ Παλαιολόγου γαμβρὸν κῦρ Ἰωάννην τὸν Δισύπατον· καὶ πρὸ τοῦ ἐπανελθεῖν τοὺς προειρημένους πρέσβεις ἀπὸ τοῦ πάπα καὶ πρὸ τοῦ μαθεῖν τὸν βασιλέα πῶς ἐδέξατο τοὺς πρέσβεις αὐτοῦ ὁ Εὐγένιος καὶ πῶς διετέθη πρὸς τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀναθέσεις ἅς αὐτὸς ἀνέθηκεν αὐτοῖς, στέλλει τούτους ὁ βασιλεὺς μετὰ γραμμάτων ἰδίων τε καὶ τοῦ πατριάρχου, ἀλλὰ δὴ καὶ μετὰ ἀναθέσεων καὶ ὑποτυπώσεων αὐτοῦ, πρὸς τὴν ἐν Βασιλείᾳ σύνοδον καὶ ἔνδοσιν αὐτοῖς δέδωκε καὶ ἰσχύν, ἵνα, εἴπερ εὕρωσι παρ΄ ἐκείνων ἅπερ ἀνετέθησαν, συμβιβασθῶσι καὶ δώσωσι πίστεις βεβαίας, ὡς ὁμολογουμένως ἐλεύσεται καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης μετὰ πάσης τῆς συνοδικῆς ἰσχύος τῶν ἀνατολικῶν, ἔνθα ἄν περιστήσωσιν αὐτοὶ γενέσθαι τὴν οἰκουμενικὴν σύνοδον.
- [←156]
-
Ο Laurent 1971: 127 σημ. 8, παρατηρεί ότι εδώ ο Συρόπουλος δίνει στον Δημήτριο Παλαιολόγο Μετοχίτη έναν τίτλο, τον οποίο πήρε πολύ αργότερα. Μάλιστα, όπως δηλώνουν τα διαπιστευτήριά του, τότε ήταν μόνο πρωτοβεστιαρίτης. Ο ανώτερος αυτός αξιωματούχος δεν πήγε στη σύνοδο. Πέθανε ηρωικά στα τείχη τής πρωτεύουσας στις 29 Μαΐου 1453.
- [←157]
-
Ἰσίδωρος Κιέβου: Βλέπε σημ. 19 στο επόμενο κεφάλαιο γ’.
- [←158]
-
Ἰωάννης Δισύπατος: Οι αδελφοί Μανουήλ, Γεώργιος και Ιωάννης Δισύπατοι υπηρέτησαν όλοι ως πρεσβευτές τού Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου σε διάφορες αποστολές στη Δύση, όπως στην παπική κούρτη, τη σύνοδο τής Βασιλείας, τη Βενετία και την Ουγγαρία. Οι αναφορές στους αδελφούς Δισύπατους είναι πολύ συχνές στο κείμενο τού Συρόπουλου.
- [←159]
-
Με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 1433. Το πρωτότυπο φυλάσσεται στα Αρχεία τού Βατικανού (Laurent 1971: 128 σημ. 1).
- [←160]
-
Με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1433, σχεδόν ένα μήνα πριν από εκείνο τού αυτοκράτορα, που πιθανώς χρειάστηκε να αναβάλει την αποστολή αυτής τής επιστολής (Laurent 1971: 128 σημ. 2).
- [←161]
-
Συρόπουλος 2.24: Καὶ οὗτοι μὲν ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἀπεδήμησαν· οἱ δ΄ εἰς τὸν Εὐγένιον ἀπελθόντες ἐπανῆλθον ὕστερον καὶ ἀνήγγειλαν τὰ προειρημένα. ὕστερον δὲ μαθὼν ὁ πάπας τὴν πρὸς τὴν σύνοδον πρεσβείαν τοῦ βασιλέως, καὶ εἰδὼς ὅτι πρὸς καταστροφὴν αὐτοῦ ἔσται, εἰ ἐπιδημήσει καὶ ἡ τῶν ἀνατολικῶν σύνοδος πρὸς τοὺς ἐν τῇ Βασιλείᾳ, εὐθὺς στέλλει ἐνταῦθα μετὰ γραμμάτων τὸν Κορώνης Χριστόφορον καὶ συντίθεται πρὸς τὸ γενέσθαι ἐνταῦθα τὴν σύνοδον. εὑρέθη οὖν καὶ ὁ πατριάρχης καὶ πάντες σχεδὸν πρόθυμοι πρὸς τοῦτο· καὶ ἐζήτησεν ὁ Χριστόφορος, ἵνα ὁ ἐλευσόμενος λεγάτος καθίσῃ πρῶτος ἐν τῇ συνόδῳ, ἐπεὶ ὡς πρόσωπον ἔσται τοῦ πάπα καὶ τὰ δίκαια ἐκείνου, ἤτοι τὰ πρωτεῖα, ἔχειν ὀφείλει. ἐγένετο οὖν σκέψις περὶ τούτου καὶ βουλὴ μετὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἀρχόντων τῆς Ἐκκλησίας ἑνώπιον τοῦ πατριάρχου, καὶ εὗρον καὶ ἀπό τινων συνοδικῶν καὶ ἔδειξαν ὅπως οὐ δεῖ τοῦτο γενέσθαι· ποῦ γὰρ ἐγχωρεῖ καθημένου τοῦ γνησίου πατριάρχου ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ Ἐκκλησίᾳ, ἑτέρου τοποτηρητὴν ὑπερέχειν αὐτοῦ, ὅπου γε οὐδὲ ἐν τῇ πέμπτῃ συνόδῳ γέγονε τοῦτο, παρόντος ἐνταῦθα καὶ τοῦ Βιγιλλίου πάπα σωματικῶς;
- [←162]
-
Κατά τον Laurent 1971: 128 σημ. 3, ο Συρόπουλος πρέπει να κάνει λάθος. Αν η αποστολή τού Χριστόφορου στην Κωνσταντινούπολη είχε αποφασιστεί από τον πάπα κατά την ανακοίνωση τής επαφής τού Ιωάννη Η΄ με τη Σύνοδο τής Βασιλείας, τότε ο παπικός απεσταλμένος έπρεπε να ξεκινήσει τον Δεκέμβριο τού 1433 ή τον Ιανουάριο τού 1434. Ο Χριστόφορος, που έφυγε τον Ιούλιο τού 1433, βρισκόταν στον Βόσπορο από το τέλος τού προηγούμενου καλοκαιριού και δεν επέστρεψε στην παπική κούρτη παρά μόνο μετά το Πάσχα τού επόμενου έτους (28 Μαρτίου 1434). Επομένως η απόφαση τού Ευγενίου Δ΄ ήταν πιο σίγουρα υποκινημένη από την είδηση, ότι οι τής Βασιλείας είχαν στείλει εν αγνοία του πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα αυτό προκύπτει από την παπική επιστολή τής 31ης Αυγούστου 1434 προς τη Σύνοδο τής Βασιλείας.
- [←163]
-
Τον Ιταλό Κριστόφορο Γκαρατόνι. Κατά τον Laurent 1971: 128 σημ. 4, ο Συρόπουλος, για μία ακόμη φορά, δίνει στους χαρακτήρες τής ιστορίας του έναν τίτλο που απέκτησαν αργότερα. Όταν έφευγε για τον Βόσπορο, ο Χριστόφορος ήταν ακόμη μόνο γραμματέας τού πάπα Ευγένιου Δ΄ Τρεβιζάν. Στο παρελθόν (το 1427 και το 1428) είχε υπηρετήσει ως γραμματέας στην υπηρεσία τού Ενετού βαΐλου στην Κωνσταντινούπολη, όπου αναμφίβολα έμαθε τα ελληνικά. Από εκεί πέρασε στην υπηρεσία τής παπικής κούρτης. Το αξίωμα τού επισκόπου τού δόθηκε μόλις στις 27 Φεβρουαρίου 1437. Μετά την ολοκλήρωση τής ένωσης στη Φλωρεντία, που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό δικό του έργο, υπηρέτησε ως παπικός νούντσιος στην Ουγγαρία. Πέθανε σε μάχη εναντίον των Τούρκων, κατά πάσα πιθανότητα στο Κοσσυφοπέδιο (17 Αυγούστου 1448). Υπήρξε Καθολικός επίσκοπος Κορώνης στην Πελοπόννησο.
- [←164]
-
Αυτή η παραχώρηση τού πάπα ως προς τον τόπο όπου θα διεξαγόταν η σύνοδος σηματοδοτούσε δραματική αλλαγή στην παπική πολιτική τής τελευταίας δεκαετίας. Οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν στην αυξανόμενη απομόνωση την οποία ένιωθε ο Ευγένιος Δ΄ στην Ιταλία και, χωρίς αμφιβολία περισσότερο, στις τεράστιες εμπλεκόμενες δαπάνες, οι οποίες θα βάρυναν το παπικο ταμείο (Laurent 1971: 129 σημ. 5).
- [←165]
-
Η Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 553 και είναι επίσης γνωστή ως Β΄ Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως.
- [←166]
-
Ο Βιγίλιος υπήρξε πάπας για δεκαοκτώ χρόνια από το 537 μέχρι το 555. Κατά τον Laurent 1971: 129 σημ. 7, ο πάπας Βιγίλιος ήταν πράγματι παρών στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια τής 5ης Οικουμενικής Συνόδου, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αυτήν και συνεπώς δεν είχε καμία δυνατότητα να διεκδικήσει την προεδρία. Περίεργη λεπτομέρεια: Ο πρώτος λόγος για τον οποίο αρνήθηκε ήταν ο φόβος (τον οποίο ένιωσαν και οι Γραικοί στη Φερράρα, βλέπε πιο κάτω, κεφ. στ’ παρ. 18), ότι θα τον κατέβαλαν οι αριθμοί. Στα αιτήματα των τριών ανατολικών πατριάρχων που τον προέτρεπαν να έρθει και να συμμετάσχει στη σύνοδο, ο Βιγίλιος είχε απαντήσει: «Να συναντηθούμε σε ίσους αριθμούς!» (Aequo number conveniamus!)
- [←167]
-
Συρόπουλος 2.25: Εἶτα μανθάνει τοῦτο ὁ βασιλεύς, καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν Παλατιανήν, συνάγει ἐκεῖσε ὀλίγους τινὰς ἔκ τε τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν σταυροφόρων καὶ δημηγορεῖ ὅτι κατὰ τοὺς καιροὺς καὶ πρὸς τὰ πράγματα ὀφείλουσι γίνεσθαι καὶ οἰκονομίαι. κατὰ τί οὖν συμφέρει, ἵνα διὰ προτίμησιν καθέδρας ἴσως ἐμποδισθῇ τοιοῦτον ἀγαθὸν ἔργον; καὶ ἐπαινεῖ πλεῖστα τὴν οἰκονομίαν καὶ προστίθησι περὶ ἑαυτοῦ, ὡς εἰ ἤδει κατορθώσων τι ἀγαθόν, συγκατέβαινεν ἄν καί τι τῶν τῆς βασιλείας ὑπεροχῶν. ἐπὶ τοιούτοις τοίνυν πλατυνθεὶς λόγοις ὁ βασιλεύς, κατέπεισε τοὺς ἐκεῖσε παρόντας ἐκ τοῦ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔστερξαν γενέσθαι τἀναντία ὧν εἶπον ἐνώπιον τοῦ πατριάρχου· ὅπερ ἀκούσας βαρέως ἔφερεν ὁ πατριάρχης καὶ δυσκόλως συνέπραττε τῷ βασιλεῖ. ἔγραψαν δ΄ οὖν ὅμως καὶ ἀπεκρίθησαν τῷ πάπᾳ μετὰ τοῦ Χριστοφόρου.
- [←168]
-
Σταυροφόροι, όπως θα δούμε πιο κάτω, ονομάζονται εδώ οι ἐξωκατάκηλοι, οι λαϊκοί άρχοντες τής εκκλησίας.
- [←169]
-
Ο Laurent 1971: 130 σημ. 1, σημειώνει ότι ο Συρόπουλος δεν λέει τίποτε για τη δεύτερη πρεσβεία τού Χριστόφορου, η οποία ήταν εξαιρετικά σύντομη (από τον Ιούλιο τού 1434 με επιστροφή στη Φλωρεντία στις 21 Ιανουαρίου 1435). Η πλήρης εξουσιοδότηση τού Χριστοφόρου για αυτή την αποστολή χρονολογείται στις 13 Ιουλίου 1434.
- [←170]
-
Συρόπουλος 2.26: Οἱ μέντοιγε ἀπελθόντες πρὸς τὴν σύνοδον τὴν ἐν Βασιλείᾳ, προσεδέχθησαν καλῶς παρὰ τῶν ἐκεῖσε συνοδικῶν καὶ ἀνήγγειλαν αὐτοῖς τὴν πρεσβείαν ἥν εἶχον. οἱ δὲ ἐξελέξαντό τινας ἐξ αὐτῶν, οἵτινες καὶ συνήρχοντο ἰδίᾳ μετὰ τῶν ἡμετέρων καὶ ἤκουον τὰ ζητήματα, καὶ συνεβιβάζοντο μετ΄ ἀλλήλων· εἶτα ἔλεγον τὰ συμπεράσματα τῶν ζητηθέντων πρὸς τὴν σύνοδον, καὶ ἐστέργοντο παρὰ πάντων· μετὰ δὲ τῶν ἄλλων ἐζήτησαν τοὺς ἡμετέρους εἰπεῖν τὸ πόσοι ἐλεύσονται εἰς τὴν σύνοδον ἐκ τῶν Γραικῶν· οἱ δὲ εἶπον, ὅτι ἐλεύσονται ἄνθρωποι ἑπτακόσιοι, καὶ ἔστερξαν οἱ συνοδικοὶ ἵνα ποιήσωσι πάσας τὰς ἐξόδους αὐτῶν. μετὰ γοῦν τὸ συμβιβασθῆναι εἰς πάντα τὰ ζητήματα καὶ στερχθῆναι παρ΄ ἐκείνων ἵνα ποιήσωσι ταῦτα, καὶ μετὰ τὸ περιστῆναι καὶ εἰς οὕς ἦν εἰκὸς τόπους γενέσθαι τὴν σύνοδον (ἔστησαν γὰρ τόπους μὲν παραλίους τὴν Καλάβριαν, τὸν Ἀγκῶνα ἤ ἄλλην πόλιν παράλιον, Ἰταλικὰς δὲ τὴν Βονωνίαν, τὸ Μεδιόλανον ἤ ἄλλην πόλιν ἐν Ἰταλίᾳ· ἔξω τῆς Ἰταλίας τὴν Πούδαν ἐν τῇ Οὐγγαρία, τὴν Βιάναν ἐν τῇ Αὐστρίᾳ καὶ τὸ ἔσχατον τὴν Σαβαούδιαν, καὶ συνεφώνησαν ἵνα ποιήσωσι τὴν σύνοδον, ἔνθα ἄν ἐκ τῶν εἰρημένων θελήσωσιν οἱ Γραικοί), μετὰ γοῦν τὸ γυμνασθῆναι καὶ στερχθῆναι πάντα, ἐζήτησαν ὅρκους τοὺς ἡμετέρους· καὶ οὗτοι ὤμοσαν, ὅτι ἐλεύσεται ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης ἀναμφιβόλως μετὰ καὶ τῶν συμπληρούντων τὴν ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, εἴπερ ποιήσουσιν ἐκεῖνοι ὅσα συνεφώνησαν· χρυσόβουλλόν τε δεδώκασιν ἐπὶ τούτοις, ὅπερ εἶχον παρὰ τοῦ βασιλέως ἐπὶ βεβαιώσει τῶν ὀμωμοσμένων· εἰς ἅπερ πάλιν κἀκεῖνοι δεκρέτον μετὰ βούλλης μολυβδίνης πεποιήκασι καὶ ἑορτασίμως ἔλαβον τὰ παρὰ τῶν ἡμετέρων καὶ δεδώκασι τὰ ἴδια γράμματα.
- [←171]
-
Το ταξίδι τους ήταν δραματικό. Ενώ ο ἐπίσκοπος Σουνδέσης Αντώνιος μπαρκάρισε από την Κωνσταντινούπολη στις 2 Δεκεμβρίου 1433 μεταφέροντας αυτοκρατορικό μήνυμα με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου και έφτασε στη Βασιλεία στις 2 Μαΐου 1434, ο φρά Ἀλμπέρτος και οι τρεις απεσταλμένοι τού αυτοκράτορα δεν έφυγαν πριν από τα μέσα Ιανουαρίου ή κατ΄ άλλους πριν από τον Μάρτιο. Οι ταξιδιώτες ἐπεσαν σε δυνατή καταιγίδα στη Μαύρη Θάλασσα, υπήρξαν θύματα ληστείας στην Ουγγαρία, βρίσκονταν στη Βουδα στις 13 Μαΐου και έφτασαν στη Βασιλεία μόλις στις 12 Ιουλίου, αφού προηγουμένως ολοκλήρωσαν την αποστολή τους φτάνοντας στις 24 Ιουνίου στο Ουλμ, στον αυτοκράτορα Σίγκισμουντ (Laurent 1971: 130 σημ. 2).
- [←172]
-
Κατά τον Laurent 1971: 130 σημ. 4, η συνοδική επιτροπή που ήταν επιφορτισμένη με την επαφή με τούς Γραικούς αριθμούσε μέχρι εννέα καρδινάλιους και περίπου σαράντα συνοδικούς. Τούς υποδέχθηκαν σε γενική συνάθροιση στις 19 Ιουλίου 1434 και ο Ισίδωρος μίλησε εξ ονόματος των τριών στις 24 τού μηνός.
- [←173]
-
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός ο συνολικός αριθμός των επτακοσίων είναι ο ίδιος με εκείνον που έδωσε η αντιπροσωπεία τής Βασιλείας στους Βυζαντινούς, ως σύνολο των επισκόπων που ήσαν παρόντες στη σύνοδο που τούς είχε διορίσει. Τελικά, σε αυτή τη μάζα των Ανατολικών που ήρθαν στην Ιταλία, ο αριθμός των επισκόπων, κληρικών ή μοναχών, που είχαν το δικαίωμα να είναι μέλη τής Συνόδου τής Ένωσης φαίνεται περιπαικτικά μικρός (Laurent 1971: 130 σημ. 5).
- [←174]
-
Ξεκινώντας με 6.000 δουκάτα καταβλητέα μέσα σε δέκα μήνες. Έπρεπε επίσης να μισθωθεί στόλος, για να μεταφέρει στη Δύση και να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη τούς ανακοινωθέντες 700 ταξιδιώτες, ενώ τελικά έπρεπε να διατεθεί ένα δεύτερο ποσό 15.000 δουκάτων για άμεσες δαπάνες (Laurent 1971: 130 σημ. 6).
- [←175]
-
Στο κείμενο Βονόνιον.
- [←176]
-
Στο κείμενο Μεδιόλανον.
- [←177]
-
Στο κείμενο Πούδα.
- [←178]
-
Στο κείμενο Βιάνα.
- [←179]
-
Στο κείμενο Σαβαουδία.
- [←180]
-
Χρυσόβουλλο: Γενικό όνομα για διάφορους τύπους εγγράφων που φέρουν τη χρυσή σφραγίδα (βούλλα) τού αυτοκράτορα. Αργότερα χρησιμοποιείται για να δηλώσει επίσημα έγγραφα, ακόμη και εκείνα που δεν φέρουν τέτοια βούλλα.
- [←181]
-
Δεκρέτο: Από τη λατινική λέξη decretum (απόφαση). Εν προκειμένω το δεκρέτο Sicut pia mater (Ως στοργική μητέρα), που δημοσιεύθηκε στη 19η συνεδρίαση τής 7ης Σεπτεμβρίου 1434 (Laurent 1971: 131 σημ. 8).
- [←182]
-
Κατά τον Laurent 1971: 131 σημ. 9, ο Συρόπουλος προσπερνά εδώ σιωπηλά τις διαπραγματεύσεις τής βυζαντινής πλευράς, που διεξάγονταν από τούς αδελφούς Δισύπατους ταυτόχρονα με τον πάπα και τη σύνοδο τής Βασιλείας (αυτοκρατορικές επιστολές τής 12ης Νοεμβρίου 1434).
