Σημειώσεις Κεφαλαίου 4

Σημειώσεις Κεφαλαίου 4

[←1]

Συρόπουλος 4: Τμῆμα Δον. Ἐν ᾧ περὶ τῶν γεγονότων εἰς τὸν κατάπλουν, καὶ περὶ τῆς εἰς τὸν βασιλέα ὑπαντῆς τῶν Βενετίκων καὶ συμβουλῆς· καὶ περὶ τῆς εἰς τὸν πάπαν ἐπιδημίας καὶ τοῦ ἀσπασμοῦ, καὶ περὶ τῆς τάξεως τῶν καθεδρῶν, καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν τοποτηρητῶν, καὶ περὶ τῆς τετραμήνου διωρίας, καὶ ὅπως γέγονεν ἡ τῆς συνόδου ἀνακήρυξις. ἀπομνημονευμάτων δ.

[←2]

Συρόπουλος 4.1: Προθεσμία τοίνυν ἐτάχθη ἡμέρα κυριακή, ἥτις καὶ εἰκοστὴ τετάρτη τοῦ νοεμβρίου μηνὸς ἦν τῆς πρώτης ἰνδικτιῶνος τοῦ ἑξακισχιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ τετταρακοστοῦ ἕκτου ἔτους, καθ΄ ἥν καὶ ἡ καπιτανικὴ τριήρις προσωρμίσθη ἐν τοῖς Εὐγενίου τὸν πατριάρχην ἐκδεχομένη. ἐν ταύτῃ γοῦν τῇ ἡμέρᾳ μετὰ τὸ ἄριστον συνήλθομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἕτεροι πολλοὶ πρὸς τὸν πατριάρχην· ὁ δὲ ἐξελθὼν παρεγένετο μεθ΄ ἡμῶν ἐν τῷ δηλωθέντι αἰγιαλῷ καὶ πλῆθος λαοῦ συνῆλθεν ἐκεῖσε. <ὥρισε δὲ πρότερον καὶ ἐγένετο τιμία συγχωρητικὴ γραφὴ καθολικὴ πρὸς πάντας καὶ ἀνεγνώσθη ἐκεῖσε·> καὶ ηὐλόγησε καὶ ηὔξατο πᾶσιν ὁ πατριάρχης καὶ οὕτως εἰσήλθομεν καὶ ἐμείναμεν εἰς τὸ κάτεργον. τῇ δ΄ ἑφεξῆς πάλιν προσωρμίσθησαν τὰ κάτεργα εἰς τὸν Κυνηγόν, καὶ περὶ τετάρτην ὥραν εἰσῆλθε καὶ ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ἴδιον κάτεργον, καὶ εὐθὺς πάλιν σεισμὸς μέγας ἐγένετο, σύμβολον δεύτερον θεομηνίας. μετὰ δὲ τὸ ἄριστον φιλοτίμως παραπλεύσασαι αἱ τριήρεις ἦλθον μετὰ κρότων καὶ σαλπίγγων καὶ ἔστησαν περὶ τὴν Τοπικὴν καὶ ἵσταντο ἐκεῖσε, ὄντων καὶ ἡμῶν ἐντὸς πάντων, τήν τε δευτέραν ἡμέραν καὶ τὴν τρίτην· ἔδει γὰρ ἡμᾶς ἐν τῷ λιμένι προγυμνασθῆναι καὶ ἐθίσαι τὰ δυσχερῆ τοῦ κατέργου.

[←3]

Στο κείμενο πρώτης ἰνδικτιῶνος.

[←4]

Ο Συρόπουλος μερικές φορές, εκτός από την ἰνδικτιῶνα χρησιμοποιεί και χρονολόγηση ἀπό κτίσεως κόσμου. Από το συγκεκριμένο παράδειγμα, καθώς και από αντίστοιχα που ακολουθούν, ο Χριστός γεννήθηκε το έτος (6946-1438=) 5508 ἀπό κτίσεως κόσμου, άρα το ἔτος κτίσεως κόσμου είναι το 5508 π.Χ. Η χρονολόγηση αυτή, με όση ακρίβεια μπορεί να περιλαμβάνει, βασίστηκε στη Δημιουργία τού Σύμπαντος από τον Θεό και μετρά τον χρόνο με αφετηρία τον Αδάμ και την Εύα, παίρνοντας υπόψη τούς διαδοχικούς απογόνους τους μέσα από τα βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης.

[←5]

Στην περιοχή Εὐγενίου υπήρχε η πύλη και ο πύργος τού Ευγενίου, που αποτελούσαν μέρος των θαλασσίων τειχών και οχυρώσεων τού Κεράτιου κόλπου και βρίσκονταν κοντά στην έξοδο τού κόλπου προς την Προποντίδα, δηλαδή στον σημερινό χάρτη κάτω από το ανάκτορο Τοπ Καπί. Ο Laurent 1971: 196 σημ. 1, σημειώνει, ότι καθώς το πατριαρχείο βρισκόταν νοτιοδυτικά τής Αγίας Σοφίας, ο Ιωσήφ Β΄ έπρεπε να κατέβει σε πομπή προς την κατεύθυνση τής ακτής τού Κεράτιου για επιβίβαση.

[←6]

Ο πατριάρχης και η ακολουθία του επιβιβάστηκαν όταν είχε σκοτεινιάσει (Laurent 1971: 196 σημ. 2).

[←7]

Το κείμενο γράφει ότι ο πατριάρχης διάβασε. Έτσι έχουμε εδώ, σε πιο επίσημο περιβάλλον, τη χρήση ενός από εκείνα τα συγχωροχάρτια, που κυκλοφόρησαν εκείνη την εποχή. Πρόκειται για τη μόνη γνωστή περίπτωση όπου πατριάρχης παραχωρεί στο πλήθος των πιστών γενική άφεση αμαρτιών. (Laurent 1971: 196 σημ. 3).

[←8]

Το Κυνήγιον ήταν πιο μέσα στον Κεράτιο κόλπο, βόρεια από το Φανάρι και ανατολικά τού παλατιού τού Πορφυρογέννητου (σήμερα Τεκφούρ σαράϊ).

[←9]

Τέταρτη ώρα από την ανατολή τού ηλίου, δηλαδή τον Νοέμβριο κατά τις 11 το πρωί.

[←10]

Αυτός ο νέος σεισμός συνέβη επομένως μεταξύ 24 και 27 Νοεμβρίου 1437. Αν και περιγράφεται από τον Συρόπουλο ως δυνατός, δεν αναφέρεται αλλού (Laurent 1971: 197 σημ. 4).

[←11]

Η Τοπική ήταν στην περιοχή τής Προποντίδας προς τον Κεράτιο, ανατολικά τής Αγίας Σοφίας και τού Μεγάλου Παλατιού.

[←12]

Στην πραγματικότητα οι δυσκολίες ήταν τέτοιες, που ούτε ο πατριάρχης, ούτε οι ηλικιωμένοι αρχιερείς, ούτε καν, κατά καιρούς, ο αυτοκράτορας δεν μπορούσαν ούτε να κοιμηθούν ούτε να φάνε κατά τη διάρκεια τού θαλασσινού ταξιδιού. Ο επίσκοπος τής Digne, που ήταν στο ταξίδι, πρόσθετε ότι αν δεν είχαν κατορθώσει να ξεκουραστούν και να φάνε στα λιμάνια τής Ενετικής Ρωμανίας, δεν θα κατόρθωναν να ολοκληρώσουν το ταξίδι τους. Ο ίδιος ιεράρχης μάλιστα φαινόταν να θεωρεί την ανάγκη προσφυγής στις καλές υπηρεσίες τής Γαληνοτάτης ως έναν από τούς λόγους για τούς οποίους ο Ιωάννης Η΄ αρνιόταν να πάει στην Αβινιόν, στην απέναντι στεριά τής Τυρρηνικής Θάλασσας (Laurent 1971: 197 σημ. 7).

[←13]

Συρόπουλος 4.2: Τῇ δὲ τετράδι ἡμέρᾳ, ἥτις ἦν εἰκοστὴ ἑβδόμη τοῦ νοεμβρίου, ἄραντες ἐκ τοῦ λιμένος ἅμα ἡλίῳ, μόλις περὶ ἑσπέραν τὸν Ἀθύριον πλοῦν παρηλλάξαμεν· ἅμα δὲ τῷ ἄρξασθαι τοῦ πλοῦ, εἶπέ τινι τῶν αὐτοῦ φίλων ὁ Χριστόφορος, ὡς· ἠστοχημένη ἔσται ἡ πρᾶξις ἡμῶν. τριήρεις δὲ ἦσαν τρεῖς μὲν αἱ τοῦ πάπα (προαπῆλθε γὰρ μία ἐξ αὐτῶν μετὰ στρατιωτῶν), ἑτέρα δὲ ἡ τοῦ βασιλέως, τρεῖς δ΄ αὖ αἱ συνήθεις τῆς Πραγματείας καὶ μία ἐκ τῆς Φλωρεντίας. κατ΄ αὐτὴν οὖν τὴν ἡμέραν καθημένων ἐν τῷ κατέργῳ τοῦ Ἡρακλείας, τοῦ μεγάλου σακελλαρίου καὶ ἑτέρων πολλῶν καὶ διερχομένου τοῦ Κορώνης Χριστοφόρου, ὅς ἦν ὁ τρὶς παρὰ τοῦ πάπα σταλεὶς, ὡς δεδήλωται, καὶ τὰ προειρημένα πάντα διαπραξάμενος, εἶπεν αὐτῷ ὁ μέγας σακελλάριος· ὦ δέσποτα ἐπίσκοπε, μέγα πρᾶγμα εἰργάσω καὶ πολλήν σοι χάριν εἰδέναι ὁ πάπας ὀφείλει. τοῦ δὲ ἀπορήσαντος κατὰ τί λέγει τοῦτο, ἔφη ὁ μέγας σακελλάριος· οὐ γὰρ νομίζεις εἶναι πολύ, τὸ ἆραι καὶ ἐξαγαγεῖν ἐκ τῆς Πόλεως τὸν βασιλέα τὸν ἅγιον, τὸν αὐθέντην τῶν Ῥωμαίων, τὸν πατριάρχην τὸν ἅγιον, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς ἄρχοντας, πᾶσαν τὴν ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ἐν οἷς εἰσὶ καὶ γέροντες καὶ ἀσθενεῖς, καὶ πάντας τούτους ἀγαγεῖν εἰς τὸν πάπαν; πολύ ἐστι τοῦτο καὶ πάνυ μέγα πρᾶγμα κατώρθωσας. εἴθε δὲ γένοιτο καὶ τὸ τέλος καλόν· εἰ γὰρ δοίη ὁ Θεὸς γενέσθαι καὶ ἀγαθὴν ἕνωσιν, ἕξεις καὶ παρὰ τοῦ Θεοῦ πολλοὺς μισθοὺς καὶ παρὰ τῶν ἀνθρώπων εὐχὰς καὶ ἐπαίνους, ἕνεκεν τῶν πρὸς καλὴν ἕνωσιν κόπων καὶ τῶν ἀγώνων σου. ὡς οὖν ἤκουσε τούτων ὁ Χριστόφορος, περιχαρὴς γενόμενος, εἶπεν, ὅτι· γενήσεται καὶ ἡ ἕνωσις τῇ τοῦ Θεοῦ βοηθείᾳ· ἐγὼ γάρ, ἔφη, εἶχον ἀμφιβολίαν, μέχρις ἄν ἴδω τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην εἰσερχομένους εἰς τὰ κάτεργα· ἀφ΄ οὗ δὲ εἶδον αὐτοὺς εἰσελθόντας, οὐκέτι ἔχω ἀμφιβολίαν· οἶδα γὰρ καὶ τὰς διαθέσεις τῶν αὐθεντῶν καὶ πληροφοροῦμαι ὅτι γενήσεται καὶ ἡ ἕνωσις. οἱ δὲ δηλωθέντες τῶν τοιούτων κατήκοοι γεγονότες ἐνεοὶ ἐκάθηντο.

[←14]

Η τέταρτη γαλέρα που είχε εξοπλιστεί για λογαριασμό τού πάπα είχε φύγει νωρίτερα, στις 19 Νοεμβρίου, από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας πάνω της, εκτός από τούς στρατιώτες, 70 περίπου ανθρώπους τής ακολουθίας τού αυτοκράτορα. Έφτασε στη Βενετία στις 23 Δεκεμβρίου (Laurent 1971: 198 σημ. 2).

[←15]

Τρεις γαλέρες που προέρχονταν από την Τάνα (στον μυχό τής Αζοφικής Θάλασσας, στις εκβολἐς τού ποταμού Ντον, τού Τάναϊ τής αρχαιότητας), οι οποίες από τις 3 Νοεμβρίου περίμεναν στην Κωνσταντινούπολη τη γαλέρα τής Τραπεζούντας, στην οποία, αρχικά, ο αυτοκράτορας σκεφτόταν να επιβιβαστεί (Laurent 1971: 198 σημ. 3).

[←16]

Συρόπουλος 4.3: Τὴν μὲν οὖν πρώτην ἡμέραν, οὔτε διὰ τῆς εἰρεσίας, οὔτε διὰ τῶν ἱστίων ἐπίδοσίν τινα ὁ πλοῦς εἶχε, νηνεμίας οὔσης, καὶ αἱ τριήρεις, οὐχ΄ ὡς πρὸς ἀνθρώπων ἀνάπαυσιν, ἀλλ΄ ὡς ναυλοφόροι πεφορτισμέναι ἦσαν· τῇ δ΄ ἑσπέρᾳ συνδραμοῦσα καὶ ἡ τῶν ἄστρων σύνοδος οὐ μικρῶς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐθρόησε καὶ ἐτάραξε σύνοδον, καὶ περὶ μέσης νυκτὸς κλύδων ἠγέρθη καὶ ὄμβρος ἐρράγη πολὺς καὶ σκότος ψηλαφητὸν ἐγεγόνει. ἐφ΄ οἷς καὶ οἱ ναυτικοὶ μεγάλως ἠγωνίων καὶ ᾐτιῶντο τὸ ἀσυμβούλευτον τοῦ βασιλέως εὐλόγως, ὅτι οὐδὲ τὴν συμβουλὴν τοῦ σοφοῦ ἠθέλησε στέρξαι τοῦ εἰπόντος· εἰ δέ ποτε πλεῦσαι δεήσει, ἀλλὰ μή τι, φθίνοντός γε μηνός. αἱ γὰρ τριήρεις ἐπὶ τοσοῦτον ἐφέροντο ἄνευ ἱστίων, ὥστε ἐδειλίων οἱ ἐν αὐταῖς, μήποτε ἐν σκότει προσπελάσαντες τῇ Προικοννήσῳ κατεαγῶσι. διὸ καὶ ἀγκύρας ὄπισθεν ἐχάλασαν ἕλκεσθαι ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἵν΄ οὕτως αὐτὰς ἐπέχοιεν τῆς ὁδοῦ· ἀλλὰ καὶ τούτου γεγονότος, πάλιν ἐκινδινεύσαμεν ἄν, εἰ μὴ Κύριος ἐλεήσας ἐβοήθησεν ἡμᾶς· φθάνει γὰρ ἡ ἡμέρα, καὶ ὁρῶμεν τὴν Προικόννησον ἱκανὸν διάστημα καταληφθεῖσαν ὄπισθεν ἡμῶν, καὶ δόξαν καὶ εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ ἀνεπέμψαμεν. τὸ δὲ πνεῦμα ῥᾷον γενόμενον ἐξ οὐρίας πλεῖν εὐφόρως παρεῖχεν ἡμῖν.

[←17]

Όμως ο επίσκοπος τής Digne, που βρισκόταν επί τού σκάφους, δήλωνε:
«Την πρώτη μέρα τής αναχώρησής μας από το λιμάνι ο άνεμος ήταν ισχυρός και ευνοϊκός, έτσι ώστε σε μια μέρα περάσαμε με εννέα (sic) γαλέρες από την περιοχή των Τούρκων»
(Prima die recessus sui a portu fuit ventus validus et prosper, adeo quod in una die naturali cum novem (sic) grossis galeis districtus Turchorum transivimus, Laurent 1971: 199 σημ. 4).

[←18]

Υπό κανονικές συνθήκες ταξιδιού εκείνη την εποχή, οι ταξιδιώτες απολάμβαναν σχετική άνεση και είχαν αρκετό χώρο και ηρεμία για να ασχοληθούν με ορισμένες δραστηριότητες, για παράδειγμα με την αντιγραφή χειρογράφων. Έτσι ο Ιωάννης Ευγενικός, που έφυγε από τη σύνοδο δέκα μήνες πριν από όλους τούς άλλους Γραικούς, μπόρεσε να αντιγράψει μεταξύ Αγκώνας, όπου είχε επιβιβαστεί στις 11 Μαΐου, και τού λιμανιού τού Δυρραχίου, μπροστά από το οποίο πέρασε στις 22 Μαΐου 1439, ένα ολόκληρο χειρόγραφο. Όμως η ανάγκη να φιλοξενηθούν 700 άτομα σε σκάφη περιορισμένης χωρητικότητας δεν άφηνε πολύ χώρο για όλους και είναι κατανοητά τα παράπονα των επιβατών (Laurent 1971: 199 σημ. 5).

[←19]

Κατά τούς δεισιδαίµονες ναυτικούς, η παρατηρούµενη στο τέλος τού µήνα, όταν φθίνει η σελήνη, σύµπτωση τών συνόδων τών άστρων και τών πολυθρύλητων στοιχείων, προκαλεί πολύ άσχηµες καιρικές συνθήκες, ακατάλληλες για πλόες (Ι. Δημητρούκας, Το ταξίδι τού ρήτορα Θωμά Μάγιστρου (1310). Μια επανεξέταση, Byzantina Symmeikta 10 (1996) 163-188, στη σελ. 187. Πρβλ. Συνέσιος Κυρηναῖος, Ἐπιστολή 4:
σὺ δὲ μηδέποτε πλεύσειας. εἰ δὲ ποτὲ πάντως δεήσοι, ἀλλὰ μήτοι φθίνοντός γε μηνός.
(Αἱ ἐπιστολαί Συνεσίου τοῦ Κυρηναίου, μετά τῶν σχολίων τοῦ διδασκάλου Νεοφύτου Ἱεροδιακόνου τοῦ Πελοποννησίου, ἐκδοθεῖσαι σπουδῇ τε και ἐπιστασίᾳ Γρηγορίου Ἱεροδιακόνου Δημητριέως τοῦ Κωνσταντᾶ, Ἐν Βιέννῃ τῆς Ἀουστρίας: Ἐν τῇ Τυπογραφίᾳ Γεωργίου τοῦ Βεντότου, 1792, σελ. 26)

[←20]

Η Προκόννησος (σήμερα Μάρμαρα) είναι το μεγαλύτερο νησί τής Προποντίδας (σήμερα θάλασσας τού Μαρμαρά) βορειοδυτικά τής χερσονήσου τής Κυζίκου.

[←21]

Συρόπουλος 4.4: Ὡς οὖν διηρχόμεθα τὴν Καλλιούπολιν, ἐπεὶ πλησιέστερον αὐτῆς παρέπλευσεν ἡ βασιλικὴ τριήρις καὶ φιλοτιμώτερον, ἀντεφιλοτιμήσαντο ταύτην καὶ οἱ ἐκ τῆς Καλλιουπόλεως, συχνοῖς βέλεσι καὶ τῇ δι΄ ἀμυντηρίου ὀργάνου λιθοβολίᾳ· ὡς δὲ εἰς τὴν Μάδυτον ἐφθάσαμεν, παρεκρούσατο ὁ βασιλεὺς τὴν συμβουλὴν τῶν εἰπόντων ἀπελθεῖν εἰς τὴν Τένεδον· ἦν γὰρ καὶ ὁ καιρὸς εὔφορος καὶ τὸ ἑξῆς τῆς ἡμέρας ἱκανὸν πρὸς τὸ φθάσαι. ὁ δὲ ἔστη ἐν τῇ Μαδύτῳ, καὶ μετ΄ ὀλίγον σεισμὸς αὖθις ἐγένετο μέγας, ὡς καὶ ἐν τῷ κατέργῳ ἀριδήλως γνωρισθῆναι πᾶσιν ἡμῖν, καὶ ὡς τρίτην θεομηνίαν τοῦτ΄ ἐτεκμηράμεθα. ὁ δὲ πατριάρχης ἠθέλησεν ἐξελθεῖν καὶ μεῖναι ἐπὶ τῆς ξηρᾶς καὶ διεμηνύσατο τοῦτο τῷ βασιλεῖ· ὁ δ΄ ἔφη· προσμεινάτω μικρὸν καὶ ἐκβήσεται, εἰ δεήσει. τῶν ναυτικῶν δ΄ ἐξελθόντων ὑδρεύσασθαι, πρὶν πληρῶσαι τὰς ὑδρίας αὐτῶν, κατέδραμον αὐτῶν οἱ Ἁγαρηνοί· οὕς ἰδόντες οἱ ναυτικοί, καταλιπόντες τὰς ὑδρίας αὐτῶν, δρόμῳ πολλῷ διὰ τῶν λέμβων εἰς τὰς ναῦς κατέφυγον· εἶτα πέμψαντες καλοὺς ἀνθρώπους ἐζήτουν ὕδωρ, ἤ κἄν κενὰς λαβεῖν τὰς ὑδρίας. οἱ δὲ πρὸς οὐδέτερον ἐνεδίδουν, καὶ παρασκευαζομένων ἀπὸ τῶν νηῶν πρὸς πόλεμον, ὁ βασιλεὺς διεκώλυσεν αὐτούς, καὶ πέμψας ἄρχοντα εἰς τὸν σούπασιν, ἐδεξιώσατο αὐτὸν λόγοις τε καὶ φιλοτιμίᾳ, καὶ οὕτως ἔλαβε παρ΄ αὐτοῦ ἔνδοσιν ὑδρεύσασθαι. τότε δ΄ ἐπελάθετο καὶ ὁ πατριάρχης τῆς ἐπὶ ξηρᾶς ἀναπαύσεως. διενυκτερεύσαμεν οὖν ἐκεῖσε, καὶ περιεστοίχισεν ἡμᾶς πλῆθος τῆς βαρβάρου στρατιᾶς ἐκ τῆς ἠϊόνος πυρὰς ἀνάπτον καὶ ἀλαλάζον τὴν νύχθ΄ ὅλην. ἡμέρας δ΄ ἐπιφωσκούσης, αἱ μὲν ἄλλαι τριήρεις ἀπέπλεον ἄρασαι, τὴν δὲ τοῦ πατριάρχου οὐκ εἴων οἱ βάρβαροι λῦσαι τὸ πρυμνήσιον· καὶ ἀξιούντων τῶν ἐκ τῆς νηὸς πολλὰ καὶ μηδὲν ἀνυόντων, οἱ μὲν ὅπλοις ἐσκευάζοντο, οἱ δὲ πελέκει τὸ πεῖσμα τεμεῖν ἐπεχείρουν· ἅπερ ἰδόντες οἱ βάρβαροι, μόλις ποτὲ ἐνέδωκαν λῦσαι αὐτό.

[←22]

Η Μάδυτος βρισκόταν στην ευρωπαϊκή ακτή τού Ελλησπόντου (Δαρδανελλίων) στο σημερινό Ετζεάμπατ, απέναντι από το Τσανάκαλε.

[←23]

Σούμπασης: τίτλος τής τουρκικής στρατιωτικής διοίκησης, σε χρήση τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, που σημαίνει τον κυβερνήτη πόλεων ή τόπων με κάποια σημασία (Laurent 1971: 200 σημ. 2).

[←24]

Συρόπουλος 4.5: Ἡ μὲν οὖν Φλωρεντιανὴ τριήρις, εὐθὺς ἡμᾶς καταλιποῦσα, ἄλλην ἀπέπλεεν· ἡμεῖς δὲ ἡμέραν ὅλην καὶ μέρος ἱκανὸν τῆς νυκτὸς ἱστίοις τε διαπλέοντες καὶ εἰρεσίαις, μόλις εἰς Λῆμνον ἐν τῷ λιμένι τοῦ Μύδρου προσωρμίσθημεν, κἀκεῖσε ἐπὶ δύο περιμείναντες ἡμέρας, ὤστε τοὺς ναυτικοὺς εἰς Μυσῶν λεῖαν διαθεῖναι τὰ τῶν δυστήνων Λημνίων καὶ ἐμπλησθῆναι τῶν σκύλων —οὐδὲ γὰρ ἄλλο τι ἀναγκαῖον διεπράχθη ἐκεῖσε οὐδέ τι καίριον προσμεῖναι κατήπειγεν— ἐκεῖθεν ἄραντες ἀπεπλέομεν, τῶν τῆς Πραγματείας κατέργων μετὰ τὸ ἐμφορηθῆναι πρὸ ὥρας λυσάντων καὶ μηδεμίαν φροντίδα περὶ τοῦ βασιλέως ποιησαμένων. ἵνα δὲ καὶ αὐτὸς τῷ λόγῳ παραπλεύσω τὰ μεταξύ, σαββάτῳ πρωΐ προσωρμήσθημεν εἰς τὴν Εὔριπον, κἀκεῖσε βουληθεὶς ἐξελθεῖν ὁ πατριάρχης καὶ ἐντὸς τοῦ κάστρου ἑαυτὸν ἀναπαῦσαι, ἐπεὶ καὶ μετὰ τιμῆς προσῆλθον αὐτῷ οἱ τῶν Λατίνων ἄρχοντες καὶ ἀνάπαυσιν ἑτοιμασθῆναι αὐτῷ ἤκουσεν, οὐκ οἶδ΄ εἰ καὶ ἀληθῆ, ὅμως ἐκωλύθη, παρὰ τοῦ βασιλέως εἰρηκότος μὴ προσῆκον εἶναι αὐτῷ εἰσελθεῖν εἰς τὸ κάστρον, εὐπρεπέστερον δ΄ εἶναι, εἴ γε βούλοιτο, ἀναπαυθῆναι ἐκτός. ὁ δ΄ ἐπὶ τοῦτο λυπηθεὶς, ἔξω που σκηνὴν πηξάμενος, δύο προσέμεινεν ἡμέρας, ὀπώραις καί τισι τροφίμοις καὶ οἴνῳ δωροφορούμενος ὑπὸ τῶν νησιωτῶν, τοῦ βασιλέως μηδόλως τῆς τριήρεως ἀποβάντος.

[←25]

Μοῦδρος: Λιμάνι στη νότια ακτή τής Λήμνου, διάσημο από την υπογραφή τής ανακωχής τής 31ης Οκτωβρίου 1918 με την Τουρκία. Κατά την εκδοχή Β τού χειρογράφου, η νηοπομπή έμεινε εκεί δύο μέρες, το Σάββατο και την Κυριακή (Laurent 1971: 200 σημ. 3).

[←26]

Λεία Μυσῶν: Παροιμία ἐπὶ τῶν κακῶς διαρπαζομένων στο λεξικό Σούδα τού Βυζαντίου. Πρβλ. T. Gaisford, Paroemiographi Graeci (Οξφόρδη 1836) σελ. 343.

[←27]

Τα πληρώματα των ενετικών πλοίων που ταξίδευαν στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να είχαν αυτή τη θλιβερή συνήθεια, γιατί στα αρχεία διατηρούνται και άλλα ίχνη. Έτσι η Γαληνοτάτη χρειάστηκε να καταβάλει 500 δουκάτα για αποζημιώσεις στις 10 Ιανουαρίου 1437. Κατά την εκδοχή Β τού χειρογράφου τα λάφυρα ήσαν πρόβειο και βοδινό κρέας. Η ίδια πηγή λέει ότι οι γαλέρες τής Τάνα έφυγαν κρυφά γύρω στα μεσάνυχτα και οι άλλες την αυγή (Laurent 1971: 201 σημ. 4).

[←28]

Όμως, στις 21 Δεκεμβρίου 1437, η Γερουσία τής Βενετίας έγραφε στον καρδινάλιο τού Σαντ΄ Άντζελο, ότι η αυτοκρατορική γαλέρα,
«ενώθηκε με τις άλλες γαλέρες μας των εμπορικών διαδρομών Τάνας και Ρωμανίας και έφτασαν στο δικό μας νησί και πόλη τού Nεγκροπόντε»
(cum aliis galeis nostris a mercato viagii Tanae et Romanie, simul unitis, jam ad insulam et civitatem nostram Nigropontis attigerant, Laurent 1971: 201 σημ. 5).

[←29]

Εὔριπος: Η τότε ενετική Χαλκίδα (Νεγκροπόντε), όπου έφτασαν το Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου (τη δεύτερη ώρα τής ημέρας σύμφωνα με την εκδοχή Β τού χειρογράφου) (Laurent 1971: 201 σημ. 6).

[←30]

Συρόπουλος 4.6: Ἐκεῖθεν δ΄ εἰς Πελοπόννησον διερχόμενοι, τῆς βασιλικῆς νηὸς ἱκανὸν διάστημα προηγουμένης ἀεὶ καὶ ἱπταμένης οἱονεὶ τὰ πελάγη, ἐπεὶ μετὰ δύο ἡμέρας βιαίου καὶ σφοδροῦ πνεύματος πνεύσαντος περὶ τὸ μέσον τῆς ἡμέρας, ἐκείνη μὲν ἀπέπτη, καὶ ἡμῖν οὐκ ἐφαίνετο ἄλλην βαδίσασα, οἱ δ΄ ἡμέτεροι εὐθὺς τῆς τοῦ Πέλοπος πλέοντές τε καὶ φθάσαντες ἐν τῷ λιμένι τῷ καλουμένῳ τῆς Συκῆς ἔστησαν, ταύτην δ΄ οὐχ εὕρομεν, ἐκεῖσε προσεμένομεν αὐτὴν ἐκδεχόμενοι, τοῦ πατριάρχου δ΄ εἰς χέρσον ἐν τῇ σκηνῇ ἀναπαυομένου. ὡς δὲ καὶ δύο παρῆλθον ἡμέραι καὶ οὐδόλως ἐμάθομέν τι περὶ αὐτῆς, οὔτ΄ ἐκ τῆς χέρσου, οὔτ΄ ἐκ τῶν πλοΐμων, ἀμηχανίᾳ μεγάλῃ καὶ λύπῃ συνειχόμεθα. τῇ δὲ τρίτῃ ἡμέρᾳ τὴν τοῦ κατέργου ἑτοιμάσας ὁ καπιτάνιος βάλκαν παρακινήσει πολλῶν ἐξ ἡμῶν, ἔστειλεν αὐτὴν μετὰ τοῦ ἀμηραλῆ, ἵνα μάθῃ τι περὶ τοῦ βασιλέως· καὶ τῇ ἑφεξῆς ἡμέρᾳ ὑπέστρεψε καὶ εἶπεν, ὅπως ἀπέβη ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν Κεγχρεῶνα. ὔστερον δὲ ἦλθε καὶ τὸ κάτεργον καὶ ἀπηρχόμεθα ὀμοῦ μετὰ τὴν τετάρτην ἡμέραν. ἡ δ΄ αἰτία τῆς ἀφ΄ ἡμῶν διαστάσεως ἦν αὕτη. ὁ βασιλεὺς ἰδὼν τραχυνομένην τὴν θάλασσαν καὶ τὸ πνεῦμα φερόμενον βιαιότερον στῆναί πη δεῖν ἐκεκρίκει. ἔστη τοίνυν ἐν τῇ καλουμένῃ Γαδουροννήσῳ καὶ προσέμεινεν ἐκεῖσε, μέχρις ἄν ῥᾷον τὸ πνεῦμα ἐγένετο, μὴ εἰδότων τῶν μετ΄ αὐτοῦ τίσιν ἄρα καὶ περιέπεσον· εἶτ΄ ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς τὸν Κεγχρεῶνα.

[←31]

Ενετική επιστολή επιβεβαιώνει ότι ο Ιωάννης Η΄ έφυγε από το Νεγκροπόντε δύο μέρες πριν από τις γαλέρες τής Ρωμανίας (doi di avanti delle galere di Romania), Η αυτοκρατορική γαλέρα ήταν ταχύτερη επειδή ήταν ελαφρά γαλέρα, ενώ όλοι οι άλλοι Γραικοί ταξίδευαν πάνω σε βαριά πλοία (Laurent 1971: 202 σημ. 1).

[←32]

Συκή: Κατά τον Laurent 1971: 202 σημ. 2, πρόκειται για την Συκέα τού νομού Λακωνίας (επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς), η οποία αναφέρεται στο Γρ. Στέφανος, Πλήρες γεωγραφικόν λεξικόν τής Ελλάδος (Αθήναι 1937) σελ. 444. Όμως αυτή η Συκέα βρίσκεται στην ενδοχώρα, μεταξύ Μολάων και Μονεμβασιάς.

[←33]

Στο κείμενο βάλκα. Πρβλ. Δούκα, Historia Byzantina, κεφ. 27:
«Κατεβάζοντας πάνω από είκοσι βάρκες, σκάφη και καΐκια από τα πλοία του, στα οποία υπήρχαν περισσότεροι από πεντακόσιοι Φράγκοι βαλλιστές και λογχοφόροι, ο Αντόρνο τους διέταξε να δημιουργήσουν προγεφύρωμα»
(ὁ δὲ Ἀδοῦρνος ἑτοιμάσας τὰς βάλκας καὶ τὰ σκάφη καὶ ἀκάτια τῶν νηῶν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔπεμψε, ἵνα λάβωσι γῆν ὄντες ἐντὸς τούτων ὑπὲρ τοὺς πεντακοσίους Φράγκους τζαγρατόρους καὶ δορυπόμπους).

[←34]

Στο κείμενο αμηραλής, μάλλον από το λατινικό admiralis.