- [←183]
-
Συρόπουλος 2.27: Ἔστειλαν δ΄ ἐνταῦθα καὶ πρέσβεις τρεῖς ἱερωμένους, τὸν φρὰ Ἰωάννην, τὸν Ἱέρικον Μαγκέρ, καὶ τὸν φρὰ Σίμωνα, δεδωκότες τούτοις καὶ ἀναλώματα ἱκανὰ καὶ δύναμιν καὶ ἐξουσίαν, ἵνα ἐξοικονομήσωσιν ἐνταῦθα πάντα τὰ πρὸς τὴν συνάθροισιν τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου ἀνήκοντα, καὶ ὁ μὲν εἷς ἐξ αὐτῶν στραφῇ πρὸς τὴν Βασιλείαν καὶ οἰκονομήσῃ κάτεργα καὶ τζαγράτορας, ἵνα ἔλθωσιν ἐνταῦθα, καὶ τοὺς μὲν καταλείψῃ εἰς φυλακὴν τῆς Πόλεως, τὸν δὲ βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν λάβωσι μετὰ τῶν κατέργων καὶ διασώσωσιν ἔνθα γενήσεται ἡ σύνοδος· οἱ δὲ δύο τῶν πρέσβεων περιμένωσιν ἐνταῦθα καὶ παρέχωσι τὰς ἐξόδους τῆς συνοδικῆς συναθροίσεως καὶ ἐπιμελῶνται ἵνα εὑρεθῶσιν ἕτοιμοι ἐνταῦθα ὅσοι εἰσὶ χρειώδεις πρὸς τὴν σύνοδον ἀπελθεῖν, ὅταν ἐκεῖθεν τὰ κάτεργα ἔλθωσιν. ἦλθον τοίνυν οὗτοι ὁμοῦ μετὰ τῶν δηλωθέντων ἡμετέρων πρέσβεων φέροντες μεθ΄ ἑαυτῶν καὶ φλωρία ὀκτακισχίλια.
- [←184]
-
Ἰωάννης τῆς Ραγούσας: Ο Δομινικανός θεολόγος Ιωάννης Στόικοβιτς, που γεννήθηκε στη Ραγούσα (Ντουμπρόβνικ) περί το 1390/1395. Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Θεολογίας στη Σορβόννη στις 8 Νοεμβρίου 1420 και υπήρξε εκπρόσωπος αυτού τού πανεπιστημίου το 1422 στη σύνοδο τής Παβίας. Υπήρξε σύντροφος τού καρδινάλιου Ιουλιανού Τσεζαρίνι στη Γερμανία κατά τη διάρκεια τής εκστρατείας του εναντίον των Χουσιτών. Ο Τσεζαρίνι τον έστειλε στη Βασιλεία στις 25 Απριλίου 1431, για να προεδρεύσει μαζί με τον Παλομάρ στις πρώτες συνεδριάσεις τής συνόδου, μέχρι να φτάσει εκεί ο ίδιος (στις 9 Σεπτεμβρίου 1431). Παρέμεινε στη Βασιλεία και μετά την αναχώρηση τού Τσεζαρίνι για τη Βενετία και τη Φερράρα. Μετά την επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη πήρε από τη σύνοδο τής Βασιλείας τον τίτλο τού κατ΄ όνομα επισκόπου Άρτζες στη Βλαχία. Έγινε καρδινάλιος το 1442 από τον αντιπάπα Φέλιξ Ε΄ (Αμαιδέο τής Σαβοΐας), ο οποίος, την 1η Αυγούστου 1439, τον έκανε γραμματέα του. Παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη σχεδόν δυόμισι χρόνια, ζώντας κοντά στο μοναστήρι τής Αγίας Θεοδοσίας. Πέθανε στη Λωζάννη προς τα τέλη τού 1443 (Laurent 1971: 131 σημ. 10).
- [←185]
-
Ἰέρικος Μαγκέρ: Ο Χάινριχ Μένγκερ, εφημέριος τής Κωνσταντίας και ειδικός επί των διαταγμάτων (decretorum doctor) ή νομοδιδάσκαλος κατά τον Σχολάριο, Œuvres, σελ. 414, που κάνοντας λάθος τον θεωρεί Γάλλο (φραντζίσκος): ὧν ὅ μὲν εἷς ἐστι διδάσκαλος τῆς θεολογίας ἐκ τοῦ Ῥαουζίου, ὁ δὲ δεύτερος νομοδιδάσκαλος Φραντζίσκος καὶ ὁ λοιπὸς βακαλάριος τῆς θεολογίας (Laurent 1971: 131 σημ. 11).
- [←186]
-
Φρά Σίμων: Λανθασμένα ο Συρόπουλος τον καθιστά μοναχό, γεγονός που προκαλεί έκπληξη, καθώς τα βυζαντινά έγγραφα τον χαρακτηρίζουν ακριβώς ως πτυχιούχο στη θεολογία και εφημέριο τής Ορλεάνης. Βλέπε επίσης Σχολάριο, Œuvres, σ. 414, στην προηγούμενη σημείωση, που τον ονομάζει βακαλάριο τῆς θεολογίας και μπερδεύοντάς τον με τον Menger, προσθέτει: αλαμανός! Η Σύνοδος τής Βασιλείας τον έστειλε στη Ρώμη για να πετύχει τη συμφωνία τού Ευγενίου Δ΄ με το διάταγμα Sicut pia Mater (Σεπτέμβριος 1434). Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια τής εκεί αποστολής του (Laurent 1971: 131 σημ. 12).
- [←187]
-
Στο κείμενο τζακράτορας, βλέπε πιο πάνω σημ. 79 αυτού τού κεφαλαίου.
- [←188]
-
Έχοντας αναχωρήσει από τη Βασιλεία στις 24 Ιουνίου 1435 το βράδυ, επιβιβάστηκαν σε πλοίο περί τις 8 Αυγούστου όχι στη Βενετία, που μαστιζόταν από την πανούκλα, αλλά στην Πόλα και έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου. (Laurent 1971: 132 σημ. 1).
- [←189]
-
Συρόπουλος 2.28: Καὶ μεθ΄ ἡμέρας τινὰς εἶδον τὸν πατριάρχην καὶ ἀνήνεγκαν τὴν πρεσβείαν αὐτῶν μεμερισμένως τῆς πρὸς ἀλλήλους τιμῆς ἕνεκεν. καὶ ὁ μὲν φρὰ Ἰωάννης εἶπεν, ὅπως· οἱ ἐν τῇ Βασιλείᾳ ἅπαντες ἔχουσι μεγάλην ἐπιθυμίαν ἰδεῖν γενομένην τὴν ἕνωσιν καὶ εἰσὶν ἕτοιμοι ἐπιμεληθῆναι καὶ πᾶσαν ἔξοδον ποιῆσαι πρὸς τὸ συνελθεῖν ἐκεῖσε τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν ἀνατολικῶν πατέρων, καὶ τούτου χάριν, ἔφη, ἔστειλαν καὶ ἡμᾶς, ἵνα συνεργήσωμεν καὶ ἐξοικονομήσωμεν πάντα τὰ λυσιτελέσοντα πρὸς τὴν τοῦ θείου τούτου ἔργου ἑτοιμασίαν. ὁ δεύτερος εἶπεν, ὅπως ἐρχόμενοι πρὸς τὸ τοιοῦτον θεάρεστον ἔργον εἶχον καὶ γραμματικούς, ὡς ἡ χρεία τούτους ἀπῄτει καὶ ὑπηρέτας πολλούς· λοιμώδους δὲ νόσου ἐν ταῖς τριήρεσιν ἐνσκηψάσης, ἀπέθανον καὶ οἱ πλείους τῶν ὑπηρετῶν καὶ οἱ γραμματικοί. ἐλυπήθησαν οὖν λίαν, ὅτι ἐστήρηνται καλῶν καὶ ἀναγκαίων ὑπηρετῶν καὶ οὐ μέλλουσιν ἔχειν τὴν πρὸς τὴν πρεσβείαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν ὡς δεῖ. ὁ τρίτος εἶπεν, ὡς, εἰ γενήσεται ἕνωσις τῇ τοῦ θεοῦ βοηθείᾳ, εἰς πολὺ καλὸν ἔσται τοῦτο τῶν χριστιανῶν καὶ μεγάλως βοηθήσουσιν οἱ δυτικοὶ αὐθένται τοῖς ἀνατολικοῖς καὶ πολλὴ ὠφέλεια καὶ σύστασις ἀπὸ τῆς ἑνώσεως γενήσεται τοῖς Γραικοῖς. ταῦτα τοίνυν καὶ ἕτερά τινα τοῦ αὐτοῦ ἐχόμενα σκοποῦ ὡς ἐνῆν πλατύναντες εἶπον ἕκαστος.
- [←190]
-
Ακριβώς τη δέκατη μέρα μετά την άφιξή τους, δηλαδή τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου. Η ακρόαση από τον αυτοκράτορα είχε πραγματοποιηθεί το προηγούμενο πρωί (Laurent 1971: 132 σημ. 2).
- [←191]
-
Όπως συνέβη και κατά την ακρόαση στο παλάτι.
- [←192]
-
Nullum scriptorem aut notarium habemus nobiscum, quia omnes quos nobiscum de Basilea duximus aut infirmi aut mortui in via remanserunt. Eπιστολή τού Ιωάννη Ραγούσας προς τη σύνοδο, 9 Φεβρουαρίου 1436 (Laurent 1971: 133 σημ. 4).
- [←193]
-
Συρόπουλος 2.29: Ἀπεκριθη οὖν ὁ πατριάρχης ὅτι τὸ τῆς ἑνώσεως ἔργον ἐστὶ θεῖον τε καὶ ἐράσμιον, καὶ ἐφίεται καὶ αὐτὸς λίαν καὶ ἐπιθυμεῖ τούτου, εἴπερ εὐεργετήσει ὁ θεὸς γενέσθαι καλῶς· τὶ γὰρ ἡδύτερον τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ὁμονοίας τῶν χριστιανῶν; Διόπερ, ἔφη, ὡς ὁ ἐξ ἀρχῆς ἐμβαλὼν τὸ σκάνδαλον τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ διασχίσας αὐτήν μεγίστην καταδίκην εὑρήσει παρὰ τοῦ θεοῦ, καὶ νῦν δὲ ὁ δυνησόμενος ἐπιμεληθῆναι καὶ συνεργῆσαι γενέσθαι ἕνωσιν ἀγαθὴν καὶ θεάρεστον, εἰ εὐδοκήσοι ὁ θεὸς προβῆναι ταύτην κατὰ τὴν ἀποδοχὴν αὐτοῦ, μέγιστον εὑρήσει μισθὸν παρὰ τοῦ θεοῦ. ὅθεν, ἔφη, πρόθυμός ἐστι πρὸς τὸ ἐπιμεληθῆναι καὶ συνεργῆσαι τὴν τοῦ θείου ἔργου τούτου προχώρησιν· πλὴν ἔδειξεν ὅπως ἔχει δυσχερῶς πρὸς τὴν ἐκεῖσε ἀποδημίαν διά τε τὴν ἀσθένειαν αὐτοῦ καὶ τὸ γῆρας καὶ τὸν κόπον τῶν τοσούτων διαστημάτων, ἔτι δὲ καὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ πελάγει κινδύνους, προσθεὶς ὅτι καίτοι ὑμεῖς λυπεῖσθε διὰ ὑπηρέτας καὶ δούλους, οὕς ἐν τῇ θαλάσσῃ ἀπεβάλεσθε, ἐμὲ δὲ οὐκ ἄξιον κρίνετε φείδεσθαι ἐμαυτοῦ, μήποτε καὶ ἐν τῷ πελάγει ῥιφθεὶς κατάβρωμα γένωμαι τῶν ἰχθύων; πρὸς δὲ τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὰς ὑποσχέσεις τῶν γενησομένων, εἶπεν εἶναι αὐτὸν Θωμᾶν. τοιαῦτα καὶ ἕτερα παρόμοια τούτοις εἰπεῖν ὁ πατριάρχης, ἀλλὰ δὴ καὶ οἱ πρέσβεις, ὡς ἔδει, ἀπολογηθέντες ἀνεχώρησαν.
- [←194]
-
Κατά τον Laurent 1971: 133 σημ. 5, ο σκεπτικισμός τού πατριάρχη έπρεπε να παρουσιαστεί με αυτή την ευκαιρία, είτε ήταν φανταστικός είτε αντανακλούσε την πραγματική κατάσταση τού μυαλού του εκείνη τη στιγμή.
- [←195]
-
Κατά τον Laurent 1971: 134 σημ. 1, ο Συρόπουλος δεν λέει τίποτε για την ακρόαση που παραχώρησε την προηγούμενη μέρα ο αυτοκράτορας στους τρεις νούντσιους. Η ομιλία προς τον πατριάρχη που συνοψίζεται εδώ δεν διασώζεται.
- [←196]
-
Συρόπουλος 2.30: Τούτοις δ΄ ἐξ Ἰταλίας ἐρχομένοις συνεπανῆλθε καὶ ὁ προειρημένος Κορώνης Χριστόφορος ἔχων ἔνδοσιν καὶ ἰσχὺν παρὰ τοῦ πάπα, ἵνα, ὅπερ ἄν πράξῃ, στέργηται καὶ παρ΄ ἐκείνου· διεμηνύθη γὰρ ὁ πάπας παρὰ τῆς συνόδου, ἵνα δι΄ οἰκείου τινὸς ἤ στέρξῃ καὶ ἀκολουθήσῃ ὅπερ ἄν οἱ συνοδικοὶ πράξωσιν ἐπὶ τῇ περὶ τῆς ἑνώσεως συνόδῳ, ἤ εἰ ἄλλο τι βούλεται, ποιήσωσι καθὼς ἄν φανῇ καλὸν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ. ἐπὶ τούτῳ γοῦν ἐστάλη ὁ Χριστόφορος καὶ τὸ μὲν φαινόμενον ἦν, ἵνα συμπράξῃ καὶ ἀκολουθήσῃ τοῖς συνοδικοῖς, τὸ δ΄ ἀληθές, ἵνα ἐπιτηδείως ἀντιπράξῃ, εἰ δυνηθῇ. ἐσπούδασε γὰρ τοῦτο πάνυ λαθραίως πρὸς τὸν βασιλέα καὶ πρὸς τὸν πατριάρχην μάλιστα, ἐπεὶ καὶ τότε φιλικώτερον μᾶλλον διετέθη πρὸς αὐτόν τε καὶ πρὸς τὸν πάπαν ὁ πατριάρχης. καὶ ὑπέσχετο ἵνα ποιήσῃ ὁ πάπας τὴν σύνοδον ἐνταῦθα. συνήργησεν οὖν λίαν ὁ πατριάρχης πρὸς τοῦτο· ἀλλ΄ ὁ βασιλεὺς οὐδόλως παρεδέξατο αὐτό.
- [←197]
-
Ο Χριστόφορος ενώθηκε πράγματι στο λιμάνι τής Πόλας με τούς εκπροσώπους τής συνόδου τής Βασιλείας, ταξίδεψε μαζί τους και αποβιβάστηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Σεπτεμβρίου (Laurent 1971: 134 σημ. 2).
- [←198]
-
Κατά τον Laurent 1971: 134 σημ. 3, ήταν ο Φρα Σίμων (Σιμόν Φρερόν) εκείνος στον οποίον ανατέθηκε, στις 15 Σεπτεμβρίου 1434, αυτή η αποστολή. Έφερε στον Ευγένιο Δ΄ το διάταγμα τής 7ης Σεπτεμβρίου και τού ζήτησε να το επικυρώσει. Η συνάντηση έλαβε χώρα στη Φλωρεντία όπου βρισκόταν ο πάπας από τις 23 Ιουνίου. Αναφέροντας ότι η σύνοδος ζήτησε από τον πάπα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ένα νούντσιο, που θα επιβεβαίωνε οτιδήποτε αποφάσιζαν οι αντιπρόσωποι τής Βασιλείας, ο Συρόπουλος παραπληροφορεί κατά Laurent, αφού δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο ούτε στα γράμματα που έφερε ο Φρερόν στον ανώτατο ποντίφηκα, ούτε στην απάντηση που τού έδωσε εκείνος στις 15 Νοεμβρίου 1434.
- [←199]
-
Ο Ιωάννης τής Ραγούσας κατηγορεί τον Χριστόφορο Γκαρατόνι ότι μπέρδευε τα πάντα, πιέζοντας τούς Γραικούς να απαιτήσουν δύο πράγματα: την παρουσία τού πάπα στη μελλοντική σύνοδο και την επιλογή μιας πόλης στην οποία θα μπορούσαν να συμφωνήσουν όλοι, υπονοώντας από την άλλη πλευρά ότι η Σύνοδος τής Bασιλείας δύσκολα θα μπορούσε να τηρήσει τις δεσμεύσεις της (Laurent 1971: 135 σημ. 4).
- [←200]
-
Συρόπουλος 2.31: Μετὰ δὲ τὸ ἐλθεῖν τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις ἐνταῦθα, ἐλαλήθη ὅτι διῃρέθησαν οὗτοι ἐκεῖσε καὶ ἔπραξαν οἱ ἄρχοντες τὰ πλείω παραβλέψαντες τὸν καθηγούμενον· ὅπερ ἐξεῖπε καὶ αὐτὸς πρός τε τὸν πατριάρχην καὶ πρός τινας τῶν φίλων αὐτοῦ. διὸ καὶ ὁ πατριάρχης δυσχερῶς ἐδέχετο τὰ τῆς τοιαύτης πρεσβείας. Γνοὺς δὲ ὁ βασιλεὺς ὅτι πλατύνονται ταῦτα ὥρισε καὶ συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἡγούμενοι καὶ πνευματικοὶ εἰς τὸν πατριάρχην· ἦλθε δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ἐκάθισε μετὰ τοῦ πατριάρχου ἐν τοῖς δεξιοῖς κατηχουμενείοις· ἐκάθισαν δὲ καὶ οἱ δηλωθέντες καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ πατριάρχου οἱ σταυροφόροι καὶ ὀλίγοι τῶν συγκλητικῶν. ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεὺς ὅτι ἀκούω ὅπως λαλοῦνταί τινα κατὰ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ Βασιλείᾳ παρὰ τῶν ἡμετέρων πρέσβεων· λέγουσι γάρ ὅτι τὰ λαληθέντα καὶ περιστάντα ἐκεῖσε οὐκ ἦσαν πάντα καὶ τοῖς τρισὶν ἀρεστά, ἀλλ΄ εἰ καὶ ἀσύμφωνος ἦν ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, παρώφθη παρὰ τῶν δύο καὶ ἔπραξαν οὗτοι ὅσαπερ συνεφώνησαν. διὸ καὶ ἦλθον ἵνα ἐξετασθῇ τὸ περὶ τούτου παρρησίᾳ, ἵν΄ εἰδῶμεν ὅπως μέλλομεν πράξειν εἰς τὸ ἑξῆς. καὶ ὥρισε πρὸς τοὺς πρέσβεις, ἵνα διηγήσωνται κατὰ μέρος τὰ ἐκεῖσε παρακολουθήσαντα. εἶτ΄ ἀπιδὼν καὶ πρὸς τοὺς ἀκροατὰς ἔφη, ὅτι εἰσί τινα ἐν ταῖς συμφωνίαις ἐξωτερικά καὶ πραγματικά, ἅτινα εἴπερ οὐκ εἴσι πεφυλαγμένα, προξενήσουσιν ἡμῖν βλάβην. τίς οὖν ἔνι χρεία ἵν΄ ἀκούητε περὶ κατέργων καὶ τζαγρατόρων καὶ ἄλλων τινῶν, ὧν προνοούμεθα εἰς ἀσφάλειαν ἡμῶν καὶ τῆς Πόλεως; κἀντεῦθεν διαδοθῆναι καὶ τοῖς ἐχθροῖς δῆλα γενέσθαι καὶ καθ΄ ἡμῶν αὐτοὺς κινηθῆναι; διὸ φαίνεταί μοι καλόν, ἔφη, ἵνα περὶ μὲν τῶν τοιούτων μηδὲν εἴπωσιν, ὡς μὴ ἀναγκαίων ἡμῖν ὄντων μηδὲ πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα συντελούντων· περὶ δὲ τῆς ἐνεργείας καὶ μεταχειρίσεως αὐτῶν εἰπάτωσαν, δι΄ ἧς ἔπραξαν τὰ συμφωνηθέντα..
- [←201]
-
Δεν επέστρεψαν όλοι μαζί. Ο Μανουήλ Δισύπατος επέστρεψε μέσω Ουγγαρίας με επιστολή τής συνόδου με ημερομηνία 30 Απριλίου 1435. Ο Ισίδωρος πήγε σύντομα στη Βενετία απ΄ όπου μπάρκαρε, ενώ οι άλλοι Γραικοί περίμεναν μέχρι τις αρχές Αυγούστου για να επιστρέψουν. Ίσως αυτή η διασπορά να επιδείνωσε την αίσθηση ότι υπήρχαν κάποιες διαφωνίες μεταξύ τους (Laurent 1971: 135 σημ. 5).
- [←202]
-
Δεξιά κατηχουμενεῖα: Tο δεξί μέρος τού προνάρθηκα τής Αγίας Σοφίας. Κατά τον Laurent 1971: 135 σημ. 6, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στον εξώστη τής εκκλησίας, εκεί όπου πραγματοποιούσε συχνά τις συνεδριάσεις της η πατριαρχική σύνοδος.
- [←203]
-
Συρόπουλος 2.32: Διηγήσατο οὖν οὕτως ὁ μέγας στρατοπεδάρχης· ἀπερχομένων ἡμῶν καὶ ἐγγὺς τῆς πόλεως Βασιλείας παραγενομένων, μαθόντες τοῦτο οἱ ἐν τῇ συνόδῳ ἔστειλαν ἐπισκόπους καὶ ἄλλους τινὰς ἄρχοντας καὶ ἀπήντησαν ἡμῖν πρὸ τῆς πόλεως ὅσον ἥμισυ τῆς ἡμερησίας διάστημα καὶ προέπεμψαν ἡμᾶς μετὰ μεγάλης τιμῆς μέχρι καὶ τῆς κατοικίας, ἥν ἡτοίμασαν δι΄ ἡμᾶς. ἀνεπαύθημεν οὖν ἐκεῖσε· εἶτα ἦλθον καὶ ἔλαβον ἡμᾶς μετὰ τιμῆς καὶ παρεγενόμεθα εἰς τὴν σύνοδον. ἀπενείμαμεν οὖν ἐκεῖσε τοὺς ἁρμοδίους χαιρετισμοὺς καὶ ἀπὸ τῆς ἁγίας βασιλείας σου καὶ ἀπὸ τοῦ δεσπότου μου τοῦ ἁγίου τοῦ πατριάρχου. ἐδώκαμέν τε καὶ τοὺς θείους σου ἐγγράφους ὁρισμοὺς καὶ τὰς τιμίας πατριαρχικὰς γραφάς. ἐδέξαντο οὖν ἡμᾶς ἀσπασίως καὶ φιλικῆς ὁμιλίας μετέδωκαν καὶ προθύμους ἑαυτοὺς πρὸς τὴν ἕνωσιν ἔδειξαν. εἶτα εἴπομεν ὅπως ἔχομεν καὶ λόγους καὶ ἀναθέσεις πρὸς τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐροῦμεν αὐτὰ ὅταν χρήζωσι· καὶ ἐπὶ τούτοις παρέπεμψαν ἡμᾶς εἰς τὴν κατοῦναν καὶ ἀνεπαυόμεθα. αὐτοὶ δὲ ἐξελέξαντό τινας ἐκ τῶν συνοδικῶν ἐν οἷς ἦσαν καὶ καρδηνάλιοι καὶ ἐπίσκοποι· ἀπέταξαν δὲ καὶ τόπον καὶ ἡμέρας καὶ ἐγνώρισαν καὶ ἡμῖν ταῦτα, καὶ συνηρχόμεθα κοινῶς καὶ ἐλέγομεν τὰ ζητήματα ἅπερ εἴχομεν, καὶ ἠκούομεν καὶ τὰ παρ΄ ἐκείνῳν λεγόμενα. ἐσκέπτοντο οὖν καὶ ἐδίδουν ἡμῖν θεραπείας τῶν ζητημάτων, καὶ, εἰ ἐφαίνοντο ἡμῖν ἀρκεταί, ἐκοινοποιοῦντο ταύτας μετὰ τῆς καθόλου συνόδου καὶ οὕτως συνίστων καὶ ἐβεβαίουν ταύτας ἡμῖν· ὡσαύτως δὲ καὶ ἡμεῖς ἐσκεπτόμεθα εἰς εἴ τι ἠκούομεν λεγόμενον ἤ διδόμενον ἡμῖν παρ΄ ἐκείνων, καὶ πᾶν ὅπερ ἤρεσε τοῖς τρισὶν ὁμοφώνως, ἐκεῖνο ἀπελογούμεθα ἤ ἐδεχόμεθα. οὕτως οὖν ἐγίνετο εἰς ὅλα τὰ ζητήματα καὶ τὰς ἀναθέσεις ἅς εἴχομεν, καὶ οὐ διεφωνήσαμεν κατά τι θεοῦ χάριτι. εἰ δέ τις ἔχει εἰπεῖν ἄλλως, εἰπάτω ἀνενδοιάστως· ἐγὼ γὰρ ἀναφέρω παρρησίᾳ ὅτι οὕτω τὰ ἐκεῖσε παρηκολούθησαν. μεθ΄ ὅ οὖν εὕρομεν θεραπείας πρὸς τοὺς ὁρισμοὺς καὶ τὰς ἀναθέσεις ἅς εἴχομεν, τότε συνεβιβάσθημεν εἰς ταύτας τὰς συμφωνίας ὅσαι διαλαμβάνονται ἐν τῷ δεκρέτῳ, καὶ ἐπὶ τούτοις ἐζήτησαν ἡμᾶς ὅρκους. ἐλειτούργησεν οὖν οὗτος ὁ σὺν ἡμῖν τιμιώτατος παπᾶς κῦρ Ἰσίδωρος καὶ ὤμοσεν αὐτός τε καὶ ἡμεῖς, ὅτι, εἰ ποιήσουσιν ὅσα περιεστήσαμεν, ἀνυπερθέτως ἐλεύσεται ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ πατριάρχου καὶ τῆς τῶν ἀνατολικῶν συνόδου ἐκεῖσε. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐδώκαμεν καὶ τὸ χρυσόβουλλον τῆς ἁγίας βασιλείας σου· καὶ οὕτως ὤμοσαν καὶ ἐκεῖνοι, καὶ ἑορτὴν συνοδικὴν ποιήσαντες, τετελεσμένον τὸ δεκρέτον ἡμῖν δεδώκασιν. οὐδὲν οὖν ἐπράχθη τι ἄνευ τῆς βουλῆς τῶν τριῶν, οὐδὲ ἔβλεπόν τινας ἐξ ἡμῶν ἰδίᾳ ἤ ἰδίως τις ἀφ΄ ἡμῶν ὡμίλει ἐκείνοις, ἀλλ΄ οἱ τρεῖς ἅμα καὶ ἐβλεπόμεθα καὶ ἐθεωροῦμεν ἐκείνους. πλὴν οὗτος ὁ φρὰ Ἰωάννης προσήρχετο ἡμῖν συνεχῶς, καὶ πρῶτος πάντων ἀπήντησεν ἡμῖν καὶ ἐπεμελεῖτο καὶ ἐσπούδαζε θεραπεύειν καὶ οἰκονομεῖν τὰ πρὸς ἀνάπαυσιν ἡμῶν, καὶ αὐτὸν εἴχομεν συνεργὸν εἰς ὅπερ ἐν χρείᾳ ἡμῖν ἤρχετο καὶ πολλὴν φιλίαν ὀφείλομεν αὐτῷ διὰ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐπιμέλειαν, ἥν ἐδείκνυεν εἰς ἡμᾶς. ἀλλὰ καὶ οὗτος κοινῶς ἔβλεπε καὶ ὡμίλει καὶ τοῖς τρισὶ καὶ οὐδένα μεμονωμένως. ταῦτα διηγησάμενος ὁ Παλαιολόγος ἔφη· εἰπάτωσαν καὶ οἱ λοιποὶ ὡς βούλονται. τότε συνωμολόγησε καὶ ὁ παπᾶς κῦρ Ἰσίδωρος ὡς οὕτως προέβησαν τὰ ἐκεῖσε ὡς ὁ Παλαιολόγος ἀνέφερε. τὸ αὐτὸ δὲ εἶπε καὶ ὁ Δισύπατος, προσθεὶς ὅτι οὐδὲ ἄλλο τι ἔχει τις παρὰ ταῦτα ἀνενεγκεῖν ἐπειδὴ οὕτως ἐπράχθησαν. τότε ὥρισεν ὁ βασιλεὺς ὅτι φαίνεται ἄρα, ὡς ἐκ συμφώνου καὶ καλῶς ἔπραξαν οὗτοι καὶ οὐκ ἔχει τις κατηγορεῖν τῆς πρεσβείας αὐτῶν, οὐδὲ ἔδει λαληθῆναι ἅπερ ἠκούσθησαν. ἤρξατο δὲ εἰπεῖν τι καὶ ὁ πατριάρχης, ἐπεὶ δὲ οὕτω πως συνέβη γελᾶσαι τὸν βασιλέα, λυπηθεὶς εἰς τοῦτο ὁ πατριάρχης εἶπεν, ὡς ἐπεὶ ὁρῶ ἐμαυτὸν εἰρωνευόμενον, παραιτοῦμαι λοιπὸν καὶ ὅ ἐβουλόμην εἰπεῖν. ὁ δὲ βασιλεὺς εἶπεν αὐτῷ, ὅτι· νὰ ἔχω τὴν εὐχὴν σου, οὐδὲν ἤκουσα τί εἶπες, οὐδ΄ ἐγέλασα δι΄ αὐτό, ἀλλὰ δι΄ ἄλλο τι ἐμειδίασα. ὡς κελεύεις οὖν, εἰπὲ εἴ τι χρήζεις. ὁ δὲ οὐκέτι ἠθέλησεν εἰπεῖν τι, καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἀξιωθεὶς παρὰ τοῦ βασιλέως εἰπεῖν. ὕστερον δὲ πάλιν εἶπεν ὁ Παλαιολόγος· ἡμεῖς οὕτως ἐπράξαμεν κοινῶς καὶ ὁμοφώνως καθὼς ἀνεφέρομεν· εἰ δὲ ἄλλως ἐλαλήθησαν, οὐκ ἔνι σφάλμα ἡμέτερον. καὶ ἐπὶ τούτοις διελύθη ὁ σύλλογος.
- [←204]
-
Ο Δημήτριος Παλαιολόγος Μετοχίτης (βλέπε πιο πάνω, σημ. 133 αυτού τού κεφαλαίου), για τον οποίο έχει ήδη αναφερθεί ότι απέκτησε αργότερα το αξίωμα που τού δίνεται εδώ (Laurent 1971: 136 σημ. 1).
- [←205]
-
Αυτές οι επιστολές ήσαν εκείνες, των οποίων η παράδοση είχε καθυστερήσει λόγω των ατυχιών που είχαν υποστεί οι κομιστές τους. Η χορήγηση πλήρους εξουσιοδότησης ήταν αντικείμενο ειδικού εγγράφου (Laurent 1971: 136 σημ. 3).
- [←206]
-
Στο κείμενο κατούνα. Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Συρόπουλο με δύο έννοιες: τού τόπου διαμονής και των αποσκευών.
- [←207]
-
Ο Ιωάννης τής Ραγούσας.
- [←208]
-
Κατά τον Laurent 1971: 137 σημ. 7, από το πλήρες του όνομα (Δημήτριος Παλαιολόγος Μετοχίτης) το τρίτο στοιχείο αποτελεί το πραγματικό του πατρώνυμο. Κατά πάσα πιθανότητα αυτός ο αξιωματούχος ήταν εγγονός ενός ομώνυμου, μεγάλου στρατοπεδάρχη το 1355. Ήταν επίσης απόγονος τού μεγάλου λογοθέτη Θεόδωρου και από τον τελευταίο τού Γεώργιου Μετοχίτη, ενός από τούς πιο ένθερμοι υποστηρικτές τής Ένωσης των Εκκλησιών υπό τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο.
- [←209]
-
Συρόπουλος 2.33: Μετὰ δὲ παραδρομὴν ἡμερῶν ὀλίγων, συναθροίζει ἡμᾶς τοὺς σταυροφόρους ὁ πατριάρχης καὶ λέγει ὅπως ὁ βασιλεὺς προστίθεται τοῖς ἐκ τῆς συνόδου ἐλθοῦσι καὶ βούλεται πρᾶξαι μετ΄ αὐτῶν καὶ στῆσαι τὸ ἀπελθεῖν καὶ ἡμᾶς ἐν τῇ Βασιλείᾳ. καὶ ἀναγκάζει ἔχειν καὶ αὐτὸν συνεργοῦντα πρὸς τοῦτο καὶ ἀκολουθήσοντα· τὸ δὲ φαίνεται αὐτῷ βαρὺ καὶ πρὸς καταστροφὴν ἀφορῶν μᾶλλον, καὶ οὐ πρὸς ἡμετέραν ὠφέλειαν. διόπερ καὶ δυσχεραίνει καὶ οὐ βούλεται τῷ βασιλεῖ συνεργεῖν. ἀλλ΄ εἰ καὶ ἀκούσει τι μὴ ἀρέσκον αὐτῷ, ἀντιβαίνειν τε καὶ ἀνθίστασθαι, καὶ μηκέτι πρᾴως ὑποφέρειν τὰ μελετώμενα. δι΄ ὅπερ ἐπεὶ οὐκ ἔχει πλέον θάρρος πρὸς ἄλλους τινὰς εἰ μὴ πρὸς ἡμᾶς, τούτου χάριν λέγει καὶ πρὸς ἡμᾶς ταῦτα καὶ συμβουλεύεται καὶ ζητεῖ, ἵν΄ ἔχῃ μεθ΄ ἑαυτοῦ καὶ ἡμᾶς συνεργοῦντας αὐτῷ πρὸς ταῦτά τε καὶ συμπράττοντας. ἐπεὶ γοῦν ἀπεδεξάμεθα καὶ ἡμεῖς ταῦτα καὶ ηὐχαριστήσαμεν αὐτῷ καὶ παρεκινήσαμεν ἵνα, εἴπερ ὁδηγηθῇ ἐκ θεοῦ, γενναίως καὶ ἰσχυρῶς ἐνίσταται εἰς τὰ πρὸς σύστασιν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας συντείνοντα, καὶ οὕτω μέλλει ἔχειν καὶ ἡμᾶς συνεργοῦντας πρὸς ταῦτα καλῶς θεοῦ χάριτι, καὶ γενναίως ἀγωνιζομένους. εἶπεν αὖθις ὅτι ἤκουσεν ἐλεύσεσθαι τὸν βασιλέα κατὰ τὴν αὔριον ἐν τοῖσδε τοῖς μέρεσι βουλευσόμενον περὶ τῶν τοιούτων· διὰ τοῦτο ἐφάνη αὐτῷ καλὸν εἰπεῖν, ἔφη, πρότερον τὰ δηλωθέντα πρὸς ἡμᾶς, ἵν΄ ἔχῃ καὶ ἡμᾶς ὁμογνώμονας, καὶ συμφώνους, καὶ εἰ γένηται χρεία συνεργήσωμεν αὐτῷ καὶ κατὰ τὴν αὔριον καθὼς ἐγχωρεῖ. ὑπεσχέθημεν οὖν καὶ ἡμεῖς καὶ ἐβεβαιώσαμεν τοῦτο.
- [←210]
-
Κατά τον Laurent 1971: 137 σημ. 7, αυτή η σταθερότητα τού πατριάρχη, στην αρχή των διαπραγματεύσεων, στην άρνησή του να πάει στη Δύση, υπογραμμίζεται επίσης από τον Ιωάννη τής Ραγούσας στην επιστολή του προς τον καρδινάλιο Τσεζαρίνι: et licet Patriarcha videretur ab initio aliqualiter durus.
- [←211]
-
Συρόπουλος 2.34: Τῇ δ΄ ἐπιούσῃ, ἥ καὶ μετὰ τὴν παρασκευὴν ἦν, διεμηνύθη ὁ πατριάρχης, καὶ ἀπῆλθε σὺν ἡμῖν εἰς τὴν Νέαν. ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ εἶδε τὴν μητέρα αὐτοῦ τὴν δέσποιναν, καὶ περὶ ὥραν δείλης ἦλθεν εἰς τὴν Νέαν καὶ ἐκάθισεν ἐντὸς τοῦ θείου ναοῦ καὶ προσεκαλέσατο τὸν πατριάρχην. ὁ δὲ ἀπερχόμενος, καὶ παρ΄ ἡμῶν ὑπανεχόμενος, λέγει πρὸς ἡμᾶς· εἰ καὶ ἐκτὸς καρτερήσετε, ἀλλ΄ οὖν ἐγγὺς που καθίσατε· ὁρῶ γὰρ τεταραγμένον ἐμαυτὸν καὶ διενοχληθησόμενον. διὰ τοῦτο θέλω ἵνα ἦτε ἐγγὺς μου, καὶ εἴπερ λαλήσω γεγωνότερον, ἑτοίμως συνέλθητε. ἐκάθισεν οὖν ὁ πατριάρχης μετὰ τοῦ βασιλέως καὶ ἐβουλεύσαντο μόνοι· ἡμεῖς δὲ ἐκτὸς καθήμεθα ἐγγὺς τῆς τοῦ ναοῦ πύλης. εἶτα προσεκαλέσαντο τοὺς μεσάζοντας καὶ τὸν μέγαν δομέστικον καὶ ἐβουλεύσαντο καὶ μετ΄ αὐτῶν· εἶτα καλοῦσι τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἡμᾶς, καὶ εἰσήλθομεν ὁμοῦ μετὰ καὶ τῶν προειρημένων πρέσβεων, τοῦ τε Παλαιολόγου δηλονότι, τοῦ ἱερομονάχου, καὶ τοῦ Δισυπάτου, καὶ ἐκαθίσαμεν. καὶ λέγει ὁ βασιλεὺς τῷ πατριάρχῃ· κελεύεις, εἰπέ, ὅπερ ἐστήσαμεν. εἶπεν οὖν ὁ πατριάρχης, ὅπως· οἱ ἐκ τῆς συνόδου ἐλθόντες τῶν Λατίνων πρέσβεις ἐζήτησαν ἵνα ἅπερ ἐπράχθησαν ἐν τῇ συνόδῳ καὶ ἐγράφησαν ἐν τῷ δεκρέτῳ λαληθῶσι καὶ ἐνταῦθα καὶ βεβαιωθῶσι καὶ παρ΄ ἡμῶν, ὡς ἄν ἔχωσιν ὁμολογουμένως τὶ ἄρα καὶ πράξωσιν εἰς ἅπερ ἀνετέθησαν. ἔνι γοῦν χρεία ἵνα ἀποταχθῶσί τινες οἱ μετ΄ ἐκείνων συνέρχεσθαι μέλλοντες καὶ ἀκούειν καὶ ἀπολογεῖσθαι εἰς τὰ παρ΄ ἐκείνων λεγόμενα. ἐτάχθη οὖν ἵνα πρὸς τοῦτο ὑπάρχωσιν οἱ δύο μεσάζοντες καὶ ὁ μέγας δομέστικος· ἐκ τῶν ἀρχιερέων ὁ Ἐφέσου κῦρ Ἰωάσαφ καὶ ὁ Ἡρακλείας κῦρ Ἀντώνιος· ἐκ τῶν σταυροφόρων, ὁ μέγας χαρτοφύλαξ καὶ ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης· ἐκ τῶν πνευματικῶν ὁ παπᾶς κῦρ Ματθαῖος καὶ ὁ παπᾶς κῦρ Γρηγόριος. καὶ οὗτοι οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις, καὶ συνέρχησθε ἐν τῇ μονῇ τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. ἤδη οὖν ἠκούσατε καὶ ἑτοιμάσθητε πρὸς τοῦτο. εἶτα ἐζήτησαν οἱ ἡμέτεροι ἀκοῦσαι καὶ τὸ δεκρέτον. ἀνεγνώσθη δὲ καὶ ἠκούσαμεν ὅπως διελάμβανε καὶ τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων, ὅτι ἐσπούδασαν οἱ ἐν τῇ συνόδῳ καὶ διωρθώσαντο τὴν νέαν αἵρεσιν τῶν Ποεμίων. ὡσαύτως δὲ διορθοῦσιν ἤδη καὶ τὴν παλαιὰν τῶν Γραικῶν. ὅπερ καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀκουσθὲν δεινὸν ἔδοξε πᾶσι, καὶ τότε δὲ εἶπον ὅσα ἔδει πρὸς τοῦτο. εἶπε δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες, ὡς· ἐπεὶ μέλλετε συνέρχεσθαι καὶ συζητεῖν μετ΄ ἐκείνων, θαρροῦμεν διορθωθῆναι καὶ αὐτὸ καὶ ἄλλα ὅσα προσήκει. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐξήλθομεν.