[←35]

Κεγχρεών: Οι Κεγχρεές (σήμερα Κεχριές) ήταν το ανατολικό λιμάνι τής Κορίνθου από την αρχαιότητα, στον Σαρωνικό κόλπο, λίγο βορειότερα από τα σημερινά Λουτρά Ωραίας Ελένης. Το δυτικό λιμάνι τής Κορίνθου στον Κορινθιακό κόλπο ήταν το Λέχαιον. Τα δύο λιμάνια συνδέονταν στην αρχαιότητα με τη Δίολκο, τον ειδικής κατασκευής πλακόστρωτο δρόμο, πάνω στον οποίο σύρονταν από δούλους τα πλοία.

[←36]

Γαδουρόννησος: Η νησίδα Πάτροκλος απέναντι από το Σούνιο.

[←37]

Όπως σημειώνει ο Laurent 1971: 203 σημ. 7, εδώ ήταν που ο Ιωάννης Η΄, αφήνοντας τη γαλέρα του, ανέβηκε στο άλογό του για να διασχίσει την Πελοπόννησο και όχι στο νησί τής Εύβοιας, όπως ανακοίνωνε στις 28 Ιανουαρίου 1438 η Ενετική Γερουσία στον αρχιεπίσκοπο Φλωρεντίας:
«Από το Νεγκροπόντε, όπου βγήκε από το πλοίο, προχώρησε από τη στεριά στον τόπο που ονομάζεται Μεθώνη»
(de citta Nigropontum in terrem descenderat venturus per terram ad dictum locum Mothoni).

[←38]

Συρόπουλος 4.7: Ἐν δέ γε τῇ νήσῳ ἐκείνῃ ἦσαν δύο κάτεργα Κατελανικὰ καὶ γαλιῶται δύο ἀπὸ ἑτέρου μέρους, καὶ οἱ μὲν τοῦ βασιλέως οὔτε εἶδον οὔτε ἔγνων τι περὶ τούτων· οἱ δὲ Κατελάνοι καὶ εἶδον τὸ κάτεργον καὶ ἔγνων ὅπως ἐντός ἐστιν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐβουλεύσαντο ὅπως κατ΄ αὐτοῦ ὡρμήσωσιν. ἔτι γοῦν νυκτερινῆς σκοτίας οὔσης, ὡπλίζοντο, καὶ, διαυγαζούσης ἡμέρας, ἡτοιμάσθησαν καὶ πρὸς τὸ ἐκπλεῦσαι ἤδη κατ΄ αὐτοῦ ἠγωνίζοντο. ἀλλ΄ ἔτι τούτων ἐν τούτοις ὄντων, μετεβουλεύσατό τις καὶ εἶπε· δεῖ ἡμᾶς σκέψασθαι καλῶς περὶ οὗ ἐγχειροῦμεν· ἰδοὺ γὰρ ὁ βασιλεὺς αὐθέντης ἐστὶ μέγας, καὶ πᾶν ἰσχυρὸν ὅπλον καὶ πᾶς ἀνδρεῖος ὁπλίτης μετ΄ αὐτοῦ ἔσται, καὶ τὸ κάτεργον αὐτοῦ ἱκανὸν φανεῖται τρισὶν ἀντιπαρατάξασθαι. εἰ γοῦν ἐπιχειρήσομεν κατ΄ αὐτοῦ καὶ ἀποτύχωμεν, ἀτιμία καὶ ζημία ἡμῖν ἐπακολουθήσει καὶ εἰς κακὸν ἡμῖν ἀποβήσεται· διὸ βέλτιόν μοι δοκεῖ παύσασθαι τοῦ ἐγχειρήματος. τούτοις πεισθέντες τοῖς λόγοις ἐπαύσαντο. τὸ δὲ ἦν ἄρα βοήθεια τοῦ Θεοῦ· οἴδασι γὰρ οἱ ἡμέτεροι πῶς καὶ πότε ἠδύναντο ὁπλισθῆναι οἱ ἐν τῷ κατέργῳ, καὶ περὶ τούτου λέγειν οὐ χρή. ταῦτα δ΄ ἡμεῖς ἀκριβῶς ἐμάθομεν μετὰ χρόνου παραδρομὴν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ παρά τινος ἐπιεικοῦς ἀνθρώπου Ῥοδίου, τότε μὲν ὑπὸ τῶν Κατελάνων κατεχομένου, μετὰ δὲ ταῦτα φυγόντος κἀκεῖσε εὑρεθέντος μεθ΄ ἡμῶν.

[←39]

Οι Καταλανοί, σύμμαχοι των Τούρκων, δεν είχαν σταματήσει να μαστίζουν την ανατολική Μεσόγειο, από τότε που είχαν πρωτοέρθει στην Ανατολή το 1303 (βλέπε επόμενη σημείωση). Έκαναν πειρατεία σε βάρος τόσο των χριστιανών όσο και των άπιστων, σε βαθμό που ο νούντσιος Γκαρατονι δήλωνε, όταν ξεκινούσε για την Ιταλία με τούς Γραικούς, ότι ήθελε να ταξιδέψει μόνο υπό την προστασία των γαλερών τής Ρωμανίας,
«γιατί εδώ μιλάμε για πολλούς Καταλανούς»
(nam multa hic de Catatanis confabulantur).
Μάλιστα στις 14 Αυγούστου η Ενετική Γερουσία σημείωνε το γεγονός, ότι ένας Καταλανός πειρατής εξάπλωνε τρόμο στην ανατολική Μεσόγειο (Laurent 1971: 203 σημ. 8).

[←40]

Καταλανοί, Κατελάνοι: Η Καταλανική Εταιρεία τής Ανατολής ήταν εταιρεία μισθοφόρων που ιδρύθηκε από τον Ρότζερ ντε Φλορ στις αρχές τού 14ου αιώνα με την πρόσληψη στρατιωτών, τούς οποίους η Αραγωνία είχε αφήσει άνεργους μετά την υπογραφή τής Ειρήνης τής Καλταμπελλότα (1302) με τη γαλλική δυναστεία των Ανδεγαυών (Ανζού). Το 1303 ο Φλορ πρόσφερε τις υπηρεσίες τής εταιρείας του στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Η αυτοκρατορία απειλούνταν από τούς Τούρκους, που είχαν εισβάλει στην Ανατολία. Ο Φλορ εκστράτευσε με την εταιρεία του στην Ανατολία, νικώντας τούς Τούρκους αλλά συμμετέχοντας και σε γενικευμένη βία και λεηλασίες. Τότε οι Καταλανοί θεωρήθηκαν σε γενικές γραμμές ληστές και πειρατές, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί το 1305 ο Φλορ και πολλοί δικοί του σε σύγκρουση με άλλη ομάδα Αλανών μισθοφόρων στην υπηρεσία τού αυτοκράτορα. Στη συνέχεια η εταιρεία προχώρησε σε καταστροφές στις περιοχές τής Θράκης και τής Μακεδονίας για τα επόμενα δύο χρόνια. Το 1310 πρόσφερε τις υπηρεσίες τής στον Βουργουνδό δούκα τής Αθήνας, από τον οποίο όμως προδόθηκε, αλλά τον εκδικήθηκε και τον σκότωσε στη μάχη τού Αλμυρού το 1311, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο τού δουκάτου των Αθηνών και τής πόλης τής Θήβας. Το 1318 η εταιρεία επέκτεινε την ισχύ τής στη Θεσσαλία, παίρνοντας τον έλεγχο τού δουκάτου των Νεοπατρών (Υπάτης). Η εξουσία των Καταλανών κράτησε μέχρι το 1388-1390, όταν νικήθηκαν από την Εταιρεία τής Ναβάρρα, που συμμάχησε με τούς Φλωρεντινούς υπό τον Νέριο Ατσαγιόλι τής Κορίνθου. Τα απομεινάρια των Καταλανών επιδίδονταν σε πειρατεία στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, όπως φαίνεται και από την περιγραφή τού Συρόπουλου.

[←41]

Συρόπουλος 4.8: Ἡμεῖς δὲ τὸν πλοῦν διανύοντες, καὶ ποτὲ μὲν νηνεμίᾳ ποτὲ δὲ κλύδωσι προσπαλαίοντες, εἰς τὴν Μεθώνην ἐφθάσαμεν σαββάτῳ πρωΐ. ἦλθεν οὖν ἐκεῖ καὶ ὁ τῶν Ῥωμαίων ἐπίσκοπος καὶ ἕτεροι πολλοί, καὶ προσεκύνησαν τὸν πατριάρχην· προσῆλθε δὲ αὐτῷ μετὰ τιμῆς καὶ ὁ καστελλάνος, μετὰ καὶ ἑτέρων ἀρχόντων Λατίνων. προσέταξε δὲ ἡμᾶς ὁ πατριάρχης ἑτοιμασθῆναι ἐντίμως καὶ πλησίον αὐτοῦ εὑρίσκεσθαι, ὅ καὶ πεποιήκαμεν πρὸ τοῦ τὸν καστελλάνον ἐλθεῖν. εἶτα εἶπεν, ὅτι· οἱ ἐπίσκοποι οὗτοι οἱ Λατῖνοι βούλονται κατέχειν με ἑκατέρωθεν κατὰ τὸ ἔθος, τὸ δέ ἐστιν ὑμέτερον δίκαιον. ἀλλ΄ οὗτοί εἰσιν ἀνατεθειμένοι πρὸς τοῦτο καὶ ἀπὸ τοῦ πάπα. τί οὖν δοκεῖ ὑμῖν; μή τις ἔχῃ αἰτιάσασθαι ἡμᾶς ἀπὸ τούτου; ἐξωτερικὴ τιμή ἐστι τοῦτο· ἔστι δὲ καὶ λόγος τοῦ πάπα, καὶ οὐ δοκεῖ μοι ἐγγίζειν κατά τι ἡμᾶς. ἡμῶν δὲ πρὸς σκέψιν ἀπιδεῖν βουληθέντων, εἶπεν εὐθὺς προπετῶς ὁ μέγας σκευοφύλαξ· τοῦτο ἐξωτερικὴ τιμή ἐστι καὶ οὐ λυμαίνεται. τὸ δ΄ αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ μέγας σακελλάριος.

[←42]

Συγκεκριμένα στις 21 Δεκεμβρίου 1437. Θα παρέμεναν εκεί για 14 ημέρες (Laurent 1971: 204 σημ. 2).

[←43]

Ο Ιωσήφ Κονταράτος, που θα τούς υποδεχόταν με την ίδια ακολουθία κατά την επιστροφή τους από την Ιταλία.

[←44]

Καστελλάνος: Ο διοικητής μικρού κάστρου (καστελλιού), ο φρούραρχος τού κάστρου.

[←45]

Συρόπουλος 4.9: Ὁ δὲ Μεθώνης προσκυνήσας τὸν πατριάρχην ὑπέστρεψε, καὶ συναθροίσας πάντας τοὺς ἱερεῖς καὶ τὰς ἁγίας εἰκόνας λαβών, ἦλθεν εἰσαγαγεῖν τὸν πατριάρχην μετὰ λιτῆς. ὡς οὖν ἐξηρχόμεθα τῆς νηός, ἠρώτησέ με, εἰ ἔσονται καὶ Λατῖνοι μεθ΄ ἡμῶν. εἶπε γάρ, ὡς· ὅτε λιτανεύομεν ἡμεῖς, οὐκ ἔρχονται μεθ΄ ἡμῶν Λατῖνοι. ἐγὼ δὲ εἰδὼς τὸ γενησόμενον εἶπον· μή σοι μελέτω νῦν περὶ τούτου, ἐπειδὴ πάρεστιν ὁ πατριάρχης· πάντα εἰς τὴν ἐκείνου ἀνάγονται διάκρισιν. διερχομένων οὖν ἡμῶν τὰς ὁδούς, ἐκρατεῖτο ὁ πατριάρχης ἀπὸ τῶν ἀγκαλῶν ἀπὸ μὲν τοῦ ἑνὸς μέρους παρὰ τοῦ Κορώνης Χριστοφόρου εὐπρεπέστερον, ἀπὸ δὲ θατέρου παρὰ τοῦ Πορτουγάλου ἄκροις δακτύλοις, καθὼς εἰώθασιν οἱ Λατῖνοι πεσεντζαρίζειν. τὸ δὲ κατάλυμα, εἰς ὅ ἀπήγαγον τὸν πατριάρχην, ἦν ἀνώγεων παλαιότατον, ὅπερ ἔλεγον εἶναι τῆς ἐπισκοπῆς ἐκ πολλῶν ἤδη χρόνων ἀοίκητον πάνυ κατερραγμένον καὶ ἀκαλλώπιστον, δίχα φραγμοῦ τὸ κατώγεων αὐτοῦ καὶ χοίρων ἐνδιαίτημα· ἦν δὲ ἐκεῖσε κλίνη μία καὶ ἐπ΄ αὐτῆς πιλωτὸν προσκεφάλαιον ἴσως διὰ τὸν πατριάρχην, ῥερυπωμένον λίαν καὶ πενιχρόν. ἐν τούτῳ οὖν εἰσελθόντες ἡμεῖς καὶ μηδὲ καθίσαι εὑρόντες ἐξήλθομεν· ὁ δὲ πατριάρχης λίαν ἀηδῶς ἀριστήσας ἐν αὐτῷ ὡς μηδεμίαν ἀνάπαυσιν εὑράμενος καὶ ὑπὸ τοῦ τῶν χοίρων γρυλισμοῦ διοχλούμενος διεμηνύσατο καὶ ὠνείδισε τὸν Χριστόφορον περὶ τούτου· εἶτα ἀπῄτησεν ὡς τὸ τοῦ καστελλάνου παλάτιον ἀπελθεῖν· ἤκουσε γάρ εἶναι αὐτὸ μέγα καὶ περιφανές. ὁ δὲ Χριστόφορος ἐλθὼν κατέπεισε τὸν καστελλάνον καὶ ἐδέξατο τὸν πατριάρχην εἰς τὸ παλάτιον. κατὰ δὲ τὴν ὥραν τοῦ ἑσπερινοῦ ὕμνου παρεγενόμεθα καὶ ἡμεῖς. ὁ οὖν τὴν συνήθη συναπτὴν λέγων διάκονος εἶπεν ἐκ συναρπαγῆς· «ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου». εὐθὺς οὖν ἔδοξεν καὶ ἡμῖν βαρὺ, καὶ ἐσκώψαμεν τὸν εἰπόντα τοῦτο. πρωΐας δὲ γενομένης, στέλλει ὁ πνευματικὸς ὁ κῦρ Γρηγόριος πρὸς ἡμᾶς καλόγηρον αὐτοῦ καὶ γραμμάτιον διαλαμβάνον ὡς· ἠκούσαμεν ὅτι εἶπεν ὁ διάκονος «ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου», καὶ ζητοῦμεν εἰδέναι, εἴτε ἐκ συναρπαγῆς ἐγένετο, εἴτε καὶ μετὰ μελέτης. εἰ μὲν οὖν ἐκ συναρπαγῆς ἦν, διορθωθήτω· εἰ δὲ μεμελετημένον ἦν, δότε καὶ ἡμῖν εἴδησιν, ἵνα γνῶμεν ὅτι καὶ πρὸ τοῦ ἀπελθεῖν εἰς τὴν σύνοδον ἡνώθητε καὶ ποιήσωμεν καὶ αὐτοὶ τὸ προσῆκον ἡμῖν. ἀπεκρίθημεν δὲ καὶ ἡμεῖς ὅτι· καὶ ἐκ συναρπαγῆς ἦν καὶ ἡμῖν βαρὺ ἔδοξε καὶ ἐσκώψαμεν καὶ διωρθωσάμεθα τοῦτο, ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς τῆς αὐτῆς σοι γνώμης ἐσμέν. ἐτελέσαμεν δὲ ἐκεῖ καὶ τὴν ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων περιφανῶς, ἐπεὶ καὶ μεγάλη ἦν ἡ οἰκία, καὶ προσέμεινεν εἰς αὐτὴν ὁ πατριάρχης ἡμέρας τρεῖς καὶ δέκα.

[←46]

Πορτογάλος: Ο Αντόνιο, επίσκοπος Πόρτο. Βλέπε πιο πάνω σημ. 49 κεφαλαίου γ΄.

[←47]

Πεσεντζαρίζειν: Προσαρμογή τού λατινικού prehensare, που σημαίνει ΄προσφέρω΄ ή ΄παρουσιάζω΄.

[←48]

Στο κείμενο πιλωτόν προσκεφάλαιον. Στον Creyghton 1660: πέλωτο. Πέλος: Χοντρό χνούδι από στριμμένο μαλλί υφασμένο στην επιφάνεια κουβέρτας, χαλιού κλπ.

[←49]

Συναπτή: Μεγάλη Συναπτή (τα Ειρηνικά) είναι σειρά αιτημάτων που απευθύνονται προς τον Θεό. Τα αιτήματα λέγονται από τον ιερέα συναπτώς (δηλαδή το ένα ακολουθεί το άλλο) και γι΄ αυτόν τον λόγο ονομάστηκαν Συναπτή αίτηση. Μεγάλη Συναπτή ονομάστηκαν για να διακρίνονται από τη λεγόμενη Μικρά Συναπτή (Ἔτι καί ἔτι …). Τα ίδια αιτήματα ονομάζονται και Ειρηνικά από την εναρκτήρια φράση τού πρώτου αιτήματός τους (Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν …). Η Μεγάλη Συναπτή επαναλαμβάνεται καθημερινά στον Εσπερινό και στον Όρθρο, καθώς και όταν τελείται η Θεία Λειτουργία.

[←50]

Δεκατέσσερις, σύμφωνα με την πιο πάνω σημ. 33. Δεν αναχώρησαν πριν τις 3 Ιανουαρίου (Laurent 1971: 206 σημ. 1).

[←51]

Συρόπουλος 4.10: Τινὲς οὖν ἀνεβάλλοντο τὴν πρὸς Ἰταλίαν ὁδόν, τὴν δυσχέρειαν καὶ τὴν ἐν τοῖς πλοίοις στενοχωρίαν τὴν ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων προβαλλόμενοι· πρὸς δὴ τοῦτο ἐβουλεύετο ὁ πατριάρχης, ἵνα ζητήσῃ τοὺς ἐκ τοῦ πάπα εὑρεῖν, καὶ ἑτοιμᾶσαι ἕτερον ἕν κάτεργον ἐκ τοῦ Ναυπλίου ἤ ἑτέρωθεν καὶ εἰσάξαι ἐν αὐτῷ τοὺς μὴ ἔχοντας ἀνάπαυσιν καὶ ἑτέρους ἐκ τῶν πολλῶν, ἵν΄ οὕτως ἐν ταῖς ναυσὶν εὐρυχωρία γένηται καὶ ἀνάπαυσις τοῖς ἐκεῖσε, ὅ καὶ ἤρεσε τοῖς πλείοσιν. ὁ δὲ Σάρδεων εἶπε· πρῶτον μὲν ἔνι δύσκολον εὑρεῖν αὐτοὺς κάτεργον· εἰ δὲ καὶ εὑρήσουσιν, οὐ δυνήσονται οἰκονομῆσαι αὐτὸ μέχρι καὶ ἑνὸς μηνὸς τὸ ἔλαττον, εἰ καὶ μεγάλως σπουδάσουσι, καὶ ἔσται ἀπὸ τούτου πλημμέλεια καὶ ἔξοδος πολλὴ εἰς τὰ κάτεργα· εἶτα οὐδὲ θελήσουσιν ἀποβλέψαι πρός τι τοιοῦτον, ἐπεὶ οὐκ ἔχουσιν ἀνάθεσιν ἀπὸ τοῦ πάπα. δεῖ οὖν ἡμᾶς ζητεῖν ἅπερ δύνανται κἀκεῖνοι ποιεῖν εὐκόλως· εἰ δὲ ζητοῦμεν μεγάλα καὶ ἀπαγορεύσονται παρ΄ ἐκείνων, εἶτα παραιτούμεθα καὶ ἡμεῖς ἅπερ ζητοῦμεν, καὶ νοήσουσιν ἡμᾶς παρῃτουμένους εὐκόλως τὰ ζητήματα ἡμῶν, μεγάλην βλάβην ἕξομεν ἀπὸ τούτου· ἐλευσόμεθα γὰρ καὶ εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα τὰ ἀναγκαῖα, κἀκεῖνοι εἰδότες τὰς παραιτήσεις ἡμῶν, ἐνστήσονται καὶ κατορθῶσαί τι οὐ δυνησόμεθα. θεραπεῖαι δ΄ ἔφη δοκοῦσι ἐμοὶ δυναταὶ δύο· μία μὲν ἐπεὶ πάρεισιν ἐνταῦθα τὰ τῆς Συρίας κάτεργα καὶ αἱ ἐν αὐτοῖς κάμαραί εἰσιν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν ὀφφικιαλίων, ἐξωνηθήτω ἡ χρῆσις αὐτῶν ἵνα εἰσαχθῶσιν ἐν αὐταῖς τινες τῶν ἡμετέρων καὶ ἀναπαυθῶσιν· ἑτέρα δέ, ἵνα ἐκβάλλωσι τοὺς δούλους, οὕς ἔχουσι, καὶ ἴσως γενήσεται καὶ ἐκ τούτου εὐρυχωρία τις. ἀνάγκη δὲ ὑπομεῖναι ἡμᾶς καὶ στενοχωρίαν πρὸς ὀλίγας ἡμέρας ὑποθεμένους, ὡς ἤ ἀσθενοῦμεν ἤ ὑπὸ περιορισμόν ἐσμεν. περιέστη οὖν ἵνα ζητήσωσιν ἐκβαλεῖν δούλους καὶ τὰς πραγματείας, ἅς εἶχον, ὡς ἄν οὕτω πως πλείων εὐρυχωρία εἰς τὰ κάτεργα γένηται. διεμηνύσαντο δὲ τοῦτο τῷ καπιτάνῳ καὶ τῷ Χριστοφόρῳ δι΄ ἡμῶν. οἱ δὲ περὶ μὲν πραγματειῶν εἶπον μὴ εἰσᾶξαι· οὐδὲ γὰρ ἔχουσι, καίτοιγε καὶ εἶχον καὶ εἰσῆξαν· περὶ δὲ τῶν δούλων εἶπον, ὅτι· οὐκ εἰσάξομεν αὐτοὺς εἰς τὰ κάτεργα· ἡμεῖς γὰρ ἐνταῦθα ἐμέλλομεν καταλιπεῖν αὐτούς, εἰ καὶ ὑμεῖς τοῦτο οὐκ ἐζητεῖτε· οὐδεὶς γὰρ τῶν δούλων ἐλεύσεται εἰς τὴν Βενετίαν διὰ τῶν κατέργων. ἠλήθευσαν δὲ καὶ ἄκοντες εἰς τὸν τελευταῖον καὶ μόνον αὐτῶν λόγον· καὶ πάντας εἰσῆξαν τοὺς δούλους εἰς τὰ κάτεργα καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν διεσώθη εἰς τὴν Βενετίαν, τοῦ βουβῶνος πάντας τῷ βυθῷ παραπέμψαντος τῆς θαλάσσης. τὸ καινότερον δέ, ὅτι πάντων ὁμοῦ συνδιαιτωμένων ἐκ πάσης ἡλικίας, οὐδενὶ οὔτε τῶν Γραικῶν οὔτε τῶν Λατίνων ἡ νόσος ἐνέσκηψεν, εἰ μὴ τοῖς δούλοις πᾶσι μόνοις· οὐδεὶς γὰρ διεσώθη.

[←52]

Η εκδοχή Β τού χειρογράφου λέει από την Αλεξάνδρεια, αλλά τα ίδια πλοία θα εξυπηρετούσαν αναμφισβήτητα τα λιμάνια τής Συρίας και τής Αιγύπτου (Laurent 1971: 206 σημ. 3).

[←53]

Δεν ήσαν μόνο οι έμποροι που κουβαλούσαν ογκώδη αντικείμενα. Μήπως δεν παρεμπόδιζε τούς συντρόφους του η βιβλιοθήκη, «μεγάλος σωρός από βιβλία (magnam librorum molem), μεταξύ των οποίων δύο τού Στράβωνος», που έφερνε μαζί του ο Βησσαρίων, όπως έλεγε ο Τραβερσάρι; Όμως τελικά αφέθηκε στη Μεθώνη: «λίγα πήρε μαζί του, αλλά τη μεγάλη μάζα των βιβλίων την εγκατέλειψε στη Μεθώνη» (pauca secum retulisset, sed magnam librorum molem Mothone reliquisse). Όμως, αν πιστέψουμε τον ίδιο Τραβερσάρι, οι Γραικοί είχαν πολλά βιβλία όταν αποβιβάστηκαν στη Βενετία (multaque secum volumina convehunt in rem praesentem) (Laurent 1971: 207 σημ. 4).

[←54]

Συρόπουλος 4.11: Ἐκεῖθεν δὲ τῶν νεῶν ἐπιβάντες ἤλθομεν δι΄ αὐτῶν εἰς λιμένα τὸν Ναβαρῖνον, ὀλίγον ἀπέχοντα τῆς Μεθώνης. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφιππος τὴν τοῦ Πέλοπος διελθὼν ἀπὸ τοῦ Κεγχρεῶνος καὶ διὰ μέσου τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ συγγενόμενος ἦλθε καὶ αὐτὸς εἰς τὸν Ναβαρῖνον· ἐπιβάντος δὲ καὶ αὐτοῦ τῆς νηός, τὸν πλοῦν διηνύομεν. Ἵνα οὖν τὰ μεταξὺ παραδράμω, κλύδωνάς τε καὶ κινδύνους, οὕς ὑπέστημεν περί τε τὴν Μεθώνην καὶ περὶ τὸν τῶν Ἰωαννίνων κόλπον, ἔνθα τῆς βασιλικῆς νεὼς ὁρμῆσαι βουληθείσης, ἡ καὶ τῶν Βενετίκων ἀκουσίως ἑπομένων, καὶ στραφεισῶν τῶν δύο, εὐθὺς ἐρράγησαν τὰ ἱστία αὐτῶν ἄνωθεν ἔως κάτω, τάς τε στάσεις, ἅς ἱστάμεθα κωλυόμενοι ὑπὸ τοῦ καιροῦ, ὅμως ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν εὐφόρου τετυχηκότες ἀνέμου ἐξ οὐρίας ἐπλέομεν, γηθόμενοι τῷ τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ ἀέρος καθαρῷ καὶ λαμπρῷ καὶ τῇ τοῦ πλοὸς ταχύτητι. κυριακὴ δὲ ἦν καὶ παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Θεοφανίων, καὶ τὴν νῆσον τῆς Κεφαλληνίας παρεπλέομεν, καὶ περὶ δευτέραν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν κατῇρεν ἡ τοῦ βασιλέως ναῦς καὶ ἔστη ἐν λιμένι τῷ καλουμένῳ Πιτζκάρδῳ· πάντων βοώντων καὶ μονονοὺκ ὁλοφυρομένων, ὡς τοιούτου πλοῦ αἰσίου ζημιουμένων, ὥστε καὶ τὸν λεγάτον ἀναγκασθέντα εἰπεῖν ἑλληνιστί· μὴν γὰρ ἔχομεν ἐκ τῶν ἡμετέρων κόλπων ἐκπέμπειν τὸν ἄνεμον, ὅταν ἐθέλωμεν; ἀλλ΄ οἱ λόγοι πάντων ὡς ἄσημοι φωναὶ καὶ ὡς ψόφοι κενοὶ εἰς ἀέρα ἐρρίπτοντο. μία δὲ τῶν τριήρεων ἀδείας δραξαμένη καὶ μίλια προελθοῦσα τριάκοντα πρὸ τῆς ἑσπέρας ἐλιμενίσθη, καὶ τῇ ἐπιούσῃ τὸν πλοῦν διανύσασα, εἰς τὴν Κέρκυραν ἔφθασε καὶ καλῆς ἔτυχε ἀναπαύσεως.

[←55]

Η προαναφερθείσα ενετική επιστολή (σημ. 24 πιο πάνω), λέει ότι στην Πύλο, παραλιακή πόλη βόρεια τού Ναυαρίνου και κοντά σε αυτό, ο αυτοκράτορας έφτασε στις 28 Δεκεμβρίου με ισχυρή συνοδεία και ότι εκεί ενώθηκε, γύρω στις 3 Ιανουαρίου, με τον πατριάρχη και το μεγαλύτερο μέρος τής νηοπομπής (Laurent 1971: 207 σημ. 5).

[←56]

Την εποχή τού βιβλίου η αυτοκρατορία είχε συρρικνωθεί στην περιτειχισμένη Κωνσταντινούπολη, σ΄ ένα τμήμα τής δυτικής ακτής τού Ευξείνου Πόντου στη σημερινή Βουλγαρία (Μεσημβρία, Αγχίαλος) και στην Πελοπόννησο. Δεδομένου ότι ο δεσπότης Μορέως, δηλαδή ο Κωνσταντίνος (ΙΑ΄) Παλαιολόγος, αναπλήρωνε τον Ιωάννη, όπως διαβάσαμε, ως αντιβασιλέας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Δημήτριος, όπως φαίνεται από το βιβλίο, συνόδευε τον Ιωάννη στο ταξίδι στην Ιταλία, οι δύο αδελφοί δεν μπορεί να είναι άλλοι από τούς Θεόδωρο Β΄ και Θωμά Παλαιολόγους.

[←57]

Κόλπος Ἰωαννίνων: Προφανώς εννοείται ο Αμβρακικός κόλπος, πιο κοινώς και πιο σωστά γνωστός ως κόλπος τής Άρτας.

[←58]

Δηλαδή 5 Ιανουαρίου 1438.

[←59]

Πιτζκάρδο: Προφανώς το Φισκάρδο τής βόρειας Κεφαλονιάς.

[←60]

Ο λεγάτος Μάρκο Κοντουλμέρ, έχοντας ζήσει για καιρό στην Πάτρα, πρέπει πραγματικά να μιλούσε ελληνικά (Laurent 1971: 209 σημ. 5).

[←61]

Συρόπουλος 4.12: Ἡμᾶς δ΄ ἡ τῶν πνευμάτων ἐναντιότης ἐπὶ πέντε νυχθήμερα κατεῖχεν ἐκεῖσε μηδὲ ὕδατος ἐμφορηθῆναι ἔχοντας· μόλις δ΄ οὖν ποτε καιροῦ λαβόμενοι καὶ λύσαντες περὶ μέσας νύκτας, εὐφόρως ἐφερόμεθα τὴν ἀρχήν· εἶτα κατὰ μικρὸν τὸ πνεῦμα ἐτραχύνετο, καὶ ἔτι μεῖζον, καὶ ἡ θάλασσα ἠγριοῦτο καὶ εἰς σφοδρὸν κατήντησε κλύδωνα. Ἕως μὲν οὖν ὁ ἄνεμος ταῖς ναυσὶν ἐπ΄ εὐθείας ἐνεδίδου φέρεσθαι, ἑξήκοντα μίλια διέδραμον ἐν τέσσαρσιν ὥραις βιαίως φερόμεναι· ὧν μεταξὺ καὶ τὸ λεγόμενον σούνιν, τὸ τὴν κεραίαν κατέχον, τέμνεσθαι ἤρξατο· ὅ καὶ μᾶλλον ἐξέπληξεν ἡμᾶς ὕστερον γνόντας τὸ περὶ τούτου, ὅπως ἐν σκότει βαθεῖ καὶ τοσαύτῃ βίᾳ καὶ βοῇ τοῦ τε ἀνέμου καὶ τῆς θαλάσσης ἔγνωσαν οἱ ναυτικοὶ τὸ σούνιν τεμνόμενον καὶ ἐν τοιαύτῃ βίᾳ ἀναβάντες ἔδησαν καὶ ὠχύρωσαν αὐτό, ὅτε καὶ οἱ πλείους τῶν ναυτῶν οὐδ΄ ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ὀρθὰ βαίνειν ἠδύναντο. ἀλλ΄ ἔτι σκοτίας οὔσης, αἰφνιδίως ἀντιπνέει καὶ ἀντεμβάλλει τὸ πνεῦμα καὶ ὑψηλὸν καὶ τραχὺ ἀντιστρέφει κῦμα, καὶ ἀντίρροπα κύματα τοῖς ἐπερχομένοις ἀντεπεγείρει καὶ εἰς τὸ ὄπισθεν τὰς νήας βιαίως ὠθεῖ. ὁποῖος μὲν οὖν ὁ κίνδυνος ἦν τότε, οὐδὲ γνῶναι ἀκριβῶς εἴχομεν, τῇ ζάλῃ καὶ τῷ πλήθει τῶν ἰλίγγων καταδαρθέντες· μία μόνον ἠγγέλθη παραμυθία, ἥ καὶ ἡμῖν ἐκλάμψασα τότε γλυκεῖα καὶ ἐξαισία φωταγωγία, ἥν καί τινες τῶν ἡμετέρων οἰκείοις ἑωράκασιν ὀφθαλμοῖς· ὅμως μὴ ἔχοντες ὅπῃ ἄν ἐλλιμενισθῶμεν, τὴν αὐτὴν πάλιν ἐστράφημεν καὶ τὴν ὁδὸν ἥν ἐν τέσσαρσιν ὥραις διηνύσαμεν, ταύτην ἐν τέσσαρσι καὶ δέκα μόλις διήλθομεν, εἰς τὸν Πιτζκάρδον αὖθις ἀνασωθέντες, παρ΄ ὅλην ἐκείνην τὴν ἡμέραν κλυδωνιζόμενοι, καθ΄ ἥν οὐ βρώσεώς τινος, οὐδὲ πόσεως ἐγευσάμεθα οὐχ ὅτι γε ἡμεῖς, ἀλλ΄ οὐδὲ οἱ ναῦται, πάντων σκοτοδινίᾳ καὶ κάρῳ βαρεῖ κειμένων ὡσεὶ νεκρῶν, πέντε μόνων ἤ ἕξ γρηγορεῖν δυνηθέντων καὶ τὸ κάτεργον ἰθυνόντων, τῶν δὲ κυμάτων ὡς ὄρη μέγιστα ἀντικρουόντων. πάλιν τοίνυν ἐν τῷ αὐτῷ προσεμείναμεν λιμένι τριημερεύσαντες· εἶτ΄ εὐφόρου καιροῦ δραξάμενοι, νυκτὸς ἀρξαμένης καὶ τῆς σελήνης ἡδύ τι διαλαμπούσης καὶ καθαρόν, πλέειν ἠρξάμεθα· οὕτω δὲ καλῶς ἐξελθόντες τοῦ λιμένος, τὸ ἕτερον κάτεργον διεπέτασε τὰ ἱστία, τὸ δὲ πνεῦμα ὠθῆσαν αὐτὸ προσέρριψεν εἰς τὸ ἡμέτερον κάτεργον καὶ πρὸς τὸ βράχος ὤθησε τοῦτο καὶ τὰς κώπας ὡς καλάμην συνέτριψε, καὶ μικροῦ δεῖν καὶ αὐτὸ συνέτριψε τὸ κάτεργον. ὡς δὲ τῇ τοῦ Θεοῦ βοηθείᾳ καὶ τούτου ἐρρύσθημεν τοῦ κινδύνου, ἐπλέομεν αὐτήν τε τὴν νύκτα καὶ τὴν ἑξῆς ἡμέραν καὶ ἔτι τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα· τῇ δ΄ ἑφεξῆς ἡμέρᾳ περὶ δευτέραν ἤ τρίτην ὥραν εἰς τὴν Κέρκυραν προσωρμίσθημεν.