- [←212]
-
Η Νέα Ἐκκλησία, κοντά στο συγκρότημα τού Μεγάλου Παλατιού, εγκαινιάστηκε περί το 880 και καταστράφηκε περί το 1490. Ήταν μια από τις πιο φημισμένες εκκλησίες τής Πόλης, που εξαφανίστηκαν χωρίς ν΄ αφήσουν ίχνη.
- [←213]
-
Μέγας δομέστικος: Το υψηλότερο στρατιωτικό αξίωμα στην ύστερη αυτοκρατορία. O Ανδρόνικος Παλαιολόγος Καντακουζηνός είχε αυτό το αξίωμα, από το 1431 μέχρι τουλάχιστον το 1447.
- [←214]
-
Ο Μιχαήλ Βαλσαμών.
- [←215]
-
Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος.
- [←216]
-
Παπᾶς κῦρ Ματθαῖος: Αναφέρεται και πάλι πιο κάτω. Κατά τον Laurent 1971: 140 σημ. 1, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να τον ταυτίσει με τον μεγάλο πρωτοσύγγελλο Ματθαίο ο οποίος, σύμφωνα με τον Ψευδο-Φραντζή, Patrologia Graeca 156, 732BC, είχε προσηλυτίσει και βαπτίσει έναν Εβραίο:
«Ο Εβραίος λοιπόν, έχοντας φωτιστεί από την ακτινοβολία τού Αγίου Πνεύματος και τα σοφά λόγια τού αυτοκράτορα και τού ιερομόναχου Ματθαίου, αναγνώρισε φανερά την Αγία Τριάδα και όλα τα δόγματα τής Ορθόδοξης πίστης, και έχοντας αναγεννηθεί με το άγιο βάπτισμα, μετονομάστηκε από Ξένος σε Εμμανουήλ»
(Λοιπόν, ἕνεκεν τῆς τοῦ παναγίου Πνεύματος αἴγλης καὶ τοῖς σοφοῖς ῥήμασι τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τοῦ ἱερομονάχου Ματθαίου φωτισθεὶς ὁ Ἑβραῖος τὴν ἁγίαν Τριάδα φανερῶς ὡμολόγησε καὶ πάντα τὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δόγματα, καὶ τῷ θείῳ βαπτίσματι ἀναγεννηθείς ἀντὶ Ξένου Ἐμμανουὴλ ἐπωνομάσθη).
Θα πέθαινε σύντομα, επειδή η θέση ήταν κενή την εποχή τής Συνόδου και ο αυτοκράτορας, όπως θα δούμε, την πρόσφερε στον εξομολογητή Γρηγόριο.
- [←217]
-
Παπᾶς κῦρ Γρηγόριος: Ίσως ο ίδιος Γρηγόριος που αναφέρεται συχνά σε αυτά τα Απομνημονεύματα.
- [←218]
-
Μονή Ἀναστάσεως: Η χρονολογία ίδρυσης αυτού τού χαμένου πια μοναστηριού τής Κωνσταντινούπολης είναι ασαφής. Υπήρχε τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα και σημειώνεται από τον Ρώσο προσκυνητή Αντώνιο από το Νόβγκοροντ. Κατά τη διάρκεια τής Λατινικής Αυτοκρατορίας τής Κωνσταντινούπολης (1204-1261), το μοναστήρι ανέλαβαν Λατίνοι εφημέριοι, τουλάχιστον μέχρι το 1232. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες τής Λατινοκρατίας η εκκλησία τού μοναστηριού έπεσε σε ερείπωση και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Από διασωζόμενο έγγραφο προκύπτει ότι την ανακαίνιση πιστώνεται ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης, μέγας λογοθέτης και εκπρόσωπος τού Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου στη Δεύτερη Σύνοδο τής Λυών (1274). Η αναφορά τού Συρόπουλου στη Μονή Αναστάσεως είναι η τελευταία διασωζόμενη. Φαίνεται λοιπόν ότι το μοναστήρι είχε επιζήσει μέχρι την πτώση τής Κωνσταντινούπολης το 1453. [John Thomas και Angela Constantinides Hero (επιμ.), Byzantine Monastic Foundation Documents, τομ. 1, Dumbarton Oaks Studies, 2000, σελ.1374-1382].
- [←219]
-
Οι Βοημοί, οι Ποέμιοι τού Συρόπουλου, ήσαν τότε οπαδοί τού Γιαν Χους και αποκαλούνταν Χουσίτες. O Xους, που γεννήθηκε το 1373 στο Χούσινετς τής Βοημίας (σήμερα Τσεχίας), πέθανε στην πυρά ως αιρετικός το 1415, αμφισβητώντας δόγματα τής Καθολικής Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων και εκείνα που αφορούσαν τη φύση, την οργάνωση και τις λειτουργίες μιας εκκλησίας. Υπήρξε ουσιαστικός πρόγονος τού προτεσταντικού κινήματος τού 16ου αιώνα και οι διδασκαλίες του επηρέασαν πολύ τα ευρωπαϊκά κράτη εκείνης τής εποχής. Μεταξύ των ετών 1420 και 1431 οι δυνάμεις των Χουσιτών κατανίκησαν πέντε διαδοχικές παπικές εκστρατείες εναντίον τους. Η εξέγερση και η άμυνά τους απέναντι στους Ρωμαιοκαθολικούς έμεινε γνωστή ως Πόλεμοι Χουσιτών.
- [←220]
-
Quamobrem huius sanctae synodi ab initio suae congregationis praecipua cura fuit recens illud Bohemorum antiquumque Graecorum dissidium prorsus exstinguere: Laurent 1971: 140 σημ. 4.
- [←221]
-
Συρόπουλος 2.35: Ἅμα δὲ πρωΐ παρεγενόμην αὐτὸς εἰς τὸν πατριάρχην καὶ ἀνέφερον, ὅτι ἐγὼ τὴν χθὲς ἤθελον ἵνα ἀναφέρω καὶ παρακαλέσω ὡς ἄν μοι εὐεργετήσητε τὸ μὴ συνέρχεσθαι εἰς τὰς συνελεύσεις, ἅσπερ ὡρίσατε· ἵνα δὲ μὴ δόξῃ ἀπαίδευτον, παρέλειψα τοῦτο κατ΄ ἐκείνην τὴν ὥραν. νῦν δὲ ἦλθον καὶ δέομαι καὶ παρακαλῶ, ἐλευθέρωσόν με τῶν τοιούτων συνελεύσεων· οὔτε γὰρ βούλομαι, οὔτε προαιροῦμαι τοῖς τοιούτοις συμπλέκεσθαι. καθικέτευσα οὖν λίαν πρὸς τοῦτο· ὁ δὲ πατριάρχης μᾶλλόν μοι ἐπετέθη ποιῆσαι τὸ ἀποταχθέν. παρέτυχον δὲ ἐκεῖσε ὁ πνευματικὸς κῦρ Θεοφύλακτος καὶ ὁ μοναχὸς κῦρ Κάλλιστος ὁ Πρίγκιψ, οὕς καὶ ἤλπιζον συνεργοὺς εὑρεῖν πρὸς τὸ ἐμὸν ζήτημα. οἱ δὲ ὡς εἶδον τὸν πατριάρχην λέγοντα ἰέναι με ἀπαραιτήτως εἰς ὅπερ ἐτάχθην, ἠνάγκασάν με κἀκεῖνοι ποιῆσαι τὸ προσταττόμενον.
- [←222]
-
Πνευματικός Θεοφύλακτος: άγνωστος κατά τα άλλα (Laurent 1971: 140 σημ. 5).
- [←223]
-
Κάλλιστος Πρίγκηψ: οι Πρίγκηπες περιλαμβάνονταν από τον 13ο αιώνα στις μεγάλες βυζαντινές οικογένειες. Προέρχονταν, όπως πολλοί άλλοι, από τη μωραΐτικη οικογένεια των Βιλλεαρδουΐνων, που ήσαν γνωστοί ως πρίγκηπες από τούς Έλληνες υπηκόους τους. Από τούς πιο επιφανείς από αυτούς στα τέλη τού 13ου αιώνα ήταν ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεοδόσιος Δ΄. Τον 15ο αιώνα. αρκετοί Πρίγκηπες κατέλαβαν εξέχουσες θέσεις και μερικοί συνδέθηκαν με την αυτοκρατορική οικογένεια. Αξίζει να σημειωθεί ιδιαίτερα ο Νικηφόρος Πρἰγκηψ, αλληλογράφος τού Ιωάννη Ευγενικού, που ήταν συνάδελφος και φίλος τού Συρόπουλου (Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά I, σελ. 166, 197, 203), καθώς και ένας ανώνυμος ο οποίος, από τον Μυστρά όπου απολάμβανε μεγάλης εύνοιας, αλληλογραφούσε με τον Σχολάριο (πρβλ. Scholarios, Œuvres, IV, σελ. 449). Εδώ Κάλλιστος είναι κατά πάσα πιθανότητα μοναστικό όνομα και θα ήταν μάταιο να επιδιώξουμε να τον προσδιορίσουμε ανάμεσα στους γνωστούς Πρίγκηπες (Laurent 1971: 140 σημ. 6).
- [←224]
-
Συρόπουλος 2.36:Ὅμως ἐτάχθησαν ἡμέραι καὶ συνηρχόμεθα. ὁρισθέντες δὲ συνήρχοντο μεθ΄ ἡμῶν καὶ κῦρ Δημήτριος Ἄγγελος ὁ Φιλομμάτης καὶ ὁ διδάσκαλος κῦρ Γεώργιος ὁ Σχολάριος καὶ ὁ φρὰ Μανοὲλ ὡς μεταγλωττιστής. ἔλεγον οὖν πρὸς ἐκείνους οἱ μεσάζοντες μετὰ βουλῆς καὶ τῶν λοιπῶν ἡμετέρων καὶ ἀπελογοῦντο οἱ τῶν Λατίνων πρέσβεις. ἤρξαντο οὖν οἱ ἡμέτεροι καὶ ὡμίλησαν πρὸς ἐκείνους φιλικῶς καὶ εἶπον· τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ἑνώσεώς ἐστι θεῖον καὶ ποθεινότατον καὶ ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἰδεῖν τοῦτο, εἰ εὐδοκήσῃ ὁ θεὸς γενέσθαι καλῶς, καὶ ὑμεῖς πάλιν ὁμοίως ἐπιθυμεῖτε. καὶ τοῦτο δῆλον ἐξ ὧν καὶ ὑμεῖς ὑπέστητε πολλοὺς κόπους καὶ κινδύνους καὶ ἐξόδους κατηναλώσατε, ὡς ἄν ἔλθητε ἐνταῦθα καὶ καταβάλητε ἀρχὴν ἀγαθὴν ἐπὶ τῇ συνοδικῇ συναθροίσει καὶ διορθώσητε πᾶν τὸ λυσιτελοῦν πρὸς αὐτήν, καὶ ἐξ ὧν πάλιν ὁ αὐθέντης ἡμῶν ὁ ἅγιος βασιλεὺς μετὰ συνεργίας τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου οὐδὲν ἠμέλησε τῶν εἰς τὴν ἐκείνου ἀφορώντων δύναμιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν μακαριώτατον πάπαν τόν τε πρώην καὶ τὸν νῦν πολλάκις ἔστειλε πρέσβεις, ἤδη δὲ καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν σύνοδον καὶ πολλὰς ἐξόδους κατηνάλωσεν εἰς τὰς τοιαύτας πρεσβείας καὶ ἄλλην πᾶσαν ἐπιμέλειαν ποιεῖται τὴν πρὸς τὸ τοιοῦτον ἔργον ἀνήκουσαν. διὰ τοῦτο πρέπει ἵνα καὶ ἡμεῖς οἱ ἀφ΄ ἑκατέρου μέρους συνερχόμενοι σπουδάσωμεν πρὸς τὴν τοιαύτην προχώρησιν, καὶ τούτου χάριν ἐτάχθημεν, ἵνα συναγώμεθα ἐνταῦθα καὶ σκεπτώμεθα περὶ τῶν ὀφειλομένων γενέσθαι πρὸς τὴν συνάθροισιν τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου, καὶ τὴν ἐκεῖσε ἀποδημίαν καὶ αὖθις πρὸς τὴν ἐνταῦθα ἐπάνοδον, καὶ διορθωθῇ εἴ τι ἐστὶν ἐλλιπὲς ἤ θεραπείας δεόμενον ἐν τῷ δεκρέτῳ. χρὴ οὖν καὶ ἡμᾶς μετὰ φιλίας καὶ τιμῆς καὶ ἀγάπης λέγειν ἅπερ ἔχομεν εἰπεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀκοῦσαι ἀφ΄ ὑμῶν, καὶ ὑμᾶς πάλιν ὁμοίως φιλικῶς τε καὶ ἀδελφικῶς δέχεσθαι τὰ παρ΄ ἡμῶν καὶ ἀπολογεῖσθαι καὶ θεραπεύειν τὰ δεόμενα διορθώσεως.
- [←225]
-
Ο γραμματέας τού Ιωάννη Η΄ (Laurent 1971: 141 σημ. 7),
- [←226]
-
Γεώργιος Σχολάριος (1400-1473): Καθολικός κριτής τῶν Ῥωμαίων (δικαστικό αξίωμα) και καθολικός σεκρετάριος τοῦ βασιλέως. Με τις ιδιότητες αυτές συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Μετά το 1444 και τον θάνατο τού Μάρκου Ευγενικού τέθηκε επικεφαλής τού αγώνα κατά τής Ένωσης των Εκκλησιών. Κατά την άλωση τής Κωνσταντινούπολης συνελήφθη από τούς Τούρκους και μεταφέρθηκε ως σκλάβος στην Αδριανούπολη. Ως Γεννάδιος υπήρξε μετά την άλωση ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1454-56, 1462-63, 1464-65).
- [←227]
-
Φρά Μανουέλ: ίσως ο αδελφός. Εμμανουήλ τού Πέρα, τον οποίο η γενική συνέλευση τού τάγματός του, που συγκλήθηκε στη Λυών, όρισε στις 20 Μαΐου 1431 ως έφορο των σπουδαστών για το έτος 1431-1432 στην ακαδημία (studium) τής Περούτζια. Στην περίπτωση αυτή ο μοναχός πρέπει να επέστρεψε στο μοναστήρι του ή στον τόπο καταγωγής του. Η συμμετοχή του σε σχολεία τής Δύσης τού έδινε ίσως τα προσόντα για τον ρόλο τού διερμηνέα. (Laurent 1971: 141 σημ. 9),
- [←228]
-
Κατά τον Laurent 1971: 142 σημ. 1, οι Λατίνοι διατύπωσαν τις πρώτες προτάσεις με τη μορφή τεσσάρων άρθρων, στα οποία οι Γραικοί απάντησαν με παρουσίαση πέντε σημείων. Ο Συρόπουλος διατήρησε μόνο δύο από αυτά, συμπεριλαμβανομένης τής εξομοίωσης των Γραικών με τούς αιρετικούς Βοημούς, η οποία παίρνει υπερβολική θέση στην αφήγησή του. Ο Laurent υπενθυμίζει ότι αυτή η υπόθεση των Βοημών «με τα πολυάριθμα και θανάσιμα λάθη» πρέπει να είχε έναν επίλογο στο Βυζάντιο, στις προσπάθειες να ενωθεί αυτή η αίρεση με την ανθενωτική παράταξη τής Εκκλησίας τής Κωνσταντινούπολης, παράταξη στην οποία ακριβώς ανήκε ο Συρόπουλος και τής οποίας υπέγραψε την επιστολή τού 1452 προς τούς Ουτρακουϊστές.
- [←229]
-
Συρόπουλος 2.37: Ἀπεδέξαντο τοὺς τοιούτους λόγους καὶ οἱ συνοδικοὶ καὶ ἀπελογήσαντο μετ΄ εὐχαριστίας καὶ ἱλαρότητος ἀπολογίας ἁρμοδίας πρὸς οὕς ἤκουσαν λόγους. εἶτα εἶπον ὅπως εἰσὶν ἕτοιμοι καταβαλεῖν καὶ ἐξόδους πρὸς τὸ σταλῆναι πρέσβεις οὗ ἄν δεήσοι διὰ τὴν χρείαν τῶν ἐν τῇ συνόδῳ ἐλευσομένων, εἴπερ στερχθῶσι πρότερον παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου πάντα τὰ ἐμπεριειλημμένα τῷ δεκρέτῳ. ὅθεν καὶ πρὸς τὴν διάσκεψιν ἐχώρησαν τῶν ἐν τῷ δεκρέτω. καὶ εἶπον οἱ ἡμέτεροι πρὸς ἐκείνους, ὅτι ἐν τῷ προοιμίῳ λέγετε περὶ ἡμῶν, ὅτι ἔχομεν αἵρεσιν. λέγετε γὰρ τὴν νέαν αἵρεσιν τῶν Ποεμίων καὶ τὴν παλαιὰν τῶν Γραικῶν. καὶ πάνυ θαυμάζομεν πῶς λέγετε τοῦτο· τίς γὰρ εἶπε ποτὲ τοῦτο περὶ ἡμῶν, ἤ ποίαν αἵρεσιν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ μηδὲν ὅλως παρεκβάντες ἤ παρασαλεύσαντές τι ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν καὶ πατρικῶν παραδόσεων; σκάνδαλον οὖν μέγαν προξενεῖ τὸ τοιοῦτον ἡμῖν, καὶ ζητοῦμεν πρὸ παντὸς ἄλλου θεραπείαν εἰς αὐτό. οἱ δὲ ἀπελογήσαντο πρὸς τοῦτο ὅτι οὐ γέγονε μετὰ περιεργίας, ἀλλ΄ ἁπλῶς οὕτως ἐγράφη παρὰ τοῦ γραμματικοῦ· ἡμεῖς γὰρ καὶ οἱ ἡμέτεροι πάντες οὔτε εἴπομέν ποτε περὶ ὑμῶν οὔτε λέγομεν νῦν, ὅτι ἔχετε αἵρεσιν, καὶ δυνάμεθα βεβαιῶσαι καὶ ἀνακηρῦξαι τοῦτο παρρησίᾳ εἰς ἐπήκοον πάντων, εἴγε βούλεσθε, καὶ ἔσται τοῦτο, ὡς νομίζομεν, ἀρκετὴ θεραπεία πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ δεῖ σκανδαλίζεσθαι διὰ λάθος τοῦ γραμματικοῦ. εἶπον οὖν πρὸς ταῦτα οἱ μεσάζοντες, ὅτι οὐκ ἔστι θεραπεία ἥν λέγετε ποιῆσαι πρὸς ἡμᾶς λόγοις· ποῦ γὰρ φανεῖται ἡ διὰ τῶν λόγων θεραπεία ἤ πῶς ἔσται ἡμῖν τίμιον, ὅταν δεξώμεθα τὸ δεκρέτον ὡς ἔχει, καὶ προτείνωμεν τοῦτο ὡς δικαίωμα ἡμῶν, αὐτὸ δὲ συντάττει ἡμᾶς μετὰ τῶν Ποεμίων, τῶν ἐχόντων πολλὰς καὶ κακίστας αἱρέσεις; καὶ κατὰ τί συμφέρει τοῖς ἡμετέροις καταδέξασθαι τοῦτο; ὡς γοῦν καὶ ταῦτα ἤκουσαν, ἀναστάντες μικρὸν προῆλθον καὶ ἰδίᾳ ἱκανῶς ἐβουλεύσαντο. εἶτα ἐλθόντες καὶ καθίσαντες εἶπον, ὅτι· διαβεβαιούμεθα μεθ΄ ὅρκων ὡς οὐ γέγονε τοῦτο πανούργως, ἤ ἐπιτηδευτῶς, ἀλλ΄ ἔστι λάθος καὶ σφάλμα καὶ τὸ πλέον τοῦ σφάλματος ἀνάγεται εἰς τοὺς πρέσβεις ὑμῶν· αὐτοὶ γὰρ ἦσαν ἐν τῇ συνόδῳ καὶ εἶδον καὶ τὸ δεκρέτον καὶ πρὸ τοῦ τελεσθῆναι καὶ μετὰ τὸ τελεσθῆναι, καὶ εἴπερ ἔλεγόν τι περὶ τούτου καὶ ἐζήτουν διόρθωσιν, εὐθέως ἄν διωρθοῦτο χωρὶς λόγου τὸ τοιοῦτον· αὐτῶν δὲ μὴ εἰπόντων ἐκεῖ τι καὶ ἡμῶν ἐλθόντων ἐνταῦθα μετὰ τούτου τοῦ δεκρέτου, οὐκ οἴδαμεν τίνα ἄλλην ἄν θεραπείαν ποιήσαιμεν. ἀξιοῦμεν δὲ ὑμᾶς, σκέψασθαι καὶ εἴπατε ἄλλην θεραπείαν ἀρκετὴν ὑμῖν, δυναμένην τε γενέσθαι καὶ παρ΄ ἡμῶν καὶ ἡμεῖς ταύτην διαπραξόμεθα. καὶ οὕτως διελύθη ὁ σύλλογος.
- [←230]
-
Αυτές οι δηλώσεις διατυπώθηκαν γραπτώς και δόθηκαν στους Γραικούς. Οι απεσταλμένοι τής Συνόδου τής Βασιλείας εξήγησαν στη συνέχεια τη συμπεριφορά τους στους εντολείς τους (Laurent 1971: 144 σημ. 1).
- [←231]
-
Συρόπουλος 2.38: Ἐξερχομένων δὲ ἡμῶν, εἶπον οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις ἰδίᾳ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι αὐτοὶ μεγάλην ἰσχὺν ἔχουσιν ἀπὸ τῆς συνόδου καὶ ὡς νομίζομεν κρατοῦσι καὶ βούλλας, καὶ εἰ ἐνστῆτε καλῶς, δύνανται δὲ καὶ τὸ δεκρέτον μεταποιῆσαι καὶ βεβουλλωμένον αὐτὸ παραδοῦναι. ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ συνελεύσει πάλιν οἱ περὶ τούτου κινοῦνται λόγοι μετὰ πολλῆς καὶ μεγάλης ἐνστάσεως τῶν ἡμετέρων. ἀπελογοῦντο δὲ ἐκεῖνοι, ὅτι· οὔτε ἡμεῖς οὔτε οἱ ἐν τῇ συνόδῳ τῆς Βασιλείας ἔχομεν περὶ ὑμῶν τοιαύτην δόξαν, οἵαν νομίζετε λέγειν τὸ δεκρέτον, οὐδὲ ἐγράφη μετὰ τοῦ σκοποῦ ὅν ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε· πλὴν ἐπεὶ οὕτως ἐγράφη, οὐκ ἔχομεν ἡμεῖς ἐν αὐτῷ ποιῆσαι ἐνταῦθα διόρθωσιν· δυνάμεθα δὲ θεραπεῦσαι τοῦτο δι΄ ἑτέρου γράμματος καὶ γράψαι καὶ βεβαιῶσαι θεραπείαν, ὁποίαν ὑμεῖς ἄν ἐθελήσετε· ἥν καὶ ὑποσχόμεθα, εἶπον, στερχθῆναι καὶ παρὰ πάσης τῆς συνόδου. πολλῶν οὖν λόγων λαληθέντων ἀφ΄ ἑκατέρου μέρους, εἶπον οἱ ἡμέτεροι, ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλη θεραπεία πλὴν αὐτὴ καὶ μόνη, ἥγουν ἵνα τὸ δεκρέτον μεταγραφῇ καὶ διορθωθῇ· οὐδὲ γὰρ ἀνεξόμεθα δέξασθαι τοῦτο τὸ αἵρεσιν διαφημίζον ἡμῖν. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐξήλθομεν.
- [←232]
-
Συρόπουλος 2.39: Ἐν δὲ <γ>ε τρίτῃ συνελεύσει, ἐπεὶ πάλιν ὁ περὶ τούτου λόγος ἐξῃτήθη, ἀναγκασθέντες εἶπον ἐκεῖνοι, ὡς· ἡμεῖς εἴπομεν θεραπείας, ὅσας ἐνομίσαμεν εἶναι πρὸς ἀνάπαυσιν ὑμῶν· ἀλλ΄ ἐπεὶ οὐκ ἀρκεῖσθε εἰς ταύτας, ἀλλὰ ζητεῖτε ἵνα τὸ δεκρέτον αὐτὸ μεταποιηθῇ, εἴπερ εἴχομεν μεταγράψαι καὶ βουλλῶσαι τοῦτο ἐνταῦθα, εὐκόλως ἄν διορθούμεθα τοῦτο· ἐπεὶ δὲ, ὡς ὁ Κύριος οἶδεν, οὐ δυνάμεθα βούλλαν ἐνταῦθα ποιῆσαι, λέγομεν ἤδη, ἵνα γράψωμεν ἡμεῖς προοίμιον ἕτερον, ὁποῖον ἔσται πρὸς θεραπείαν καὶ τιμὴν ὑμετέραν καὶ, εἰ ἀρέσει ὑμῖν, ἵνα μεταγράψωμεν τὸ δεκρέτον μετὰ τοῦ ἀρέσκοντος ὑμῖν προοιμίου, καὶ στείλωμεν αὐτὸ ἐν τῇ συνόδῳ μεθ΄ ἑνὸς ἐξ ἡμῶν τοῦ ἐκεῖσε ἀπελευσομένου, καὶ στερχθῇ καὶ βουλλωθῇ παρ΄ ἐκείνων, καὶ οὕτω στείλωσιν αὐτὸ πρὸς ἡμᾶς. ἤρεσε τοῦτο πᾶσι καὶ ἠρκέσθησαν· πλὴν εἶπον, ὅτι ἡμεῖς δὲ πῶς μέλλομεν πιστωθῆναι ὅτι στέρξει καὶ ἡ σύνοδος τὸ τοιοῦτον; εἶπον οὖν ἐκεῖνοι, ὅτι· ὑποσχόμεθα τοῦτο ἡμεῖς καὶ ἕτοιμοι ἐσμὲν παρασχεῖν ὑμῖν πίστιν πρὸς τοῦτο ὁποίαν ἄν ἐθελήσετε, ὅτι χωρὶς λόγου τινὸς στέρξει καὶ βεβαιώσει τοῦτο ἡ σύνοδος, ὅ καὶ ἔργοις αὐτοῖς ὄψεσθε τῇ τοῦ θεοῦ βοηθείᾳ. λοιπὸν ἐπεὶ περιέστη τὸ περὶ τοῦ προοιμίου, σκεψώμεθα καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ δεκρέτῳ ἑτέρων κεφαλαίων.
- [←233]
-
Κατά τον Laurent 1971: 145 σημ. 3, στην εκδοχή Β τού χειρογράφου προστίθεται, ότι αν το προοίμιο που είχαν ξαναφτιάξει οι Λατίνοι δεν ικανοποιούσε τούς Γραικούς, οι τελευταίοι έπρεπε να γράψουν ένα, με το οποίο ο αυτοκράτορας θα δεσμευόταν, αλλά με τη μεγαλύτερη μυστικότητα.
- [←234]
-
Συρόπουλος 2.40: Συνήλθομεν οὖν πολλάκις, καὶ ἦν ἡ σκέψις περὶ τῶν λοιπῶν κεφαλαίων. ὡς οὖν ἐθεωροῦμεν τοὺς ἄρχοντας συγκατατιθεμένους εὐκόλως σχεδὸν εἰς πάντα, εἴπομεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι· τὸ περὶ τοῦ τόπου τῆς συνόδου φαίνεται ἡμῖν δυσχερές· εἰ γὰρ θελήσουσιν αὐτοὶ ἑλκῦσαι τοὺς ἡμετέρους ἐν τῇ Βασιλείᾳ ἤ ἔτι καὶ ἐν τῇ Σαβαουδίᾳ, ἔνθα πολὺ τὸ διάστημα, πῶς δυνήσεται ὁ πατριάρχης ἀσθενὴς ὤν ἤ ἀρχιερεῖς γέροντες καὶ ἀνίσχυροι ἀπελθεῖν ἐκεῖσε; εἶπον δὲ πρὸς ἡμᾶς οἱ ἄρχοντες, ὅτι εἰ οὐ θελήσει ὁ πάπας παραγενέσθαι ἐν τῇ συνόδῳ, κάλλιον ἡγεῖται ὁ βασιλεὺς πορρωτέρῳ γενέσθαι τὴν σύνοδον· ἀπέσται γὰρ οὕτω καὶ ἡ τοῦ πάπα ὑπεροχὴ καὶ μετὰ πλείονος ἐλευθερίας πράξει ὁ βασιλεὺς τὰ λυσιτελοῦντα αὐτῷ· ὁ δὲ πατριάρχης καὶ οἱ γέροντες ἀπελεύσονται μετὰ ἀναπαύσεως. ὕστερον δὲ ὅμως εἶπον πρὸς ἐκείνους καὶ περὶ τοῦ τόπου, καὶ ἀπελογήσαντο, ὅτι διὰ τοῦτο γράφονται ἐννέα τόποι, ἀφ΄ ὧν οἱ μὲν εἴσιν ἐγγυτέρω, οἱ δὲ πορρωτέρω, ἵνα ἐκλέξησθε ἐξ αὐτῶν καὶ γένηται ἡ σύνοδος ὅπου ἄν ἐθελήσετε. ἔδοξεν οὖν καλὸν καὶ ἀφῆκαν τὸ περὶ τούτου, ἵνα ταχθῇ ὅταν μέλλωσιν οἱ ἡμέτεροι ἀπαίρειν ἐκεῖσε· τοῦτο δὲ μόνον εἶπον ἐκείνοις γινώσκειν ὁμολογουμένως, ὡς οὐκ ἀπελεύσονται οἱ ἡμέτεροι ἐν τῇ Βασιλείᾳ.
- [←235]
-
Κατά τον Laurent 1971: 145 σημ. 4, τέσσερα σε αριθμό ζητήματα σε υπόμνημα που δόθηκε στους απεσταλμένους τής συνόδου (Οκτώβριος 1435): (α) Αν η σύνοδος αποτύγχανε, οι Γραικοί θα επέστρεφαν χωρίς να ενοχληθούν με οποιονδήποτε τρόπο. (β) Η απουσία, παρακινούμενη ή όχι, Δυτικών ηγεμόνων και βασιλέων δεν θα εμπόδιζε τη Σύνοδο να ολοκληρώσει την πρόοδο των εργασιών της. (γ) Οι Γραικοί θα κινούνταν ελεύθερα στις πόλεις τής Ιταλίας. (δ) Αδικήματα που διαπράττονταν από τούς Γραικούς θα δικάζονταν και θα τιμωρούνταν από τούς Γραικούς.
- [←236]
-
Όμως το συνοδικό κείμενο προέβλεπε τη Σαβοΐα ως πιθανό τόπο συνάντησης (βλέπε επόμενη σημείωση), ενώ ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι όριζε ακόμη και τη Γενεύη «που είναι διάσημη στη Σαβοΐα» (que in Sabaudia famosior est). Αλλά στον Ιωάννη τής Ραγούσας που τού το ανέφερε, ο αυτοκράτορας απάντησε ότι οι πρεσβευτές του είχαν καταλάβει ως Σαβοΐα αυτήν τού Πεδεμοντίου, όχι εκείνη των βουνών (Laurent 1971: 146 σημ. 1).
- [←237]
-
«Κατονομαζόμενα μέρη είναι η Καλαβρία, η Αγκώνα, ή άλλος παραθαλάσσιος τόπος στην Ιταλία, η Μπολώνια, το Μιλάνο ή άλλη πόλη στην Ιταλία, η Βούδα στην Ουγγαρία, η Βιέννη στην Aυστρία και τέλος η Σαβοΐα» (Loca nominata sunt Calabria Ancona vel alia terra maritima, Bononia, Mediolanum vel alia civitae in Italia; extra Italiam Buda in Ungaria Vienna in Austria et ad ultimum Sabaudia). Σε αυτά τα επτά μέρη πρέπει να προστεθούν η Βασιλεία και η Αβινιόν, για τις οποίες οι Γραικοί δεν ήθελαν ούτε ν΄ ακούσουν (Laurent 1971: 146 σημ. 2).
- [←238]
-
Ο πατριάρχης (επιστολές τής 11ης και 26ης Νοεμβρίου 1435) και ο αυτοκράτορας (επιστολή τής 26ης Νοεμβρίου) ήθελαν εκ των προτέρων να γνωρίζουν σε ποιες από τις προαναφερθείσες πόλεις μπορούσε να πάει πιο εύκολα ο πάπας, καθώς θεωρούσαν την παρουσία του απολύτως απαραίτητη (Laurent 1971: 147 σημ. 3).
- [←239]
-
Συρόπουλος 2.41: Καὶ μεθ΄ ἡμέρας τινὰς ἦλθον οἱ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐκλελεγμένοι πάντες εἰς τὸν πατριάρχην κοινωσόμενοι περὶ τῶν λεγομένων καὶ στεργομένων ἐν τῷ δεκρέτῳ καὶ σκεψόμενοι κοινῶς, εἰ εὐκόλως ἔχουσι γενέσθαι τὰ τοιαῦτα, ἤ ἔχουσι καὶ δυσχέρειάν τινα. τότε γοῦν εἴπομεν ἐγώ τε καὶ ὁ πνευματικὸς ὁ κῦρ Ματθαῖος, ὅτι δύο τινὰ ὁρῶμεν ἡμεῖς δυσχερῆ· ἕν μὲν ὅτι διαλαμβάνεται ἐν τῷ δεκρέτῳ ὡς εἴπερ ποιήσουσιν οἱ Λατῖνοι ὅσα ὑπόσχονται, ἵνα ἀπέλθῃ ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν λοιπῶν ἡμετέρων ἐν τῇ συνόδῳ ἀπαραιτήτως, εἴτε μάχη ἔσται, εἴτε καὶ ἀγάπη. εἰ γοῦν γενήσεται μάχη, πῶς ἄν ἐξέλθῃ ὁ βασιλεὺς καὶ μεθ΄ ἑτέρων καταλιπὼν τὴν Πόλιν πολιορκουμένην, ὅπουγε εἰ καὶ ἀποδημῶν ἐτύγχανεν; ἔδει τότε πάντα καταλιπεῖν καὶ μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν Πόλιν παραγενέσθαι καὶ πρὸς φυλακὴν αὐτῆς καὶ ἀσφάλειαν καὶ τῶν ἐχθρῶν ἀποσόβησιν ἀγωνίζεσθαι. ἕτερον δέ ὅτι, εἰ γένηται ἡ ἕνωσις, ἵνα ἐπανασώσωσιν ἡμᾶς ἐνταῦθα μετὰ τῶν αὐτῶν κατέργων τε καὶ ἐξόδων, οὐ μὴν δὲ ὑπόσχονται ποιῆσαι τοῦτο καὶ εἰ οὐκ ἐπακολουθήσει ἡ ἕνωσις. τὶ οὖν θάρρος ἔχομεν πρὸς τὴν ὑποστροφήν, εἰ οὐ γένηται ἡ ἕνωσις; πρὸς μὲν οὖν τὸ πρῶτον ἀπεκρίθη ὁ μεσάζων ὁ Νοταρᾶς, ὅτι τοῦτο βεβουλευμένον ἐστὶ παρ΄ ἡμῶν καλῶς καὶ μᾶλλον συντελεῖ ἀπελθεῖν τότε τὸν βασιλέα· μάχης γὰρ οὔσης, ἀπελεύσεται ὁ βασιλεὺς μετὰ ὀλίγων τινῶν καὶ μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, οἵτινες οὐδὲ πρὸς φυλακὴν τῆς Πόλεως συντελέσουσι· τίς γὰρ βοήθεια ἔσται πρὸς πόλεμον ἀπὸ τῶν ἱερωμένων; ἀντὶ δὲ τούτων καταλείψει ἐνταῦθα πλείονας ἀπὸ τῶν ἐλευσομένων οἵ καὶ πρὸς μάχην καὶ πόλεμον ἔσονται ἀναγκαῖοι καὶ ἁρμοδιώτεροι· καὶ ὅτι, εἰ μάχης οὔσης ἐξέλθοι ἐντεῦθεν ὁ βασιλεύς, ἐπιμελήσεται παντὶ τρόπῳ σταλῆναι ἐνταῦθα δύναμιν καὶ μεγάλως βοηθῆσαι τῇ Πόλει, καὶ ἄλλως δέ, εἰ τοῦτο ἴδοι ὁ ἐχθρός, συσταλήσεται καὶ πρὸς διαλλαγὰς χωρήσει καὶ συμβιβάσεις, ὑπονοήσας ὅτι μέγα θάρρος ἔχει ὁ βασιλεὺς καὶ ἐν τοιούτῳ καιρῷ ἀπεδήμησε. πρὸς δὲ τὸ δεύτερον εἶπεν, ὅτι τοῦτο δεῖ ζητηθῆναι.
- [←240]
-
Για πολλούς Δυτικούς, η κατάληψη τής Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν αναπόφευκτη. Ο Αουρίσπα, που ζούσε εκεί, θεωρούσε ότι μόνο με θαύμα μπορούσε να σωθεί, ενώ ο Ιωάννης τής Ραγούσας έγραφε στις 10 Μαρτίου 1436 στη Σύνοδο τής Βασιλείας, ότι αν η σύνοδος αυτή σταματούσε να ασχολείται με τη Βυζαντινή Εκκλησία και έχανε το ενδιαφέρον της για την Ένωση των Εκκλησιών, η πτώση τής Κωνσταντινούπολης δεν θα αργούσε, με αποτέλεσμα η ίδια η Ουγγαρία να καταστρεφόταν σύντομα, περισσότερο απ’ όσο είχε καταστραφεί το 1435 (Laurent 1971: 147 σημ. 4).
- [←241]
-
Συρόπουλος 2.42: Ἐν ἑτέρᾳ δὲ συνελεύσει, εἶπον μὲν καὶ περὶ ἄλλων τινῶν ζητημάτων· εἶπον δὲ καὶ περὶ τοῦ δηλωθέντος κεφαλαίου τῆς ὑποστροφῆς. ἀπελογήσαντο δὲ ἐκεῖνοι ὅτι ἡμεῖς θαρροῦμεν, ὡς, εἴπερ ἔλθητε, ἐκεῖσε σὺν θεῷ γενήσεται καὶ ἡ ἕνωσις· διὸ οὐδὲ πολὺν λόγον ἐποιησάμεθα περὶ οὗ νῦν λέγετε, οὐδὲ ἐφάνη καλὸν ἡμῖν ἵνα λαληθῇ εἰς τοὺς πολλούς, ὅτι εἴπερ οὐ γένηται ἕνωσις, ὑποστρέφειν δεῖ ὑμᾶς μετὰ τῶν αὐτῶν ἐξόδων τε καὶ κατέργων· εἰ γὰρ ἤκουον τοῦτό τινες τῶν ἐν τῇ συνόδῳ, ἐδυσχέραινον ἄν ἴσως ὡς ἐπ΄ ἀδήλοις τὰς ἐξόδους καταβαλλόμενοι· οὐ γάρ εἰσι πάντες τῆς αὐτῆς προθυμίας καὶ εὐπορίας, καὶ ἀμελῶς ἄν διετίθεντο πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο καὶ ὀκνηρῶς· ὀλίγοι δέ τινες ἐξ ἡμῶν καὶ οἱ κρείττονες οἴδασι καὶ στέργουσι τοῦτο, καὶ πληροφοροῦμεν ὑμᾶς ὅτι μετὰ τῶν αὐτῶν κατέργων καὶ ἐξόδων καὶ τιμῆς ἐπανελεύσεσθε, εἴτε γένηται ἡ ἕνωσις, εἴτε καὶ μή. ἡμεῖς δὲ εἴπομεν, ὅτι· οὐκ ἀναπαύει ἡμᾶς τοῦτο· οὐδὲ γὰρ ἐσμὲν ἀρκετοὶ πρὸς τὸ λόγοις μόνον ὑμετέροις θαρρῆσαι καὶ μὴ γράφεσθαι τοῦτο ἐν τῷ δεκρέτῳ. εἶτα ἐζήτησαν ἐκείνους γρᾶψαι ὅπερ ὑπεσχέθησαν προοίμιον, καὶ ἔστησαν τοῦτο ποιῆσαι.