[←62]

Σούνι: Κατά τον Laurent 1971: 209 σημ. 6, o όρος απουσιάζει απ΄ όλα τα λεξικά, εκτός από τον Ducange στο Glossarium, στήλη 1412, ο οποίος δεν διακινδυνεύει κανέναν ορισμό. Ο όρος απουσιάζει επίσης από την ειδική μελέτη τού Φ. Κουκουλέ, «Ἐκ τοῦ ναυτικοῦ βίου τῶν Βυζαντινῶν», στο EEBS, XXI, 1951, σελ. 3-48. Όμως ο Νίκος Παντελίδης στο άρθρο «Το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα», που δημοσιεύθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2019 στο ιστολόγιο τού Ν. Σαραντάκου (https://sarantakos.wordpress.com), αναφέρει λέξεις στις οποίες το σύμπλεγμα ΄στσ΄ απλοποιήθηκε σε ΄σ΄ μάλλον «παχύ», όπως περίπου το αγγλικό δίψηφο ΄sh΄. Στις λέξεις αυτές το ΄τσ΄ προήλθε από τσιτακισμό, δηλαδή από μετατροπή τού ΄κ΄ σε ΄τσ΄, όπως ο Άι-Γιώργης ο Καρύκης μετατράπηκε σε Καρύτση. Δίνει το παράδειγμα τής λέξης σουνί, για την ακρίβεια shουνί = σκοινί (αντί στσουνί). Αν λοιπόν το ΄σούνι΄ τού Συρόπουλου είναι ΄σουνί΄, τότε σημαίνει απλώς ΄σχοινί΄.

[←63]

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε σε παρόμοια κατάσταση πιο κάτω (κεφ ια΄, παρ. 21).

[←64]

Δηλαδή στις 15 Ιανουαρίου 1438.

[←65]

Συρόπουλος 4.13: Ἐξελθόντος δὲ ἐν αὐτῇ τοῦ πατριάρχου, προσελθόντων αὐτῷ πρότερον τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἐκ τῶν Λατίνων ἀρχόντων, συνήχθησαν αὖθις οἱ ἱερεῖς καὶ ἦλθον αὖθις μετὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ἀνήγαγον τὸν πατριάρχην μετὰ λιτῆς εἰς τὸ τοῦ καστελλάνου παλάτιον, ὑφ΄ ἡμῶν κατεχόμενον ὡς κορεσθέντα τῆς παρὰ τῶν λατινεπισκόπων τιμῆς καὶ τὴν ὑπὲρ τούτου ἀνάθεσιν τοῦ πάπα παραιτησάμενον. ἐκεῖσε τοίνυν καὶ τὴν ἑορτὴν τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου ἐτέλεσε προσμείνας ἡμέρας ἕνδεκα, ὅτε καί τινες τῶν Λατίνων τὴν τοσαύτην ὁρῶντες πλημμέλειαν ἠρώτων ἀλλήλους· πόσας τῶν ὀρτύγων φαγῇ; οἱ δὲ αὐτοὶ καὶ ἀπεκρίνοντο, ὡς· εἰ μέν τις ἕτερος ἐξωνούμενος παρέχει μοι, φαγοῦμαι δέκα· εἰ δὲ αὐτὸς ἔσομαι καὶ ἐξωνούμενος καὶ ἐσθίων, φαγοῦμαι δύο, δοὺς ἐξ αὐτῶν καὶ τῷ δούλῳ μου τὰς κεφαλὰς καὶ τοὺς πόδας. ταῦτα ἔλεγον ἐμπαίζοντες καὶ ὀνειδίζοντες καὶ καταισχύνοντες τοὺς ἡμετέρους ὡς μὴ φειδομένους τῶν ἐξόδων τοῦ πάπα. Οἱ δὲ τῶν νησιωτῶν καὶ τῶν Μεθωναίων ὀρθόδοξοι πρὸς ἡμᾶς ἔλεγον· νῦν ὑμεῖς ἐστὲ ὥσπερ ἐκεῖνοι οἱ τριακόσιοι ὀκτωκαίδεκα θεοφόροι πατέρες, ἤ καὶ ὡς οἱ μετ΄ αὐτοὺς ἐν ταῖς ἄλλαις διαλάμψαντες συνόδοις. ἅ δ΄ ἔλεγον, ὑποστρεφόντων ἡμῶν, εἰρήσεται ἐν τῷ προσήκοντι μέρει τῶν λόγων.

[←66]

Στις 17 Ιανουαρίου 1438.

[←67]

Τριακόσιοι ὀκτωκαίδεκα θεοφόροι πατέρες: Οι 318 Άγιοι Πατέρες, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, πού συνήλθε στη Νίκαια τής Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Η σύνοδος συγκλήθηκε με πρόσκληση τού αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά το εικοστό έτος τής βασιλείας του και κράτησε τριάμιση χρόνια. Διακριθείσες μορφές τής συνόδου ήσαν ο Αλέξανδρος Κωνσταντινουπόλεως, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ευστάθιος Αντιοχείας, ο Μακάριος Ιεροσολύμων, ο Παφνούτιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος και άλλοι.

[←68]

Βλέπε πιο κάτω (κεφ ια΄, παρ. 13).

[←69]

Συρόπουλος 4.14: Ἐκπλεύσαντες δ΄ ἐκεῖθεν, μετὰ μίαν ἡμέραν τὸν Ῥαούζιον διαπερᾶν ἠρξάμεθα κόλπον, ὅν δι΄ ὅλης ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς περαιούμενοι ἀπὸ μέσης νυκτὸς μέχρι πρωΐας, εἰς σφοδρὸν πάλιν περιπεπτώκαμεν κλύδωνα, τῶν κατέργων ἄλλου ἀλλαχόσε διασπαρέντων καὶ μηδὲ μετὰ τὴν φάνσιν τῆς ἡμέρας ἀπ΄ ἀλλήλων ὁρωμένων· ἧς δὴ ἀρξαμένης ἡμέρας, εὑρέθημεν καὶ ἡμεῖς παραδόξως ὀλίγον τῆς χέρσου ἀπέχοντες, καὶ περὶ δευτέραν ὥραν εἰς τὴν Κούρσουλαν προσωρμίσθημεν· καὶ ὥρας ἱκανῆς παρελθούσης, τὸ ἕτερον ἦλθε κάτεργον. εἶτ΄ ἔφθασε καὶ τὸ τοῦ βασιλέως, μετὰ τετάρτην ὥραν, καὶ ὕστερον τὸ λοιπόν. ἐκεῖ οὖν ἠκούσθη ὅπως ἀπέθανε καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἀλαμανῶν καὶ ὅτι ὁ πάπας ἦλθεν εἰς τὴν Φεραρίαν ἐκδεχόμενος καὶ ἡμᾶς ἐκεῖσε.

[←70]

Ραγούσα: Το όνομα τού Ντουμπρόβνικ τής Δαλματίας από τη Ρωμαϊκή εποχή μέχρι την πτώση τής Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας το 1918. Όπως σημειώνει ο Laurent 1971: 210 σημ. 5, οι Ραγουσαίοι, ελπίζοντας ότι ο αυτοκράτορας θα έπιανε στο λιμάνι τους, είχαν ψηφίσει να τού κάνουν δώρα αξίας 150 ὑπερπύρων.

[←71]

Κούρσουλα: Σήμερα η πόλη Kόρτσουλα στο ομώνυμο νησί τής Δαλματίας.

[←72]

Επομένως εδώ τη νηοπομπή αποτελούσαν τέσσερα μόνο πλοία: οι τρεις εμπορικές γαλέρες τής Τάνας, καθώς και η γαλέρα τής Φλωρεντίας που ήταν ελαφρά γαλέρα (Laurent 1971: 211 σημ. 7).

[←73]

Συρόπουλος 4.15: Τότε ἐξῆλθεν ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης καὶ εἶδον ἀλλήλους καὶ ἐβουλεύσαντο μόνοι ἐφ΄ ἱκανὴν ὥραν· οὐδὲπω γὰρ εἶδεν ὁ βασιλεὺς τὸν πατριάρχην ἀφ΄ οὗ ἀπὸ τῆς Πόλεως ἐξῆλθον, δύο ἤδη παρωχηκότων μηνῶν. τότε δ΄ ἐλαλήθη καὶ τοῦτο, ὡς εἴπερ ἤκουον τὸν τοῦ Σιγισμούντου θάνατον ἐν τῇ Πελοποννήσῳ, οὐκ ἄν ἀπήρχοντο εἰς τὴν σύνοδον. περιμείναντες δ΄ ἐκεῖσε δύο ἡμέρας, εἶτα πλεύσαντες ἑτέρας δύο, προσωρμίσθημεν ἐν νησιδίῳ ἐρήμῳ, οὗ καὶ νόσος ἐνέσκηψε δεινὴ τῷ βασιλεῖ· κατηνέχθη δὲ καὶ χιών, γεγονότος ψύχους πολλοῦ, καὶ τέσσαρας ἡμέρας ἐκεῖ κατεψυχόμεθα, τοῦ βασιλέως μόλις μετὰ τὴν τετάρτην ἡμέραν ἐκ τῆς σκηνῆς εἰς τὸ κάτεργον εἰσαχθέντος καὶ τὸν πλοῦν μεθ΄ ἡμῶν διανύοντος· εἰς πόλιν δὲ τὴν λεγομένην Τζιάραν φθάσαντες κἀκεῖσε τρεῖς περιεμείναμεν ἡμέρας. τῇ δ΄ ἑξῆς πλεόντων ἡμῶν καὶ τοῦ πνεύματος τραχυνομένου, εἶτα καὶ βιαιώτερον πνεύσαντος, ὑπὸ τῆς βίας ἐτετρίγει τὸ κέρας τῆς βασιλικῆς νεὼς. καὶ τότε μὲν ἀναβάντες, ὡς ἐνῆν, αὐτό κατωχύρωσαν· μετ΄ ὀλίγον δ΄ εἰς τὸ καλούμενον Ῥουβίνιν ἐφθάσαμεν, ὅπου αὐτήν τε τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἱστάμεθα τῆς κεραίας τεκταινομένης. ἐκεῖθεν δὲ προελθόντες ὀλίγον, προσωρμίσθημεν εἰς τὸ Παρέντζον, ἔνθα καὶ κλύδωνος γεγονότος, τρεῖς ἡμέρας ἱστάμεθα.

[←74]

Στο κείμενο Σιγισμοῦντος: Ο Σίγκισμουντ πέθανε στο Ζναφμ τής Αυστρίας στις 9 Δεκεμβρίου 1437. Η απογοήτευση τού Ιωάννη Η΄ πρέπει να ήταν βέβαιη, γιατί, απ΄ όλους τούς δυτικούς ηγεμόνες, ο Σίγκισμουντ, αυτοκράτορας Γερμανίας και βασιλιάς Ουγγαρίας, ήταν, λόγω τής σχετικής εγγύτητας των κρατών του με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και των ακροάσεων που τού χορηγούσε πάντοτε, ο μόνος στον οποίο θα μπορούσε να υπολογίζει ο Ιωάννης στον αγώνα του εναντίον των Τούρκων. Αλλά, όπως έχει ήδη αναφερθεί (σημ. 84, κεφαλαίου γ’), είναι απίθανο να ήταν παρών ο Σίγκισμουντ στη Φλωρεντία. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι αδύνατο να είχε συμφωνήσει να συναντήσει τον Ιωάννη Η΄ στη Βενετία ή τη Ζάρα. Ίσως πάλι στο μυαλό τού Ιωάννη βλάσταινε η ιδέα μιας διάσκεψης τριών, τού πάπα δηλαδή και των δύο αυτοκρατόρων (Laurent 1971: 212 σημ. 1).

[←75]

Τζιάρα: Παλαιότερα Ζάρα, σήμερα η πόλη Ζάνταρ τής Κροατίας.

[←76]

Ρουβίνι: Σήμερα η πόλη Ρόβιν στη χερσόνησο τής Ιστρίας στην Κροατία.

[←77]

Παρέντζο: Σήμερα η πόλη Πόρετς στη χερσόνησο τής Ιστρίας στην Κροατία. Κατά τον Laurent 1971: 213 σημ. 4 οι ταξιδιώτες είχαν αρκετό χρόνο για να θαυμάσουν εκεί ένα κόσμημα βυζαντινής αρχιτεκτονικής, τη βασιλική τού επισκόπου Ευφρασίου (540-551).

[←78]

Έδεσαν εκεί στις 4 Φεβρουαρίου 1438 και αναχώρησαν στις 7 τού μηνός. Βλέπε Ψευδο-Φραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 787:
«Στις 7 Φεβρουαρίου ξεκίνησαν από το Παρέντζο όλες οι γαλέρες μαζί, αλλά η αυτοκρατορική γαλέρα, επειδή ήταν ταχύτερη από τις άλλες, βρέθηκε πριν από τις άλλες στη Βενετία και έφτασε στον Σαν Νικολό [τού Λίντο] στις 8 τού μηνός, τη δεύτερη ώρα τής ημέρας»
(Κατὰ τὴν ἑβδόμην τοῦ Φεβρουαρίου μηνὸς ὁρμήσασαι ἐκ τοῦ Παρεντίου πᾶσαι αἱ τριήρεις ὁμοῦ, ἡ δὲ βασιλικὴ τριήρης διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν ταχυτέραν τῶν ἄλλων προαπέσωσε τῶν ἄλλων εἰς Ἑνετίαν καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν ἅγιον Νικόλαον τῇ η-ῃ τοῦ μηνὸς, ὥρᾳ β-ᾳ τῆς ἡμέρας).

[←79]

Συρόπουλος 4.16: Τότε ἠθέλησεν ὁ βασιλεὺς στεῖλαι τὸν Δισύπατον εἰς τὸν δούκαν τῆς Βενετίας πρότερον μετὰ τοῦ κατέργου τῆς βίγλης, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡμῖν ἐντυχόντος, καὶ ἑπομένου, ἐπεὶ καὶ αὐτὸ τὴν εἰς Βενετίαν ἐστέλλετο. Μαθὼν δὲ τοῦτο ὁ πατριάρχης, στέλλει κἀκεῖνος ἐμέ, ἵνα καὶ αὐτὸς τὸ δοκεῖν ὡς πατριαρχικὸς πρέσβις σὺν τῷ βασιλικῷ πρέσβει εἰς τὸν δούκαν παραγενώμεθα. πρὸ μιᾶς οὖν ἡμέρας ἐξελθεῖν βουληθέντες, ὑπὸ τοῦ κλύδωνος ἐκωλύθημεν· τῇ δ΄ ἐπιούσῃ μετὰ δείλην ὀψίαν ἄραντες ἐπλέομεν, καὶ οὐρίου τυχόντες τοῦ πνεύματος τὴν εὐθύ Βενετίας ἐπλέομεν· μετὰ μικρὸν δὲ καὶ αἱ λοιπαὶ τριήρεις ἔπλεον κατόπιν ἡμῶν ἱκανῶς ἀμφισταλμέναι. ἐξ οὐρίας οὖν τὴν νύχθ΄ ὅλην διαπλεύσαντες, τὴν Βενετίαν κατείδομεν· ἀλλὰ πρὶν τὴν ἡμέραν διαυγάσαι τελείως, ἡ βασιλικὴ τριήρις ἡμᾶς παραμείψασα προῆλθε, μηδόλως τῶν λοιπῶν ἡμῖν φαινομένων· καὶ τὰ λεγόμενα Καστέλλια, ἅ πρὸ τῆς Βενετίας ὡσεὶ μίλια δύο αὐτῆς ἀπέχοντα, οἱονεὶ θύρα καὶ ἀκρόπολις ταύτης εἰσὶ (πύργοι γάρ εἰσι δύο μέγιστοι ὀχυρώτατοι, μέσον τῆς θαλάττης ἱστάμενοι, ὀλίγον ἀλλήλων ἀπέχοντες, οἷοί τε ὄντες ἀνιέναι τε καὶ ἐπέχειν τὴν εἰς Βενετίαν δίοδον, μὴ οὔσης ἀλλαχόθεν πρὸς τὴν Βενετίαν ὁδοῦ ὅσον ἀπὸ θαλάσσης), ταῦτα τοίνυν διελθοῦσα ἡ βασιλικὴ ναῦς, ἔνδοθεν ἔστη περὶ τὴν τοῦ ἁγίου Νικολάου μονήν· ἡμεῖς δὲ τὴν ἡμετέραν περὶ δευτέραν ὥραν τῆς ἡμέρας εἰς τὸν τοῦ ἁγίου Μάρκου ὡρμίσαμεν ναύσταθμον, καὶ ἐξελθόντες εἰς τὸ τοῦ δουκὸς παρεγενόμεθα παλάτιον· ὅ καὶ μαθὼν ὁ δοὺξ ἐπέταξεν εὐθὺς καὶ ἤλθομεν πρὸς αὐτόν, καὶ ἅμα τῷ ὀφθῆναι ἡμᾶς αὐτῷ ἀπὸ τῆς πύλης τοῦ τρικλίνου, εὐθὺς ἀνέστη, καὶ ὡς ἡμεῖς πρὸς αὐτὸν ἐβαδίζομεν, οὕτω καὶ αὐτὸς πρὸς ἡμᾶς ἤρχετο· ὅθεν καὶ μέσον τοῦ τρικλίνου προσκυνήσαντες προσείπομεν αὐτῷ.

[←80]

Μάλλον ο Ιωάννης Δισύπατος. βλέπε σημ. 135 κεφαλαίου β΄.

[←81]

Κάτεργον τῆς βίγλης: Αυτό το σκάφος, τύπου ελαφράς γαλέρας, βρισκόταν σε καθημερινή υπηρεσία στη γραμμή Βενετία-Κωνσταντινούπολη. Όντας ταχύτερο, είχε κερδίσει απόσταση από την αυτοκρατορική νηοπομπή και βρισκόταν μπροστά της. Όμως η γαλέρα πάνω στην οποία βρισκόταν ο αυτοκράτορας, που ήταν τού ίδιου τύπου, ταξίδευε ακόμη γρηγορότερα. Βλέπε Ψευδο-Φραντζή πιο πάνω, σημ. 62 (Laurent 1971: 211 σημ. 7).

[←82]

Αν και ο Συρόπουλος γράφει ότι δεν υπήρχε άλλη θαλάσσια πρόσβαση στην πόλη τής Βενετίας, στην πραγματικότητα υπήρχαν τέσσερις είσοδοι. Όμως η πρόσβαση από τον Σαν Νικολό τού Λίντο ήταν (και εξακολουθεί να είναι) το σημείο εισόδου των πλοίων που έρχονταν από την Ελλάδα.

[←83]

Μονή ἁγίου Νικολάου: Το μοναστήρι τού Σαν Νικολό πάνω στο μακρόστενο νησί τού Λίντο, που προστατεύει τη λιμνοθἀλασσα τής Βενετίας από τις φουρτούνες τής Αδριατικής. Η αυτοκρατορική γαλέρα πλησίασε κοντά στο μοναστήρι το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου, τη δεύτερη ώρα τής ημέρας (Laurent 1971: 213 σημ. 8).

[←84]

Αυτός είναι ο Παλιός Ναύσταθμος (Arsenale Vecchio), που είναι προσβάσιμος από το κανάλι Rio del Arsenale. Το παλάτι τού δόγη, στην πλατεία τού Αγίου Μάρκου, βρίσκεται κοντά (Laurent 1971: 213 σημ. 9).

[←85]

Tο παλάτι τού δόγη τής Βενετίας (Παλάτσο Ντουκάλε), που βρίσκεται και σήμερα πάνω στη θάλασσα, δίπλα στην εκκλησία τού Αγίου Μάρκου, αποτελούσε την κατοικία τού δόγη αλλά και το κέντρο τής πολιτικής και νομικής διοίκησης. Περιλάμβανε λοιπόν διαμερίσματα και δωμάτια συνεδριάσεων τού δόγη, αλλά ως δημόσιο κτίριο περιλάμβανε επίσης αίθουσες συνελεύσεων και δωμάτια για τούς αυλικούς και τούς αξιωματούχους τής διοίκησης. Περιλάμβανε επίσης και την κρατική φυλακή, η πρόσβαση προς την οποία από το παλάτι γινόταν μέσω γέφυρας πάνω από μικρό κανάλι, τής ονομαζόμενης «Γέφυρας των Στεναγμών» (Πόντε ντέι Σόσπιρι).

[←86]

Η λέξη τρίκλινος στα αρχαία ελληνικά συνήθως σημαίνει αίθουσα εστίασης. Στο κείμενο τού Συρόπουλου, εδώ και αλλού, φαίνεται ότι αναφέρεται σε αίθουσα υποδοχής.

[←87]

Συρόπουλος 4.17: Ὁ δὲ ἀσμένως ἡμᾶς δεξάμενος καὶ προσειρηκὼς καὶ τῇ μὲν μιᾷ χειρὶ αὐτοῦ τὴν τοῦ Δισυπάτου κατέχων χεῖρα, τῇ ἑτέρᾳ δὲ τὴν ἐμὴν καὶ τῶν περὶ αὐτὸν πρώτων ἀρχόντων προστάξει αὐτοῦ τῆς ἑτέρας ἑκατέρου ἡμῶν λαβομένων, ἑτέρων δ΄ ἀρχόντων καὶ τὸν ἐμοὶ ἀκολουθήσαντα ἄρχοντα τῶν ἀντιμινσίων ὁμοίως ἐπιλαβομένων, οὕτω τοίνυν ὁ δοὺξ κατέχων ἡμᾶς καὶ βαδίζων, ἀναγαγών τε εἰς ὅν καὶ αὐτὸς ἐκάθητο δεύτερον σκίμποδα καὶ πρὸς τὸ καθῆσαι στραφεὶς συνέστρεψε καὶ ἡμᾶς ἐκ τῶν χειρῶν αὐτοῦ κατεχομένους ἔτι, καὶ τὸν μὲν Δισύπατον πλησίον αὐτοῦ, ἐμὲ δ΄ εὐθὺς μετ΄ αὐτὸν ἐκάθισε, καὶ τότε τῶν χειρῶν ἀφῆκεν ἡμᾶς. προσείπομεν οὖν τῷ δουκί, ὁ μὲν Δισύπατος τὸν τοῦ βασιλέως, ἐγὼ δὲ τὸν τοῦ πατριάρχου χαιρετισμὸν δι΄ ἑρμηνέως· ὁ δὲ ηὐχαρίστησε καὶ εὐφράνθη ἐπὶ ταῖς ὑγείαις τοῦ τε βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου, ὡς εἰκός, καὶ ὅπως ὑπέστησαν κόπους καὶ δυσχερείας ὑπὲρ εἰρήνης καὶ ἑνώσεως τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καὶ μέτριά τινα εἶπεν ὑπὲρ τούτου, καὶ τὰ ἀνήκοντα ἤκουσε παρ΄ ἡμῶν. καὶ μετὰ τὴν ὁμιλίαν ἀναστὰς καὶ ἡμᾶς ἑκατέρωθεν αὐτοῦ συμπαραλαβὼν καὶ κατέχων ὡς καὶ πρότερον, διῆλθε τὸ τρίκλινον καὶ εἰσήγαγεν ἡμᾶς εἰς κελλίον, ἐν ᾧ ἦν κλίνη περιφανῶς ἐστρωμένη, ἔνθα πάλιν οἰκείαις χερσὶ καθίσας ἡμᾶς, ἐξῆλθε καὶ μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἐβουλεύσατο, καὶ ὡς ἐν ὀλίγῳ κέκληκεν ἡμᾶς δι΄ ἑνὸς τῶν ἐκείνῳ συνόντων. ἐρχομένων οὖν ἡμῶν πρὸς αὐτόν, εὐθὺς ἀνέστη καὶ ἵστατο, μέχρις ἄν καὶ ἡμεῖς καθεσθῶμεν, καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι· ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν πρὸ ἡμερῶν, ὅπως ἐγγὺς ἡμῶν παρεγένετο ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης, ἵν΄ ἑτοιμασθῶμεν καὶ ποιήσωμεν τὴν ἀνήκουσαν τιμὴν πρὸς ὑπαντὴν αὐτῶν. διὰ τοῦτο προσμεινάτωσαν ἐκεῖσε περὶ τὸν ἅγιον Νικόλαον καὶ αὔριον ἐλεύσονται, τὴν ὀφειλομένην αὐτοῖς τιμήν, ὡς χρή, ποιησόντων ἡμῶν· ἐγὼ δὲ ἐλέυσομαι σήμερον ἰδεῖν τὸν βασιλέα, ἐπειδὴ ἔμαθον ὡς ὑπὸ νόσου τεταλαιπωρημένος ἐστί.

[←88]

Ο δόγης ακουμπούσε χέρια μόνο στην περίπτωση υποδοχής υψηλών αξιωματούχων. Σε κάθε άλλη περίπτωση άπλωνε απλώς το χέρι του για ασπασμό.

[←89]

Ἀντιμίνσιον ἤ αντιμίσιον: Ύφασμα στολισμένο με σταυρό, σταύρωση ή ταφή τού Χριστού και αγιασμένο από επίσκοπο. Περιείχε λείψανα αγίων και χρησιμοποιείτο ως φορητό ιερό ή τοποθετιόταν σε μη καθαγιασμένο ιερό. Ήταν απαραίτητο για τη διεξαγωγή τής λειτουργίας. Ο άρχοντας των αντιμινσίων ήταν προφανώς ο εκκλησιαστικός αξιωματούχος που είχε την ευθύνη αυτού τού πολύτιμου υφάσματος.

[←90]

Σκιμπόδιον: Υποκοριστικό τού σκίμπους (μικρό σκαμνί).

[←91]

Η διάταξη των καθισμάτων αποτελούσε πολύ σημαντική πτυχή τού ενετικού τελετουργικού, καθώς συνδεόταν με τον βαθμό και την υποβολή σεβασμού προς έναν επισκέπτη. Έτσι, όταν κάποιος καθόταν κοντά στον δόγη, ιδιαίτερα στα δεξιά του, αυτό έδειχνε μεγάλη τιμή (Fortini Brown 1990: 149).

[←92]

Συρόπουλος 4.18: Μετὰ τοιούτων λόγων ἐξέπεμψεν ἡμᾶς ὁ δοὺξ πρός τε τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην· ἡμεῖς δὲ ἐζητήσαμεν ἰδεῖν τὰς οἰκίας, ἐν αἷς ἀναπαύσονται οἱ ἡμέτεροι. ἐπέταξε δὲ δύο ἄρχοντας, καὶ ἦλθον <μεθ΄ ἡμῶν> καὶ ἔδειξαν ἡμῖν οἰκίαν λαμπρὰν καὶ περιφανῆ, ἥν ἡτοίμασαν τῷ βασιλεῖ, ἔχουσαν κλίνας τριάκοντα ἕξ, καὶ ἑτέραν πάλιν ἀλλαχοῦ, ἥν ἡτοίμασαν διὰ τὸν δεσπότην· εἶτα ἤγαγον ἡμᾶς ἀντιπέραν τοῦ ἁγίου Μάρκου εἰς τὴν μονὴν τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ ἔδειξαν ἡμῖν ἀναπαύσεις διὰ τὸν πατριάρχην, καὶ οἴνου βουτζία τέσσαρα, ἅ διεκόμισαν πρότερον, καὶ ἄρτους ἀρωματικά τε πλεῖστα, λαμπάδιά τε καὶ κηρία τραπεζικὰ μικρά τε καὶ μεγάλα, ἰχθύας τε πολλοὺς ἄρτι διακομισθέντας καὶ οἰκίαν πεπληρωμένην ξύλων. ἐν τούτοις ὡμίλουν οἱ ἄρχοντες οἱ δεικνύοντες ἡμῖν ταῦτα μετὰ τοῦ Δισυπάτου, ὡς τὴν αὐτῶν ἐπισταμένου διάλεκτον. μετὰ τῶν ἄλλων οὖν ἠρώτησαν, εἰ ἔχει ὁ βασιλεὺς περὶ αὐτὸν τοὺς μεσάζοντας, τὸν Καντακουζηνὸν δηλονότι, καὶ τὸν Νοταρᾶν· ὡς δὲ ἤκουσαν ὅτι ἔχει, τὸν Φιλανθρωπινὸν καὶ τὸν Ἰάγαριν καὶ ἄλλους ἄρχοντας, ἐκείνους δ΄ ἐπαφῆκε διοικεῖν τὰ τῆς Πόλεως, εἶπον ὅτι· ἡμῖν δοκεῖ, ἀναγκαῖον ἦν ἔχειν καί τινα ἐκείνων ἐνταῦθα. ἰδόντες δὲ ἡμεῖς ταῦτα, ἀπηρχόμεθα πρὸς τὸν βασιλέα.

[←93]

Στη Βενετία ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος διέμεινε στο παλάτι τού μαρκησίου τής Φερράρας, στην περιοχή Σαν Τζάκομο ντελ΄ Όριο, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί για την υποδοχή υψηλόβαθμων επισκεπτών. Το κτίριο ηταν αρχικά παλάτι τής οικογένειας Πέζαρο και αργότερα παραχωρήθηκε από τη Βενετία στην οικογένεια Έστε των αρχόντων τής Φερράρας και ονομάστηκε Σπίτι τού Μαρκησίου (Κάζα ντε Μαρκέζε). Χτίστηκε κατά τον 13ο αιώνα σε ενετο-βυζαντινό ρυθμό. Ευρισκόμενο πάνω στο Μεγάλο Κανάλι (Κανάλ Γκράντε) τής Βενετίας, το παλάτι παρείχε εντυπωσιακή θέα, έχοντας εκτεταμένη πρόσοψη με αψίδες και πολλά παράθυρα. Tο κτίριο διασώζεται και σήμερα με το μεταγενέστερο όνομά του Φοντάτσο ντέι Τούρκι, δηλαδή Ξενώνας των Τούρκων, αφού φιλοξενούσε Οθωμανούς αξιωματούχους μετά την πτώση τής αυτοκρατορίας.

[←94]

Πρβλ. Ψευδο-Φραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 790-791:
«Αφού λοιπόν κάθησε και ο δόγης στα αριστερά του, σε σκαμνί ίδιο με εκείνο τού δεσπότη, και τον κρατούσε από το χέρι, συνομιλούσαν ευχάριστα και έτσι σε λίγο εισήλθαν με μεγαλοπρέπεια, με σάλπιγγες και κάθε είδους μουσική, στη λαμπρή και μεγάλη Βενετία, την πραγματικά θαυμαστή, την πλούσια σαν χρυσάφι, τη σκαλισμένη, στολισμένη και άξια για χιλιάδες επαίνους, στη σοφή και σοφότατη Βενετία, την οποία αν ονομάσει κανείς και δεύτερη γη τής επαγγελίας, δεν θα κάνει λάθος. Νομίζω ότι για αυτήν λέει και ο προφήτης στον εικοστό τρίτο ψαλμό: Ο Θεός τη θεμελίωσε πάνω σε θάλασσες. Τι άραγε θα μπορούσε να ζητήσει κανείς και να μην το βρει σε αυτήν; Γι’ αυτόν τον λόγο τής αξίζουν πολλοί και μεγάλοι έπαινοι. Ήταν περίπου η έκτη ώρα τής ημέρας, όταν άρχισαν να μπαίνουν στη Βενετία. Παρέμειναν στα πλοία μέχρι τη δύση τού ήλιου και κατέληξαν στα οικήματα τού μαρκησίου τής Φερράρας»
(Καθίσας οὖν καὶ ὁ δοὺξ ἐξ ἀριστερῶν αὐτοῦ, ἐπὶ ὁμοίου σκάμνου τῷ τοῦ δεσπότου, καὶ κρατῶν αὐτὸν τῇ χειρί, συνωμίλουν ἀσπασίως καὶ οὕτως κατὰ μικρὸν εἰσήρχοντο μετὰ παῤῥησίας μεγάλης, μετὰ σαλπίγγων καὶ παντὸς γένους μουσικοῦ, ἐν τῇ λαμπρᾷ καὶ μεγάλῃ Ἑνετίᾳ καὶ ὄντως θαυμαστῇ καὶ θαυμαστοτάτῃ πλουσίᾳ καὶ χρυσοειδεῖ, τετορνευμένῃ, πεποικιλμένῃ καὶ μυρίων ἐπαίνων ἀξίᾳ, τῇ σοφῇ καὶ σοφωτάτῃ Ἑνετίᾳ· εἰ καὶ δευτέραν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὀνομάσῃ τις, οὐχ ἁμαρτάνει. περὶ αὐτῆς, οἶμαι, καὶ ὁ προφήτης λέγει ἐν τῷ εἰκοστῷ τρίτῳ ψαλμῷ· Ὁ Θεὸς ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτήν. Τί γὰρ ἂν ζητήσῃ τις καὶ οὐχ εὑρήσῃ ἐν αὐτῇ; ∆ιὰ τοῦτο πολλῶν ἐπαίνων καὶ μεγάλων ἀξία ὑπάρχει καί ἐστιν. Ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη τῆς ἡμέρας, ὅτε ἤρξατο εἰσέρχεσθαι ἐν τῇ Ἑνετίᾳ καὶ ἐπλεοπόρουν ἕως δύσεως ἡλίου καὶ ἐκατήντησαν ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ τῆς Φεῤῥαρίας μαρκίωνος).
Η επιλογή των οικιών για τον αυτοκράτορα, τον πατριάρχη και τον δεσπότη είχε ήδη γίνει κατά τη διάρκεια συνεδρίασης τού Μεγάλου Συμβουλίου στις 3 Δεκεμβρίου 1437 (Laurent 1971: 214 σημ. 1).

[←95]

Δεσπότης: Ο τίτλος δημιουργήθηκε κατά τον 12ο αιώνα και ιεραρχικά βρισκόταν χαμηλότερα μόνο από τον αυτοκράτορα και τον συναυτοκράτορα. Από τον 13ο αιώνα ο τίτλος μπορούσε να απονέμεται ταυτόχρονα σε αρκετά άτομα, συνήθως γιους τού αυτοκράτορα, χωρίς κατ΄ ανάγκη να σημαίνει κάποια προτεραιότητα στο δικαίωμα διαδοχής του. Επί τής δυναστείας των Παλαιολόγων (1259-1453) υπήρχαν δεσπότες και έξω από την Κωνσταντινούπολη, επικεφαλής πολιτικών ενοτήτων όπως η Θεσσαλονίκη, η Ήπειρος και ο Μοριάς. Κατά τον Laurent 1971: 215 σημ. 2, για τον δεσπότη είχε ετοιμαστεί το παλιό παλάτι τού Λουντοβίκο νταλ Βέρμε στο Σαν Πάολο.

[←96]

Μονή ἁγίου Γεωργίου: Το μοναστήρι πάνω στο νησάκι Σαν Τζόρτζιο Ματζόρε, απέναντι από την πλατεία τού Αγίου Μαρκου.

[←97]

«Βουτζίον = Βουτσίον = Πουτίνα, ἀπό τό ἑλληνικό ΄Πυτίνη, πλεκτή λάγυνος΄ λέγουν ὁ Ἡσύχιος καί ὁ Φώτιος. Ὁ δέ Σούϊδας: ΄Πυτίνη … ὅπερ παρ΄ ἡμῖν λέγεται Φλασκίον΄. Πλεκτήν λάγυνον ἤ Φλασκίον, νοοῦν ἀγγεῖον οἴνου ἔξωθεν περιπλεγμένον μέ λυγηρά ἤ σχοινώδη κλωνάρια, διά προφυλακήν (bouteille clissée). Οἱ Ταραντῖνοι Ἕλληνες τήν ὠνόμαζαν διά τοῦ β ΄Βυτίνην΄. Ἐσήμαιναν δέ ὄχι μόνον φλασκία, ἀλλά καί μεγαλύτερα δοχεῖα, ὁποῖα εἶναι τά ἀπό τήν ΄Βυτίνην΄ χυδαϊσθέντα ΄Βουτσία΄ (barils, tonneaux). Καί αὐτό δέ τῶν Γάλλων τό bouteille μέ τήν ΄Βυτίνην΄ συγγενεύει. Ἔσωσεν ἡ γλῶσσα μας το ΄Βυτίνα΄, σημαῖνον ὅμως δοχεῖον χρήσιμον εἰς ἁλάτισιν κρεῶν (Κοραής, Άτακτα, τόμος 4α, σελ. 455).

[←98]

Βλέπε πιο πάνω, σημ. 5 κεφαλαίου β’.

[←99]

Συρόπουλος 4.19: Ὁ δὲ πατριάρχης μὴ θελήσας προσμεῖναι ἐν τῷ κατέργῳ ἐξῆλθε, καὶ συναντήσαμεν αὐτῷ μεταξὺ τοῦ πλοῦ περαιουμένῳ πρὸς τὸν ἅγιον Γεώργιον. βραχὺ μεθ΄ ἡμᾶς ἔφθασε καὶ ὁ δούξ, καὶ πλησιάσας τῷ πατριάρχῃ ἀπένειμε τὸν προσήκοντα χαιρετισμὸν καὶ μικρὸν πρὸς ἀλλήλους ὡμίλησαν. εἶτα ὁ μὲν δοὺξ ἀπῆλθεν εἰς τὸν βασιλέα, ὁ δὲ πατριάρχης εἰς τὸν ἅγιον Γεώργιον, ὀγδόην ἄγοντος τῷ τότε τοῦ φεβρουαρίου· σάββατον δὲ ἦν τοῦ Ἀσώτου, καὶ ἐποίησαν ἡμῖν δεῖπνον, καὶ τῇ ἑξῆς ἄριστον καὶ δεῖπνον ἐκ τῆς Αὐθεντίας, ἐκ κρεῶν καὶ ὀρνίθων καὶ ἰχθύων τοῖς μὴ κρεωφαγοῦσιν.

[←100]

Περιγραφή τής πρώτης αυτής συνάντησης παρέχεται από τον Ψευδο-Φραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 787:
«Και ύστερα από αρκετή ώρα προσήλθε ο δόγης μαζί με τούς άρχοντές του και τη γερουσία και προσκύνησε τον αυτοκράτορα που καθόταν, ενώ το ίδιο έκαναν και οι άρχοντες, όλοι με ακάλυπτο κεφάλι. Δεξιά του καθόταν ο δεσπότης, ο αδελφός του κυρ ∆ημήτριος, λίγο πιο κάτω από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Και στα αριστερά τού αυτοκράτορα κάθισε ο δόγης των Ενετών. Και αφού συνομίλησαν λέγοντας λόγια χαιρετισμού και άλλα μυστικά, είπε ο δόγης στον αυτοκράτορα: «Θα έρθω το πρωί μαζί με όλους για να αποδώσω την οφειλόμενη τιμή στη θεοπρόβλητη βασιλεία σου και να τη συναντήσω με μεγαλοπρέπεια και να εισέλθεις στη Βενετία»
(Καὶ μετ΄ οὐκ ὀλίγην ὥραν παρεγένετο ὁ δοὺξ σὺν τοῖς μεγιστᾶσιν αὑτοῦ καὶ γερουσίᾳ καὶ προσεκύνησε τὸν βασιλέα καθήμενον, ὁμοίως καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ πάντες ἀσκεπεῖς. ἐκάθητο δὲ ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ὁ δεσπότης, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ κὺρ ∆ημήτριος, μικρὸν κατωτέρω τοῦ βασιλικοῦ θρόνου· καὶ ἐξ εὐωνύμων τοῦ βασιλέως ἐκάθισεν ὁ τῶν Ἑνετῶν δούξ. καὶ συλλαλήσαντες ἀλλήλοις λόγους χαιρετισμοῦ καὶ ἕτερα μυστήρια, εἶπεν ὁ δοὺξ τῷ βασιλεῖ ὅτι· τῷ πρωῒ ἐλεύσομαι σὺν πᾶσι ποιῆσαι τὴν ὀφειλομένην τιμὴν τῇ βασιλείᾳ σου ἐν Θεῷ ἁγίῳ καὶ συναντῆσαι αὐτῇ μετὰ παῤῥησίας καὶ ἐλεύσῃ ἐντὸς Ἑνετίας).

[←101]

Ο Laurent 1971: 216 σημ. 2, δεν νομίζει ότι έχει σχέση με τη Σαρακοστή η παρουσία ψαριών στο φαγητό που προσφέρθηκε εκείνη την ημέρα στους Γραικούς. Η υποχρέωση για νηστεία επιβαλλόταν μία βδομάδα αργότερα, μετά την Κυριακή των Απόκρεω (16 Φεβρουαρίου). Βέβαια υπήρχαν μεταξύ των ταξιδιωτών αρκετοί, ιδιαίτερα οι μοναχοί, που τηρούσαν διαρκή αποχή και αναμφιβολα γι΄ αυτούς, καθώς και για ορισμένα ευαίσθητα στομάχια, προσφέρονταν ψάρια αντί για κρέας.

[←102]

Συρόπουλος 4.20: Τῇ δὲ κυριακῇ μετ΄ ἄριστον ἀπῆλθεν ὁ δοὺξ μετὰ τῶν ἐκκρίτων τῆς Βενετίας ἀρχόντων πρὸς τὸν βασιλέα διὰ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ πλοίου τοῦ καλουμένου Πεζαντούρου, ὅπερ κατὰ μὲν τὸ μῆκος ἔλαττόν ἐστι τοῦ κατέργου πολλῷ, κατὰ δὲ τὸ πλάτος εὐρύτερον· δυσὶ δὲ καταστρώμασι κατεσκεύασται, καὶ τὸ μὲν κάτω τοῖς ἐρέταις ἀπονενέμηται, ἵν΄ ἐκεῖσε καθήμενοι δι΄ ἐπιτηδείων θυριδίων ἐρέττωσι, καὶ ἑτέρων δύο πλοίων προπορευομένων καὶ ἑλκόντων αὐτὸ καλωδίοις, ὅταν πη πλέειν δεήσειε· τὸ δὲ ἄνω ἐν εἴδει τρικλίνου τοῖς ἄρχουσι διακεκόσμηται καὶ περὶ τὴν πρύμναν σκίμπους ηὐτρέπισται τῷ δουκί, ἵν΄ ἐκεῖσε καθήμενος, πρὸς πάντας τοὺς ἐν αὐτῷ ἄρχοντας ἀποβλέπειν ἔχῃ· ἀπέναντι δὲ τούτου ἕτερος σκίμπους, ἀπέχων ὅσον δίοδον ἐλευθέραν μεταξὺ τῶν καθημένων εὑρίσκεσθαι· ἐκ τούτου δὲ κατὰ μῆκος ἑτέρων σκιμπόδων πεπλήρωται, δύο μὲν ὄντων ἐπὶ ταῖς παρατοιχίσι καὶ ἑτέρων ἀπέναντι τούτων καὶ ἄλλων αὖ ἐν τῷ μεταξύ, διεχόντων ἀπ΄ ἀλλήλων ὅσον δίοδον εἶναι, τοῖς διηνθισμένοις καὶ πεποικιλμένοις ἐκ χρωμάτων Λατινικοῖς ὑφάσμασι τῶν σκιμπόδων πάντων κεκοσμημένων. ὕπερθεν δὲ τούτων κιγκλίσι κοκκοβαφέσι κυλινδρικῶς διασκεύασται εἰς ὕψος ἱκανὸν ἐπηρμέναις, ἐφ΄ ὧν ἐπίβλημα περιτιθέασι ἐκ κοκκίνων τζοχῶν, χρείαν σκέπης οὐκ ἄνευ τέρψεως ἐκπληροῦν· ἔξωθεν δὲ τῶν παρατοιχίδων, κλάδοις γλυπτοῖς, καὶ ἑτέροις τισὶ λεπτοῖς χρυσοπάστοις καὶ ἡερανοκοκκίνοις διακεκόσμηται· χρυσέοι δὲ γλυπτοὶ λεοντόμορφοι Μάρκοι περικάθηνται, δύο μὲν ἑκατέρωθεν τῆς πρύμνης ἐκτός, ἄλλος δὲ ἐν τῇ πρώρᾳ.

[←103]

Στις 9 Φεβρουαρίου κατά τον Ψευδο-Φραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 788:
«Κι όταν έγινε πρωί, ξημερώνοντας Κυριακή, στις 9 Φεβρουαρίου, την πέμπτη ώρα τής ημέρας, ήρθε ο δόγης με μεγάλη τιμή, μαζί με τούς άρχοντες και συμβούλους του, τούς άλλους πολλούς άρχοντες τής γερουσίας και τής συγκλήτου, μέσα σε ένα πορθμείο στο οποίο συνήθιζε η γερουσία να τούς βάζει και το οποίο στη δική τους γλώσσα ονομαζόταν πεζαντούρος»
(Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐπιφωσκούσης Κυριακῆς, Φεβρουαρίῳ θ΄, ὥρᾳ πέμπτῃ τῆς ἡμέρας, ἦλθεν ὁ δοὺξ μετὰ τιμῆς μεγάλης ἅμα τοῖς ἄρχουσι καὶ συμβούλοις αὑτοῦ τοῖς τῆς γερουσίας καὶ συγκλήτου ἑτέροις ἄρχουσι πλείστοις ἐντὸς πορθμείου τινὸς, ἐν ᾧ ἔθος ἦν τῇ γερουσίᾳ εἰσιέναι αὐτούς, κατὰ τὴν ἐκείνων διάλεκτον πουτζιδῶρον καλούμενον).
Η πομπή πρέπει να είχε ξεκινήσει κατά την πέμπτη ώρα, στις έντεκα περίπου το πρωί, ενώ θα έφτανε στον προορισμό τής μόνο κατά το σούρουπο (Laurent 1971: 216 σημ. 3).

[←104]

Πεζαντοῦρος: Εξελληνισμένη μορφή τής ιταλικής λέξης μπουσιντόρο (bucintoro), τής οποίας η προέλευση είναι ασαφής, αλλά μάλλον προέρχεται από συνδυασμό τής ενετικής λέξης μπούρσιο (κατά παράδοση τα χωρίς καρίνα σκάφη τής λιμνοθάλασσας τής Βενετίας) και τής λέξης όρο (χρυσάφι), δηλαδή σκάφος καλυμμένο με χρυσάφι. Ο πεζαντοῦρος ήταν σκάφος τελετών, που χρησιμοποιούνταν για την υποδοχή ξένων ηγεμόνων και βασιλέων.

Μια άλλη περιγραφή τού πεζαντούρου (πουτζιδώρου) παρέχεται από τον Ψευδο-Φραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 788-789:
«Το οποίο ήταν τακτοποιημένο και σκεπασμένο με κόκκινα καλύμματα, και είχε στην πρύμνη χρυσά λιοντάρια και χρυσά κιγκλιδώματα, και ήταν όλο ζωγραφισμένο με πολύχρωμα και πολύ όμορφα θέματα, δηλαδή ήταν ο ονομαζόμενος πεζαντούρος, το πλατύ σκάφος, το πλοιάριο τού ηγεμόνα. Μαζί του ήρθαν και άλλες ημιτριήρεις, εκείνες που στη γλώσσα των Λατίνων ονομάζονται τετραήρεις, δώδεκα περίπου, και αυτές τακτοποιημένες και ζωγραφισμένες μέσα και έξω, όμοιες σε όλα με εκείνη τού δόγη. Σε αυτές υπήρχαν πολλοί άρχοντες και γύρω κυκλικά είχαν πάρα πολλές χρυσές σημαίες καί σάλπιγγες και κάθε είδους μουσικά όργανα. Είχαν μάλιστα και μια τετραήρη πολύ εξαιρετική, που παρίστανε την αυτοκρατορική γαλέρα, την οποία είχαν φτιάξει πολύ όμορφη και πολύχρωμη. Γιατί στο κάτω επίπεδο ήσαν οι ναυτικοί που φορούσαν καινούργια φορέματα καλυμμένα με χρυσά φύλλα και στο κεφάλι τους είχαν ως έμβλημα την εικόνα τού διάσημου ευαγγελιστή Μάρκου και πίσω από αυτόν το αυτοκρατορικό έμβλημα. Έπειτα οι βαλλιστές, που φορούσαν άλλου είδους ενδύματα και διακριτικά. Και γύρω-γύρω στο ίδιο πλοίο, δηλαδή σε ολόκληρη την τετραήρη, αυτοκρατορικές σημαίες, στην πρύμνη πολλές χρυσές σημαίες και τέσσερις ανθρώπους στολισμένους με χρυσοκέντητα ρούχα και κοκκινόχρυσα μαλιά στα κεφάλια τους. Κι ανάμεσα σε αυτούς τούς τέσσερις ένας όμορφος άνδρας πότε καθόταν και πότε σηκωνόταν, φορώντας χρυσοΰφαντα και λαμπρά ρούχα, κρατώντας σκήπτρο στο χέρι, που έμοιαζε να είναι ο άρχοντας τής γαλέρας. Και φαίνονταν κι άλλοι άρχοντες που έμοιαζαν να είναι από ξένη χώρα, φορώντας άλλου είδους πολύχρωμα ενδύματα, και τον τιμούσαν δήθεν με μεγάλη ευλάβεια. Μπροστά από την πρύμνη στεκόταν κάτι όρθιο, σαν ψηλός στύλος. Πάνω στον στύλο υπήρχε τετράγωνο τραπέζι, μικρότερο από μια οργιά. Και πάνω στο τραπέζι εκείνο στεκόταν άνδρας οπλισμένος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, αστράπτοντας σαν ήλιος, κρατώντας στο χέρι του φοβερό όπλο. Δεξιά και αριστερά του κάθονταν δύο παιδιά φορώντας ρούχα αγγέλων, και ήσαν σαν φτερωτοί άγγελοι. Και αυτοί δεν ήσαν ζωγραφισμένοι, αλλά πραγματικοί άνθρωποι που κινούνταν. Στην πρύμνη υπήρχαν δύο χρυσά λιοντάρια και ανάμεσά τους δικέφαλος αετός και πολλές άλλες εικόνες και άλλα θεάματα, τα οποία κανένας δεν μπορεί να αποδώσει με τη γραφή»
(ὃ ἦν εὐτρεπισμένον καὶ κεκαλυμμένον διὰ ἐρυθρῶν καλυμμάτων, καὶ χρυσοῦς λέοντας εἶχεν ἐν τῇ πρύμνῃ καὶ χρυσᾶ περιπλέγματα, καὶ ὅλον ἐζωγραφισμένον ποικίλων καὶ ὡραιοτάτον ἱστοριῶν, δηλονότι τὸ εἰρημένον πουτζιδῶρον ἦν ἡ κύμβη ἤτοι πλοιάριον αὐθεντικόν. ἦλθον δὲ μετ΄ αὐτοῦ καὶ ἕτεραι ἡμιτριήρεις, αἱ κατὰ τὴν τῶν Λατίνων διάλεκτον τετραήρεις ἐπονομαζόμεναι, ὡσεὶ δύο ἐπὶ δέκα, καὶ αὐταὶ εὐτρεπισμέναι καὶ ἐζωγραφισμέναι ἐντὸς καὶ ἐκτός, κατὰ πάντα ὅμοια τοῦ δουκός. ἐν οἷς ᾖσαν ἄρχοντες πλεῖστοι καὶ κύκλωθεν κύκλῳ σημαίας εἶχον χρυσᾶς καὶ σάλπιγγας ἀπείρους καὶ πᾶν εἶδος ὀργάνων. εἶχον δὲ καί τινα τετραήρη ἐξαίρετον πάνυ, εἰς ὄνομα τάχα τῆς βασιλικῆς τριήρεως, ἣν ἐποίησαν ὡραιοτάτην καὶ ποικίλην· κάτωθεν γὰρ οἱ ναῦται ἔμβλεα ἔχοντες φορέματα χρυσοπετάλινα καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὑτῶν εἶχον σημεῖον τὴν εἰκόνα τοῦ πανευφήμου Μάρκου τοῦ εὐαγγελιστοῦ καὶ ὄπισθεν τούτου τὸ βασιλικὸν σημεῖον· εἶτα οἱ τζαγκράτορες ἄλλης θέας ἐνδύματα καὶ σημείας φέροντες· καὶ κύκλωθεν τοῦ αὐτοῦ πλοίου, ἤτοι τετραήρεως ὅλης, σημαίας βασιλικάς, εἰς τὴν πρύμναν χρυσᾶς σημείας καὶ πλείστας καὶ ἀνθρώπους τεσσάρεις ἐστολισμένους μεθ΄ ἱματίων χρυσοζωγραφίστων καὶ τρίχας κοκκινοχρύσας ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὑτῶν. μέσον δὲ τούτων τῶν τεσσάρων ἀνήρ τις εὐειδὴς πότε μὲν ἐκαθέζετο πότε δὲ ἵστατο, φέρων ἱμάτια χρυσοΰφαντα καὶ λαμπρά, κρατῶν καὶ ἐν τῇ χειρὶ σκῆπτρον, ὥσπερ τριήρεως κύριος δεικνύων εἶναι. καὶ ἕτεροι ἄρχοντες ὡς ἐξ ἀλλοδαποὺς χώρας ὑπάρχοντες ἑωρῶντο φέροντες ἄλλης ἰδέας ἐνδύματα πάνυ ποικίλα, λατρεύοντες αὐτὸν μετ΄ εὐλαβείας τάχα. ἔμπροσθεν δὲ τῆς πρύμνης ἵστατο ὄρθιόν τι ὡς στῦλος ὑψηλός. ἄνωθεν δὲ τοῦ στύλου ὡς τράπεζα τετράγωνος ὀλιγώτερον ὀργυιᾶς μιᾶς· ἐπάνω δὲ τῆς τραπέζης ἐκείνης ἀνὴρ ἵστατο ὡπλισμένος ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς, ἀστράπτων ὡς ἥλιος, κρατῶν ἐν τῇ χειρὶ αὑτοῦ ὅπλον φοβερόν· δεξιᾷ δὲ καὶ ἀριστερᾷ αὐτοῦ ἐκάθηντο δύο παῖδες ἀγγελικὰ φοροῦντες, καὶ πτερωτοὶ ἦσαν ὡς ἄγγελοι. Καὶ οὗτοι οὐκ ἐν φαντασίᾳ, ἀλλ΄ ἀληθῶς ἄνθρωποι ἦσαν κινούμενοι. καὶ ὡς δύο λέοντες ἦσαν ἐν τῇ πρύμνῃ χρυσοῖ καὶ μέσον αὐτῶν ἀετὸς δικέφαλος καὶ ἄλλα πλεῖστα ὡς φαντάσματα. καὶ ἄλλα τινά, ἃ οὐδεὶς δύναται γραφῇ παραδοῦναι).

[←105]

Στο κείμενο, χρυσόπαστα. Πρβλ. Πλούταρχο, Αντώνιος, 26:
«αὐτὴ δὲ κατέκειτο μὲν ὑπὸ σκιάδι χρυσοπάστῳ κεκοσμημένη γραφικῶς ὥσπερ Ἀφροδίτη».

[←106]

Στο κείμενο, ἡερανοκοκκίνοις. Στον Groyghton 1660, κεραυνοκοκκινοῖς.

[←107]

Αποτελούσε μέρος τής τελετής υποδοχής η διακόσμηση τού πεζαντούρου και όλων των συνοδευτικών σκαφών με χρωματιστά παραπετάσματα.

[←108]

Συρόπουλος 4.21: Μετὰ τούτου τοίνυν ὁ δοὺξ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, ἕτεροί τε πλεῖστοι μεθ΄ ἑτέρων πλοιαρίων ἀναριθμήτων σχεδὸν παρεγένοντο πρὸς τὸν βασιλέα καὶ προσεκύνησαν αὐτὸν μετὰ σαλπίγγων καὶ παιάνων καὶ παντοίων μουσικῶν. καὶ ὁ μὲν δοὺξ εἰς τὴν βασιλικὴν ἀνήχθη τριήρη, τὸν ἴδιόν τε υἱὸν τῷ βασιλεῖ παρέθετο, εἰ καὶ μετ΄ ὀλίγας ἡμέρας ὁ παῖς τὸ ζῆν ἐξεμέτρησε, καὶ παρεκάλει τὸν βασιλέα ὁ δοὺξ μεταβῆναι εἰς τὸν πεζαντοῦρον καὶ δι΄ αὐτοῦ ἐντὸς ἀφικέσθαι τῆς Βενετίας· ὁ δὲ βασιλεὺς οὐ μετέβη οὐκ ἔχων εὐκόλως ποιῆσαι τοῦτο, ἀνεδέξατο δὲ ἄσμενος καὶ ἐκάθισε τὸν δούκα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὸν ἴδιον ἀδελφὸν τὸν δεσπότην κῦρ Δημήτριον ἐξ ἀριστερῶν· καὶ οὕτω προστάξει τοῦ βασιλέως ἄρασα ἡ βασιλικὴ τριήρις, σχολῇ τε καὶ βάδην παραπλέουσα, προεπέμπετο καὶ ἐδορυφορεῖτο παρά τε τοῦ πεζαντούρου καὶ ἑτέρων, τῶν μὲν παρεπομένων, τῶν δὲ περικυκλούντων, ἐνίων δὲ καὶ ἡγουμένων ὑπὸ τοῦ πλήθους· τοσοῦτον γὰρ πλῆθος τῶν πλοιαρίων συνήθροιστο, ὥστε τὴν προαύλιον τῆς Βενετίας θάλασσαν σχεδὸν πᾶσαν καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν πλοίων. εἶπεν ἄν τις ἰδὼν ἄλλην κινητὴν Βενετίαν τὴν ἠϊόνα ταύτην σχεδιασθῆναι. οὕτως οὖν μετὰ κρότων καὶ παιάνων τὸν βασιλέα προπέμποντες ἑορτασίμως εἰς τὴν ἑτοιμασθεῖσαν ἤγαγον οἰκίαν, οὐ τῶν σαλπίγγων μόνον, ἀλλὰ πάντων τῶν ἐν ὅλῃ τῇ Βενετίᾳ κωδώνων διάτορον ἠχούντων καὶ κωδωνιζομένων ἐφ΄ ἱκανόν· ἕν μόνον ἠμαύρου τρόπον τινὰ τὴν φαιδρότητα τῆς δορυφορίας, τὸ ὀμιχλῶδες καὶ διάβροχον τῆς ἡμέρας ἐκείνης.

[←109]

Πρόκειται για τον Ντομένικο, τον μικρότερο γιο τού δόγη.

[←110]

Ο αυτοκράτορας υπέφερε από ουρική αρθρίτιδα (ποδάγρα) τόσο σοβαρά, που τα κάτω άκρα του ήσαν σχεδόν παράλυτα. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε στην ιππασία ή στο κυνήγι. Ο Συρόπουλος περιγράφει πιο κάτω τον τρόπο με τον οποίο κουβάλησαν στην πράξη τον αυτοκράτορα στην αίθουσα, για την ανακήρυξη τής έναρξης τής συνόδου.

[←111]

Κατά τον Laurent 1971: 217 σημ. 6, τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 4) επιβεβαιώνουν ότι ο αυτοκράτορας έβαλε τον δόγη να καθίσει όχι στα δεξιά του, όπως γράφει ο Συρόπουλος, αλλά στα αριστερά του, λιγότερο προβεβλημένα, σε κάθισμα μικρότερο από εκείνο τού αυτοκράτορα και παρόμοιο με αυτό τού δεσπότη:
«Για να μη λέω πολλά, όταν ήρθε ο δόγης, πλησίασε την αυτοκρατορική γαλέρα μαζί με τούς άρχοντες τής αρεσκείας του, και ανέβηκε και προσκύνησε τον αυτοκράτορα που καθόταν, έχοντας δεξιά του, όπως προαναφέρθηκε, τον αδελφό του καθισμένο χαμηλότερα από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Έβαλε [ο αυτοκράτορας] και τον δόγη να καθίσει στα αριστερά του, σε σκαμνί παρόμοιο με εκείνο τού δεσπότη. Και κρατώντας τον από το χέρι μιλούσαν χαρούμενα»
(Ἐλθὼν δὲ ὁ δούξ, ἵνα μὴ πολλὰ λέγω, ἐπλησίασε τῇ βασιλικῇ τριήρῃ μετὰ τῶν ἀρχόντων τῆς βουλῆς αὐτοῦ, καὶ ἀνῆλθε καὶ προσεκύνησε τὸν βασιλέα καθήμενον, ἔχοντα ἐκ δεξιῶν, ὡς προείρηται, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καθήμενον κατώτερον τοῦ βασιλικου θρόνου· ἐκάθισε δὲ (ὁ βασιλεύς) καὶ τὸν δοῦκα ἐξ ἀριστερῶν αὐτοῦ, παρομοίως τῷ σκάμνῳ τοῦ δεσπότου· καὶ κρατῶν αὐτὸν τῇ χειρὶ ὡμίλουν ἀσπασίως).

Αν λάβουμε υπόψη τη θέση που δόθηκε στον Ιωάννη Η΄ κατά τη διάρκεια τής πρώτης συνάντησής του με τον πάπα (βλέπε Gill, Acta, σελ. 7), φαίνεται ότι το να κάθεται κανείς στα αριστερά ενός ατόμου ήταν σημάδι προσφοράς τιμής στο άτομο αυτό:
«Ήθελε να γονατίσει, μα δεν τον άφησε ο πάπας, αλλά τον δέχτηκε στην αγκαλιά του. Τού έδωσε το χέρι, το οποίο ασπάστηκε ο αυτοκράτορας και τον έβαλαν να καθίσει στα αριστερά του»
(καὶ θέλοντα γονυπετῆσαι οὐκ ἀφῆκεν αὐτὸν ὁ πάπας, ἀλλ’ ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ· καὶ δοὺς τῇ χειρὶ, ἥν ἠσπάσατο ὁ βασιλεύς, καὶ ἐκάθισαν αὐτὸν ἐξ ἀριστερῶν αὐτοῦ).

[←112]

Μια από τις χαρακτηριστικές ικανότητες των Ενετών ήταν η ευελιξία και η ετοιμότητα μεταβολής και προσαρμογής των σχεδίων και τού τελετουργικού προγράμματος ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι, αν και εθιμοτυπικά ο τιμώμενος επισκέπτης έπρεπε να επιβιβαστεί στο πλοίο τού δόγη και να μπει στη Βενετία, συνοδευόμενος από τον δόγη πάνω στον πεζαντούρο, λόγω τής ασθένειας τού Ιωάννη έγιναν γρήγορα ρυθμίσεις, ο δόγης επιβιβάστηκε στη γαλέρα τού Ιωάννη και ο πεζαντούρος αποτέλεσε απλώς συνοδεία τής αυτοκρατορικής γαλέρας.

[←113]

Αυτή η συνοδεία σκαφών αποτελούσε επίσης μέρος τής τελετής υποδοχής. Τα πλοία που περιγράφονται εδώ ήσαν πιθανότατα στόλος 20-40 μικρών πολεμικών γαλερών, τις οποίες χρησιμοποιούσε η Βενετία σε τέτοιες περιπτώσεις. Τα στρατιωτικά τους χαρακτηριστικά καλύπτονταν από πολύχρωμες διακοσμήσεις και παραπετάσματα.

[←114]

Κατά τον Laurent 1971: 218 σημ. 2, υπήρχε κι άλλο ένα πράγμα που έλειπε από το πρόγραμμα: η δημηγορία στην ελληνική γλώσσα, την οποία ο ανθρωπιστής Λεονάρντο Τζουστιανιάνι εκτιμούσε τοσο και την οποία ο γενικός ηγούμενος των Καμαλντολέζε μοναχών Αμπρότζιο Τραβερσάρι επρόκειτο να εκφωνήσει, για λογαριασμό και κατόπιν εντολής τού πάπα, κατά την άφιξή τους ενώπιον τού αυτοκράτορα και τού πατριάρχη. Η εντολή να επιστρέψει την ομιλία του δόθηκε στον Τραβερσάρι από τούς Λατίνους ηγέτες (majoribus nostris), αναμφίβολα από τον καρδινάλιο τού Τιμίου Σταυρού και το περιβάλλον του. Ο Ευγένιος Δ΄ δυσαρεστήθηκε με αυτό και ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι εξοργίστηκε.