- [←242]
-
Συρόπουλος 2.43: Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ὥρισεν ὁ βασιλεὺς καὶ συνήλθομεν πρὸς αὐτὸν οἱ δηλωθέντες ἐκλελεγμένοι· εἰσήχθησαν δὲ μεθ΄ ἡμῶν καὶ ἕτεροι τῶν ἐκκρίτων ἀρχόντων καὶ ἐκαθίσαμεν. ἐρώτησεν οὖν ὁ βασιλεύς· πῶς φαίνονται ὑμῖν οἱ λόγοι τῶν συνοδικῶν, καὶ μέχρι τοῦ νῦν εἰς τί περιέστητε; ἀπελογήσαντο οἱ ἡμέτεροι, ὅτι οἱ λόγοι αὐτῶν δοκοῦσιν ἡμῖν καλοί· οὐκ οἴδαμεν δὲ εἰ καὶ τὰ ἔργα τοῖς λόγοις ἀκολουθήσει. νῦν δὲ περιέστημεν, ἵνα γράψωσι τὸ προοίμιον τοῦ δεκρέτου καὶ δῶσιν ἡμῖν καθὼς ἔταξαν. εἶπεν ὁ βασιλεύς, ὅτι ὑμῖν δοκεῖ ἡ λέξις ἐκείνη δυσχερὴς καὶ ποιεῖσθε πολὺν τὸν περὶ ταύτης λόγον· ἐμοὶ δὲ οὐ τοσοῦτον φαίνεται ἀναγκαῖον ἤ βαρύ· κατὰ τί γὰρ ἐγγίζει ἤ λυμαίνεται ἡμᾶς τὸ λέγειν τὴν σύνοδον πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτῆς, ὅτι διορθοῖ αὕτη τὴν αἵρεσιν τῶν Ποεμίων καὶ τῶν Γραικῶν; ἐκεῖνοι οἱ ἐν τῇ συνόδῳ ἠθέλησαν καυχήσασθαι πρὸς τοὺς ἰδίους, ὅτι κατορθοῦσι πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ ἀξιέπαινα πράγματα καὶ μετὰ τῶν ἄλλων διώρθωσαν καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν Ποεμίων, καὶ ἤδη βούλονται διορθῶσαι καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν Γραικῶν. τί οὖν πρὸς ἡμᾶς, εἰ λέγουσι τοῦτο πρὸς τοὺς ἰδίους; ἐπεὶ οὐ πρὸς ἡμᾶς εἰσιν οἱ λόγοι, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἰδίους, καυχάσθωσαν καὶ λεγέτωσαν καθὼς ἄν ἐθέλωσι πρὸς ἐκείνους. διὸ οὐκ ἐδόκει μοι ἀναγκαία ἡ πολλὴ περὶ τοῦ προοιμίου ἔνστασις· ὅμως ἐπεὶ ἔταξαν ἀμεῖψαι τοῦτο, φαίνεται καὶ ἐμοὶ καλόν, καὶ ὑπολαμβάνω, ὅτι ποιήσουσι τοῦτο καὶ κρεῖττον πρὸς ἡμετέραν ἀνάπαυσιν ἤ εἴπερ ἄν ἡμεῖς αὐτὸ ἐποιοῦμεν. ἐγὼ μὲν οὖν οὕτω νομίζω· μήποτε δὲ ἴσως οὐκ ἀρέσει ἡμῖν τὸ γενησόμενον ὑπ΄ ἐκείνων, διὰ τούτου ἐφάνη μοι καλόν ἵνα συνέλθητε ἐνταῦθα καὶ συνθῆτε κοινῶς προοίμιον τὸ ἀναπαῦον ἡμᾶς, καὶ ἔχητε τοῦτο ἀνέκφορον καὶ φυλαττόμενον παρ΄ ὑμῖν· ἀπαιτήσητε δὲ ἐκείνους τοῦτο ποιῆσαι ἀπαραιτήτως, καὶ εἰ μὲν δώσουσιν ἐκεῖνοι προοίμιον καλὸν καὶ ἀναπαῦον ἡμᾶς, τὸ ἡμέτερον μὴ φανερωθήτω· εἰ δὲ τὸ ἐκείνων οὐκ ἀρέσει ὑμῖν, τότ΄ ἵνα δείξητε τὸ ἡμέτερον καὶ εἴπητε, ὅτι τοῦτο τὸ προοίμιον θέλομεν γραφῆναι ἐν τῷ δεκρέτῳ. ἤρεσε τοῦτο πᾶσι καὶ ἀνήνεγκαν, ὅτι ὅρισόν τινας ἵνα καθίσωσιν ἰδίᾳ καὶ γράψωσι τοῦτο· ἐνταῦθα γὰρ οὐ δυνήσενται τοῦτο ποιῆσαι συγχεόμενοι ὑπὸ τῶν πολλῶν. ὥρισεν οὖν τὸν Ἐφέσου κῦρ Ἰωάσαφ, τὸν μέγαν χαρτοφύλακα, τὸν πάπαν κῦρ Ἰσίδωρον καὶ Ἄγγελον τὸν Φιλομμάτην, καὶ ἐκάθισαν ἰδίᾳ καὶ συνέθηκαν προοίμιον.
- [←243]
-
Συρόπουλος 2.44: Τῶν δὲ λοιπῶν καθημένων ὡμίλει ὁ βασιλεὺς χαριέντως, καὶ δημηγορῶν ἔφη καὶ τάδε, ὡς· εἰ ὁ θεὸς δοίη συναθροῖσαι ἡμᾶς καὶ συστῆσαι σύνοδον οἰκουμενικήν, παραγενομένους καὶ ἡμᾶς ἐκεῖσε καὶ κατὰ τὸ ἀνῆκόν μοι συνεργήσοντας, εἰ συναιρομένου θεοῦ ἕνωσις γένηται τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁμοφωνήσωσι καὶ εἰρηνεύσωσιν οἱ χριστιανοί, μέγα πρᾶγμα ἔσται τοῦτο καὶ ἐξαίσιον κατὰ τὸν παρόντα καιρόν. εἰρηκότων δέ τινων, ὅτι οὕτως ἔχει καὶ κατὰ πολὺ ἔσται μέγα, καθὼς ὁρίζεις, εἰ γένηται, εὐθὺς ἀνθυπενεγκεῖν τοῦτον· οὐχ ἁπλῶς ἔσται μέγα, ἀλλὰ μεῖζον πάντων τῶν γεγονότων ἐν ταῖς οἰκουμενικαῖς συνόδοις, πλέον δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος παρὰ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ· ἐν γὰρ τῷ καιρῷ τῆς πρώτής συνόδου, εἰρηνικῆς οὔσης τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καὶ ὑγιῶς ἐχούσης περὶ τὰ δόγματα, ὁ Ἄρειος ἦν ἐναντίος καὶ ἀντιλέγων. εἶχε δὲ μετ΄ αὐτοῦ καὶ εἴκοσιν ἤ τριάκοντα ἴσως, οἱ δὲ λοιποὶ πάντες ἦσαν ὀρθόδοξοι· ἦν δὲ καὶ ἡ αἵρεσις ὀλίγου καιροῦ· τριῶν γὰρ χρόνων ἐντὸς ἤρξατό τε καὶ ἐκρίθη καὶ κατεδικάσθη. συνῆξεν οὖν ὁ βασιλεὺς τοὺς ἐπισκόπους, οἵτινες ἦσαν πάντες ὁμογνώμονες καὶ ὀρθόδοξοι, καὶ κατεδίκασαν τὸν Ἄρειον καὶ τοὺς περὶ ἐκείνου ὀλίγους ὄντας, καὶ πρὸ ὀλίγου καιροῦ τῆς αἱρέσεως αὐτῶν ἀρξαμένης. ἐν δὲ τῷ παρόντι πολλοὶ μὲν καὶ ἀναρίθμητοι σχεδὸν οἱ πρὸς τὴν ἐκείνων δόξαν ἑαλωκότες· ἀναλογίσθητε γὰρ πόσοι εἰσὶν ἄνθρωποι ἐν τοῖς γένεσι τῶν Ἰταλῶν, τῶν Ἀλαμανῶν, τῶν Ἰσπανῶν, τῶν Βρετανῶν καὶ πάντων τῶν δυτικῶν μερῶν, καὶ πόσοι ἐπίσκοποι ἐν αὐτοῖς καὶ μοναχοὶ καὶ διδάσκαλοι καὶ φιλόσοφοι καὶ γένη ἐπῃρμένα τε καὶ ὑπέρογκα. πολλοὶ δὲ καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ μέρους ἡμῶν οἱ τὴν ἀρχαίαν καὶ ἡμετέραν δόξαν πρεσβεύοντες καὶ ἐκείνοις σχεδὸν ἐξισούμενοι, ὅσον πρὸς ἀριθμόν· ἔχομεν γὰρ καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐγγὺς ἡμῶν ἔν τε τῷ δυτικῷ μέρει καὶ τῷ ἀνατολικῷ, ἤτοι τὰ γένη τῶν Τραπεζουντίων, τῶν Ἰβήρων, τῶν Τζαρκασίων, τῶν Μιγκρελίων, τῶν Γότθων, τῶν Ῥώσων, τῶν Βλάχων, τῶν Σέρβων, τῶν ἐν ταῖς νήσοις, καὶ ἔτι τοὺς πατριάρχας μετὰ τῶν περὶ ἐκείνους. ἀκούω δὲ καὶ ἐντὸς τῆς Αἰθιοπίας ἔνι γένος μέγα καὶ πολυάνθρωπον ὀρθόδοξον καὶ κατὰ πάντα τοῖς ἡμετέροις ἐξακολουθοῦν δόγμασιν· ἐν οἷς, ὡς νομίζω, δεῖ σταλῆναι καὶ πρέσβιν προσκαλεσόμενον καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν σύνοδον. πολλοὶ μὲν οὖν, ὥσπερ ἔφην, καὶ οἱ ἡμέτεροι· πολυχρόνιον δὲ καὶ τὸ σχῖσμα· πεντακοσίους γὰρ ἔγγιστα χρόνους ἔχουσιν ἐμπαγέντες τῇ τοιαύτῃ δόξῃ. πόσον οὖν ἐστι τὸ τὰ τοσαῦτα γένη καὶ ἐπὶ τοσούτους διερρωγότα χρόνους συνάψαι τε καὶ ἑνῶσαι καὶ ὑπὸ μίαν Ἐκκλησίαν τοὺς καθόλου ἀποκαταστῆσαι; λίαν ἐστὶ τοῦτο μέγα, εἰ γενήσεται, καὶ ὑπερβαῖνον ἅπαντα ὁμοῦ τὰ ἐν πάσαις ταῖς οἰκουμενικαῖς γεγονότα συνόδοις· ἐλπίζομεν δὲ, ἀφ΄ ὧν γράφουσιν ἡμῖν καὶ ἐξ ὧν ἀκούομεν, γενέσθαι σὺν θεῷ τὴν ἕνωσιν. εἰ γοῦν γένηται, εἰς πολλὰ μέλλομεν διορθώσειν τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην. εἶπέ μοι δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἀλαμανῶν, ὅτε εἰς ἐκεῖνον παρεγενόμην, ὅτι ἐπιμελήθητι ἵνα ποιήσῃς τὴν ἕνωσιν· ἄν γὰρ τοῦτο ποιήσῃς, αὐτὸς διορθώσεις καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην· εἰς πολλὰ γὰρ παρεξῆλθον οἱ ἡμέτεροι, οἱ δὲ τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἔχουσι καλλίονα τάξιν. εἰ οὖν ποιήσεις τὴν ἕνωσιν, διορθώσεις καὶ τοὺς ἡμετέρους. εἶπέ μοι δὲ καὶ ἕτερα πολλὰ ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ καλῶς οἶδα ἐγὼ τὸν ἀγαθὸν ἐκείνου σκοπὸν καὶ ὅσα ὑπὲρ ἡμῶν βούλεται, εἴπερ γένηται ἡ ἕνωσις· μετὰ γὰρ τῶν ἄλλων εἶπε ποιήσειν ἐμὲ καὶ τῆς ἰδίας βασιλείας διάδοχον. ταῦτα δημηγορῶν ἔφη ὁ βασιλεὺς μετὰ θυμηδίας πολλῆς.
- [←244]
-
Αυτή η αίρεση όμως δεν εξαλείφθηκε, ενώ είναι γνωστό ότι η διάδοσή της, κυρίως μεταξύ των βαρβάρων εισβολέων, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό, μετά τη Σύνοδο τής Νικαίας, τη μοίρα τής Δυτικής Ευρώπης και τής Βόρειας Αφρικής (Laurent 1971: 150 σημ. 1).
- [←245]
-
Τραπεζούντιοι: Οι υπήκοοι τής αυτοκρατορίας τής Τραπεζούντας.
- [←246]
-
Ίβηρες: Το 337 μ.Χ. ο βασιλιάς Μίριαν Γ΄ τής Ιβηρίας (Γεωργίας) τού Καυκάσου, σύγχρονος τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, ανακήρυξε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία τού κράτους, δίνοντας μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών και παίζοντας τελικά καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση τού ενοποιημένου γεωργιανού έθνους. Η αποδοχή τού χριστιανισμού από τον βασιλιά Μίριαν Γ΄ συνέδεσε αποτελεσματικά το βασίλειο με τη γειτονική Βασιλεία Ρωμαίων, η οποία άσκησε μεγάλη επιρροή στη Γεωργία για μια σχεδόν χιλιετία, προσδιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή τής πολιτιστική ταυτότητα.
- [←247]
-
Κιρκάσιοι: Ο χριστιανισμός έφτασε και εξαπλώθηκε στον Καύκασο μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα κάτω από την επιρροή τής Κωνσταντινούπολης και αργότερα μέσω των Γεωργιανών μεταξύ 10ου και 13ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής τής περιόδου οι Κιρκάσιοι άρχισαν να δέχονται τον χριστιανισμό ως εθνική τους θρησκεία, αλλά χωρίς να τον υιοθετούν πλήρως, αφού στοιχεία των αρχαίων αυτόχθονων θρησκευτικών τους πεποιθήσεων εξακολουθούσαν να επιβιώνουν. Αργότερα, υπό την επίδραση των Τατάρων τής Κριμαίας και Οθωμανών κληρικών, οι Κιρκάσιοι (Τσερκέζοι) ασπάστηκαν το Ισλάμ.
- [←248]
-
Μιγκρέλιοι: Άλλη ονομασία για τούς Λαζούς των παραθαλάσσιων περιοχών τής βορειοανατολικής Τουρκίας και τής γειτονικής Γεωργίας, που εκχριστιανίστηκαν νωρίς. Από τον 16ο αιώνα άρχισε ο εξισλαμισμός τους στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
- [←249]
-
Γότθοι: Καθώς οι Γότθοι μετά τον 4ο αιώνα είχαν μετακινηθεί, οι Οστρογότθοι προς την Κεντρική και οι Βισηγότθοι προς τη Δυτική Ευρώπη, προφανώς ο αυτοκράτορας αναφέρεται εδώ στους απομείναντες Γότθους τής Κριμαίας. Η ηγεμονία Γοτθίας σχηματίστηκε μετά την 4η Σταυροφορία (1204) από τμήματα τού θέματος Χερσώνος τής αυτοκρατορίας, που δεν είχαν καταληφθεί από τούς Γενουάτες όπως ο Καφφάς (η αρχαία Θεοδοσία). Ο πληθυσμός τής Γοτθίας αποτελούσε μίγμα Ελλήνων, Γότθων Κριμαίας, Αλανών, Βουλγάρων, Κιπτσάκων και άλλων, που ήσαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Επίσημη γλώσσα τής Γοτθίας ήταν η ελληνική. Τα εδάφη τής βρίσκονταν αρχικά υπό τον έλεγχο τής αυτοκρατορίας τής Τραπεζούντας και αποτελούσαν πιθανώς μέρος τής κριμαϊκής κτήσης τής αυτοκρατορίας αυτής, τής ονομαζόμενης Περατείας.
- [←250]
-
Ρώσοι: Το Χρονικό των Ρως αναφέρει ότι το έτος 987, ύστερα από διαβούλευση με τούς βογιάρους του, ο ηγεμόνας των Ρως τού Κιέβου Βλαδίμηρος ο Μέγας (βασ. 978-1015) έστειλε απεσταλμένους να μελετήσουν τις θρησκείες των διαφόρων γειτονικών εθνών. Για τούς μουσουλμάνους Βουλγάρους τού Βόλγα οι απεσταλμένοι ανέφεραν ότι δεν υπήρχε αγαλλίαση ανάμεσά τους, μόνο θλίψη και μεγάλη δυσοσμία. Ανέφεραν επίσης ότι το Ισλάμ ήταν ανεπιθύμητο, λόγω τής απαγόρευσης που επέβαλλε στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και χοιρινού κρέατος. Ουκρανικές και ρωσικές πηγές περιγράφουν επίσης ότι ο Βλαδίμηρος διαβουλεύτηκε με Εβραίους απεσταλμένους και τούς ρώτησε για τη θρησκεία τους, αλλά τελικά την απέρριψε, λέγοντας ότι η απώλεια τής Ιερουσαλήμ αποτελούσε απόδειξη ότι είχαν εγκαταλειφθεί από τον Θεό. Τελικά ο Βλαδίμηρος κατέληξε στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Στις εκκλησίες των Γερμανών οι απεσταλμένοι του δεν βρήκαν καμία ομορφιά, αλλά στην Κωνσταντινούπολη, όπου τέθηκε σε εφαρμογή το πλήρες εκκλησιαστικό τελετουργικό για να τούς εντυπωσιάσει, βρήκαν το ιδανικό τους. Περιγράφοντας μια μαγευτική θεία λειτουργία στην Αγία Σοφία, ανέφεραν: «Δεν ξέραμε αν βρισκόμασταν στον ουρανό ή στη γη. Ούτε είχαμε ξαναδεί τέτοια απερίγραπτη ομορφιά». Ο Βλαδίμηρος εντυπωσιάστηκε από αυτή την περιγραφή των απεσταλμένων του, αλλά προσελκύστηκε ακόμη περισσότερο από τα πολιτικά οφέλη μιας συμμαχίας με την αυτοκρατορία.
Το 988, αφού κατέλαβε την πόλη Χερσόνησο (την αρχαιοελληνική αποικία, την «Πομπηία» τού Βορρά, τη Χερσώνα των χριστιανικών χρόνων, δίπλα στη σημερινή Σεβαστούπολη τής Κριμαίας), διαπραγματεύτηκε με τόλμη την επιστροφή τής με αντάλλαγμα το χέρι τής Άννας, αδελφής τού αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ (Βουλγαροκτόνου, βασ. 976-1025). Ποτέ στο παρελθόν πορφυρογέννητη πριγκίπισσα δεν είχε παντρευτεί βάρβαρο και είχαν εντελώς απορριφθεί γαμήλιες προσφορές Γάλλων βασιλέων και Γερμανών αυτοκρατόρων. Φαινόταν λοιπόν αδύνατο να παντρευτεί η εικοσιεπτάχρονη πριγκίπισσα έναν ειδωλολάτρη Σλάβο. Όμως ο Βλαδίμηρος βαφτίστηκε στη Χερσώνα, παίρνοντας το χριστιανικό όνομα Βασίλειος από φιλοφρόνηση προς τον αυτοκράτορα, τον μελλοντικό κουνιάδο του. Τη βάφτιση ακολούθησε ο γάμος του με την Άννα. Επιστρέφοντας στο Κίεβο θριαμβευτικά, κατέστρεψε τα παγανιστικά μνημεία και ίδρυσε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια.
Αραβικές πηγές παρουσιάζουν διαφορετική ιστορία τού προσηλυτισμού τού Βλαδίμηρου. Το 987 ο Βάρδας Σκληρός και ο Βάρδας Φωκάς εξεγέρθηκαν εναντίον τού αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄. Οι δύο στασιαστές ένωσαν τις δυνάμεις τους, αλλά στη συνέχεια ο Βάρδας Φωκάς αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στις 14 Σεπτεμβρίου 987. Ο Βασίλειος Β΄ στράφηκε προς τούς Ρως τού Κιέβου για βοήθεια, παρά το γεγονός ότι τότε θεωρούνταν εχθροί. Ο Βλαδίμηρος συμφώνησε, με αντάλλαγμα έναν οικογενειακό δεσμό. Συμφώνησε επίσης να δεχτεί τον χριστιανισμό ως θρησκεία του και να εκχριστιανίσει τον λαό του. Όταν τακτοποιήθηκαν οι γαμήλιες ρυθμίσεις, ο Βλαδίμηρος έστειλε δύναμη 6.000 ανδρών στην αυτοκρατορία, που βοήθησαν να κατασταλεί η εξέγερση.