[←115]

Ο Laurent 1971: 218 σημ. 3, θεωρεί αξιοσημείωτο ότι ο Συρόπουλος δεν βλέπει και σε αυτή την κακοκαιρία ένα ακόμη σημάδι θείας αποδοκιμασίας. Ίσως τον είχε εντυπωσιάσει το μεγαλείο τού θεάματος και η ζεστασιά τής υποδοχής, όπως είχε εντυπωσιάσει και τον συντάκτη τής περιγραφής στα Ελληνικά Πρακτικά [Gill, Acta, 4-5]:
«Σείστηκε όλη η πόλη, βγήκε να υποδεχθεί τον αυτοκράτορα και γινόταν μεγάλος θόρυβος και αλαλαγμός. Και ήταν εντυπωσιακό να βλέπει κανείς φοβερό ενθουσιασμό την ημέρα εκείνη, τον θαυμαστό εκείνον ναό τού Αγίου Μάρκου, τα εξαίσια παλάτια τού δόγη και τα άλλα σπίτια των αρχόντων, που ήσαν τεράστια, στολισμένα πολύ με κόκκινο και χρυσό, ωραία και ωραιότερα από ωραία. Αυτοί που δεν είδαν, ίσως δεν θα πιστέψουν, αλλά εμείς που είδαμε, δεν μπορούμε να αποδώσουμε γράφοντας την ομορφιά αυτής τής πόλης, τη θέση, την τάξη, τη σύνεση των ανδρών μαζί και των γυναικών, το μεγάλο πλήθος τού λαού, που στέκονταν όλοι και έβλεπαν και χαίρονταν μαζί και ήσαν ευτυχισμένοι με την είσοδο τού αυτοκράτορα. Γιατί συγκινήθηκε η καρδιά μας βλέποντας την τόση μεγαλοπρέπεια, ώστε να λέμε σε έκσταση: «Ουρανός έγινε σήμερα η στεριά και η θάλασσα». Δηλαδή όπως τα ουράνια κτίσματα και έργα τού Θεού δεν μπορεί κανείς να τα καταλάβει, αλλά μόνο νιώθει έκπληξη, έτσι νιώθαμε έκπληξη βλέποντας και τα θεάματα εκείνης τής ημέρας, αν και μεγάλη είναι η διαφορά ανάμεσα στα δύο. Όταν λοιπόν φτάσαμε στη μεγάλη γέφυρα την οποία ονομάζουν Ριάλτο, τη σήκωσαν και η γαλέρα πέρασε από κάτω. Υπήρχε κι εκεί μεγάλο πλήθος λαοῦ, χρυσοστόλιστες σημαίες και σάλπιγγες, θόρυβοι και αλαλαγμοί, και μιλώντας γενικά, εξαντλείται το μυαλό μου γράφοντας και λέγοντας τα θεάματα τής ημέρας εκείνης και τούς επαίνους, τα χαρακτηριστικά και την τιμή που έδειξαν τότε στον αυτοκράτορα. Και φτάσαμε, όπως προανέφερα, στην οικία τού μαρκησίου τής Φερράρας. Εκεί λοιπόν έδεσε η γαλέρα. Ήταν η ώρα τής δύσης τού ήλιου. Ο δόγης και οι άρχοντες αποχαιρέτισαν και έφυγαν για τα σπίτια τους. Ήταν ημέρα Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου τού έτους 1437»
(ἡ δὲ πόλις πᾶσα ἐσείσθη καὶ ἐξῆλθεν εἰς ὑπάντησιν τοῦ βασιλέως, καὶ κρότος καὶ ἀλαλαγμὸς μέγας ἐγένετο· καὶ ἦν ἰδεῖν ἔκστασιν φοβερὰν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, τὸν πολυθαύμαστον ἐκεῖνον ναὸν τοῦ ἁγίου Μάρκου, τὰ παλάτια τοῦ δουκὸς τὰ ἐξαίσια, καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀρχόντων οἴκους παμμεγέθεις ὄντας, ἐρυθροὺς καὶ χρυσίῳ πολύ κεκοσμημένους, ὡραίους καὶ ὡραίων ὡραιοτέρους· οἱ μὴ ἰδόντες ἴσως οὐ πιστεύσουσιν, ἡμεῖς δὲ οἱ ἰδόντες οὐ δυνάμεθα γραφῇ παραδοῦναι τὴν καλλονὴν αὐτῆς, τὴν θέσιν, τὴν τάξιν, τὴν σύνεσιν τῶν ἀνδρῶν ὁμοῦ τε καὶ γυναικῶν, τὸ παμπληθὲς τοῦ λαοῦ, ἑστώτων πάντων καὶ βλεπόντων καὶ χαιρόντων ὁμοῦ καὶ εὐφραινομένων ἐπὶ τῇ εἰσελεύσει τοῦ βασιλέως· ἐξέστη γὰρ ἡ ψυχὴ ἡμῶν βλεπόντων τὴν τοιαύτην παῤῥησίαν, ὥστε λέγειν ἡμᾶς ἐν ἐκστάσει· «οὐρανὸς σήμερον ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα γέγονεν· δῆλον ὥσπερ τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ κτίσματα καὶ ποιήματα τοῦ Θεοῦ οὐ δύναταί τις καταλαβεῖν, ἀλλὰ μόνον ἐκπλήττεται, οὕτω καὶ τὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐξεπληττόμεθα θεάματα βλέποντες, ἀλλὰ πολλὴ τῶν μεταξὺ τῷ ἑτέρῳ διαφορά. ὅταν οὖν ἤλθομεν εἰς τὴν μεγάλην γέφυραν, ἣν καλοῦσιν Ῥεάλτον, ἐσήκωσαν αὐτὴν ἄνω, καὶ ἐπέρασε κάτωθεν τὸ κάτεργον· ἦν δὲ κἀκεῖσε πλῆθος λαοῦ πολύ, καὶ σημαῖαι χρυσοειδεῖς καὶ σάλπιγγες καὶ κρότοι καὶ ἀλαλαγμοί, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ἀτονεῖ μου ὁ νοῦς γράφειν καὶ λέγειν τὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης θεάματα καὶ τοὺς ἐπαίνους καὶ τὴν σχέσιν καὶ τὴν τιμήν, ἣν ἔδειξαν τότε τῷ βασιλεῖ. καὶ ἀπήλθομεν, ὡς προεῖπον, ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ μαρκέζε τῆς Φερραρίας· ἐκεῖσε γοῦν ἔστησαν τὴν τριήρην· ἦν δὲ ὥρα δύσεως ἡλίου· καὶ ἀποχαιρετίσας ὁ δοὺξ καὶ οἱ ἄρχοντες ἀπῆλθον οἴκαδε, ἡμέρᾳ κυριακῇ, φεβρουαρίῳ θ΄ εἰς ,αυλζ΄).

[←116]

Συρόπουλος 4.22: Καὶ τὸν πατριάρχην δὲ οὐ κατέλιπον ἄμοιρον ἑορτασίμου τιμῆς· δύο γὰρ πλοιάρια εὐτρεπίσαντες καὶ πατριαρχικαῖς σημαίαις μικραῖς τε καὶ πυκναῖς ἐφ΄ ὅλαις ταῖς παρατοιχίσι αὐτὰ περιστέψαντες, μέσον δὲ φιάλας ἐπῃρμένας κατασκευάσαντες πορφυριζούσας, καὶ παρ΄ αὐταῖς κέδρους χλοαζούσας στήσαντες ὡς παρὰ ταῖς φιάλαις δοκεῖν πεφυτεῦθαι, καὶ τοῖς ἐν αὐταῖς ὕδασιν ἄρδεσθαι καὶ ταύτας κατασκιάζειν, πρὸ τῆς πατριαρχικῆς οἰκίας αὐτὰ φέροντες ἔστησαν, καὶ ἵσταντο αὐτὰ δι΄ ὅλης τῆς ἡμέρας ἐκεῖ. οὕτω πως καὶ τῷ πατριάρχῃ τὴν ἑορτάσιμον τιμὴν καὶ δορυφορίαν ἀφωσίωσαν.

[←117]

Συρόπουλος 4.23: Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω προέβησαν. ὁ δὲ Χριστόφορος ἅμα τῷ ἐς Βενετίαν φθάσαι, εὐθὺς ἀπῆλθεν εἰς τὸν πάπαν καταλιπὼν ἀνθ΄ ἑαυτοῦ τὸν ἐκ τῶν Βενετίκων ἀρχόντων Μιχελέτον Τζίου καλούμενον ἡμῶν ἐπιμελησόμενον· ὅστις μετὰ παραδρομὴν ἡμερῶν δύο, εἶπε τῷ πατριάρχῃ ὅπως ἐστὶν ἀνατεθειμένος, ἵνα παράσχῃ αὐτὸς ἔξοδον ὀλίγων τινῶν ἡμερῶν, μέχρις ἄν στείλῃ ἐκεῖθεν ὁ πάπας. ἔδωκεν οὖν τοῖς περὶ τὸν βασιλέα. καὶ νῦν ζητῶ, εἶπε, μαθεῖν τί ὁρίζεις δοῦναι τοῖς περὶ τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου. ὁ δὲ πατριάρχης ἠρώτησεν αὐτὸν τὸ πῶς ἐποίησεν εἰς τοὺς περὶ τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν ὅτι ἀνέφερε τῷ βασιλεῖ ἵνα ὁρίσῃ ὅσην ἔχει θέλημα δόσιν γενέσθαι· καὶ ὁ βασιλεὺς ὥρισε φλωρία πεντακόσια, αὐτὸς δὲ ἀνέφερεν, ὅτι· ὥρισας πεντακόσια, ἐγὼ δὲ ἤδη δίδωμι ἑξακόσια. ἔδωκα οὖν ἐκεῖ ταῦτα ἵνα διανείμωσι τοῖς περὶ τὸν βασιλέα. ὁμοίως οὖν ἀναφέρω, ἵνα ὁρίσῃς καὶ αὐτὸς καθὼς ἔχεις θέλημα. ὥρισεν οὖν ὁ πατριάρχης, ὅτι· ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ δόσις δι΄ ὀλίγας ἡμέρας γίνεται, δὸς φλωρία τριακόσια· ὁ δὲ αὖθις εἶπεν, ὅτι· ὥρισας τριακόσια, ἐγὼ δὲ ἤδη δίδωμι τετρακόσια. ἔλαβον οὖν καὶ διεμερίσαντο ταῦτα πρός τε τὸν πατριάρχην καὶ τοὺς καθόλου. εἶτα ἦλθεν ὁ δοὺξ καὶ εἶδε τὸν πατριάρχην· ἔστειλε δὲ αὐτῷ κανίσχιον, σαχαρίγδια τεσσαράκοντα καὶ λαμπάδας μεγάλας τεσσαράκοντα καὶ οἶνον. καὶ μεθ΄ ἡμέρας ἦλθεν ὁ καρδηνάλιος τοῦ Σταυροῦ παρὰ τοῦ πάπα σταλείς καὶ μετ΄ αὐτοῦ ὁ μαρκέσης τῆς Φεραρίας, καὶ εἶδον τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην. ὅτε οὖν ἦλθεν εἰς τὸν πατριάρχην, εἵπετο καὶ ὁ δοὺξ κατέχων τὰ κράσπεδα τοῦ καρδηναλικοῦ ἰματίου. ἔμεινεν οὖν εἰς τὴν Βενετίαν ὀλίγας ἡμέρας καὶ πάλιν ὑπέστρεψεν ὁ καρδηνάλιος εἰς τὸν πάπαν.

[←118]

Ο Μικελέτο Τζίο ήταν Ενετός αξιωματούχος και κεφαλαιούχος. Τον Απρίλιο τού 1430 κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη, πιθανώς ως διαπραγματευτής των Ενετών με τούς Οθωμανούς. Το 1437 στάλθηκε από τον πάπα Ευγένιο Δ΄ στην Κωνσταντινούπολη, για να καλύψει όλες τις οικονομικές ανάγκες για το ταξίδι στη σύνοδο τής Φερράρας. Επέστρεψε στη Βενετία τον Δεκέμβριο τού 1437 και παρέμεινε στην υπηρεσία τού πάπα, ο οποίος τού ανέθεσε διάφορες αποστολές σχετικές με την προετοιμασία τής συνόδου.

[←119]

Η Βενετία ανέλαβε τα έξοδα των Γραικών κατά τις πρώτες πέντε ημέρες. Στη συνέχεια έκανε μόνο δώρα σε είδος. Ο πάπας πληροφορήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1437, ότι η Γερουσία θα αναλάμβανε μόνο τον αυτοκράτορα και την ακολουθία του για 10 ή 12 ημέρες, κι αυτό μέχρι το ποσό των 2.000 δουκάτων. Σε προηγούμενη συζήτηση τής 12ης Δεκεμβρίου είχε προβλεφθεί μέγιστη δαπάνη μόνο χιλίων δουκάτων, με διαμονή τού αυτοκράτορα στο νησί τού Σαν Τζόρτζιο (Laurent 1971: 219 σημ. 6).

[←120]

Στο κείμενο, κανίσχιον. Μικρό καλάθι, πανεράκι. βλέπε σημ. 8 κεφαλαίου γ΄.

[←121]

Στο κείμενο, σαχαρίγδια. Στον Creyghton 1660 σάχαρ ἰνδιακό.

[←122]

Στις 13 Φεβρουαρίου, μαζί με τον πατριάρχη τού Γκράντο, τον αρχιεπίσκοπο Τάραντα και τούς επισκόπους Κρήτης, Βιτσέντσα και Τρεβίζο (Laurent 1971: 219 σημ. 7).

[←123]

Καρδηνάλιος τοῦ Σταυροῦ: Ο Νικκολό Αλμπεργκάτι (1357-1443), γνωστός επίσης ως καρδινάλιος τής Μπολώνια.

[←124]

Ανακριβές κατά τον Laurent 1971: 220 σημ. 2, επειδή ο μαρκήσιος ήρθε στη Βενετία χωριστά και βρισκόταν εκεί από τις 12 τού μηνός, «την πρώτη ώρα τής νύχτας» (a hore i. de note).

[←125]

Ο Νικολό ντ΄ Έστε (1423-1441), τού οποίου οι συζυγικές αποτυχίες φαίνεται ότι είχαν διασκεδάσει τούς Γραικούς. Ο Χαλκοκονδύλης, που θα τις έπαιρνε από κάποιο μέλος τής συνόδου, ίσως από τον δεσπότη Δημήτριο, ένιωσε την ευχαρίστηση να καταγράψει τις λεπτομέρειες στο χρονικό του (Laurent 1971: 220 σημ. 3). Βλέπε Παράρτημα αυτού του βιβλίου (Χαλκοκονδύλης 6.7-6.10).

[←126]

Η επίσκεψη στον αυτοκράτορα έγινε στις 14 Φεβρουαρίου και εκείνη στον πατριάρχη στις 15 (Laurent 1971: 220 σημ. 4),

[←127]

Kατά τον Laurent 1971: 220 σημ. 5, αυτή η έκφραση θα έκανε κάποιον να πιστέψει ότι επέστρεψε χωρίς καθυστέρηση, κάτι που θα ήταν αντίθετο με τις συμβουλές που είχε δώσει η Γερουσία τής Βενετίας με τον πρεσβευτή της στις 17 Φεβρουαρίου στην παπική κούρτη. Στην πραγματικότητα ο Αλμπεράτι έμεινε απρόθυμα στη Βενετία για δεκαπέντε περίπου ημέρες και δεν έφυγε για τη Φερράρα πριν τις 27 Φεβρουαρίου, αφού εξασφάλισε ότι οι Γραικοί θα πήγαιναν με τον πάπα.

[←128]

Συρόπουλος 4.24: Λόγοι οὖν ἐκινοῦντο τότε πολλοὶ περὶ τοῦ εἰ δεῖ τοὺς ἡμετέρους πρὸς τὸν πάπαν ἤ πρὸς τὴν ἐν Βασιλείᾳ σύνοδον ἀφικέσθαι. εἶπεν οὖν ὁ δοὺξ τῷ βασιλεῖ, ὅτι· ἡ Βενετία ἐστὶν ὡς ἄν ἰδική σας καὶ δύνασθε ἀναπαυθῆναι καλῶς ἐν αὐτῇ, μέχρις ἄν ἐθέλητε. συμβουλεύω οὖν ὅτι κρεῖττόν ἐστιν, ἵνα προσμείνητε ἐν τῇ Βενετίᾳ καὶ ἀποπειράσησθε καὶ τοῦ πάπα καὶ τῆς συνόδου· ἐλεύσονται γὰρ ἑκατέρωθεν καὶ ζητήσουσι καὶ ἀξιώσουσι πρὸς σφᾶς αὐτοὺς ἀπελθεῖν, καὶ τότε ζητήσετε καὶ ὑμεῖς τὰ ὑπὲρ ἑαυτῶν, καὶ ὅπη ἄν εὕρητε τὰ μᾶλλον λυσιτελοῦντα ὑμῖν, οὕτως ἐκεῖσε ἀπέλθετε. προσμείνατε οὖν ἵνα εἰδῆτε τί λέγουσιν ὑμῖν ἑκάτεροι, καὶ οὕτως εὑρήσετε τὸ συμφέρον ὑμῖν. τὰ αὐτὰ δὲ ἔλεγον καὶ οἱ κρείττονες τῶν Βενετίκων, καὶ προσετίθουν, ὅτι· εἰ θελήσετε, γενήσεται καὶ ἡ σύνοδος ἐνταῦθα, καὶ ἔσται τοῦτο καὶ εἰς πλείονα τιμὴν ὑμῶν καὶ ἀνάπαυσιν. ὁ δὲ βασιλεὺς προσεκαλεῖτο τὸν πατριάρχην ἵνα περὶ τούτου βουλεύσωνται· ἐνόσει γάρ. ἔτυχε δὲ καὶ ὁ πατριάρχης νοσῶν, καὶ οὐδέτερος ἠδύνατο πρὸς τὸν ἕτερον ἀφικέσθαι, καὶ ἐδυσχέραινε πρὸς τοῦτο ὁ βασιλεύς. μετὰ γοῦν δευτέραν καὶ τρίτην πρόσκλησιν διεμηνύσατο, ὅτι· βουλευθήτω ἡ ἁγία βασιλεία σου μετὰ τῶν ἰδικῶν σου· εἶτα ὅρισον ἵνα μάθω καὶ αὐτὸς τὸ συμπέρασμα τῆς βουλῆς, καὶ ἐντεῦθεν κἀγὼ βουλεύσομαι ὅπερ ἄν μοι δόξῃ λυσιτελέστερον. ἀλλ΄ οὐκ ἤρεσαν ταῦτα τῷ βασιλεῖ· ὥρισε γάρ· πῶς ἄν βουλεύσηται καλῶς, μὴ ἀκούσας πάντων τῶν ἐν τῇ βουλῇ τὰς γνώμας; ἐν τῇ βουλῇ γὰρ κινοῦνται λόγοι πολλοὶ καὶ λέγουσί τινες τὰς αἰτίας δι΄ ἅς δοκεῖ αὐτοῖς συμφέρειν τόδε γενέσθαι, ἕτεροι δ΄ αὖ ἀντιλαμβανόμενοι τῶν ἐναντίων λόγων λέγουσιν αἰτίας, δι΄ ἅς νομίζουσι μὴ προσήκειν γενέσθαι τὸ δόξαν τοῖς προτέροις συμφέρον. ὅταν οὖν γυμνασθῶσι καλῶς αἱ αἰτίαι καὶ ἀκούσωσιν οἱ βουλευταὶ πάντας τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀντιθέσεις ἑκάστου, τότε δύνανται περισυνάξαι καὶ ἐκλέξασθαι ἐκ τῶν πολλῶν τὸ συμφέρον, ὥσπερ καὶ ἐν τῷ παρόντι. ἐνταῦθα κινοῦνται λόγοι πολλοὶ περὶ τούτου καὶ γυμνάζεται τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐναντιοῦνταί τινες τοῖς βουλευομένοις λυσιτελεστέραν τὴν εἰς τὸν πάπαν ἡμῶν ἔλευσιν, καὶ μέχρι τοῦ νῦν δοκοῦσι βελτίω λέγειν οὗτοι οἱ τὸ μὴ ἀπελθεῖν εἰς ἐκεῖνον βουλευόμενοι. ἐλθέτω οὖν ἀπαραιτήτως ὁ πατριάρχης, ὅτι ἀναγκαία ἐστὶν ἡ περὶ τούτου βουλή. τούτων τῶν λόγων ἀκούσας ὁ πατριάρχης, εἶπεν· οἶδα ἐγὼ πῶς καὶ παρὰ τίνων λέγονται οἱ τοιοῦτοι λόγοι, καὶ ὅταν ἐκεῖσε ἀπέλθω, ἑνὶ λόγῳ πάντας αὐτοὺς ἀνατρέψω. εἶτα διεμηνύσατο τῷ βασιλεῖ ὅπως ἦν κατ΄ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἄνετος καὶ τῇ μετ΄ ἐκείνην, εἰ καὶ ἔτι ῥᾴων γένοιτο, τῇ ἐφεξῆς ἀφίξεται.

[←129]

Αν και το γεγονός ότι είχαν επιβιβαστεί στις γαλέρες τού πάπα έδειχνε αρκετά σαφή επιθυμία να πάνε προς αυτόν, είναι αναμφισβήτητο ότι όταν βρέθηκαν στη Βενετία, ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης δίσταζαν και επανεξέταζαν το ζήτημα τού πού να πάνε. Ο Τραβερσάρι σημειώνει στις 21 Φεβρουαρίου 1438, ότι και οι δύο σκέφτονταν γι΄ αυτόν τον σκοπό και ότι αυτή η επιμονή είχε αναστατώσει πλήθος ανθρώπων, που είχαν ήδη προσβληθεί από το γεγονός ότι κανένας από αυτούς δεν είχε παρουσιαστεί ενώπιον τού λεγάτου! Σύμφωνα με τον Τραβερσάρι πάλι, η αιτία αυτών των γεγονότων ήσαν επιστολές που είχαν ληφθεί από τη Βασιλεία.  Προφανώς όμως υπήρχαν και άλλοι λόγοι, τούς οποίους μάς επιτρέπουν να δούμε οι οδηγίες που έδινε η Γερουσία τής Βενετίας στις 17 Φεβρουαρίου 1438, στον πρεσβευτή τής στην παπική κούρτη Μάρκο Ντάντολο: Ήταν, καταρχάς, η απομένουσα διαφωνία μεταξύ τού πάπα και τής Συνόδου τής Βασιλείας και η εχθρότητα που εκδηλωνόταν απέναντι στον ποντίφηκα από πολλούς ηγεμόνες. Είναι επίσης βέβαιο, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, ότι οι Γραικοί ζητούσαν συμβουλές από τούς Ενετούς. Από την άλλη πλευρά, είναι συμπτωματικό ότι ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης ζητούσαν από τη Γαληνοτάτη το πιο απόλυτο μυστικό σχετικά με την προσέγγισή τους (Laurent 1971: 220 σημ. 6).

[←130]

Είναι αλήθεια ότι αυτή η δήλωση θα σηματοδοτούσε σημαντική εξέλιξη τής ενετικής νοοτροπίας ενόψει τού μουσουλμανικού κινδύνου. Στις αρχές Ιουνίου 1437, η Γερουσία είχε μάλιστα γνωστοποιήσει στον πάπα τον φόβο, ότι η διεξαγωγή τής Συνόδου τής Ένωσης σε μία από τις πόλεις τής Δημοκρατίας (για παράδειγμα στο Ούντινε) θα παρείχε στον Moυράτ Β΄ το πρόσχημα να επιτεθεί στις κτήσεις τής στη Ρωμανία. Πώς λοιπόν θα αντιδρούσε ο σουλτάνος, βλέποντας τον Ιωάννη Η΄ να παρατείνει τη διαμονή του στην ίδια την πρωτεύουσα αυτής τής επικράτειας; Είναι βέβαιο ότι οι Γραικοί ζητούσαν συμβουλές από τούς Ενετούς και συζητούσαν μαζί τους τις αμφιβολίες τους. Από την άλλη πλευρά δεν είναι λιγότερο αληθές, ότι ο λεγάτος και η ακολουθία του δεν είχαν την αίσθηση ότι ο πατριάρχης και ο αυτοκράτορας ήσαν απολύτως αποφασισμένοι να πάνε στον πάπα. Η συζήτησή τους στις 14 Φεβρουαρίου δεν είχε προσφέρει καμία διαβεβαίωση, ενώ στις 17 και στις 21 τού μηνός ο Ιωσήφ Β΄ δήλωνε ότι ήθελε ακόμη να το σκεφτεί. Όμως η απόφαση είχε καταρχήν ληφθεί στις 15, ενώ στις 17 τού μηνός είχε ακόμη κοινοποιηθεί στους πρεσβευτές τού βασιλιά τής Καστίλλης στη Σύνοδο. Δεν ήταν όμως τελική μέχρι τις 25, όπως αποδεικνύεται από αρκετά αυτοκρατορικά έγγραφα. Οι οδηγίες που έδινε η Βενετία στον εκπρόσωπό τής στον πάπα στις 12 Δεκεμβρίου 1437 ήσαν διαμετρικά αντίθετες με τις υποδείξεις που λέγεται ότι είχε κάνει η Σινιορία στους φιλοξενούμενούς της. Ουσιαστικά απέκλειαν αυτές τις υποδείξεις, ώστε να ελαχιστοποιήσουν την αντίθεση που είχαν συναντήσει από τον πάπα, τη σύνοδο τής Βασιλείας και πολλούς δυτικούς βασιλείς. Όμως, άραγε σημαίνει αυτό ότι τέτοιες παρατηρήσεις δεν γίνονταν ανεπίσημα; Μια τέτοια άρνηση θα αγνοούσε την κινητικότητα τού διπλωματικού παιχνιδιού. Ο Συρόπουλος θα διατηρούσε από τις παρατεταμένες συνομιλίες των Γραικών με τη Βενετία μόνον εκείνες, οι οποίες, σε συγκεκριμένους κύκλους και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, εξυπηρετούσαν τον σκοπό του: να δείξει πώς ο δεόντως ενημερωμένος αυτοκράτορας γύριζε συστηματικά την πλάτη στις συμβουλές εκείνων, Των μόνων οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, μπορούσαν να υπηρετήσουν την κοινή υπόθεση (Laurent 1971: 221 σημ. 7).

[←131]

Συρόπουλος 4.25: Ὁ δὲ Χριστόφορος ἀπελθὼν εἰς τὸν πάπαν ἐκ τῆς Βενετίας, ὡς δεδήλωται, θᾶττον ὑπέστρεψε, καὶ ἦν ἐν τῇ Βενετίᾳ διεγείρων τοὺς ἡμετέρους καὶ τὴν πρὸς τὸν πάπαν ἔλευσιν διαπραττόμενος κατὰ τὸ ἐγχωροῦν. δέδωκεν οὖν πάλιν τῷ μέρει τοῦ πατριάρχου φλωρία πεντακόσια χάριν μερικοῦ σιτηρεσίου· ἀφ΄ ὧν ἔλαβεν ὁ πατριάρχης φλωρία ἑκατὸν εἴκοσι τρία, ὧν τὰ ἑκατὸν πέντε δοὺς ἐπρίατο δισκοποτήριον ἀργυροδιάχρυσον θαυμασίᾳ τέχνῃ ἐξειργασμένον, τὰ δὲ λοιπὰ διεμερίσθησαν τοῖς ἄλλοις τοῖς καθόλου. εἶτα ἔδωκεν ἰδίως τῷ βασιλεῖ φλωρία χίλια καὶ τῷ πατριάρχῃ ὁμοίως χίλια· ἐποίησε δὲ διὰ ἐξόδου τοῦ πάπα τῷ πατριάρχῃ καὶ λεκάνην ἀργυρᾶν διὰ νιμμὸν τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ σκυτέλια ἀργυρᾶ. ὁ δὲ πατριάρχης κατὰ τὴν ἡμέραν, ἥν περιέστησεν ἐλθεῖν εἰς τὸν βασιλέα, ἀπῆλθε πρῶτον εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Μάρκου καὶ τὰ ἐκεῖσε ἱερὰ κειμήλια ἐθεάσατο, πολύολβα ὄντα καὶ πολυτάλαντα, ἐν οἷς καὶ λίθοι τίμιοι καὶ μέγιστοί εἰσι καὶ διαυγέστατοι καὶ πᾶν εἶδος ἱερῶν ἐκ πάσης ἀρίστης καὶ τιμίας ὕλης κατεσκευασμένον, τὰ μὲν ἐκ λίθων ἐξῃρημένων εὐφυῶς ἄγαν διαγεγλυμμένα, τὰ δὲ ἐκ χρυσοῦ καθαρωτάτου ἀρίστως συντεθειμένα· ἔνθα δὴ καὶ τὰς τοῦ ἱεροῦ καλουμένου τέμπλου θείας εἰκονογραφίας κατείδομεν τῇ αἴγλῃ τοῦ χρυσοῦ μαρμαιρούσας καὶ τῷ πλήθει τῶν πολυτίμων λίθων καὶ τῷ μεγέθει καὶ τῷ κάλλει τῶν μαργάρων καὶ τῇ τῆς τέχνης φιλοτιμίᾳ καὶ ποικιλίᾳ, τοὺς θεατὰς καταπληττούσας, αἵ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἁλώσεως, ὅτε ἡ Πόλις ὑπὸ τῶν Λατίνων οἴμοι ἑάλω ἀπενεχθεῖσαι ἐντεῦθεν ἐκεῖσε νόμῳ τῆς λείας, εἰς μιᾶς μεγίστης εἰκόνος συνετέθησαν σχῆμα, ἱδρυμένης ἄνωθεν τοῦ ἐν τῷ καθολικῷ βήματι ἀλταρίου, ὀχυροτάταις θύραις ἔμπροσθέν τε καὶ ὄπισθεν ἰσχυρῶς πάνυ κατησφαλισμένης καὶ κλεισὶ καὶ σφραγίσι διαφυλαττομένης· τῶν δὲ θυρῶν δὶς τοῦ ἔτους ἀνοιγομένων κατά τε τὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν ἀναστάσιμον ἑορτὴν καὶ πάντων τῶν ἐκεῖσε θεωρούντων τὴν ἐκ πολλῶν σύνθετον εἰκόνα ἐκείνην, τοῖς μὲν κεκτημένοις καύχημα καὶ τέρψις ἐγγίνεται καὶ ἡδονή, τοῖς δ΄ ἀφαιρεθεῖσιν, εἴ που καὶ παρατύχοιεν, ἀθυμία καὶ λύπη καὶ κατήφεια, ὡς καὶ ἡμῖν τότε συνέβη. πλὴν εἰ καὶ ἐκ τοῦ τέμπλου τῆς ἁγιωτάτης Μεγάλης Ἐκκλησίας ἠκούομεν εἶναι ταύτας, ἀλλ΄ οὖν ἔγνωμεν ἀκριβῶς ἔκ τε τῶν ἐπιγραφῶν, ἔκ τε τῆς στηλογραφίας τῶν Κομνηνῶν, τῆς τοῦ Παντοκράτορος μονῆς εἶναι ταύτας. εἰ οὖν τὰ τῆς μονῆς τοιαῦτα, σκοπεῖν χρὴ ὁποίαν εἶχον ἄν ὑπερβολὴν τὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἔν τε τῇ διαυγείᾳ καὶ λαμπρότητι τῆς ὕλης καὶ τῇ φαιδρότητι καὶ ποικιλίᾳ τῆς τέχνης καὶ τῇ τοῦ τιμήματος ὑπερβολῇ.

[←132]

Σύμφωνα με την εκδοχή Β τού χειρογράφου, ο Χριστόφορος είχε επιστρέψει, στην ακολουθία τού καρδινάλιου Αλμπεργκάτι, στις 13 Φεβρουαρίου, και θα έμενε μετά την αναχώρηση τού τελευταίου, δηλαδή μετά τις 25 τού μηνός. Αναμφισβήτητα η διανομή των χρημάτων, στην οποία προχώρησε, προδιέθεσε ευνοϊκά τούς Γραικούς απέναντι στον Ευγένιο Δ΄. Όμως, όπως έχει παρατηρηθεί, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτό είτε ότι οι Γραικοί είχαν αγοραστεί είτε ότι ο Συρόπουλος κάνει λάθος. Ενδεχομένως ο δότης ήθελε απλώς να δείξει, ότι η οικονομική κατάσταση τής Αγίας Έδρας ήταν καλύτερη από εκείνη, την οποία είχαν πιστέψει στην Κωνσταντινούπολη από τούς απεσταλμένους τής Βασιλείας (Laurent 1971: 222 σημ. 1).

[←133]

Σκυτέλιον ή σκουτέλιον: αγγείο για τρόφιμα (Αδαμάντιος Κοραής, Άτακτα, Παρίσι 1828, σελ. 60).

[←134]

Σύμφωνα με την εκδοχή Β τού χειρογράφου, ο δόγης έστειλε δύο σκάφη για να πάρουν τον ελληνικό κλήρο, ενώ ο ίδιος ήρθε να χαιρετήσει τον πατριάρχη κοντά στη βασιλική (Laurent 1971: 223 σημ. 2).

[←135]

Η άλωση τής Κωνσταντινούπολης από τούς σταυροφόρους τής 4ης Σταυροφορίας (1204).

[←136]

Η διάσημη Πάλα ντ΄ Όρο (Pala d΄ Oro) είναι ορθογώνιο πλαίσιο διαστάσεων 3,50 μ. x 2,10 μ., κατασκευασμένο από χρυσό, επίχρυσο ασήμι και σμάλτο. Χωρίζεται κατά το ύψος σε δύο μέρη άνισου μεγέθους, με μεγαλύτερο το κατώτερο. Είναι διακοσμημένη και από τις δύο πλευρές με 83 σμαλτωμένες εικόνες, 74 σμαλτωμένα μετάλλια και 38 χρυσά ανάγλυφα προτομών σε μικρογραφία. Φέρει επίσης 1927 πολύτιμους λίθους, όπως μαργαριτάρια, γρανάτες, σμαράγδια, ζαφείρια, αμέθυστους, ρουμπίνια, τοπάζια και καμέες. Στο κέντρο τού κατώτερου τμήματος απεικονίζεται ο Χριστός ευλογών, περιστοιχιζόμενος από τούς τέσσερις Ευαγγελιστές. Στην κάτω σειρά και στο κέντρο απεικονίζεται η Παναγία, έχοντας δεξιά την αυτοκράτειρα Ειρήνη (σύζυγο τού Ιωάννη Β΄ Κομνηνού) και αριστερά τον δόγη τής Βενετίας Ορντελάφο Φαλιέρο. Αρχικά παρίστανε, όπως πιστεύεται, τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό, αλλά οι Ενετοί επανεπεξεργάστηκαν το κεφάλι και το σκήπτρο, για να σχηματίσουν τον δόγη. Σε οριζόντιες σειρές απεικονίζονται απόστολοι, προφήτες και άγγελοι, ενώ στην περιφέρεια παρουσιάζονται 27 σκηνές από τη Βίβλο, αλλά και σκηνές από τον βίο τού ευαγγελιστή Μάρκου. Το επάνω μέρος είναι διακοσμημένο με επτά μεγαλύτερες σμαλτωμένες εικόνες με σκηνές από τη ζωή τού Χριστού και με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ στο κέντρο.

[←137]

Κατά τον Laurent 1971: 224 σημ. 1, το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει στους Γραικούς τη βεβαιότητα ότι αυτές οι θαυμάσιες εικόνες προέρχονταν από τη Μονή Παντοκράτορος, πρέπει να περιείχε ακριβή κείμενα, στα οποία αναφέρονταν από κοινού τόσο οι Κομνηνοί όσο και το ίδιο το μοναστήρι. Τίποτε τέτοιο δεν υπάρχει σήμερα στην Πάλα ντ΄ Όρο. Όμως ο Συρόπουλος πρέπει να το είδε καθαρά και η τοποθέτησή του, πολύ κρίσιμη και πολύ σθεναρή για να υποδεικνύει υπόθεση, δεν θα είχε νόημα αν, όπως υποστηρίζεται, οι αρχικές επιγραφές είχαν διαγραφεί πριν περάσει αυτός από εκεί, ήδη από το 1345. Επιπλέον, αν δεν είχε αυτή τη δυνατότητα ελέγχου, ο συγγραφέας μας θα είχε μοιραστεί τη γενική άποψη, ότι επρόκειτο για λεία παρμένη από την Αγία Σοφία.

[←138]

Ο Laurent 1971: 224 σημ. 2, γράφει ότι η λέξη στηλογραφία σημαίνει όχι πλάκες, αλλά εικόνες, εδώ πορτραίτα. Επίσης αυτή η λέξη είναι στον πληθυντικό, πράγμα που υποδηλώνει ότι το πορτρέτο τής αυτοκράτειρας δεν ήταν το μοναδικό αλλά ότι υπήρχε και το αντίστοιχο τού συζύγου της. Εκείνος εμφανιζόταν αρχικά στην τιμητική θέση, στα δεξιά τής Παναγίας, ακόμη κι όταν μεταγενέστερη αναδιάταξη αντικατέστησε το δικό του κεφάλι με εκείνο τού δόγη Φαλιέρ. Κατά τη γνώμη τού Laurent, οι δύο ηγεμόνες μπορεί να είναι μόνο ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (πεθ. 1143) και η σύζυγός του Ειρήνη (πεθ. 1134), οι συνιδρυτές τής Μονής Παντοκράτορος.

[←139]

Μονή Παντοκράτορος: Μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα που ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνό (βασ. 1118-1143) ανατολικά τής εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων στην πλαγιά τού τέταρτου λόφου. Το συγκρότημα περιλάμβανε νοσοκομείο και γηροκομείο. Το μοναστήρι καταλήφθηκε από τούς Ενετούς το 1204 και μέχρι το 1261, όταν, με την ανάκτηση τής Κωνσταντινούπολης, ξαναδόθηκε σε Ορθόδοξους μοναχούς και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1453.

[←140]

Συρόπουλος 4.26: Ταῦτα τοιγαροῦν ἀκριβῶς ἰδὼν πάντα ὁ πατριάρχης καὶ τῇ θεωρίᾳ αὐτῶν οἱονεὶ ἐντρυφήσας, συνόντος αὐτῷ καὶ τοῦ δουκός διαμηνυθέντος πρότερον παρὰ τοῦ πατριάρχου, πέμψαντος δὲ καὶ τὰ πλοῖα, δι΄ ὧν εἰς τὸν ἅγιον Μάρκον ἀφίγμεθα, καὶ ἐλθόντος καὶ αὐτοῦ καὶ προπέμψαντος καὶ τὰ δηλωθέντα πάντα ἐμφανισθῆναι προστάξαντος, μετὰ γοῦν τὸ ἱκανῶς ἐνασχοληθῆναι τούτοις ὁ πατριάρχης, εἰς τὸν βασιλέα μετὰ τοῦ δουκὸς ἀφίκετο· καὶ ὁ μὲν δούξ ἰδὼν καὶ ὁμιλήσας τῷ βασιλεῖ φιλικῶς τὴν ἰδίαν ἀπέπλει, ὁ δὲ πατριάρχης μόνος συνῆν τῷ βασιλεῖ ὥραν ἱκανήν. ἑτοιμασθέντος δὲ ἀρίστου τῷ τε πατριάρχῃ καὶ ἡμῖν οὗ ὁ Φιλανθρωπινὸς ᾤκει, ἀπελθόντες μετὰ τοῦ πατριάρχου ἐσιτησάμεθα, καὶ μετὰ τοῦτο αὖθις εἰσῆλθεν ὁ πατριάρχης εἰς τὸν βασιλέα καὶ μετ΄ οὐ πολὺ προσεκλήθησαν οἱ ἄρχοντες τῆς βουλῆς καὶ ἕξ τῶν ἀρχιερέων καὶ τρεῖς ἐξ ἡμῶν. ἐζητήθη οὖν, εἰ δεῖ πρὸς τὸν πάπαν ἡμᾶς παραγενέσθαι. καὶ λόγων περὶ τούτου κινηθέντων καὶ τῶν πλειόνων δεῖν εἶναι λεγόντων, εἶπεν ὁ Ἡρακλείας, ὡς· ἀκούομεν, ὅτι ἔρχεται καρδηνάλιος ὁ Ἰουλιανὸς ἐκ τῆς συνόδου καὶ ἐστὶν ἐγγύς. καλὸν οὖν μοι φαίνεται ἵνα προσμείνωμεν ὀλίγον, ὡς ἄν εἴδησίν τινα καὶ ἐξ ἐκείνου λάβωμεν, καὶ τότε κρεῖττον βουλευσόμεθα. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· βέλτιόν μοι δοκεῖ, ἵνα βουλευσάμενοι νῦν στήσωμεν ὅπερ ἄν φανῇ συμφέρον ἡμῖν, ὅπως ἀν κἀκεῖνος ἐλθὼν εὕρῃ συνιστάμενον τὸ τῆς βουλῆς ἡμῶν ἀποτέλεσμα, καὶ μὴ πρὸς ἄλλο τι παρεκκλίνειν ἡμᾶς πειραθείη. λέγετε τοίνυν πρὸς τὸ πρᾶγμα καὶ ἄφετε τὸ περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ. ὁ μὲν οὖν βασιλεύς ὥσπερ ἐπιλελησμένος ὧν ἔλεγε πρότερον, ὅλως ἦν ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν, ὡσαύτως δὲ καὶ πρὸ αὐτοῦ ὁ πατριάρχης. εἰ οὖν καὶ τρεῖς ἐξ ἡμῶν, μεθ΄ ὧν καὶ Βουλλωτὴς τέταρτος ἦν, εἶπον βέλτιον εἶναι μὴ ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν, οἱ λοιποὶ πάντες τὸ ἐλθεῖν ἀπεφήναντο, καὶ ἐκυρώθη τοῦτο. μετὰ ταῦτα δευτεραῖος ἔφθασε καὶ ὁ Ἰουλιανὸς εἰς τὴν Βενετίαν. εἶδεν οὖν τὸν βασιλέα, ἦλθε καὶ εἰς τὸν πατριάρχην, ἑπομένου καὶ τοῦ δουκὸς καὶ τὰ κράσπεδα τοῦ ἰματίου αὐτοῦ κατέχοντος· εἶτ΄ ἀπῆλθε καὶ αὐτὸς εἰς τὸν πάπαν. παρεσκευάζοντο δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν· πρῶτον δὲ ἔστειλαν πρὸς αὐτὸν ὁ μὲν βασιλεὺς τοὺς δύο αὐταδέλφους τοὺς Δισυπάτους, ὁ δὲ πατριάρχης τὸν Ἡρακλείας καὶ τὸν Μονεμβασίας.

[←141]

Γεώργιος Φιλανθρωπινός: υπασπιστής τού αυτοκράτορα και ασκών καθήκοντα μεσάζοντος κατά τη διάρκεια τής συνόδου. Ήταν συγγενής τού πατριάρχη, που φαίνεται ότι αποσυρόταν μερικές φορές στην κατοικία τού Φιλανθρωπινού (Laurent 1971: 224 σημ. 5).

[←142]

Αναμφίβολα στο τέλος αυτού τού συμβουλίου ο αυτοκράτορας αποφάσισε αμετάκλητα για τη Φερράρα και έκανε την ανακοίνωση, στις 25 Φεβρουαρίου, στους Γερμανούς εκλέκτορες και στους πατέρες τής Βασιλείας, καλώντας τους να ενωθούν μαζί του (Laurent 1971: 224 σημ. 6).

[←143]

Η εκδοχή Β τού χειρογράφου δίνει τα ονόματα των μελών τού συμβουλίου: εννέα εκκλησιαστικοί, συμπεριλαμβανομένων έξι επισκόπων (Τραπεζούντος, Εφέσου, Ηρακλείας, Κυζίκου, Μονεμβασίας και Σάρδεων) και τριών αρχόντων (μέγας σακελλάριος, μέγας χαρτοφύλαξ και ο συγγραφέας), και έξι συγκλητικοί (Γεώργιος Φιλανθρωπινός, Μανουήλ και Ανδρόνικος Ιάγαρις, Γεώργιος και Ιωάννης Δισύπατος και Μανουήλ Βουλλωτής) (Laurent 1971: 225 σημ. 7).

[←144]

Ο καρδινάλιος Τζουλιάνο Τσεζαρίνι (1398–1444), επικεφαλής τής Καθολικής αντιπροσωπείας στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Σκοτώθηκε αργότερα στη σταυροφορία τής Βάρνας (1444), πολεμώντας τούς Οθωμανούς τού σουλτάνου Μουράτ Β΄.

[←145]

Κατά τον Laurent 1971: 225 σημ. 8, το πιο πάνω σχόλιο δεν προκαλεί έκπληξη, αν το συγκρίνουμε με την εμπιστοσύνη τού ίδιου τού Ιωάννη Η΄ στον Ιωάννη τής Ραγούσας, για τον οποίο ο Ιουλιανός ήταν ο άνθρωπος τον οποίο εμπιστευόταν περισσότερο.

[←146]

Ο Μανουήλ Βουλλωτῆς (βλέπε σημ. 32 κεφαλαίου γ’), τον οποίο εκπλήσσεται κανείς να βλέπει να διατυπώνει άποψη αντίθετη από εκείνη τού αυτοκράτορα (Laurent 1971: 225 σημ. 9).

[←147]

Κατά την εκδοχή Β τού χειρογράφου, την ημέρα μετά την εν λόγω διάσκεψη. Ο Ιουλιανός είχε μόλις φτάσει στις 20 Φεβρουαρίου. Συνεπώς η εν λόγω διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 18 (Laurent 1971: 225 σημ. 10).

[←148]

Ο Τζουλιάνο Τσεζαρίνι γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 1389. Έγινε καρδινάλιος τού Σαντ΄ Άντζελο στις 8 Νοεμβρίου 1430, ύστερα τής Αγίας Σαβίνας και επίσκοπος Τούσκουλου. Ήταν πρόεδρος τής Συνόδου τής Βασιλείας, την οποία ξεκίνησε στις 14 Δεκεμβρίου 1431 και άφησε στις αρχές Φεβρουαρίου 1438. Ήταν εκπρόσωπος των Λατίνων στη Σύνοδο τής Φερράρας τον Απρίλιο-Μάιο τού 1438 και παπικός λεγάτος το 1442 στην Ουγγαρία, για να προετοιμάσει σταυροφορία εναντίον των Τούρκων. Πέθανε στο τέλος τής μάχης τής Βάρνας που χάθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1444. (Laurent 1971: 225 σημ. 11).

[←149]

Κατά την εκδοχή Β τού χειρογράφου, ο Τσεζαρίνι έμεινε τέσσερις ημέρες στη Βενετία. Πρέπει λοιπόν να έφυγε στις 23 ή 24 Φεβρουαρίου, όχι για να πάει αμέσως στον πάπα, όπως μάς κάνει να πιστέψουμε ο Συρόπουλος, αλλά για να πάει στη Μάντουα και να ασχοληθεί με ορισμένες υποθέσεις. Στο μεταξύ επανασυμφιλιώθηκε με τον Ευγένιο Δ΄, αλλά δεν βρισκόταν στη Φερράρα μέχρι τις 8 Μαρτίου 1438. Πήγε να χαιρετήσει τον πατριάρχη στις 21 Φεβρουαρίου μαζί με τον Τραβερσάρι (Laurent 1971: 225 σημ. 12).

[←150]

Δισύπατοι: βλέπε σημ. 135 κεφαλαίου β΄. Ο Αντρέ ντε Σάντα Κρότσε λέει ότι η ομάδα των αγγελιοφόρων περιλάμβανε τρεις πολίτες και δύο ηγουμένους και ότι βρισκόταν στην παπική κούρτη στις 20 Μαρτίου. Αυτό δεν είναι εφικτό, επειδή η αφήγηση τού Συρόπουλου, που είναι ακριβέστερη, τοποθετεί τη σκηνή στην εκκλησία τού Αγίου Γεωργίου την Κυριακή τής Τυροφάγου, η οποία το 1438 έπεφτε στις 23 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με το Αντρέ ο πάπας τούς υποδέχτηκε την 1η Μαρτίου και εγκαταστάθηκαν στο Παραντίζο, όπου θα κατέβαινε σύντομα και ο ίδιος ο αυτοκράτορας (Laurent 1971: 226 σημ. 1).

[←151]

Συρόπουλος 4.27: Κατὰ δὲ τὸ σάββατον τῆς Τυροφάγου εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Γεωργίου ὁ πατριάρχης, καὶ πρῶτον μὲν ἐρραντίσατο καὶ αὐτὸς διὰ τοῦ ῥαντιστηρίου ἐκείνων τὸ δοκεῖν ἁγιάσματος, εἶτα ὑπέδειξαν αὐτῷ οἱ ἐκεῖσε λατινομόναχοι εὐμεγέθη καὶ εὐτραφῆ χεῖρα τοῦ ἁγίου Γεωργίου λέγοντες εἶναι ὑπὸ σανίδος κοιλανθείσης περιεχομένην καὶ εὐφυῶς ἄγαν κατησφαλισμένην καὶ ἐν κιβωτίῳ φυλαττομένην· ἥν καὶ κατησπάσατο ὁ πατριάρχης. εἰπόντος δὲ αὐτῷ τοῦ μεγάλου χαρτοφύλακος, ὡς· οὐκ ἔστιν ἡ χεὶρ τοῦ ἁγίου Γεωργίου — τὸ γὰρ μαρτυρικὸν ἐκείνου ἅγιον σῶμα κατέκαυσαν καὶ τὴν κόνιν ελίκμησαν — εἶπεν αὐτῷ σκωπτικῶς ὁ πατριάρχης· σιώπα, οὐκ οἶδας τί λέγεις. ἔψαλον δὲ τότε οἱ μοναχοὶ ἑσπερινὸν πολὺν καὶ φιλότιμον, εἰς ὅν καὶ ἵστατο ὁ πατριάρχης καὶ ἡμεῖς μετ΄ αὐτοῦ· εἶτα εἰσῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ περιεσκόπει τὸ ἀλτάριον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ προσέταξε περιελεῖν τὰ σκιάδια ἐκ τῶν κεφαλῶν ἡμῶν, καὶ περιείλομεν. τότε ἐλθόντων καὶ τῶν Δισυπάτων λαβεῖν εὐλογίαν ἐπὶ τῷ ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν, εἶπεν αὐτοῖς ὁ πατριάρχης μετὰ δριμύτητος· ἐκβάλλετε τὰς σκουφίας. εἰπόντος δὲ τοῦ ἑνὸς ὡς οὗτοι οὐκ ἔχουσι τοιαύτην συνήθειαν, ἔφη· εἰ μὴ ποιήσετε τοῦτο, τυχὸν ἐκπεσεῖσθε ἀπὸ τῆς ἀρχοντίας ὑμῶν· ἀλλὰ διὰ ταῦτα ἐγένεσθε τοιοῦτοι ὁποῖοι κατέστητε. τότε λέγει ὁ εἷς πρὸς τὸν ἕτερον· δεῦρο ἀπέλθωμεν, καὶ παρῃτήσαντο τὴν εὐλογίαν.

[←152]

Διατηρείται και σήμερα στο θησαυροφυλάκιο τού Αγίου Μάρκου ένας βραχίονας τού Αγίου Γεωργίου, καλυμμένος σε όλο το μήκος του με ασημένια λεπίδα που φέρει δίστιχο (Laurent 1971: 226 σημ. 2).

[←153]

Στο κείμενο, σκιάδια. Ο Bernardakis, Ornements, σελ. 137, λέει ότι παλαιότερα οι διάκονοι, ιερείς και επίσκοποι φορούσαν επίσης το σκιάδιον, μαύρο ή σκούρο μωβ καπέλο με χείλος σαν εκείνο των Λατίνων ιερέων. Δύο ζώνες αστεριών διέσχιζαν ολόκληρη την επιφάνειά του, σχηματίζοντας σταυρό. Ο σταυρός τού πατριαρχικού σκιαδίου ήταν από μεταξωτό ή χρυσό πανί (Laurent 1971: 226 σημ. 3).

[←154]

Στη βυζαντινή υψηλή κοινωνία το δικαίωμα να φοράει κάλυμμα κεφαλής σύμφωνα με τον βαθμό προσέδιδε στον νεαρό άνδρα την ποιότητα τού άρχοντα, την ἀρχοντία. Μέχρι τότε ο νεαρός έφηβος ήταν μόνο ἀσκεπής! Οι Ενετοί και άλλοι Λατίνοι προσβάλλονταν από το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί δεν έβγαζαν τα καλύμματα κεφαλής, ακόμη κι όταν πλησίαζαν τον λεγάτο τού πάπα. Ο Τραβερσάρι έπρεπε να εξηγήσει ότι οι Γραικοί ήσαν τόσο συνηθισμένοι σε αυτό, που
«στον αυτοκράτορά του και τον πατριάρχη, κανένας, ούτε ο πιο χαμηλός, δεν μιλάει με ακάλυπτο το κεφάλι»
(Imperatori suo et Patriarchae nemo, licet infimus, nisi operto loquatur capite).
Ζητώντας από τούς δύο διπλωμάτες να αποκαλυφθούν, ο πατριάρχης ήθελε να είναι ευγενικός προς τούς Λατίνους, τούς οικοδεσπότες του, συμμορφούμενος με τα έθιμά τους (Laurent 1971: 227 σημ. 4).

[←155]

Συρόπουλος 4.28: Ἀπῆλθον οὖν, καὶ οἱ μὲν ἄρχοντες ἠσπάσαντο τὸν πόδα τοῦ πάπα καὶ ἀναδοχῆς καὶ εὐμενείας ἔτυχον παρ΄ αὐτοῦ· τῶν δ΄ ἀρχιερέων μὴ ἀσπασαμένων τὸν πόδα τοῦ πάπα, ἀηδῶς λίαν διετέθη πρὸς αὐτούς. δέον οὖν διαμηνῦσαί τι περὶ τούτου τῷ πατριάρχῃ· οἱ δὲ οὐδ΄ ὅλως ἔδωκαν αὐτῷ εἴδησιν. ὁ δὲ βασιλεὺς μετὰ παραδρομὴν ἡμερῶν πέντε ἐξῆλθε τῆς Βενετίας καὶ παρεγένετο εἰς τὸν πάπαν, καὶ προϋπήντησεν αὐτῷ ὁ μαρκέσης εἰς τὸ καλούμενον Φραγκουλίν, ὅπερ ἀπέχει τῆς Φεραρίας ὥρας ἡμισείας πρὸς τῇ μιᾷ διαστημα· ἐκεῖ γὰρ ὁ βασιλεὺς ἐξῆλθε τοῦ πλοίου. ὑπεδέξατο δὲ αὐτὸν ὁ μαρκέσης μετὰ μεγάλης τιμῆς, τῶν υἱῶν αὐτοῦ πεζῆ πορευομένων καὶ οὐρανὸν ὕπερθεν τοῦ βασιλέως αἰωρούμενον κατεχόντων. οὕτως οὖν προέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸν πάπαν, εἶτ΄ ἐκεῖθεν εἰς ἴδιον παλάτιον αὐτὸν ἤγαγεν.

[←156]

Ακριβώς στις 28 Φεβρουαρίου. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 6:
«Στις 28 Φεβρουαρίου βγήκαμε από τη Βενετία, ο αυτοκράτορας, ο δεσπότης και όλοι οι κληρικοί και η συνοδεία τους, και ακολουθούσαμε από το νερό τον δρόμο προς τη Φερράρα»
(Φεβρουαρίῳ κη΄ ἐξέβημεν ἀπὸ Βενετίας ὅ τε βασιλεύς, ὁ δεσπότης καὶ πᾶς ὁ κλῆρος καὶ ἡ συνοδία αὐτῶν, καὶ ἐπλέομεν τὴν εἰς Φερραρίαν ὁδόν).

[←157]

Φραγκουλίν: Η κωμόπολη Φρανκολίνο, στη νότια όχθη τού Πάδου, βόρεια τής Φερράρας. Κατά τον Laurent 1971: 227 σημ. 6, εδώ η περιγραφή τού Συρόπουλου είναι ανακριβής. Ο μαρκήσιος δεν πήγε στο Φρανκολίνο, όπου τον αυτοκράτορα υποδέχτηκε το βράδυ τής 3ης Μαρτίου ένας καρδινάλιος, πρώην λεγάτος τού πάπα στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και πλήθος αρχιερέων και αρχόντων. Ζήτησε να συνεχίσει το ταξίδι του με άλογο και την επόμενη μέρα οργανώθηκε πομπή 200 περίπου ιππέων (150 Γραικών και 50 Λατίνων συνοδών). Ο μαρκήσιος ντ΄ Έστε, οι 6 καρδινάλιοι που ήσαν παρόντες στην παπική κούρτη και μια μεγάλη συνοδεία πήγαν να τον συναντήσουν ένα χιλιόμετρο έξω από την πόλη, όπου οι δύο πομπές ενώθηκαν την Τετάρτη 4 Μαρτίου λίγο μετά το μεσημέρι. Μέρος των Γραικών συνέχισε το ταξίδι του από το ποτάμι, όπως και ο πατριάρχης και η ακολουθία του.

[←158]

Οὐρανός: Σκίαστρο.

[←159]

Ύστερα από την παπική ακρόαση, ο αυτοκράτορας οδηγήθηκε στο Παραντίζο (Paradiso), παλάτι που βρισκόταν στη γειτονιά τής Σάντα Μαρία ιν ντελ Μπούκο, ενώ ο δεσπότης Δημήτριος εγκαταστάθηκε στη Σκιβανόλια (Schivanoglia). Ο Συρόπουλος, συνοδεύοντας τον πατριάρχη, δεν συμμετείχε στην ιππασία και γι΄ αυτό δεν υπογραμμίζει μια ιδιαιτερότητα, την οποία θα χαρακτήριζε ενοχλητική: «Έβρεχε πολύ» (fu gran piova), λέει ο χρονικογράφος, όπως θα συνέβαινε αργότερα και στη Φλωρεντία (Laurent 1971: 227 σημ. 7).

[←160]

Συρόπουλος 4.29: Ὁ δὲ πατριάρχης δυσχερῶς μὲν ἔφερε τοῦτο, τὸ τοῦ βασιλέα πρότερον ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν· ἔλεγε γάρ· ἤ ὁμοῦ ἔδει ἀφικέσθαι τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην ἤ προηγεῖσθαι τὴν Ἐκκλησίαν, οὐ μὴν κατόπιν ταύτην ἀκολουθεῖν. τεταρταῖός γε μὴν ἐξῆλθε καὶ ὁ πατριάρχης, καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ τὴν προαύλιόν τε τῆς Βενετίας θάλασσαν, εἶτα καὶ τὴν γλόντζαν παραμείψαντες καὶ τοῦ ποταμοῦ ἐπιβάντες ἀνηγόμεθα, καὶ εἰς τὰ ὅρια τοῦ μαρκέση πεφθακότες, εὕρομεν τὸ αὐτοῦ πλοῖον ἐκεῖσε ἐκδεχόμενον τὸν πατριάρχην, ὅπερ σχῆμα μὲν εἶχε νηός, τὸ δὲ κάτω τούτου κατάστρωμα ἐπίπεδον ὄν, εὖρός τε ἱκανὸν εἶχεν καὶ μῆκος ἀνάλογον· ἐκ δὲ τοῦ μήκους μέρος μέν τι εἰς κελλίον διεκεχώριστο βηλοθύροις καὶ ἐν αὐτῷ κλίνη ἦν περιφανῶς ἄγαν ἐστρωμένη· τὸ δὲ λοιπὸν τρικλίνου τρόπον διεκεκόσμητο, σκίμποδας μὲν εἶχεν περὶ τοὺς τοίχους τοῖς διηνθισμένοις ἐκ χρωμάτων τερπνοῖς καὶ ποικίλοις ὑφάσμασι περικεκαλυμμένους· μέσον δ΄ ἔκειντο δύο σιδηρᾶ πυρεῖα μεγάλα τροχίσκοις περιαγόμενα, ἐν οἷς ὅτ΄ ἐδέησε πῦρ ἀνῆπτον· οἱ δέ γε τοῖχοι τοῦ πλοίου μὴ ὑπερβαίνοντες τὰς κεφαλὰς τῶν ἐν τοῖς σκίμποσι καθημένων, τοσούτων ἄνωθεν ὕψος στυλίσκοις μόνοις ἐπλήρουν, τὸ δέ γε μεταξὺ διάστημα πᾱν εἰς παραθυρικὰς ὑπανοίξεις ἐχωρίζετο, διὰ τῶν στυλίσκων διφυῶν ὄντων, καὶ ὁμοιότητα διασωζόντων κιονιδίων εὐφυῶς ἄγαν διαπεπλεγμένων καὶ πεποικιλμένων χρυσίῳ τε λαμπρῶς περικεχρυσωμένων καὶ τοῖς ἐκ λαζουρίου καὶ κινναβάρεως χρώμασιν ἔσθ΄ ὅπως διακεχρωσμένων· ὧν δὴ σιδήροις ἄνωθεν δι΄ ἀλλήλων κατησφαλισμένων, τὰ μὲν μεταξὺ διαστήματα ὡς ὑπανοίξεις βηλοθύροις ἐκλείοντό τε καὶ διηνοίγοντο, τοῖς δὲ καταντικρὺ στυλίσκοις τὰ κατὰ διάμετρον σίδηρα τὸ ἑδραῖον ἑκατέρῳ μέρει παρεῖχον, καὶ οὕτως οἱ στυλίσκοι τὸ ἄνω ὑπανεῖχον κατάστρωμα· ὅ δὴ σκέπη τε ἦν τοῦ κάτω τρικλίνου τήν τε χρείαν τοῦ μαγειρίου παρεῖχεν ἄνωθεν καὶ τοῖς ὑπηρέταις ἀνάπαυσιν· περὶ δὲ τὸ μέσον ἱστὸν εἶχεν, οὐκ ἱστίων χάριν ἱστάμενον· οὐ γὰρ ἐχρῆτο ἱστίοις πρὸς πλοῦν, ἀλλ΄ ἵνα ἐκ τούτου ὑψόθεν καλωδίοις δεσμούμενον, ἔξωθεν διὰ τῆς ξηρᾶς ὑπ΄ ἀνδρῶν προπορευομένων ἕλκηται αὐτό, ἔσθ΄ ὅτε δὲ καὶ διὰ τοῦ ποταμοῦ ἕτερον πλοῖον κώπαις συχναῖς προηγούμενον εἷλκον αὐτὸ καλωδίῳ, καὶ οὕτως ἔπλει ἔνθα ὁ ἐν αὐτῷ ἄρχων προσέταττεν.

[←161]

Δηλαδή στις 4 Μαρτίου, τη μέρα που ο αυτοκράτορας έφτασε στον προορισμό του. Τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 6) δίνουν ως λόγο αυτής τής καθυστέρησης την έλλειψη σκαφών (Laurent 1971: 228 σημ. 1):
«Και έτσι προχώρησαν τα πλοία από το ποτάμι, ενώ ο αυτοκράτορας ήρθε από τη στεριά την έκτη ώρα τής ημέρας και μπήκε έφιππος στη Φερράρα με μεγάλη τιμή και μεγαλοπρέπεια»
(καὶ οὕτως ἐπορεύθησαν τὰ πλοῖα διὰ τοῦ ποταμοῦ, ὁ δὲ βασιλεὺς ἦλθε διὰ ξηρᾶς ὥρᾳ Ϛ’ τῆς ἡμέρας, καὶ εἰσῆλθεν ἔφιππος εἰς Φερραρίαν μετὰ τιμῆς καὶ παρρησίας μεγάλης).

[←162]

Στο κείμενο, γλόντζα: Η παραθαλάσσια πόλη Κιότζα μεταξύ τής λιμνοθάλασσας τής Βενετίας και των εκβολών τού Πάδου. Βλέπε πιο κάτω, σημ. 7 και 8 κεφαλαίου ια΄. Ο Laurent 1971: 228 σημ. 2, μεταφράζει τη γλόντζα ως λιμνοθάλασσα, ξεκινώντας από την παρατήρηση ότι το αυτοκρατορικό σκάφος έπρεπε να διασχίσει τη λιμνοθάλασσα και ότι ο όρος επιβιώνει στα σημερινά ελληνικά (γλίντζα). Η λιμνοθάλασα τής Βενετίας σχηματίζει σώμα νερού έκτασης 550 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων, που το χωρίζει από την Αδριατική μια στενή λωρίδα γης. Το αυτοκρατορικό πλοίο έπρεπε αναγκαστικά να διασχίσει τη λιμνοθάλασσα πριν εισέλθει στον Πάδο. Όμως η εξήγηση τής γλόντζας τού Συρόπουλου ως Κιότζα έχει διπλό πλεονέκτημα: (α) Αφαιρεί το ιστορικό πρόβλημα που τίθεται πιο κάτω από τη χρήση τής ίδιας λέξης (ἐκ τῆς γλόντζας ναυμαχήσαντες, κεφ. ια΄, παρ. 4). (β) Γράφοντας εδώ τήν γλόντζαν παραμείψαντες, ο Συρόπουλος βρίσκεται σε συμφωνία με το γεγονός ότι η νηοπομπή έπρεπε αναγκαστικά να περάσει μπροστά από την Κιότζα.

[←163]

Στον Πάδο ποταμό.

[←164]

Δηλαδή δεν είχε καρίνα, ήταν ποταμόπλοιο.

[←165]

Αίθουσα υποδοχής.

[←166]

Στο κείμενο σκίμποδες, δηλαδή ανάκλιντρα.

[←167]

Στο κείμενο ἐκ λαζουρίου, στον Creyghton 1660 ἐκ λαζαρίου. Aπό το μεσαιωνικό λατινικό λαζάριουμ (μπλε).

[←168]

Στο κείμενο ἐκ κινναβάρεως. Η κιννάβαρις είναι ο κόκκινος θειούχος υδράργυρος.

[←169]

Συρόπουλος 4.30: Ἔστειλεν οὖν ὁ μαρκέσης μετὰ οἰκείου ἄρχοντος καὶ ὑπεδέξατο ἐν αὐτῷ τὸν πατριάρχην. πρὸς ἑσπέραν δὲ ἦν, καὶ ἔμεινεν ἐν αὐτῷ ὁ πατριάρχης· πρωΐας δὲ γενομένης, μετεκαλέσατο τούς τε ἀρχιερεῖς καὶ ἡμᾶς, καὶ εἰσελθόντες ἐκαθήμεθα μετ΄ αὐτοῦ. ἔτυχε δὲ τότε ἐμποδισθὲν ἐν τῷ ποταμῷ τὸ πλοῖον, ἐν ᾧ ἦσαν οἵ τε καλόγηροι καὶ ὁ βίος τοῦ πατριάρχου, καὶ οὐ συνωδοιπόρει αὐτῷ, καὶ ἐπέταξεν ὁ πατριάρχης ἵστασθαι πάντας ἡμᾶς μέχρις ἄν φθάσῃ κἀκεῖνο· βραδύναντος δὲ ἐπὶ πλεῖστον μέρος τῆς ἡμέρας, εἶπεν ὁ Χριστόφορος τῷ πατριάρχῃ· ἄν ὁρίσῃς, κέλευσον ἵνα ἀπερχώμεθα σχολαιότερον, φθάσει δὲ κἀκεῖνο· οὔτε γὰρ κίνδυνος οὔτε φόβος τίς ἐστιν ἐνταῦθα. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ πατριάρχης· ὁ βίος μου χρήζει τὸ ἥμισυ τῆς Βενετίας. πῶς οὖν καταλιπὼν αὐτὸν ἀπελεύσομαι; ἀνάγκη έστὶν ἵνα περιμείνωμεν μέχρις ἄν ἔλθῃ. ὡς δὲ πάλιν εἰς ἱκανὴν ἡμέραν ἱστάμεθα, τῶν ἀνθρώπων ἀγανακτησάντων καὶ ἀρξαμένων ἑτοιμάζεσθαι ἕλκειν τὸ πλοῖον, ἔφη ὁ πατριάρχης· ὁρῶ ὅτι οὐδὲν ἡγοῦνται τοὺς λόγους ἡμῶν. εἴπατε οὖν ἵνα ἐκβάλλωσιν ἡμᾶς ἔξω, αὐτοὶ δὲ ἀπελθέτωσαν ὡς βούλονται· ὅπερ μαθόντες περιέμενον καὶ ἄκοντες πάντες. μόλις οὖν ἔφθασε μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ὀλίγον τι τοῦ ποταμοῦ διηνυκότες, ὀψίας γενομένης, ἐκεῖσε διενυκτερεύσαμεν· ἔωθεν δὲ λύσαντες ἀνηρχόμεθα, καὶ πρὶν ἐξήκειν πρώτην ὥραν τῆς ἡμέρας, ὁρῶμεν ἔφιππον τὸν Καρυστηνὸν σταλέντα παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ δρόμῳ πρὸς ἡμᾶς θέοντα, ὅς ἐλθὼν εἶπε τῷ πατριάρχῃ, ὅπως· ἐκδέχεται ὁ πάπας ἵνα ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου ἐλθὼν προσκυνήσῃς καὶ ἀσπάσῃ κάτω τὸν πόδα αὐτοῦ. ὁ γοῦν βασιλεὺς ἐνίσταται καὶ ἀγωνίζεται ἤδη τρεῖς ἡμέρας, ἵνα μὴ γένηται τοῦτο· διαμηνύεται δὲ τοῦτο καὶ τῇ μεγάλῃ ἁγιωσύνῃ σου, ἵνα εἴδῃς πῶς ἄν προσέλθῃς αὐτῷ.