- [←251]
-
Βλάχοι: Η ιστορία τού χριστιανισμού στην περιοχή ξεκινά στη ρωμαϊκή επαρχία τής Κάτω Μοισίας, όπου πολλοί χριστιανοί μαρτύρησαν στα τέλη τού 3ου αιώνα. Αποδεικτικά στοιχεία χριστιανικών κοινοτήτων έχουν βρεθεί σε πάνω από εκατό αρχαιολογικούς χώρους από τον 3ο και 4ο αιώνα. Όμως οι πηγές από τον 7ο μέχρι τον 10ο αιώνα είναι τόσο σπάνιες, ωστε να φαίνεται ότι ο χριστιανισμός είχε εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια αυτής τής περιόδου. Οι Βλάχοι (Ρουμάνοι) των μεσαιωνικών πηγών δανείστηκαν πολυάριθμους νοτιοσλαβικούς όρους, επειδή υιοθέτησαν τη λειτουργία στην παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα. Οι πρώτες ρουμανικές μεταφράσεις θρησκευτικών κειμένων εμφανίζονται τον 15ο αιώνα και η πρώτη ολοκληρωμένη μετάφραση τής Βίβλου δημοσιεύθηκε το 1688, επί Φαναριωτών ηγεμόνων. Την αρχαιότερη απόδειξη ότι υπήρχε Ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία στους Ρουμάνους βόρεια τού ποταμού Δούναβη αποτελεί παπική βούλα τού 1234. Στις περιοχές ανατολικά και νότια των Καρπαθίων, δύο μητροπολιτικές έδρες υπαγόμενες στον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως συγκροτήθηκαν μετά τη θέσπιση των δύο ηγεμονιών (Βλαχίας και Μολδαβίας) κατά τον 14ο αιώνα. Η ανάπτυξη τού μοναχισμού στη Μολδαβία είχε ιστορική σχέση με την αναβίωση τού κινήματος των Ησυχαστών κατά τον 14ο αιώνα και την ταυτόχρονη ανάπτυξη τής μοναστικής παράδοσης στην Ανατολική Ευρώπη.
- [←252]
-
Σέρβοι: Οι Σέρβοι βαπτίστηκαν κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού αυτοκράτορα Ηρακλείου (610–641), ο οποίος έστειλε γέροντες από τη Ρώμη (πρεσβύτας ἀπό Ῥώμης), όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος (βασ. 905-959) [Περί τῆς Διοικήσεως τῆς Αὐτοκρατορίας (De Administrando Imperio) 32]:
«Και αφού η σημερινή Σερβία και η Παγανία και η λεγόμενη χώρα των Ζαχλούμων και Τερβουνία και η χώρα των Καναλιτών βρίσκονταν υπό την εξουσία τού αυτοκράτορα των Ρωμαίων, και αφού αυτές οι χώρες είχαν ερημωθεί από τούς Αβάρους (γιατί αυτοί είχαν εκδιώξει από εκείνα τα μέρη τους Ρωμαίους που ζουν τώρα στη Δαλματία και στο Δυρράχιο), επομένως ο αυτοκράτορας εγκατέστησε αυτούς τους ίδιους Σέρβους σε αυτές τις περιοχές, και αυτοί υπάγονταν στον αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Και ο αυτοκράτορας έφερε γέροντες από τη Ρώμη και τους βάπτισε και τους δίδαξε να εκτελούν σωστά τα έργα τής ευσέβειας και τούς εξήγησε την πίστη των χριστιανών»
(Καὶ ἐπειδὴ ἡ νῦν Σερβλία καὶ Παγανία καὶ ἡ ὀνομασθεῖσα Ζαχλούμων χώρα καὶ Τερβουνία καὶ ἡ τῶν Καναλιτῶν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων ὑπῆρχον, ἐγένοντο δὲ αἱ τοιαῦται χῶραι ἔρημοι παρὰ τῶν Ἀβάρων (ἀπὸ τῶν ἐκεῖσε γὰρ Ῥωμάνους τοὺς νῦν ∆ελματίαν καὶ τὸ ∆υρράχιον οἰκοῦντας ἀπέλασαν), {καὶ} κατεσκήνωσεν ὁ βασιλεὺς τοὺς αὐτοὺς Σέρβλους ἐν ταῖς τοιαύταις χώραις, καὶ ἦσαν τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων ὑποτασσόμενοι, οὓς ὁ βασιλεὺς πρεσβύτας ἀπὸ Ῥώμης ἀγαγὼν ἐβάπτισεν, καὶ διδάξας αὐτοὺς τὰ τῆς εὐσεβείας τελεῖν καλῶς, αὐτοῖς τὴν τῶν Χριστιανῶν πίστιν ἐξέθετο).
Το 733 ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος προσάρτησε το Ἰλλυρικόν στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αναστάσιο. Η συγκρότηση τού χριστιανισμού ως κρατικής θρησκείας ανατρέχει στην εποχή των χριστιανών ιεραποστόλων (αγίων) Κυρίλλου και Μεθοδίου, την εποχή τής βασιλείας τού Βασιλείου Α΄ (867-886), ο οποίος βάπτισε τούς Σέρβους κάποια στιγμή πριν από την αποστολή τού αυτοκρατορικού ναυάρχου Νικήτα Ορίφα στον ηγεμόνα Μουτιμίρ των Σέρβων, για βοήθεια στον πόλεμο εναντίον των Σαρακηνών το 869, αφού αυτός αναγνώρισε την επικυριαρχία τής αυτοκρατορίας. Σερβική επισκοπή (επισκοπή τής Ρας) ίσως είχε ιδρυθεί το 871 από τον Σέρβο ηγεμόνα Μουτιμίρ, με επικύρωση από τη Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως (879–80). Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι υιοθέτησαν τη λειτουργία στα παλαιά σλαβονικά, αντί για τα ελληνικά. Το 1019 συγκροτήθηκε η αρχιεπισκοπή Αχρίδας, ύστερα από την κατάκτηση τής Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας από την Βασιλεία Ρωμαίων. Η Ιερά Μονή Χιλανδαρίου (Χιλαντάρ στα σέρβικα), το σερβικό ορθόδοξο μοναστήρι στο Άγιον Όρος, ιδρύθηκε το 1198 από τον πρώτο αρχιεπίσκοπο Σερβίας Άγιο Σάββα και τον πατέρα του, τον Σέρβο μεγάλο ηγεμόνα Στέφανο Νεμάνια, ο οποίος έγινε μοναχός εκεί. Ο Στέφανος Νεμἀνια (1113-1199), όταν συνασπίστηκε με το βασίλειο τής Ουγγαρίας, την Ενετική δημοκρατία και την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ηττήθηκε από τις δυνάμεις τού αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού το 1172 και συνελήφθη αιχμάλωτος. Στην Κωνσταντινούπολη ο Νεμάνια εκπαιδεύτηκε από τον Μανουἠλ κι έγινε φίλος του. Ορκίστηκε να μην επιτεθεί ποτέ ξανά στον Μανουήλ, ενώ ο αυτοκράτορας σε αντάλλαγμα αναγνώρισε τον Στέφανο και τούς απογόνους του ως νόμιμους μεγάλους ζουπάνους (ηγεμόνες) τής σερβικής Ράσκια.
- [←253]
-
Πατριάρχαι Ἀνατολῆς: Οι πατριάρχες Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων.
- [←254]
-
Στην Αἰθιοπία ο χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επισήμως ως κρατική θρησκεία το 330. Με την εμφάνιση τού Ισλάμ τον 7ο αιώνα, οι χριστιανοί τής Αιθιοπίας απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Ο επικεφαλής τής αιθιοπικής εκκλησίας διοριζόταν από τον πατριάρχη τής Κοπτικής Εκκλησίας τής Αιγύπτου, ενώ Αιθίοπες μοναχοί είχαν ορισμένα δικαιώματα στην εκκλησία τού Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ. Η Αιθιοπία ήταν η μοναδική περιοχή τής Αφρικής που επιβίωνε ως χριστιανικό κράτος ύστερα από την εξάπλωση τού Ισλάμ. Κατά τον Laurent 1971: 151 σημ. 4, ο Ιωάννης Η΄ σφάλλει εδώ από άγνοια, γιατί οι δογματικές διαφορές μεταξύ τής Ορθόδοξης και τής Αιθιοπικής Εκκλησίας είναι θεμελιώδεις. Οι Βυζαντινοί απεσταλμένοι συνάντησαν τούς συνάδελφους τους από την Αιθιοπία στη Σύνοδο τής Κωνσταντίας το 1417 και αναμφισβήτητα είναι εκείνοι που έδωσαν στους Γραικούς τις πληροφορίες που αναφέρονται εδώ.
- [←255]
-
Κατά τον Laurent 1971: 151 σημ. 6, ο αριθμός αυτός των πεντακοσίων ετών, τότε γενικά αποδεκτός, χρησιμοποιείται απλώς για εντυπωσιασμό, αφού επί τής ουσίας δεν είναι συμβατός με τα ιστορικά δεδομένα. Το σχίσμα τού 867 (Φώτιος) απείχε σχεδόν εξακόσια χρόνια, ενώ εκείνο τού 1054 (Μιχαήλ Κηρουλάριος) απείχε σχεδόν τετρακόσια. Ακόμη πιο εκπληκτικό είναι ότι ο πάπας σε ομιλία του στη σύνοδο προσδιόρισε την απόσταση από το σχίσμα σε 437 χρόνια, απόσταση την οποία ο Αγαλλιανός, Διάλογοι, σελ. 622 στρογγυλεύει σε 440: μετά τό σχίσμα τεσσαράκοντα πρός τοῖς τετρακοσίοις ἔτη παρῆλθον ἤδη…
- [←256]
-
Βλέπε πιο πάνω, κεφ. β’ παρ. 12, την αναφορά στην επίσκεψη-αστραπή που έκανε ο Ιωάννης Η΄ στον αυτοκράτορα τής Γερμανίας. Φαίνεται ότι ο Σίγκισμουντ είχε δώσει διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις τόσο στον αυτοκράτορα όσο και στους απεσταλμένους του. Για ν΄ αποφασίσει για τη Δύση, η μεγάλη ελπίδα τού αυτοκράτορα, που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, ήταν σίγουρα να συναντήσει γύρω από τον Γερμανό μονάρχη τούς κύριους Καθολικούς ηγεμόνες και να συζητήσει καλύτερα μαζί τους ένα σχέδιο αντι-τουρκικής άμυνας. Όμως, για να μπορέσει να γίνει αυτό, τουλάχιστον εν μέρει, ήταν απαραίτητο να επιλέξει ανοιχτά ο Ιωάννης Η΄ τη Σύνοδο τής Βασιλείας εναντίον τού πάπα, πράγμα που φρονίμως πίστευε ότι δεν μπορούσε να κάνει (Laurent 1971: 151 σημ. 7).
- [←257]
-
Συρόπουλος 2.45: Ἐν τούτοις ἦλθον καὶ οἱ γράψαντες τὸ προοίμιον· καὶ ἀναγνωσθὲν ἀρεστὸν ἐφάνη πᾶσι, καὶ ἐξήλθομεν μετὰ τῆς περὶ τούτου προειρημένης παραγγελίας. ἔπειτα συνήλθομεν μετὰ καὶ τῶν ἐκ τῆς συνόδου, καὶ ἔδωκαν ἐκεῖνοι προοίμιον πάντῃ τοῦ προτέρου παρηλλαγμένον, ὅπερ ἤρεσεν ἡμῖν κατὰ πάντα καὶ ἐδεξάμεθα. ἐχώρησαν δὲ οἱ ἡμέτεροι καὶ πρὸς ἄλλους τινὰς λόγους, μεθ΄ ὧν εἶπον καὶ περὶ τοῦ πάπα, ὅτι ἔνι χρεία, ἵνα ἐπιμεληθῆτε, ὅπως ἄν ἔλθῃ κἀκεῖνος ἔνθα γενήσεται ἡ σύνοδος ἤ στείλῃ τοποτηρητὰς καὶ ὑπάρχητε ἡνωμένοι μετ΄ ἐκείνου καὶ ὁμογνώμονες· εἰ γὰρ καὶ ἔτι ἔχετε διενέξεις καὶ ὀχλήσεις μετ΄ ἐκείνου, οὐκ ἐλεύσονται ἐκεῖσε οὔτε ὁ βασιλεὺς οὔτε οἱ ἡμέτεροι. καὶ ἔτι εἶπον, ὅτι θέλομεν ἵνα ἔχωμεν σάλβο κοντοῦκτο ἀφ΄ ὑμῶν καὶ ἀπὸ τῶν αὐθεντῶν ἑκάστης πόλεως καὶ ἐπαρχίας, ἵνα καὶ ἐν τῷ ἀπέρχεσθαι εἰς τὴν σύνοδον καὶ ἐν τῷ ὑποστρέφειν ἐκεῖθεν ἔχωσι πᾶσαν ἄδειαν καὶ ἐλευθερίαν οἱ ἡμέτεροι ἀκωλύτως διέρχεσθαι καὶ καρτερεῖν καὶ ἀποδημεῖν ὅτε βούλονται. εἴπομεν δὲ πάλιν καὶ περὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ὑποστροφῆς. περὶ μὲν οὖν τοῦ πάπα ἀπελογήσαντο, ὅτι· φροντίζομεν καὶ ἡμεῖς τοῦτο ποιῆσαι, καὶ οὐ γενήσεται ἄλλως, εἰ μὴ ὡς ὑμεῖς λέγετε· μᾶλλον μὲν οὖν ἡμεῖς λέγομεν ὅτι κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην ἔσται ὁ πάπας ἐν τῇ συνόδῳ· διαμηνυσόμεθα γὰρ τῷ Χριστοφόρῳ καὶ ἐλεύσεται ἐν ἑτέρᾳ συνελεύσει καὶ ὄψεσθε ὅπως τοῦτο κατανεύσομεν. περὶ τοῦ σάλβο κοντοῦκτο εἶπον, ὅτι δίκαιόν ἐστι καὶ μετὰ σκέψεως γενήσεται καὶ τοῦτο. περὶ δὲ τῆς ὑποστροφῆς εἶπον καὶ αὖθις, ὡς· οὐ δεῖ ποιεῖσθαι ὑμᾶς πολὺν λόγον· λέγομεν γὰρ καὶ πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι καὶ ἐλεύσεσθε καὶ ὑποστρέψετε μετὰ τιμῆς πολλῆς καὶ ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας καὶ ἐξόδων καὶ κατέργων ἡμετέρων, εἴτε γένηται ἕνωσις εἴτε καὶ μή. καὶ μηδὲν ἔχετε λογισμὸν περὶ τούτου. ἡμεῖς οὖν οὐδαμῶς ἠρκούμεθα εἰς τοὺς λόγους, ἀλλ΄ ἐζητοῦμεν γραφῆναι τὸ περὶ τούτου. ἐκ δὲ τῶν μεσαζόντων ὁ μὲν Νοταρᾶς ἔλεγεν ἀεὶ τὰ πρὸς ἐκείνους πράως καὶ φιλικῶς· ὁ δὲ Καντακουζηνὸς εἴς τινα μὲν ἐφαίνετο πρᾶος πρὸς ἐκείνους, εἰς δὲ τὰ πλείω γενναῖος καὶ καλὸς ἀπαιτητής, ἐν οἷς ἡ χρεία τοῦτο ἀπῄτει καὶ εἴς τινα οὐκ ἀπεδέχετο τὰς οἰκονομίας τοῦ Νοταρᾶ. εἶπεν οὖν καὶ ἐν τῷ παρόντι ζητήματι μετὰ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τοὺς λόγους ἐκείνων, ὅτι ἐμοὶ οὐ δοκοῦσιν ἀρκετοὶ οἱ λόγοι, οὕς λέγουσιν· ὅμως ἐγὼ οὐκ ἀπελεύσομαι εἰς τὴν σύνοδον, καὶ ποιείτωσαν ὡς θέλουσιν.
- [←258]
-
Στο κείμενο σάλβο κοντοῦκτο, ακριβώς το λατινικό salvo conducto (ασφαλής διέλευση).
- [←259]
-
Συρόπουλος 2.46: Ἐν ἑτέρᾳ δὲ συνελεύσει ἦλθε καὶ ὁ Χριστόφορος, καὶ ἀπῄτησαν ἐκεῖνον οἱ συνοδικοὶ τὴν ἀπὸ τοῦ πάπα συγκατάθεσιν εἰς ἅ πράττουσι περὶ συναθροίσεως τῆς συνόδου, καὶ ἵνα εἴπῃ, εἰ ἔχει λόγους παρ΄ ἐκείνου ὅτι ἐλεύσεται καὶ ἐκεῖνος ἐν τῇ συνόδῳ. ἡ οὖν ἀρχὴ τῆς ἀπολογίας τοῦ Χριστοφόρου οὐκ ἤρεσεν αὐτοῖς καὶ εὐθὺς ἔσκωψαν ἐκεῖνον, καὶ εἶπον λόγους σκληροὺς πλείστους καὶ πλήρεις θυμοῦ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐστενοχώρησαν αὐτόν, ὅτι ἐδέετο ὕστερον καὶ παρεκάλει καὶ ἔλεγε στέργειν πάντα τὰ παρ΄ ἐκείνων γινόμενα καὶ ἀγράφως καὶ ἐγγράφως καὶ καθὼς ἄν ἐθέλωσιν αὐτὸν τοῦτο ὑποσχεθῆναι. οἱ δὲ οὐδόλως παρεδέχοντο αὐτόν, ἀλλὰ σκληροῖς λόγοις ἀεὶ ἔβαλλον. ὁ δὲ ἀναγκαζόμενος ἔλεγεν, ὅτι οὐκ εἶπόν τι κακὸν πρὸς αὐτοὺς ἤ ἐναντίον· ἐν ὅσῳ δὲ λέγω ὅτι στέργω πάντα ὅσα ποιοῦσι, καὶ ὑπόσχομαι στέργειν ταῦτα καὶ τὸν πάπαν καὶ ἐγγράφως τοῦτο ἤδη πιστώσομαι, οὐκ οἶδα τί ἄν ἕτερον εἴποιμι, ἤ τί ἄλλο ζητοῦσιν ἀπ΄ ἐμοῦ. οἱ δὲ κατεφρόνησαν τούτου καὶ ἠγέρθησαν μετὰ θυμοῦ. ἐλυπήθησαν δὲ καὶ πρὸς τοὺς μεσάζοντας καὶ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν γραμματικοὺς καὶ ἀπέθανον ἐν τῇ ὁδῷ, ἠθελήσαμεν δὲ λαβεῖν γραμματικὸν ἐκ τοῦ Γαλατᾶ καὶ ἔχειν αὐτὸν ἐν ταῖς συνελεύσεσιν· ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐνεδώκατε ἡμῖν ἔχειν γραμματικόν, καὶ ἔνι τοῦτο εἰς ἡμᾶς βαρύ. εἰ γὰρ εἴχομεν νῦν, εὐθὺς ἄν ἔγραφε καὶ ἐποιοῦμεν προτέστον, καὶ οὔτε αὐτὸς οὔτε ὁ πάπας ἐποίει ἄν ἄλλο παρ΄ ὅ ἡμεῖς ἠθέλομεν. εἶπον οὖν πρὸς ταῦτα οἱ μεσάζοντες, ὅτι ἡμεῖς ὅσα εἴπομεν καὶ ὅσα ἠκούσαμεν ἀφ΄ ὑμῶν, θέλομεν ἵνα ὦσι πεφυλαγμένα· πῶς οὖν ἐμέλλομεν ἔχειν ξένον ἄνθρωπον πρὸς ὅν οὐκ εἴχομεν πληροφορίαν εἰς λόγους μυστηριώδεις, ἵνα φαυλίζῃ τούτους εἰς πολλούς; οἱ δὲ εἶπον, καὶ πῶς ὑμεῖς ἔχετε γραμματικὸν τὸν Ἄγγελον, ἡμᾶς δὲ οὐκ εἰάσατε ἔχειν; ἀπεκρίθησαν, ὅτι· ὁ Ἄγγελος οὐκ ἔνι τῶν τυχόντων, ἀλλ΄ ἔστιν εἷς τῶν καλῶν καὶ ἐκκρίτων ἀρχόντων, καὶ ὅταν δι΄ ἀναγκαῖά τινα ἔχῃ ὁ βασιλεὺς μεθ΄ ἑαυτοῦ τέσσαρας τοὺς κρείττονας ἄρχοντας, ἔστι καὶ αὐτὸς εἷς μετ΄ ἐκείνων. ὡρίσθη οὖν παρὰ τοῦ βασιλέως παρεῖναι καὶ ἐνταῦθα ὡς εἷς τῶν ἐκλελεγμένων, καὶ οὐχ ὡς γραμματικός. εἶπον δὲ ἐκεῖνοι· ἀλλ΄ ἡμεῖς ἐν ἑτέρᾳ συνελεύσει ληψόμεθα καὶ γραμματικόν· χωρὶς γὰρ τούτου οὐκ ἐλευσόμεθα. εἶπον οὖν οἱ ἄρχοντες· εἰ θέλετε νῦν ἔχειν γραμματικὸν περὶ οὗ λέγετε ἤδη, οὐ κωλύομεν.