[←170]

Μαρκέσης Φερραρίας: Ο μαρκήστος Φερράρας Νικολό Γ΄ ντ΄ Έστε προερχόταν από την οικογένεια που κυβερνούσε τη Φερράρα από τα μέσα τού 14ου αιώνα και ήταν από τις πιο πετυχημένες δυναστείες στην Ιταλία. Κυβέρνησε την πόλη κατά τη διάρκεια τής περιόδου 1393-1441, αρχικά, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια, με τη βοήθεια συμβουλίου αντιβασιλείας και στη συνέχεια μόνος του για σαράντα ακόμη χρόνια. Στα έργα του στην περιοχή (οχυρωματικά, κτιριακά, εκκλησιαστικά) περιλαμβάνεται και η ίδρυση τού Δομινικανού μοναστηριακού συγκροτήματος Σάντα Μαρία ντέλλι Άντζελι (1437), στο οποίο διέμεινε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος όπως θα διαβάσουμε αργότερα και το οποίο εξελίχθηκε σε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο στην ύπαιθρο τής Φερράρας, συνδεόμενο κυρίως με την οικογένεια Έστε.

[←171]

Όταν τα πράγματα αυτά πουλήθηκαν μετά τον θάνατο τού πατριάρχη, το ποσό που έπιασαν ήταν μόλις αρκετό για να πληρωθούν τα έξοδα τής κηδείας του και ένα μνημόσυνο. Είναι όμως αλήθεια ότι ο πατριάρχης είχε τουλάχιστον 500 φλουριά. Βλέπε παρακάτω, κεφ. ια΄παρ. 10.

[←172]

Θεόδωρος Καρυστινός: Μέλος τής αντιπροσωπείας και στενός φίλος και συνεργάτης τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου. Επίσης πρεσβευτής τού Ιωάννη Η΄ στη Βενετία, Βουργουνδία, Αραγωνία και Σιέννα. Πήρε μέρος στην άμυνα τής Κωνσταντινούπολης κατά την πολιορκία τού 1453. Πρβλ. Ψευδο-Φραντζή, εκδ. Βόννης, σελ. 254, ο οποίος εκθειάζει την ικανότητά του να χειρίζεται το τόξο:
Θεοδώρῳ μέν τῷ ἐκ Καρύστου, ἀνδρί πολεμιστῇ καί δραστικωτάτῳ καί τοξότῃ ἠσκημένῳ ὑπέρ ἄνθρωπον.

[←173]

Συρόπουλος 4.31: Δεινὸν οὖν ἔδοξε τοῦτο πάνυ τῷ πατριάρχῃ, ὅτι αὐτὸς ἄλλην ἀναδοχὴν μεγάλην καὶ διάθεσιν καὶ πληροφορίαν ἐθάρρει εὑρήσειν ἀπὸ τοῦ πάπα· διὸ καὶ ἔτι ὤν ἐν τῇ Βενετίᾳ εἶπε πρός τινα τῶν οἰκείων καὶ ὁμιλητῶν τοῦ πάπα, ὅτι· ἐγὼ ἔστησα εἰς ἐμαυτόν, ἵνα εἰ μὲν ὁ πάπας πρωτεύῃ μου κατὰ τοὺς χρόνους, ἔχω αὐτὸν ὡς πάτερα μου· εἰ δὲ ἰσότης ἡμῖν ἔνεστι κατὰ τοὺς χρόνους, ἔχω αὐτὸν ὡς ἀδελφόν μου· εἰ δὲ νεώτερός μου τυγχάνει, ἔχω αὐτὸν ὡς υἱόν μου, καὶ θελω ἵνα εἰ ἔστιν οἰκία καλὴ πλησίον τῆς οἰκίας αὐτοῦ ἔχουσα καὶ δίοδον μετέωρον ὕπερθεν τῆς ὁδοῦ, δώσῃ μοι ταύτην ὡς ἄν καὶ ἰδίως πρὸς αὐτὸν διερχόμενος ἤ κἀκεῖνος αὖ πρὸς ἐμὲ συμβουλεύω αὐτῷ τὰ δέοντα, καὶ ἔσται τοῦτο εἰς μεγάλην ὠφέλειαν αὐτοῦ· οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ ἔχει περὶ αὐτὸν συμβούλους καλούς. τοιαύτην πληροφορίαν σχήσειν ἤλπιζε, καὶ διὰ τοῦ πάπα ἐθάρρει ἐλευθερῶσαι τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τῆς ἐπιτεθείσης αὐτῇ δουλείας παρὰ τοῦ βασιλέως διὰ τῶν προνομίων, ὡς καὶ πρός τινας τῶν συνήθων εἴρηκε τοῦτο· καὶ πολλάκις ἔλεγεν ἔτι ὤν ἐνταῦθα, ὅτι· ἐγὼ ἐκεῖσε ἀλλοῖος φανήσομαι καὶ τὴν ἀρχήν μου καθώς μοι προσήκει ἀνακαλέσομαι. ὡς δὲ τὸν τοῦ ποδὸς ἀσπασμὸν ἤκουσεν, ἐξεπλάγη· ὅμως ἀπῆλθε, καὶ, πληθούσης ἀγορᾶς, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Φεραρίαν καὶ ἔστημεν ἀπέναντι τοῦ κάστρου ἐγγὺς τῆς γεφύρας· καὶ πρὸ μεσημβρίας ἦλθον ἐπίσκοποι ἕξ καὶ προσειρήκασι τῷ πατριάρχῃ τὸν ἀπὸ τοῦ πάπα χαιρετισμὸν καὶ εἶπον αὐτῷ ὅπως ὀφείλει ἀποδοῦναι τῷ πάπᾳ τὸν χαιρετισμόν, ὅν ἐξ ἔθους ἀπονέμουσιν πάντες αὐτῷ. ὁ δὲ πατριάρχης εἶπεν, ὅτι· οὐκ ὀφείλω ἐγὼ τοιοῦτον ἀσπασμόν, ἀλλ΄ ἐπειδὴ ἀδελφοί ἐσμεν, δεῖ περιπτύξασθαι καὶ ἀσπάσασθαι ἀλλήλους ἀδελφικῶς. ἄλλως οὖν οὐ ποιήσω. εἶπε δὲ καὶ ἄλλους τινὰς λόγους περὶ τούτου ὁ πατριάρχης, πρὸς οὕς ἀπελογήσαντο καὶ οἱ ἐκ τοῦ πάπα καὶ ἀπῆλθον. ἦν δ΄ εὐθὺς καὶ ὁ τοιοῦτος πρῶτος χαιρετισμὸς καταπεφρονημένος· οὔτε γὰρ ἐποίησε τὴν ὑπαντὴν, ἔτι ὄντος τοῦ πατριάρχου πορρωτέρω, οὔτε καρδηνάλιον ἔστειλεν ὡς ἔχει ἔθος καὶ εἰς ὑπαντὴν τῶν καρδηναλίων ποιεῖν, οὔτε πλείονας ἐπισκόπους.

[←174]

Αυτή η δήλωση, που είχε γίνει στη Βενετία, είχε σκανδαλίσει πολλούς στην ακολουθία τού καρδινάλιου Αλμπεργκάτι: «Προσβλήθηκαν κάποιοι μεγάλοι, που αποκάλεσε αδελφό του τον δικό μας ποντίφηκα» (Offendit quosdam de majoribus quod pontificem nostrum appellet fratrem suum). Ο Τραβερσάρι λοιπόν θεώρησε απαραίτητο να προειδοποιήσει τον Ευγένιο Δ΄, να μην προσβληθεί σε περίπτωση που ο πατριάρχης τον αποκαλούσε αδελφό (Laurent 1971: 231 σημ. 3).

[←175]

Στο κείμενο, πληθούσης ἀγορᾶς. Αυτός ο χρονικός προσδιορισμός, δηλαδή την ώρα που η αγορά είναι γεμάτη κόσμο, συναντιέται συχνά σε Έλληνες ιστορικούς. Πρβλ. Ξενοφώντα, Κύρου Ανάβασις, 1.8.1:
καί ἤδη τε ἦν ἀμφί ἀγοράν πλήθουσαν.

[←176]

Η νηοπομπή έφτασε κοντά στο κάστρο τής Φερράρας στις 7 Μαρτίου (Laurent 1971: 231 σημ. 5).

[←177]

O Laurent 1971: 233 σημ. 1, συμφωνεί ότι υπήρχαν πράγματι μόνο έξι επισκόποι, χωρίς καρδινάλιο, για να χαιρετήσουν τον πατριάρχη κατά την άφιξή του. Τα Ελληνικά και τα Λατινικά Πρακτικά είναι πολύ διακριτικά γι’ αυτό το ανάρμοστο καλωσόρισμα.

[←178]

Συρόπουλος 4.32: Ὁ δὲ πατριάρχης προσκαλεσάμενος ἐγγὺς τοὺς ἀρχιερεῖς τε καὶ ἡμᾶς, εἶπεν· ἠκούσατε τί διαμηνύεται ὁ πάπας ἡμῖν; θέλει ἵνα ἀσπασώμεθα τὸν αὐτοῦ πόδα. εἶπεν οὖν ὁ Τραπεζοῦντος· νῦν ὁρίζεις πάντα πρὸς ἡμᾶς; καὶ τίνα ἦσαν ἅπερ ἔφασκες ἡμῖν ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει, ὅτι πάντα τὰ ἐκεῖσε καλῶς διεθέμεθα καὶ ὑποδέξονται ἡμᾶς μετὰ μεγάλης τιμῆς καὶ ἀγάπης καὶ πᾶσαν θεραπείαν καὶ ἀνάπαυσιν εὑρήσομεν παρὰ τοῦ πάπα καὶ τῶν Λατίνων; ὁ δὲ πατριάρχης ἔφη· καὶ ποῦ ἐνεθυμήθην ἔγωγε τοῦτο; καὶ ὁ Τραπεζοῦντος εἶπεν· ἀλλ΄ ἐκεῖθεν ἔδει καὶ τοῦτο καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα ἐνθυμηθῆναι καὶ περιστῆναι· ὅταν γὰρ ἠρωτῶμεν καὶ ἐζητοῦμεν, ἵνα εἰδῶμεν πῶς καὶ ἐπὶ τίσιν ἀπελευσόμεθα πρὸς Λατίνους, καὶ ὥριζες· ἑτοιμάσθητε μόνον ἵν΄ ἀπέλθωμεν, τὰ δ΄ ἐκεῖσε ὄψεσθε πάντα καλῶς ὑφ΄ ἡμῶν κατασκευασθέντα καὶ συμφωνηθέντα, ἐνομίζομεν ὡς οὐδὲν κατελείφθη τῶν δεόντων μὴ ζητηθὲν καὶ συμφωνηθέν. ὅμως ὁ Χριστόφορος ἐποιήσατο πολὺν λόγον ἐκεῖσε περὶ καθέδρας τοῦ τοποτηρητοῦ τοῦ πάπα. εἰ μὴ γοῦν καὶ ἔκ τινος ἄλλου, ἀλλ οὖν ἐκ τούτου γε μόνον ἔδει φροντίσαι καὶ τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου περὶ τῶν σῶν δικαίων. εἶτα εἶπε καὶ αὐτὸς καὶ πάντες, ὅτι τοῦτο οὔτε δίκαιόν ἐστιν, οὔτε πρέπει, οὔτε συμφέρει γενέσθαι, κἄν εἴ τι καὶ προβήσεται· εἶπε δὲ καὶ ὁ πατριάρχης, ὅτι· ἀδύνατόν ἐστιν ἵνα συγκαταβῶ ὅ νῦν λέγουσιν, οὔτε εἰς ἐμαυτόν, ἀλλ΄ οὐδὲ εἰς ὑμᾶς. ποῦ δέ εἰσιν οἱ πρὶν σταλέντες παρ΄ ἡμῶν ἀρχιερεῖς; ἐκείνους ἔδει γράψαι καὶ δοῦναι ἡμῖν εἴδησιν περὶ τούτου ἔτι οὖσιν ἐν τῇ Βενετίᾳ· οἱ δὲ οὐδὲ μέχρι τοῦ νῦν πρὸς ἡμᾶς ἐφάνησαν. διαμηνυθήτωσαν ἐλθεῖν ἐνταῦθα. τούτου δὲ γεγονότος, ἦλθεν ὁ Ἡρακλείας μόνος, ἐπεὶ ὁ Μονεμβασίας ἐνόσει, καὶ διηγήσατο ὅπως ὅτε προσεκύνησαν τὸν πάπαν, εὐθὺς εἷς τῶν παρισταμένων αὐτῷ τὸ κράσπεδον τοῦ παπικοῦ ἰματίου ἄρας, τὸν ἀσπασμὸν τοῦ ποδὸς παρ΄ αὐτῶν ἐξεδέχετο· οὗ γενομένου, αὐτοὶ μὲν ἔστησαν καὶ οὐ πλέον τι πεποιήκασι. προσῆλθον δὲ οἱ Δισύπατοι καὶ ἀσπάσαντο αὐτόν· ὅθεν καὶ πρὸς αὐτοὺς μὲν εὐμενῶς διετέθη ὁ πάπας καὶ ἀνεδέξατο αὐτούς, πρὸς δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς ἀηδῶς διετέθη καὶ παρέβλεψεν αὐτούς μηδένα λόγον περὶ αὐτῶν ποιησάμενος· ἔκτοτε δὴ κάθηνται μόνον εἰς κατούναν, ἥν ἔδωκαν αὐτοῖς ὁρισμῷ τοῦ μαρκέση. εἰρηκότος δὲ τοῦ πατριάρχου, ὅτι· ἐπεὶ οὕτως εἴδετε, δέον ἦν ἵνα διαμηνύσητε καὶ ἡμῖν ταῦτα, εἶπεν ὁ Ἡρακλείας· οὐχ εὕρομεν εὐκόλως μηνυτήν.

[←179]

Καθέδρα: εκκλησιαστικός θρόνος.

[←180]

Συρόπουλος 4.33: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔστειλεν αὖθις τὸν Βουλλωτὴν δηλῶν τῷ πατριάρχῃ ὅπως ἀγωνίζεται ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς τὸν πάπαν διὰ μηνυτῶν καὶ ὅτι δεῖ καὶ αὐτὸν ἐνίστασθαι. εἶτα περὶ δείλην ὀψίαν ἦλθον πάλιν οἱ ἐκ τοῦ πάπα ἐπίσκοποι καὶ τὸν τοῦ ποδὸς ἀπῄτησαν ἀσπασμόν. ἀπελογήσατο δὲ ὁ πατριάρχης μετὰ τῆς ἀνηκούσης ἐνστάσεως, ὅτι· πόθεν ἔχει τοῦτο ὁ πάπας ἤ ποία τῶν συνόδων δέδωκεν αὐτῷ τοῦτο; δείξατε πόθεν ἔχει αὐτὸ καὶ ποῦ καταγράφεται; ὅμως ὁ πάπας λέγει ὅτι ἔστι διάδοχος τοῦ ἁγίου Πέτρου. εἰ οὖν ἐκεῖνός ἐστι τοῦ Πέτρου διάδοχος, ἐσμὲν καὶ ἡμεῖς διάδοχοι τῶν λοιπῶν ἀποστόλων. ἠσπάζοντο οὖν οἱ ἀπόστολοι τὸν πόδα τοῦ ἁγίου Πέτρου; τὶς ἤκουσε τοῦτο; ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ ἐπίσκοποι, ὅτι ἀρχαῖον ἔθος ἐστὶ τοῦ πάπα, καὶ πάντες ἀπονέμουσιν αὐτῷ τὸν τοιοῦτον ἀσπασμὸν καὶ ἐπίσκοποι καὶ ῥῆγες καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἀλαμανῶν καὶ οἱ καρδηνάλιοι, οἵ καὶ μείζους τοῦ βασιλέως εἰσὶ καὶ ἱερωμένοι. καὶ ὁ πατριάρχης εἶπεν, ὅτι· τοῦτο ἔνι καινοτομία, καὶ οὐ στέρξω οὐδὲ ποιήσω τοῦτό ποτε· ἀλλ΄ εἰ μὲν θέλει ὁ πάπας, ἵνα ἀσπάσωμαι αὐτὸν ἀδελφικῶς κατὰ τὸ ἡμέτερον ἔθος τὸ ἀρχαῖον καὶ ἐκκλησιαστικόν, οὕτω καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπελεύσομαι· εἰ δὲ τοῦτο οὐκ ἀποδέχεται, παραιτοῦμαι πάντα καὶ ὑποστρέφω. ἀπῆλθον οὖν οἱ ἐπίσκοποι εἰπεῖν ταῦτα τῷ πάπᾳ, καὶ ἤργησαν ὥραν ἱκανήν. εἶτα πάλιν ἦλθον τὰ αὐτὰ λέγοντες, καὶ ὅτι πῶς ἐστι δυνατὸν τοιαύτης στερηθῆναι τὸν πάπαν τιμῆς; ὁ δὲ πατριάρχης τῶν προτέρων ἀντείχετο λόγων τε καὶ ἀγώνων. πολλῶν οὖν ἐν τῷ μεταξὺ κινηθέντων λόγων παρ΄ ἑκατέρων τῶν μερῶν καὶ μεγάλης γεγονυίας ἐνστάσεως περὶ τοῦ ἀσπασμοῦ τοῦ τε πατριάρχου καὶ τῶν περὶ αὐτόν, ὥρισε τελευταῖον ὁ πατριάρχης, ὡς· εἰ μὴ παραιτήσεται ὁ πάπας καὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τοὺς ἄρχοντάς μου τοὺς σταυροφόρους τὸν τοῦ ποδὸς ἀσπασμόν, ἀδύνατόν ἐστιν ἐκ τοῦ πλοίου με ἐξελθεῖν· δοκεῖ γὰρ μὴ προβαίνειν κατὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ Θεοῦ τὴν παροῦσαν συνάθροισιν καὶ συζήτησιν, διὸ καὶ ἐπήγαγεν ἡμῖν ὁ Θεὸς τὸν τοιοῦτον ἐμποδισμόν· ὅθεν καὶ ὑποστρέψω ἀπαραιτήτως, ἔτι ὤν ἐν τῷ πλοίῳ, πρὸ τοῦ καὶ ἑτέρων δεινῶν πειραθῆναί με. ἀπῆλθον οἱ ἐπίσκοποι καὶ ἀπήγγειλαν ταῦτα τῷ πάπᾳ· καὶ μετὰ παραδρομὴν ὥρας ἱκανῆς ἐλθόντες εἶπον, ὅτι· ὁ μακαριώτατος πάπας διὰ τὸ καλὸν τῆς εἰρήνης καὶ ἵνα μὴ γένηταί τις ἐμποδισμὸς εἰς τὸ θεῖον τοῦτο τῆς ἑνώσεως ἔργον ἀπὸ τῆς παρούσης αἰτίας παραιτεῖται καὶ τὸ ἴδιον δίκαιον καὶ ἰδοὺ ἐλθεῖν προσκαλεῖται τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου. πλὴν ὁρίζει, ὅτι ἄλλως ἐβούλετο ἑτοιμᾶσαι τὴν ἀπ΄ ἐκείνου πρὸς σὲ ὑποδοχήν· ἐσκέπτετο γὰρ ποιῆσαι ταύτην παρρησίᾳ ἐν πλήθει ἀρχόντων καὶ παραστάσει μεγάλῃ· νῦν δὲ οὐχ οὕτω ποιήσει, διότι πολὺ τῆς ἰδίας ἀφαιρεῖται τιμῆς καὶ οὐκ ἀποδέχεται δῆλον τοῦτο γενέσθαι πολλοῖς, ἀλλ΄ ὑποδέξεταί σε ἐν ἰδίῳ κελλίῳ, παρόντων μόνων τῶν καρδηναλίων. ἐλθὲ οὖν πρῶτον μετὰ ἕξ ἀπὸ τῶν ἰδικῶν σου, ὧν ἄν ἐθέλῃς, καὶ μετὰ τὸ προσκυνῆσαι καὶ αὐτοὺς, εἰσελθέτωσαν ἕτεροι ἕξ καὶ προσκυνησάτωσαν, καὶ ἐξελθόντων αὐτῶν ἕτεροι πάλιν ἕξ εἰσελθέτωσαν καὶ προσκυνησάτωσαν, καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον προσκυνησάτωσαν ὅσους ἄν ὁρίσῃς.

[←181]

Συρόπουλος 4.34: Ἦλθε δὲ καὶ ὁ μαρκέσης μετὰ τῶν ἐπισκόπων ἐν ταύτῃ τῇ τελευταίᾳ συνελεύσει καὶ προσεκαλεῖτο τὸν πατριάρχην ἐξελθεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ πρὸς τὸν πάπαν ἀφικέσθαι, ἔπειτα εἰς οἰκίαν ἀναπαύσασθαι. ἐπεὶ δὲ ἑσπέρα ἦν (ὅλη γὰρ ἡ ἡμέρα παρῆλθεν ἱσταμένων ἡμῶν μετὰ τοῦ πλοίου, μέχρις ἄν τὸ περὶ τῶν δηλωθέντων διορθωθῇ), πάλιν ἐν τῷ πλοίῳ ἐμείναμεν. ἅμα δὲ πρωΐ προσωρμίσθημεν ἐγγὺς τοῦ κάστρου, καὶ ἐξελθόντες εὐθὺς ἀνέβημεν ἵππους τοὺς παρὰ τοῦ μαρκέση ἑτοιμασθέντας, καὶ προπεμπόντων αὐτοῦ τε τοῦ μαρκέση καὶ καρδηναλίου τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ πάπα Μαρτίνου καὶ ἑτέρων ἐπισκόπων καὶ ἀρχόντων, ἤλθομεν ἐν τοῖς προαυλίοις τοῦ πάπα, καὶ ἀποβάντες τῶν ἵππων διήλθομεν πεζοὶ τὴν αὐλήν, ἐφίππου ὄντος τοῦ πατριάρχου, μέχρι τῶν εἰς τὸ παλάτιον ἀναβαθμῶν. ἐκεῖσε δ΄ ἀποβάντος καὶ αὐτοῦ, ἀνήλθομεν μετ΄ αὐτοῦ, καὶ διελθόντες τοὺς ἐν τῇ πρώτῃ πύλῃ ὑπηρέτας τοῦ πάπα τοὺς τὰς ἀργυρέας τράπας κατέχοντας, ὑπὲρ εἴκοσιν ὄντας, εἰσήλθομεν εἰς τὸν τρίκλινον, καὶ διαβάντες αὐτόν, εἰς ἑτέρου τε τρικλίνου πύλην ἐλθόντες, εὕρομεν ἐν αὐτῷ ἄρχοντας πλείους οἶμαι τῶν δέκα ῥάβδους κατέχοντας πεντασπιθαμιαίας χασδέοις κοκκίνοις ἐνδεδυμένας καὶ μέσον ἀργυροδιαχρύσῳ κεκοσμημένας μεσεμβολήματι· οἵ τὴν τοῦ δευτέρου τρικλίνου πύλην ἀνοίξαντες ἐνέδωκαν ἡμῖν εἰσελθεῖν, καί τινες ἐξ αὐτῶν προηγούμενοι εἰς κελλίον εἰσήγαγον, ἐν ᾧ κλίνη ἦν περιφανῶς ἐστρωμένη, καὶ μετὰ τοῦτο εἰς ἕτερον κελλίον εἰσαγαγόντες, εἰς ἕτερον αὖθις τρίκλινον ὁμοῦ πάντας ἡμᾶς εἰσήγαγον, ἀνοιξάντων τῶν τοῦ πάπα κελλικῶν κλειδούχων τὴν τοῦ τρικλίνου τούτου πύλην καὶ μετὰ τὸ εἰσελθεῖν ἡμᾶς κλεισὶ πάλιν ἀσφαλισάντων· οὕτω γάρ ἐστιν αὐτοῖς ἔθος ἀεὶ καὶ εἰσιοῦσι καὶ ἐξιοῦσι κλεισὶ τὰς τῶν κελλίων ἀσφαλίζεσθαι πύλας ἔνδοθέν τε καὶ ἔξωθεν, πάντων τῶν κελλικῶν ὀρμαθοὺς κλειδῶν ἐχόντων τῶν ἑαυτῶν ζωνῶν ἐξηρτημένας. ἐν ᾧ δὴ τρικλίνῳ συγκεκλεισμένους ἡμᾶς προσμεῖναι κελεύσαντες τὸν πατριάρχην μετεκαλέσαντο.

[←182]

Το Σάββατο 8 Μαρτίου, κατά την πρώτη ώρα τής ημέρας. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 9:
«Στις 8 Μαρτίου το πρωί, την πρώτη ώρα τής ημέρας, ήρθαν εικοσιπέντε περίπου καρδινάλιοι και επίσκοποι και ο μαρκήσιος, ο αφέντης τής περιοχής, και μαζί του μεγάλο πλήθος αρχόντων, και άλογα και μουλάρια, ανεβαίνοντας στα οποία μπήκαμε στη Φερράρα»
(Τῷ πρωὶ δὲ ὥρᾳ α΄ τῆς ἡμέρας μαρτίῳ η΄, ἦλθον καρδινάλιοι καὶ ἐπίσκοποι ὡσεὶ εἴκοσι πέντε, καὶ ὁ μαρκέσιος τῆς χώρας ὁ αὐθέντης, καὶ σὺν αὐτῷ πλῆθος ἀρχόντων πολύ, καὶ ἵπποι καὶ ἡμίονες· οἷς ἐποχηθέντες εἰσήλθομεν τὴν Φερραρίαν).

[←183]

Και από τούς δύο γιους του, όπως και με τον αυτοκράτορα (Laurent 1971: 235 σημ. 5).

[←184]

Τον Πρόσπερο Κολόννα. Φαίνεται ότι δεν ήταν ο μόνος, γιατί οι πηγές, αν και αποκλίνουν ως προς τον αριθμό, υποδεικνύουν αρκετούς: έξι, τέσσερις ή δύο, τον Πρόσπερο Κολόννα και τον Ντομένικο Καπράνιτσα. Αναφέρεται επίσης ότι ο πατριάρχης ίππευε ανάμεσα σε δύο καρδινάλιους (Gill, Acta, σελ. 9 και 34) και ότι εισήλθε στη Φερράρα από την πύλη τού Σαν Ρομάνο:
ἦν δέ ὁ πατριάρχης ἔφιππος καί ᾤχετο μεταξύ δύο καρδιναλίων μετά τιμῆς μεγάλης (Laurent 1971: 235 σημ. 6).

[←185]

Βλέπε Gill, Acta, σελ. 9 (Laurent 1971: 235 σημ. 7):
«Ήρθαν εικοσιπέντε περίπου καρδινάλιοι και επίσκοποι και ο μαρκήσιος, ο αφέντης τής περιοχής, και μαζί του μεγάλο πλήθος αρχόντων»
(ἦλθον καρδινάλιοι καὶ ἐπίσκοποι ὡσεὶ εἴκοσι πέντε, καὶ ὁ μαρκέσιος τῆς χώρας ὁ αὐθέντης, καὶ σὺν αὐτῷ πλῆθος ἀρχόντων πολύ).

[←186]

Στο κείμενο, ἀργυρέας τράπας. Στη λατινική μετάφραση τού 1660, «ασημένιες τρίαινες» (argenteas fuscinulas). Ο Laurent 1971: 237 σημ. 1, παραπέμπει στον Suicerus, Thésaurus, II, στηλ. 1284-1285:
«τράπη στους σύγχρονους Έλληνες, αντί για τράπηξ που σημαίνει δόρυ»
(τράπη apud recentiores Graecos pro τράπηξ, quod hastam significat).

[←187]

Στο κείμενο, χασδέοις κοκκίνοις. Ο Laurent 1971: 237 σημ. 2, παραπέμπει στον Ducange, Glossarium, στηλ. 1739-1740 για χάσδιον.

[←188]

Συρόπουλος 4.35: Ὁ δέ, συμπαραλαβὼν τὸν Τραπεζοῦντος, τὸν Ἐφέσου, τὸν Κυζίκου, τὸν Σάρδεων, τὸν Νικαίας καὶ τὸν Νικομηδείας, εἰσῆλθε μετ΄ αὐτῶν, τὴν τοῦ κελλίου πύλην ἀνοιξάντων ἅμα τῶν κελλικῶν καὶ μετὰ τὸ εἰσελθεῖν εὐθὺς κλεισὶν ἀσφαλισαμένων. καὶ εἰσελθὼν ὁ πατριάρχης μετὰ τῶν δηλωθέντων ἠσπάσατο τὸν πάπαν, καθὼς ἐτάχθη, καὶ ἐκάθισεν· οὕτω δὲ ἠσπάσαντο αὐτὸν καὶ οἱ μετ΄ αὐτοῦ, καὶ ὀλίγον προσειρηκότες ἀλλήλους ὁ πάπας τε τῷ πατριάρχῃ καὶ οὗτος αὖθις ἐκείνῳ, μετὰ μικρὸν ἦλθον οἱ κελλικοὶ μετὰ τοῦ Νικομηδείας καὶ εἰσῆξαν ἑτέρους ἕξ τῶν ἀρχιερέων, καὶ προσεκύνησαν καὶ ἠσπάσαντο τὸν πάπαν· εἶτα τούτους ἐκβαλόντες τοὺς ἐναπολειφθέντας αὖθις εἰσῆξαν ἀρχιερεῖς, καὶ μετὰ τὴν ἐκείνων ἐξέλευσιν εὐθὺς τοὺς σταυροφόρους εἰσῆξαν ἡμᾶς. εἴδομεν οὖν τὸν μὲν πάπαν καθήμενον ἐπὶ τοῦ ἐπῃρμένου αὐτοῦ θρόνου, κειμένου πλησίον καὶ ἐπὶ δεξιῷ μέρει πύλης κεκλεισμένης τῆς εἰς ἕτερον εἰσαγούσης κελλίον· ἀπὸ δὲ τοῦ δεξιοῦ μέρους τοῦ πάπα, ὅσον μιᾶς καθέδρας διάστημα καταλειφθέν, τὸ ἐφεξῆς εἶχε καθημένους τοὺς καρδηναλίους ἐν καθέδραις ἴσαις κατὰ πάντα καὶ ὁμοίαις τῷ ὑποποδίῳ τοῦ πάπα, ὧν τὸ ὕψος ἴσον ἐστὶ τοῖς παρ΄ ἡμῖν σωπεδίοις, ἐξ εὐωνύμων δὲ ἀποχῆς καταλειφθείσης ὅσον τὸ διάστημα τῆς δηλωθείσης παρεῖχε πύλης, καὶ ἑτέρας τοσαύτης ἀποχῆς, ἐν ᾗ ὁ Χριστόφορος παρίστατο ὡς μεταγλωττιστής, μετ΄ αὐτὴν καθήμενον τὸν πατριάρχην ἐν ἑνὶ τῶν δηλωθέντων ὑποποδίων, καὶ μετ΄ αὐτὸν παρισταμένους δουλοπρεπῶς τοὺς ἐξ ἀρχῆς εἰσελθόντας καὶ προὔχοντας τῶν ἀρχιερέων. προσκυνήσαντες οὖν καὶ ἡμεῖς τὸν πάπαν, ἠσπασάμεθα ἥν παρέσχεν ἡμῖν αὐτοῦ χεῖρα καὶ παρειὰν καὶ ἐξήλθομεν. ἕτερος δέ τις οὐκ εἰσῆλθε μεθ΄ ἡμᾶς· ἀλλὰ μετὰ βραχὺ ἐξῆλθε καὶ ὁ πατριάρχης, τῶν κελλικῶν τοῦ πάπα ἐν ταῖς εἰσελεύσεσι καὶ ἐξελεύσεσιν ἑκάστης ἡμῶν τάξεως κλεισὶ διανοιγόντων τὰς πύλας καὶ εὐθὺς ὁμοίως ἀσφαλιζομένων. οἱ δὲ ἐξερχόμενοι πάντες συνηγόμεθα εἰς ὅν ἐξ ἀρχῆς συνέκλεισαν ἡμᾶς τρίκλινον· ὅτε δὴ καὶ ὁ πατριάρχης ἐξῆλθεν, ἀνοίξαντες τὴν τοῦ τρικλίνου πύλην, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐξόδου παρέσχον ἡμῖν, καὶ οὕτω κατελθόντες τοῦ παλατίου καὶ ἐπιβάντες τῶν ἵππων, διεσώσαμεν τὸν πατριάρχην εἰς τὴν ἑτοιμασθεῖσαν αὐτῷ οἰκίαν καὶ ἡμῶν ἕκαστος εἰς τὸ δοθὲν κατήντησε καταγώγιον. Σάββατον δ΄ ἦν δεύτερον τῶν νηστειῶν, ὅτε ταῦτα ἐγένετο, ὀγδόην ἄγοντος τοῦ μαρτίου. ὁ δὲ μαρκέσης ἐποίησεν ἡμῖν ἄριστον καὶ δεῖπνον, ὁμοίως δὲ καὶ τῇ μετ΄ αὐτήν.

[←189]

Στο κείμενο σωπέδια. Πρβλ. περιγραφή Κωδινού Κουροπαλάτη (Περί τῶν Ὀφφικιαλίων τοῦ Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν ὀφφικίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη, 1839, σελ. 63):
«Ο αυτοκράτορας σηκώνεται αμέσως. Και το σκαμνί στο οποίο πατάει, τρέχει και το κρατάει και με τα δύο χέρια ένας από τούς παρά τον αυτοκράτορα κατάλληλους νέους με ακάλυπτο το κεφάλι, ώστε ο αυτοκράτορας να πατήσει σταθερά»
(ὁ βασιλεὺς εὐθέως ἀνίσταται. ὅ δὲ πατεῖ σουππέδιον, τῶν τῷ βασιλεῖ κατὰ γένος προσηκόντων νέων ἀπὸ τῶν ἀσκεπῶν τις δραμὼν ἀμφοτέραις κατέχει χερσίν, ὥστε τὸν βασιλέα ἑδραίως πατεῖν).