- [←260]
-
Το ίδιο παράπονο εξέφρασαν και στους εντολείς τους, με αίτημα να τούς στείλουν νοτάριο, καλό γραφέα, όπως μπορούσε να βρεθεί μόνο στο Πέρα. Όλο το προσωπικό που είχαν πάρει από τη Βασιλεία έμεινε στον δρόμο. Μερικοί πέθαναν, άλλοι αρρώστησαν (Laurent 1971: 154 σημ. 1).
- [←261]
-
Στο κείμενο προτέστον από την αντίστοιχη λατινική λέξη protestum (διαμαρτυρία).
- [←262]
-
Πάλι ο Δημήτριος Άγγελος Φιλομμάτης. Προφανώς δεν ήταν συνηθισμένος γραμματέας, κρίνοντας μόνο από την οικογένειά του (βλέπε πιο πάνω, σημ. 20 αυτού τού κεφαλαίου) και τις εμπιστευτικές αποστολές που τον έκαναν τον έμπιστο άνθρωπο τού αυτοκράτορα (Laurent 1971: 154 σημ. 2).
- [←263]
-
Συρόπουλος 2.47: Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ συνήλθομεν ἐν τῇ σεβασμίᾳ μονῇ τοῦ Βάσου, ἐχόντων τῶν συνοδικῶν καὶ γραμματικὸν μεθ΄ ἑαυτῶν ἐκ τοῦ Γαλατᾶ. εἶπεν οὖν ὀλίγους τινάς λόγους, καὶ εὐθὺς ἐνεφάνισεν ὁ Χριστόφορος ἔγγραφον οἰκειόχειρον διαλαμβάνον ἀρκούντως καὶ πεπλατυσμένως, ὅπως ἔχει πᾶσαν ἄδειαν καὶ ἔνδοσιν ἀπὸ τοῦ πάπα, ἵνα συνεργήσῃ καὶ αὐτὸς τοῖς συνοδικοῖς εἰς εἴ τι ἄν ἐθέλωσι, καὶ στέρξῃ καὶ αὐτὸς ὡς ἀπὸ τοῦ πάπα πᾶν, ὅπερ ἄν ποιήσωσιν. ἤδη οὖν στέργει αὐτὸς πάντα τὰ παρ΄ αὐτῶν πραττόμενα, καὶ στέρξει ταῦτα καὶ ὁ πάπας ἀναμφιβόλως, ὡς καὶ αὐτὸς πληροφορεῖ τοῦτο. ἔδοξεν οὖν πᾶσιν ἰσχυρόν τε καὶ ἀρκετὸν τὸ γράμμα, ὅπερ ὁ Χριστόφορος ἔδωκεν. οἱ δὲ ἔλαβον μὲν καὶ τοῦτο πλὴν οὐκ ἠρκέσθησαν, ἀλλ΄ εἶπον τῷ γραμματικῷ, ὅν ἔφερον, καὶ ἔγραψεν ἅπερ ἐκείνοις ἤρεσεν. ἐπεὶ δὲ εἴδομεν καὶ ἡμεῖς συμπεραινόμενα τὰ τοῦ δεκρέτου, ἐπετέθημεν ἐκείνοις περὶ τῆς ὑποστροφῆς, ἵνα δηλονότι προστεθῇ τὸ «καὶ εἰ οὐ γένηται ἕνωσις, ἐπανασώσωσι τοὺς ἡμετέρους ἐνταῦθα μετὰ τῶν αὐτῶν κατέργων καὶ ἐξόδων». οἱ δὲ πάλιν λόγοις μὲν ἔλεγον τοῦτο, γράψαι δὲ οὐκ ἤθελον, μόλις δέ ποτε εἶπον γράψαι καὶ δοῦναι ἡμῖν δι΄ ἰδίου αὐτῶν γράμματος· ἡμεῖς δὲ οὐκ ἠθελήσαμεν τοῦτο, ἀλλ΄ ἐζητήσαμεν γραφῆναι ἐν τῷ δεκρέτῳ· οἱ δὲ οὐκ ἠθέλησαν.
- [←264]
-
H Μονή Βάσου στον Κεράτιο αποτελούσε ιδιωτική περιουσία τής μητέρας τού αυτοκράτορα (1390) Ιωάννη Ζ΄ (για τον οποίο βλέπε σημ. 56 στο επόμενο κεφάλαιο γ΄). Καταστράφηκε κατά τη διάρκεια τής πολιορκίας τού 1453.
- [←265]
-
Συρόπουλος 2.48: Ὡς οὖν ἠναγκάσαμεν αὐτοὺς σχεδὸν πάντες διὰ πολλῶν λόγων καὶ εἴπομεν· ἐπειδὴ ὑπόσχεσθε τοῦτο, μέλλει δὲ μεταγραφῆναι καὶ τὸ δεκρέτον καὶ μεταποιεῖτε καὶ τὸ προοίμιον· λοιπὸν τίνος χάριν οὐ θέλετε προσθεῖναι καὶ τοῦτο; εἶπον· οὐ δυνάμεθα τοῦτο ποιῆσαι. εἴπομεν οὖν· καὶ πῶς τὸ μὲν προοίμιον μετεποιήσατε, τοῦτο δὲ λέγετε οὐ δύνασθε προσθεῖναι; πρὸς γοῦν τοῦτο εἶπον ἐκεῖνοι, ὅτι· τὸ μὲν προοίμιόν ἐστιν ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως· οὐδὲ γὰρ ἄπτεται τῶν ζητημάτων καὶ τῶν κεφαλαίων· διὸ οὐδὲ ἀποφαίνεται περὶ ἐκείνου ἡ σύνοδος, καὶ ἐν τούτῳ εἴχομεν ἄδειαν μεταποιῆσαι αὐτό. εἰς δὲ τὰ κεφάλαια ἀποφαίνεται ἡ σύνοδος· ἔνθα δὲ ἀποφαίνεται ἡ σύνοδος, οὐδεὶς ἔχει ἄδειαν μεταποιῆσαι ἤ προσθεῖναι μίαν κεραίαν. καὶ εὐθὺς λέγει ὁ Καντακουζηνὸς μετὰ σφοδροῦ ζήλου πρὸς τὸν Ἰωάννην· σὺ μὲν λέγεις ὅτι ἔνθα ἀπεφήνατο ἡ σύνοδος ὑμῶν, ἥτις ἔνι μερικὴ καὶ οὐδὲ ἀξίωμα ἔχει ὡς πρὸς τὰς οἰκουμενικὰς συνόδους, ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἄδειαν προσθεῖναι μίαν κεραίαν· εἰς δὲ τὸ ἅγιον σύμβολον, ὅπερ ἐβεβαίωσαν ἅπασαι αἱ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι καὶ εἰς ὅ ἀπεφήναντο μήτε προσθεῖναι μήτε ἀφελεῖν, προσεθήκατε. λοιπὸν λέγω καὶ ἐγὼ· ἀνάθεμα τοῖς προστεθηκόσιν ἐν τῷ ἁγίω συμβόλῳ. εἶτα εἶπεν ὁ Ἄγγελος, ὅτι μετὰ θελήματος τῶν κυρίων μου τῶνδε ἐρῶ πρὸς ὑμᾶς βραχέα τινὰ περὶ τούτου. ὑμεῖς ἔφητε ὅτι τὸ προοίμιόν ἐστιν ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως. ἐγὼ δὲ λέγω μᾶλλον ὅτι τὸ προοίμιον περιέχει πᾶσαν τὴν ὑπόθεσιν· πᾶν γὰρ προοίμιον συνοπτικῶς διαλαμβάνει καὶ περιέχει πᾶσαν τὴν ὑπὸ τοῦ καθόλου λόγου δηλωθησομένην καὶ ἐπεξεργασθησομένην ὕλην, καὶ οὗτός ἐστιν ὁ σκοπὸς παντὸς προοιμίου καὶ τούτου χάριν ἐπενοήθη, ἵνα δι΄ ὀλίγου καταλαμβάνωνται τὰ ἐφεξῆς διὰ πολλῶν ῥηθησόμενα· τὸ γὰρ προοίμιον πρὸς τὴν καθόλου ὑπόθεσιν λόγον ἐπέχει κεφαλῆς καὶ ὥσπερ ἡ κεφαλὴ ἡνωμένη ἐστὶ τῷ καθόλου σώματι, καὶ δηλωτικὴ καὶ συστατικὴ τούτου καὶ κυριωτέρα, οὕτω καὶ τὸ προοίμιον κυριώτερόν ἐστι καὶ τιμιώτερον πάντων τῶν ἐφεξῆς κεφαλαίων, καὶ ὁ τοῦτο μεταποιῶν πολλῷ μᾶλλον μεταποιήσει τὰ ἐφεξῆς, εἴγε βούλεται. ἐπεὶ οὖν καὶ ὑμεῖς μετεποιήσατε τὸ προοίμιον, εὐκόλως ἔχετε προσθεῖναι καὶ ὅ λέγομεν καὶ ζητοῦμεν ἵνα ποιήσητε τοῦτο. Πολλῆς οὖν ζητήσεως περὶ τούτου γεγονυίας καὶ πρὶν καὶ μετὰ τούτους τοὺς λόγους, ἐκεῖνοι εἶπον ὅτι ἀδύνατον ἔνι προστεθῆναι τοῦτο ἐν τῷ δεκρέτῳ. ἐπεὶ δὲ μέλλομεν ποιῆσαι σάλβο κοντοῦκτο, ἐν ἐκείνῳ προσθήσομεν καὶ τοῦτο καθὼς λέγετε. ἔκτοτε οὖν συνῆλθον ἰδίως καὶ συνέθηκαν τὸ σάλβο κοντοῦκτο, καθὼς ἤρεσε καὶ τοῖς ἡμετέροις, καὶ ἔγραψαν καὶ αὐτὸ καὶ τὸ δεκρέτον μετὰ τοῦ νέου προοιμίου ἐν βεμβράναις, μόνου τοῦ βουλλωθῆναι δεόμενα παρα τῆς συνόδου. ἐτάχθη δὲ καὶ ὁ Ἱέρικος Μαγκὲρ ἀπελθεῖν ἐν τῇ συνόδῳ καὶ ἐξοικονομῆσαι, καὶ στεῖλαι ταῦτα βεβουλλωμένα.
- [←266]
-
Ακριβολογώντας, έγραψαν το κείμενο τής άδειας ασφαλούς διέλευσης και το έβαλαν, στις 25 Νοεμβρίου 1435, σε δήλωση με την οποία δεσμεύονταν να την επικυρώσει η σύνοδος και να πάρουν πανομοιότυπα έγγραφα από τούς ηγεμόνες με τούς οποίους οι Γραικοί θα έρχονταν σε επαφή, τόσο στο ταξίδι μετάβασης όσο και σε εκείνο τής επιστροφής, Όπως θα δούμε πιο κάτω (κεφ. γ’ παρ. 3), κράτησαν τον λόγο τους (Laurent 1971: 156 σημ. 1).
- [←267]
-
Έδωσαν επίσης στους Γραικούς το κείμενο τής βούλλας τής Συνόδου διορθωμένο, με γραπτή δέσμευση, ότι θα το παρουσίαζαν δεόντως σφραγισμένο από τούς πατέρες τής Βασιλείας το αργότερο όταν τα αναμενόμενα πλοία θα έφταναν στην Κωνσταντινούπολη (Laurent 1971: 157 σημ. 2).
- [←268]
-
Συρόπουλος 2.49: Ἐν ὅσῳ δὲ τὰ δηλωθέντα ἐλέγοντό τε καὶ ἐπράττοντο, παρεγίνοντο καὶ οὗτοι οἱ ἐκ Βασιλείας πρέσβεις καὶ ἔβλεπον καὶ ὡμίλουν τῷ πατριάρχῃ καὶ παρεκίνουν αὐτὸν συνθέσθαι πρὸς τὸ εἰς τὴν σύνοδον ἀπελθεῖν· ὁ δὲ ἀνεβάλλετο καὶ ἀνένευεν. ὅτε δὲ εἶδον καὶ αὐτοὶ συμπεραινόμενα τὰ λαληθέντα, τότε ἐπετέθησαν τῷ πατριάρχῃ καὶ ἐζήτησαν ἵνα πληροφορηθῶσιν ὡς ὁμολογουμένως ἐλεύσεται ἐν τῇ συνόδῳ· ὁ δὲ προβαλλόμενος πάλιν τὴν ἀσθένειαν αὐτοῦ καὶ τὸ γῆρας ἀνεβάλλετο. μετὰ δὲ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὴν ἐπίθεσιν αὐτῶν, εἶπεν, ὡς εἴπερ ἐπιδημήσει ὁ πάπας ἐν τῇ συνόδῳ, ἐλεύσομαι καὶ ἐγώ. εἶπον οὖν ἐκεῖνοι, ὅτι ἡμεῖς τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου ζητοῦμεν ἔχειν ἐκεῖσε, καὶ τὴν σὴν ἐπιδημίαν περὶ πλείστου ποιούμεθα· ὁ δὲ πάπας ἔνι ἰδικός μας καὶ ἔχομεν αὐτόν. ἔφη δὲ ὁ πατριάρχης· καὶ πῶς ἔχετε αὐτόν, ὅπουγε ἐγὼ οἶδα ὡς οὐκ ἐλεύσεται ἐν τῇ συνόδῳ; εἶπον δὲ αὐτοί, ὅτι ἐλθέτω ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου ἀπαραιτήτως, ἡμεῖς δὲ κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην ἕξομεν πάπαν ἐν τῇ συνόδῳ. καὶ εἶπεν ὁ πατριάρχης, ὅτι τοῦτο πάλιν ἐστὶ κάλλιον, ὅτι δι΄ ἐμὲ ἵνα ἔχητε αὐτόν, ἤ ἄλλον πάπαν; οὐκ ἐλεύσομαι ἐγὼ μετὰ τοιούτων λόγων. τότε εἶπον ἐκεῖνοι, ὅτι πληροφοροῦμεν τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου, ὅτι αὐτὸς ὁ πάπας ἐλεύσεται ἐν τῇ συνόδῳ ἀπαραιτήτως. καὶ οὕτω συνέθετο καὶ ὁ πατριάρχης ἀπελθεῖν εἰς τὴν σύνοδον.
- [←269]
-
Βλέπε τον συνολικό απολογισμό όλων αυτών των διαπραγματεύσεων σε επιστολή τού Σχολάριου (Scholarios, Œuvres, IV, σ. 414).
- [←270]
-
Ο πατριάρχης θεωρούσε απαραίτητη την παρουσία τού πάπα και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στον Menger, που έφευγε για τη Δύση, έδινε ρητή εντολή, για να διασφαλίσει ότι θα είναι αποτελεσματικός (Laurent 1971: 157 σημ. 4).
- [←271]
-
Συρόπουλος 2.50:Τούτων δὲ τελεσθέντων πάντων, εἶπον πρὸς ἐκείνους οἱ ἡμέτεροι, ὅτι τὸ πρὶν διαλαμβανόμενον ἐν τῷ προοιμίω διεφημίσθη εἰς πολλοὺς ἅμα τὸ ἐλθεῖν ὑμᾶς, ἔτι μηδὲ ἡμῶν εἰδότων ἀκριβῶς τοῦτο· νῦν δὲ πάλιν κηρυχθήσεται ὅπως συνεθέμεθα ἀπελθεῖν εἰς τὴν σύνοδον. μήποτε οὖν δόξῃ τοῖς πολλοῖς ὅτι κατεδεξάμεθα ἀπελθεῖν καὶ ποιῆσαι σύνοδον μετὰ τῶν λεγόντων περὶ ἡμῶν ὅτι ἔχομεν αἵρεσιν, καὶ ἔσται τοῦτο εἰς μεγάλην ὕφεσιν ἡμῶν καὶ κατάγνωσιν, θέλωμεν ἵνα προσκαλεσώμεθα, καὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων τινὰς καὶ ἐκ τῶν Γενουιστῶν καὶ ἐκ τῶν Βενετίκων καὶ ἐκ τῶν Κατελάνων καὶ τῶν Ἀγκωνιτιάνων, καὶ ἀναγνωσθῇ τὸ νέον προοίμιον καὶ εἴπητε πρὸς πάντας, ὅτι ἐπειδὴ εἶχε τὸ πρῶτόν τινας λέξεις μὴ οὔσας εἰς ἀνάπαυσιν καὶ τιμὴν ἡμῶν, ἠργήσατε παντελῶς ἐκεῖνο καὶ ἐγράψατε τὸ παρόν, καὶ οὕτως ἀνεπαύθημεν καὶ ἡμεῖς καὶ συνεβιβάσθημεν ἀπελθεῖν εἰς τὴν σύνοδον μετὰ τῶν συμφωνιῶν τῶν ἐν τῷ δεκρέτῳ διαλαμβανομένων. ἔστερξαν τοῦτο καὶ οἱ συνοδικοί. καὶ ἐν μιᾷ Κυριακῇ συνήχθησαν προσκληθέντες πολλοὶ τῶν ἡμετέρων καὶ τῶν δηλωθέντων γενῶν ἐν τῷ ναῷ τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. ἀνεγνώσθη οὖν τὸ προοίμιον, καὶ εἶπε καὶ ὁ φρὰ Ἰωάννης εἰς ἐπήκοον πάντων ὅσα ἦσαν εἰς ἀνάπαυσιν καὶ τιμὴν τῶν ἡμετέρων· εἶπε δὲ καὶ ὁ μεσάζων ὁ Νοταρᾶς ὀλίγα τινὰ σύμφωνα καὶ ἀκόλουθα τούτοις, καὶ οὕτως ἐτελέσθη τὸ δεκρέτον μετὰ τῆς συνεργίας τῶν συνοδικῶν· ὅπερ λαβὼν ὁ προειρημένος μετὰ καὶ τοῦ σάλβο-κοντούκτου καὶ ἑτέρων γραμμάτων βασιλικῶν τε καὶ πατριαρχικῶν, πρὸς τὴν σύνοδον ἀπεδήμησεν. ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ Χριστόφορος εἰς τὸν πάπαν ἀπῆλθεν.
- [←272]
-
Δηλαδή από τις κοινότητες δυτικών που κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη.
- [←273]
-
Την ημέρα τού Αγίου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου 1435) κατά τον Ιωάννη τής Ραγούσας. Με την ευκαιρία αυτή πραγματοποιήθηκε επίσημη ανταλλαγή εγγράφων. Οι Γραικοί έδωσαν στους πρεσβευτές τής Συνόδου ένα χρυσόβουλλο και πατριαρχικές επιστολές (τώρα χαμένες), ενώ οι τελευταίοι έστειλαν το αναθεωρημένο διάταγμα και την υπογεγραμμένη και σφραγισμένη άδεια ασφαλούς διέλευσης (Laurent 1971: 158 σημ. 3).
- [←274]
-
Ναός Ἀναστάσεως: Βλέπε πιο πάνω, σημ.184 για μοναστήρι Αναστάσεως.
- [←275]
-
Ο Henri Menger, τον οποίο ο Σχολάριος, Œuvres, IV, σελ. 414, κακώς αποκαλεί ξανά Γάλλο (φραντζίσκος):
ὧν ὅ μέν εἷς ἐστι διδάσκαλος τῆς θεολογίας ἐκ τοῦ Ῥαουζίου, ὁ δέ δεύτερος νομοδιδάσκαλος Φραντζίσκος καί ὁ λοιπός βακαλάριος τῆς θεολογίας.
Ο Menger έφυγε από την Κωνσταντινούπολη στις 1 ή 2 Δεκεμβρίου 1435, για να βρεθεί στη Βενετία στις 2 Ιανουαρίου 1436 «ζωντανός αλλά όχι υγιής» (vivus sed non sanus). Η αναφορά του ενώπιον τής συνόδου έγινε στις 21 Φεβρουαρίου τού επόμενου έτους. Ως προφύλαξη, για να μη συμβεί κάποιο ατύχημα στον Menger, ο Ιωάννης τής Ραγούσας έστειλε δύο Γραικούς στη σύνοδο στις αρχές Μαρτίου, αλλά περιπλανήθηκαν στον δρόμο (Laurent 1971: 159 σημ. 5).
- [←276]
-
Δεν επέστρεψε μόνος και μάλλον με αυτή την ευκαιρία οι δύο αδελφοί τού Ιωάννη Δισύπατου, ο Γεώργιος και ο Μανουήλ, στάλθηκαν στον πάπα Ευγένιο Δ΄ (Laurent 1971: 159 σημ. 9).