[←190]

Με πομπή ακόμη λιγότερο επίσημη απ΄ ό,τι κατά την άφιξη, σύμφωνα με τα Λατινικά Πρακτικά που υπογραμμίζουν την απουσία καρδιναλίων, αλλά με συνοδεία τουλάχιστον ίση σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 10), που αναφέρουν την παρουσία των δύο προαναφερθέντων καρδιναλίων (Laurent 1971: 237 σημ. 3):
«Όταν λοιπόν έγινε ο ασπασμός και βγήκαμε από το παλάτι, ανεβήκαμε πάλι στα άλογα και φύγαμε μαζί με τον πατριάρχη, ακολουθώντας μέχρι το σπίτι που είχε ετοιμαστεί γι’ αυτόν. Τον αφήσαμε εκεί και φύγαμε, καθένας για το μέρος που είχε ετοιμαστεί για εμάς»
(τοῦ ἀσπασμοῦ τοιγαροῦν γενομένου καὶ τοῦ παλατίου ἐξελθόντες, τοῖς ἵπποις πάλιν ἐπιβάντες, τῷ πατριάρχῃ ἀπήλθομεν ὀψικεύοντες ἕως τὸν ἡτοιμασμένον οἶκον αὐτοῦ· ὅν ἐκεῖσε καταλιπόντες ἀπήλθομεν ἕκαστος, ὅπου ἄν ἡτοιμάσθη ἡμῖν).

[←191]

Στην «οικία των Ρομπέρτι» (κάζα ντέλλι Ρομπέρτι) (Laurent 1971: 238 σημ. 1).

[←192]

Συρόπουλος 4.36: Ἐν ἐκείνῃ δὲ τῇ ἡμέρᾳ μετὰ μεσημβρίαν διεμηνύσατο ὁ πατριάρχης τῷ πάπᾳ, ὅτι· ἡμεῖς μετὰ τὸ εἰσελθεῖν εὶς τὰ ὅρια τῆς σῆς μακαριότητος οὐκ ἐποιήσαμεν οὐδὲ τὸ τυχὸν ἐπισκοπικόν, τὴν παρακέλευσιν διατηροῦντες τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων· νῦν δὲ ἐλθόντες ἐνταῦθα, ζητοῦμεν ἵνα ἔχωμεν τὴν συνήθη ἡμῖν ἐκκλησιαστικὴν ἀκολουθίαν καὶ τὴν λειτουργίαν ἡμῶν καὶ πᾶσαν τὴν τάξιν, ἥν ἡμεῖς ἔχομεν, μετὰ θελήματος καὶ ἐνδόσεως τῆς μακαριότητός σου. ὁ γὰρ πατριάρχης μετὰ τὸ παραμεῖψαι τὴν Κέρκυραν, ψαλλομένων τῶν ἑσπερινῶν ὕμνων καὶ ἐν τριήρει καὶ ἐν χέρσῳ καὶ ὲν αὐτῇ τῇ Βενετίᾳ πασῶν τῶν ἀκολουθιῶν καὶ τῶν λειτουργιῶν τελουμένων, οὐκ ἐδίδου τὴν συνήθη εὐλογίαν ἐν τῷ τέλει τῶν ὕμνων ἡμῖν τε καὶ τοῖς ἐκεῖσε εὑρισκομένοις. διὸ καὶ τὰ τοιαῦτα ἐζήτησεν. ὁ δὲ πάπας ἐνέδωκε ταῦτα καὶ διωρίσατο, ἵνα ἔχῃ τὴν ἰδίαν τάξιν ὸ πατριάρχης ὡς βούλεται. γενομένης οὖν τῆς ὑμνωδίας τοῦ ἑσπερινοῦ περιφανῶς ἔτι τε τῇ ἐπιούσῃ καὶ τῆς λειτουργίας, εὐλόγησε τοὺς εὑρεθέντας.

[←193]

Κατά τον Laurent 1971: 239 σημ. 3, ο πατριάρχης είχε κάνει χρήση τού δικαίωματός του, πιστεύοντας ότι το νησί τής Κέρκυρας, καθώς και οι ενετικές κτήσεις στη Ρωμανία, στις οποίες είχε πιάσει η νηοπομπή, βρίσκονταν ακόμη εντός τής δικαιοδοσίας του. Όμως, κατά τον Laurent πάντοτε, η εποχή κατά την οποία τα εδάφη αυτά αποτελούσαν μέρος τού Ἰλλυρικοῦ και επομένως τού Πατριαρχείου των Ρωμιών (από την αρχή μέχρι τον 8ο αιώνα) ήταν πια πολύ απομακρυσμένη.

[←194]

Κατά τη διάρκεια τής πανηγυρικής λειτουργίας, τής οποίας χοροστάτησε ο Ιωσήφ Β΄ με δεκαπέντε ιερείς την επόμενη Κυριακή, παρουσία τού μαρκησίου και όλων των ανατολικών αρχιερέων. Στο τέλος τής λειτουργίας όλοι οι βοηθοί έλαβαν το αντίδωρο. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 4 (Laurent 1971: 239 σημ. 4).

[←195]

Συρόπουλος 4.37: Μετὰ δὲ παρέλευσιν ἡμερῶν τεσσάρων διεμηνύσατο ὁ πάπας τῷ πατριάρχῃ, ὅτι· χρὴ περὶ τῆς προκειμένης ἡμῖν ὕλης ἄρξασθαι λέγειν. ὁ δὲ πατριάρχης ἀπεκρίνατο, ὡς· ἔτι τεταλαιπωρημένος ὤν ὑπὸ τῶν μακρῶν πελαγῶν καὶ τῆς ἐκεῖθεν ζάλης καὶ ταλαιπωρίας, οὐ δύναμαι λέγειν. ἤρχοντο δὲ καὶ καρδηνάλιοι καὶ ἐπίσκοποι καὶ φιλικῶς ὡμίλουν τῷ πατριάρχῃ. εἶτα διεμηνύσατο ὁ πατριάρχης τῷ πάπᾳ, ὡς βούλεται καὶ ἰδεῖν αὐτόν, καὶ ἵνα τάξῃ ἡμέραν καθ΄ ἥν ἀποδέχεται τοῦτο ποιῆσαι. ἐπιστάσης οὖν τῆς ἀποταχθείσης ἡμέρας, ἔφερον ἵππους ἵν΄ ἔφιπποι ἀπέλθωμεν πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ πατριάρχης ἐκέλευσε καὶ ἐποίησαν καινὴν ὀθόνην καὶ ἐνέδυσαν τὸν ἵππον ἐφ΄ οὗ ἔμελλε καθίσειν ἐκ κεφαλῆς μέχρι καὶ τῶν μυκτήρων καὶ τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐπέταξε δὴ ἵνα κατέχωσι καὶ τὸ διβάμβουλον καὶ τὸ δεκανίκιον ἔμπροσθεν αὐτοῦ. εἶπεν οὖν ὁ μέγας χαρτοφύλαξ, ὅτι· ἐνταῦθα οὐδὲν ἀνήκουσι προηγεῖσθαι ταῦτα, καὶ, εἰ ὁρίσεις, καταλειφθήτωσαν. καὶ εἶπεν ὁ πατριάρχης· λαβέτωσαν καὶ προηγείσθωσαν μετ΄ αὐτῶν. ἔφη δὲ ὁ μέγας χαρτοφύλαξ· καὶ διεμηνύσατο ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου περὶ τούτου τῷ πάπᾳ; καὶ ὁ πατριάρχης· διεμηνυσάμην, ἔφη, καὶ ἀντεμήνυσεν ἵνα ἔχω πᾶσαν τὴν τάξιν μου. ὅμως ἀφῆκε τὸ διβάμβουλον· καθεσθεὶς δὲ ἐπὶ τοῦ λευκοφόρου ἵππου καὶ τὴν ὁδὸν διερχόμενος ηὐλόγει τοὺς προστυχόντας· οἱ δὲ ἦσαν ῥάπται, γουνάριοι καὶ σκυτοτόμοι· τούτους γὰρ εἶχεν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἡ ὁδὸς ἥν διηρχόμεθα, οἵ καὶ ἐπὶ τοῖς ἐργαστηρίοις καθήμενοι καὶ τὴν τοιαύτην ἀσυνήθη ἱππασίαν καὶ εὐλογίαν θεώμενοι, ὡς ἐνεοὶ μόνον ἑώρων καθήμενοι.

[←196]

Δεκανίκιον: Ποιμαντορική ράβδος την οποία ο αυτοκράτορας απένειμε σε διακεκριμένους κληρικούς.

[←197]

Συρόπουλος 4.38: Ὡδήγησαν δὲ ἡμᾶς εἰς ἑτέραν πύλην τοῦ παλατίου, ἐν ᾗ ἡμεῖς μὲν τῶν ἵππων ἀπέβημεν· ὁ δὲ πατριάρχης διὰ τῆς ἐκεῖσε κλιμακοειδοῦς ἀναβάσεως ἔφιππος ἀνελθών, προηγουμένων ἡμῶν, τῶν δὲ καὶ ἑπομένων, εἰς τὸν τρίκλινον ἐπέζευσε, καὶ λαβὼν τὸ δεκανίκιον, εἰσῆλθεν εἰς κελλίον, ἐν ᾧ συνεισήλθομεν καὶ ἡμεῖς. εἶτ΄ ἐκεῖθεν, προοδοποιοῦντος τοῦ Χριστοφόρου, εἰσῆλθεν εἰς τὸν πάπαν καὶ ὡμίλει μετ΄ αὐτοῦ μόνος πρὸς μόνον δι΄ ἑρμηνέως τοῦ Χριστοφόρου. μετὰ δὲ παραδρομὴν ὥρας ἱκανῆς ἐξῆλθε, καὶ ἑτοιμαζόντων τὸν ἵππον ἐπιβῆναι ἔνθα καὶ ἐπέζευσεν, εἶπεν ὁ πατριάρχης· ἀγαγέτωσαν αὐτὸν κάτω. κατελθὼν οὖν καὶ ὁ πατριάρχης μεθ΄ ἡμῶν κἀκεῖσε ἐπὶ τοῦ ἵππου καθίσας, ἔφη· εἴπατε τῷ κατέχοντι τὸ δεκανίκιον ἵνα καλύπτῃ αὐτὸ ὑπὸ τὸ ἴδιον ἐπανωφόριον, ὥστε μὴ φαίνεσθαι, καὶ οὕτως εἰς τὸ ἴδιον ἀπεσώθη καταγώγιον. τῇ δ΄ ἐπιούσῃ ἠρωτήθη ὁ πατριάρχης, πῶς διετέθη ὁ πάπας πρὸς αὐτὸν καὶ πῶς ὑπέλαβεν ἔχειν αὐτὸν περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν. ὁ δὲ εἶπεν, ὅτι καλῶς. τοῦτο δὲ μόνον ἐμέμψατο ἡμῖν, ὅτι ὑπὸ πολλὴν δουλείαν ὑπετάξαμεν τὴν ἐκκλησίαν εἰς τὴν κοσμικὴν ἀρχήν. εἶτα ἠρωτήθη περὶ τοῦ δεκανικίου, καὶ εἶπεν, ὅτι· μέμνησθε ὅπως εὐλόγει ὁ λεγάτος ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει καί τισιν ἔδοξε βαρύ; ἐγὼ δὲ εἶπον· ἄφετε αὐτὸν ποιεῖν ὡς βούλεται· ὅμως τινὲς παρεκρούσαντο τοὺς ἐμοὺς λόγους καὶ ἐκώλυσαν αὐτόν. ἐκεῖνος τοίνυν ἐλθὼν ἐποίησεν ὅπερ εἴδετε νῦν εἰς ἡμᾶς. ἔφη δὴ πρὸς ταῦτα ὁ Τραπεζοῦντος· ἐγὼ καθὼς εἶδον τὴν καθέδραν καὶ τὴν τάξιν, ἐν ᾗ σε ἔταξεν ὁ πάπας καὶ οἵαν ὑπεροχὴν εἰς ἑαυτὸν διεπραγματεύσατο, ἠπόρησα καὶ κατ΄ ἐμαυτὸν ἔλεγον· ὁ πατριάρχης ἐστὶν ὁ κῦρ Ἰωσὴφ ὁ τὰ τοιαῦτα καταδεξάμενος; καὶ πῶς ἀνέχεται τῶν τοιούτων; καὶ ἔκτοτε στοχάζομαι, ὡς οὐδὲν ὑγιὲς προβήσεται εἰς ἡμᾶς.

[←198]

Συρόπουλος 4.39: Εἶτα κελεύει ὁ πάπας ὅτι δεῖ συναχθῆναι πάντας ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ συστῆσαι τὴν οἰκουμενικὴν σύνοδον καὶ σκέπτεσθαι καὶ περὶ τῶν ζητημάτων, ἵνα κηρυχθῇ πανταχοῦ, ὅτι ἐν τῇ Φεραρίᾳ συνέστη ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος· τὸ δὲ ἦν, ἵνα διὰ τῆς τοιαύτης φήμης στηριχθῇ μὲν καὶ ἑδραιωθῇ ὁ πάπας, ἡ δὲ ἐν Βασιλείᾳ σύνοδος ἐλαττωθῇ καὶ ἀτονήσῃ. ὥρισεν οὖν ὁ πατριάρχης τὸν Νικομηδείας, τὸν Τορνόβου, τὸν μέγαν χαρτοφύλακα καὶ ἐμέ, ἵνα ἐλθόντες ἴδωμεν πῶς βούλονται τάξαι τὰς καθέδρας. παρεγενόμεθα οὖν εἰς τὸν ναὸν τῆς ἐπισκοπῆς Φεραρίας, ὅς προμήκης καὶ μέγιστός ἐστιν, ἐπ΄ ὀνόματι τιμώμενος τοῦ ἁγίου Γεωργίου· ἔστειλε δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς κῦρ Μανουὴλ τὸν Ἰάγαριν καὶ κῦρ Γεώργιον τὸν Δισύπατον· εὕρομεν δ΄ ἐκεῖσε καὶ καρδηναλίους τόν τε Ἰουλιανὸν καὶ τὸν Φιρμάνον καὶ ἐπισκόπους τινάς. εἴδομεν οὖν ἐν τῷ ἀνατολικῷ μέρει τοῦ ναοῦ περὶ τὸ μέσον ἱστάμενοι τὸ ἀλτάριον, ἐν δὲ τῷ δεξιῷ μέρει κείμενον τὸν ἐπῃρμένον θρόνον, ὕπερθεν μὲν οὐρανὸν καμουχέϊνον εἰς ὕψος αἰωρούμενον ἔχοντα, ὄπισθεν δ΄ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ μέχρι καὶ τοῦ θρόνου βηλοθύρῳ ὁμοίῳ κοσμούμενον· κατὰ μῆκος δ΄ ἐκ τοῦ ἀλταρίου ἀπέχοντα ὡσεὶ εἴκοσι πέντε ποδῶν διάστημα· μετὰ δὲ τὸν θρόνον ἱκανοῦ καταλειφθέντος διαστήματος, σκίμποδες ἐφεξῆς ἐξ ἑκατέρου μέρους κατεσκευάσθησαν ὅμοιοι ἀναβαθμοῖς, ὡς ἄν ἐν ἐκείνοις καθέζοιντο οἱ ἐπίσκοποι. εἶπεν οὖν ἡμῖν ὁ Ἰουλιανός, ὅτι· ἰδού ὁ θρόνος τοῦ πάπα καὶ καθίσει αὐτός τε καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ἀπὸ τούτου τοῦ μέρους, ἀπὸ δὲ τοῦ ἑτέρου ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης καὶ οἱ λοιποὶ τῶν Γραικῶν. οὕτως εἶπεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς· εἶτα λέγει· δεῦρο ἵνα καθίσωμεν ἰδίᾳ, ὡς ἄν εἴπωμεν περὶ τούτων πλατύτερον. οὗ γεγονότος κἀκείνων ὀλίγον τι ἰδίᾳ βουλευσαμένων, εἶπεν αὖθις ὁ Ἰουλιανός, ὅτι· ἐπειδὴ ἕν μέρος ἐστὶ τῶν Λατίνων, ἕν δὲ τῶν Γραικῶν, καὶ τὸ μὲν ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καθίσει τοῦ ναοῦ, τὸ δ΄ ἐκ τοῦ ἑτέρου, δεῖ τὸν πάπαν μέσον καθίσαι ὡς πρῶτον καὶ συνοχέα πάντων, ἵνα καὶ ἑκάτερα τὰ μέρη συνέχῃ./i>

[←199]

Μανουήλ Ἰάγαρις: Διαφορετικός από τον Μᾶρκο Ἰάγαρι, επίσης διπλωμάτη στην υπηρεσία τού Ιωάννη Η΄. Βλέπε πιο κάτω, κεφ. ε’ παρ. 6. Ένα τρίτο μέλος αυτής τής οικογένειας, ο Ἀνδρόνικος Ἰάγαρις, έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, κεφ. γ’ παρ. 3.

[←200]

Ο Τσεζαρίνι, που θα διηύθυνε τη σύνοδο, έφτασε στη Φερράρα στις 8 Μαρτίου, την ίδια μέρα με τον πατριάρχη (Laurent 1971: 241 σημ. 2).

[←201]

Ο Ντομένικο Καπράνιτσα, καρδινάλιος τής Σάντα Μαρία ιν βία Λάτα, ονομαζόμενος Φιρμάνο ή ντι Φέρμο από το όνομα τής επισκοπής του. Γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1400 στην Παλεστρίνα, έγινε καρδινάλιος στις 24 Μαρτίου 1423, αλλά η προαγωγή του δημοσιεύθηκε μόλις στις 8 Νοεμβρίου 1430. Ήταν επίσκοπος Φέρμο από το 1425. Πέθανε στη Ρώμη στις 14 Αυγούστου 1458.

[←202]

Συρόπουλος 4.40: Τοῦτο δ΄ οὐκ ἔδοξεν ἡμῖν καλόν· διὸ καὶ πρὸς αὐτὸν εἴπομεν, ὅτι· ἐπεὶ καὶ ἡ αἰδεσιμότης σου εἴρηκεν, ὅτι δύο μέρη ἐσμέν, δεῖ μᾶλλον τὸν πάπαν μετὰ τοῦ ἰδίου εἶναι καὶ καθῆσαι μέρους, ὡσαύτως δὲ καὶ τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην αὖθις μετὰ τοῦ ἰδίου. ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ἔφη· ἀλλὰ μέσον τῶν μερῶν εἶναί τινα χρὴ σύνδεσμον. ἔσται γοῦν μέσος ὁ πάπας. ἡμεῖς δὲ εἴπομεν· οὐκ ἔστι χρεία τοῦ συνδέσμου τούτου· εἰ δὲ ἀπαραιτήτως θελήσει μέσος καθίσαι ὁ πάπας, ἕπεται καὶ ἐξ ἀνάγκης, ἵνα καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης μέσον καὶ πλησίον τούτου καθίσωσιν· ἄλλως γὰρ καθίσαι τούτους οὐκ ἐγχωρεῖ. ὁ δὲ Ἰουλιανὸς εἶπεν· ἀλλ΄ εἷς ὀφείλει εἶναι ὁ σύνδεσμος, δι΄ οὗ εἰς ἕν τὰ δύο μέρη συνδέοιντο· δύο δὲ καὶ τρεῖς ἔνα σύνδεσμον οὐ ποιοῦσι. λόγων οὖν πολλῶν κινηθέντων ἐπὶ τοῖς τοιούτοις, ἀπήλθομεν καὶ ἀνηνέγκαμεν ταῦτα τῷ τε βασιλεῖ καὶ τῷ πατριάρχῃ, οἵ καὶ μεγάλως δυσχεράναντες ἀνελάβοντο τὸν περὶ τούτου ἀγῶνα, καρδηναλίων καὶ ἐπισκόπων πρὸς αὐτοὺς παραγενομένων, καὶ μάλιστα πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ περὶ τῶν καθεδρῶν ἀγωνιζομένων. μετὰ τὰς πολλὰς οὖν φιλονεικίας τε καὶ ἐνστάσεις εἶπον, ἵνα ὁ μὲν τοῦ πάπα θρόνος τεθῇ κατὰ τὸ μεσαίτατον τοῦ πλάτους τοῦ ναοῦ· εἶτ΄ ἀπὸ τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τοῦ πάπα μετὰ τοὺς τοῦ θρόνου ἀναβαθμοὺς διαστήματος κενοῦ καταλειφθέντος κατὰ τὸ πλάτος, ὅσον ὁ τοῦ βασιλέως θρόνος ἐπέχει, ἐκεῖσε μὲν τεθεῖναι καὶ τὸν βασιλικὸν θρόνον· κατὰ δὲ τὸ μῆκος ὄπισθεν, ὡς εἶναι τὰ ἐμπρόσθια τοῦ βασιλικοῦ θρόνου κατόπιν τῶν ὀπισθίων τοῦ παπικοῦ θρόνου, εἶθ΄ ἑτέρου τοσούτου καταλειφθέντος διαστήματος, μετὰ τὸν βασιλικὸν θρόνον κατά τε πλάτος καὶ κατὰ μῆκος ἐπὶ τὰ ὀπίσθια, ἐκεῖσέ πη καὶ τὸν τοῦ πατριάρχου τεθῆναι θρόνον, καὶ οὕτως ἐν τῇ οἰκουμενικῇ συνόδῳ συνεδριάζειν αὐτοὺς κατόπιν καὶ πρὸς νῶτ΄ ἀγωνιουμένους. ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦθ΄ ὡς καταγέλαστον ἀπεδοκιμάσθη, μετὰ πολλοὺς λόγους καὶ ἐνστάσεις μόλις ποτὲ ἐνέδωκαν, ἵνα καθίσῃ ὁ πάπας μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἀφ΄ ἑνὸς μέρους τοῦ δεξιοῦ, καθὼς ἐξ ἀρχῆς εἶπεν ὁ Ἰουλιανός, ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης μετὰ τῶν ἰδίων ἀπὸ τοῦ ἑτέρου μέρους· πλὴν οὐδὲ τοῦτ΄ ἐνέδωκαν ἁπλῶς καὶ ἀπεριέργως, ἀλλὰ μετ΄ ἀκριβῶν προσδιορισμῶν. εἶπον γάρ ὅτι μετὰ τὸν τοῦ πάπα θρόνον καὶ τοὺς ἀναβαθμοὺς αὐτοῦ, διαστήματός τινος καταλειφθέντος, τεθήσεται ὁ θρόνος τοῦ βασιλέως τῶν Ἀλαμανῶν καὶ μετ΄ ἐκεῖνον ἑξῆς καθεδοῦνται οἱ καρδηνάλιοι· ἀπὸ δὲ τοῦ ἀριστεροῦ μέρους καταντικρὺ καὶ κατ΄ ἰσότητα τοῦ Ἀλαμανικοῦ θρόνου τεθήσεται ὁ θρόνος τοῦ βασιλέως καὶ ἐφεξῆς τοῦ πατριάρχου. δυσχεραίνοντος δὲ τοῦ βασιλέως καὶ καταντικρὺ τοῦ πάπα καθίσαι ζητοῦντος, καὶ τίς ἡ χρεία τοῦ Ἀλαμανικοῦ θρόνου λέγοντος, ἐπεὶ οὔτε βασιλεὺς πάρεστι ἐνθάδε, ἀλλ΄ οὐδ΄ ἔστιν ὅλως (προετεθνήκει γάρ) εἶπον ἐκεῖνοι· ἀλλ΄ ἀνάγκην ἔχομεν τηρεῖν ἀεὶ καὶ φυλάττειν τὸν τόπον τοῦ βασιλέως ἡμῶν, καὶ εἰ μὴ ἐν τοῖς ζῶσίν ἐστιν· ἄλλως δὲ τεθῆναι τὰς καθέδρας ἤ ἔν τινι ὑπεροχῇ ἧς νῦν εἴπομεν τάξεως ἀδύνατόν ἐστιν. ἐπείσθη τοίνυν ἐξ ἀνάγκης εἰς ταῦτα ὁ βασιλεύς· ὁ δὲ πατριάρχης καὶ ἔτι δυσχεραίνων ἦν καὶ μὴ ἀνεχόμενος τὸν τοσοῦτον ὑποβιβασμὸν τῆς καθέδρας, καὶ ἠναγκάσθη ὁ βασιλεὺς πείθειν καὶ τὸν πατριάρχην πρὸς τοῦτο. ὡς δὲ καὶ ὁ πατριάρχης ἐζήτησεν οὐρανόν τε σχεδιάσαι ὕπερθεν τοῦ αὐτοῦ θρόνου καὶ βηλόθυρον ὄπισθεν, καὶ οὐδὲ τοῦτο ἐνέδωκεν ὁ πάπας, διὸ καὶ ἐλυπεῖτο ὁ πατριάρχης, ἀγανακτήσας ὁ βασιλεὺς ἔφη, ὅτι· νῦν ἔγνων ἀληθῶς, ὡς ἡ ζήτησις τοῦ θρόνου καὶ τῆς καθέδρας οὐχὶ διὰ τὴν συνοδικὴν τάξιν, ἀλλὰ δι΄ ὑπερηφανίαν μᾶλλον καὶ φαντασίαν ἐζητεῖτο κοσμικὴν πόρρω τῆς πνευματικῆς ἡμῶν καταστάσεως. ἔστειλε δὲ ὁ βασιλεὺς ἄρχοντας (ὁ γὰρ πατριάρχης οὐκ ἐθέλησε στεῖλαι), καὶ ἀπῆλθον εἰς τὸν ναὸν καὶ μετὰ τῶν ἐπισκόπων τοῦ πάπα σπαρτίῳ διαμετρήσαντες τὴν διάστασιν τοῦ Ἀλαμανικοῦ θρόνου, κατ΄ ἰσότητα καὶ καταντικρὺ τούτου καὶ τὸν τοῦ βασιλέως ἡμῶν ἔθηκαν θρόνον· καὶ ἐφεξῆς ὀλίγην τινὰ διάστασιν καταλιπόντες, τὸν πατριαρχικὸν ἔθηκαν θρόνον, καὶ μετὰ τοῦτον σκίμποδα διὰ τοὺς τοποτηρητάς.

[←203]

Kατά τον Laurent 1971: 244 σημ. 1, αυτό δεν ήταν πια αλήθεια όταν ειπώθηκε, γιατί ο Αλβέρτος τής Αυστρίας εξελέγη αυτοκράτορας τής Γερμανίας στις 18 Μαρτίου και στέφθηκε στο Αιξ-λα-Σαπέλ (Άαχεν) στις 31 Μαΐου. Όμως τα νέα έφτασαν στην παπική κούρτη μόλις την 1η Ιουλίου. Επομένως ο Ιωάννης Η΄ το αγνοούσε.

[←204]

Κατά τον Laurent 1971: 244 σημ. 2, είναι προφανές ότι ο θρόνος τού Γερμανού αυτοκράτορα τοποθετήθηκε σκόπιμα, για να αποτρέψει και να συγκρατήσει τις απαιτήσεις τού Βυζαντινού μονάρχη. Όπως προαναφέρθηκε (κεφ. γ’ σημ. 84), είναι αμφίβολο αν θα ερχόταν ο Σίγκισμουντ στη Φερράρα. Ο Αλβέρτος, ο διάδοχός του, δεν εμφανίστηκε ποτέ.

[←205]

Ο θρόνος τού πατριάρχη, χαμηλότερος από εκείνον τού πάπα κατά ένα περίπου μέτρο, είχε το ίδιο κόκκινο χρώμα και έμοιαζε με εκείνον σε όλα, εκτός από τον θόλο. Σύμφωνα με τον Αντρέ ντε Σάντα Κρότσε, ο πατριάρχης αντιμετωπιζόταν ως ο πρώτος από τούς καρδιναλίους (Laurent 1971: 245 σημ. 3).

[←206]

Συρόπουλος 4.41: Εἶτα τὸ τῆς ἀνακηρύξεως γραμμάτιον συνέθηκαν καθὼς ἤθελον οἱ Λατῖνοι, προηγουμένου τοῦ ὀνόματος τοῦ πάπα καὶ διοριζομένου ὅπως παραγενομένου καὶ τοῦ γαληνοτάτου βασιλέως τῶν Γραικῶν μετὰ τοῦ πατριάρχου καὶ πάσης τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, συνέστη ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἐν τῇ Φεραρίᾳ καὶ ἤδη ἤρξατο ἐξετάζειν καὶ περὶ τῆς τοῦ δόγματος διαφορᾶς. ἀλλὰ καὶ ἕτερον γράμμα πεποιήκασιν ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης μετὰ τοῦ πάπα καὶ τῶν καρδηναλίων, ἐν ᾧ συνεφώνησαν ἰδίως, ἵνα μέχρι καὶ διωρίας μηνῶν τεσσάρων μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν μηκέτι ποιήσωσι διαλέξεις περὶ τῆς δόξης, ἵνα τὸ δοκεῖν σταλῶσι πρέσβεις εἰς τοὺς ῥήγας καὶ εἰς τοὺς αὐθέντας καὶ ἔλθωσι καὶ ἐξ ἐκείνων εἰς τὴν σύνοδον τοποτηρηταὶ· μεταξὺ δὲ τῆς διωρίας ἵνα συνέρχωνταί τινες τῶν συνοδικῶν καὶ ἐξετάζωσι περὶ μερικῶν τινων διαφορῶν. διελαλοῦντο δὲ τὰ περὶ τῶν θρόνων καὶ συνεβιβάζοντο, ὡς ἀνωτέρω δεδήλωται, ὑπὲρ εἴκοσιν ἡμέρας.

[←207]

Όπως γράφει ο Laurent 1971: 245 σημ. 5, το κείμενο αυτής τής συμφωνίας δεν έχει βρεθεί. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 11:
«Αφού λοιπόν ομοφωνήσαμε, κηρύξαμε την έναρξη τής συνόδου στις 9 τού μηνός Απριλίου, την Τετάρτη τής αγίας και μεγάλης Σαρακοστής, με την παρακάτω συμφωνία: Ότι αν περνάει ο καιρός [και] δεν συνεδριάζει η σύνοδος, αλλά μάλλον μαίνεται [ο καιρός] εναντίον μας, και δεν μπορούμε εμείς να ενεργήσουμε διαφορετικά, να συζητάμε με κοινή απόφαση περί των δογμάτων. Κι αν μεν ενωθούμε, δόξα τω Θεώ, να χωριστούμε μεταξύ μας ειρηνικά, όπως προβλέπει η συμφωνία»
(ὁμογνωμήσαντες οὖν ἀνεκηρύξαμεν τὴν σύνοδον, μηνὶ ἀπριλλίῳ θ΄, τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγἀλῃ δ΄ τῆς τεσσαρακοστῆς, μετὰ συμφωνίας τοιαύτης· ὅτι ἐὰν πλημμελῇ ὁ καιρὸς [καὶ] ἡ σύνοδος οὐ συνέρχεται, ἀλλὰ μᾶλλον μαίνεται καθ’ ἡμῶν, καὶ μὴ ἐχόντων ἡμῶν ἄλλως πῶς ποιῆσαι, γνώμῃ κοινῇ ἴνα διαλεχθῶμεν περὶ τῶν δογμάτων· καὶ εἰ μὲν ἑνωθῶμεν, δόξα τῷ θεῷ, ἵνα μετ΄ εἰρήνης ἀπ΄ αλλήλων ἀπελθεῖν κατὰ τὴν δύναμιν τοῦ δεκρέτου γενήσεται ἡμῖν).

[←208]

Σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 101 κ.ε.), η πρωτοβουλία αυτής τής αναβολής οφειλόταν στον αυτοκράτορα, που ήθελε να δει τούς δυτικούς ηγεμόνες να ενώνονται μαζί του στη σύνοδο. Όμως, παρά τις προσκλήσεις και τις πρεσβείες, δεν εμφανίστηκε κανένας. Η οργή τού Ιωάννη Η΄ θα σημειωθεί επανειλημμένα και θα επιβαρύνει την πορεία των συνοδικών συζητήσεων (Laurent 1971: 245 σημ. 6).

[←209]

Πολλές από αυτές τις επιστολές πρόσκλησης στάλθηκαν ως επί το πλείστον μεταξύ 10 Φεβρουαρίου και 11 Μαρτίου 1438 (Laurent 1971: 245 σημ. 7).

[←210]

Συρόπουλος 4.42: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἅμα τῷ ἐλθεῖν τοὺς ἡμετέρους ἐν τῇ Φεραρίᾳ ἐφρόντιζεν ὅπως ἄν ἔχωμεν τὰς διατροφὰς οἱ Γραικοὶ πάντες κατὰ τὴν περίληψιν τοῦ δεκρέτου. εἶπον οὖν οἱ τοῦ πάπα ἵνα παρέχωσι καθ΄ ἡμέραν ἄρτους καὶ οἶνον καὶ κρέα καὶ ἰχθύας λιτρῶν ποσότητα τεταγμένην· ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἠθέλησε τοῦτο, εἰπὼν ὅτι καὶ δυσχερές ἐστι καὶ ἀνοίκειον πρὸς ἀνάπαυσιν ἀρχόντων καὶ καλῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δότωσαν ἔξοδον κατ΄ ἀναλογίαν τῶν ἀνθρώπων, ὡς ἄν διατρέφηται ἕκαστος ὡς βούλεται, μεθ΄ ὧν ἔχει ἀνθρώπων τε καὶ ὑπηρετῶν· οἱ δὲ οὐκ ἔξοδον ἀλλὰ τροφὰς ἡμερησίας παρέχειν ἤθελον κατὰ τὴν συμφωνίαν, ἥν εἶχον μετὰ τοῦ μαρκέση, εἰ ποιήσει τὴν σύνοδον ἐν τῇ Φεραρίᾳ. ὁ δὲ μαρκέσης συνεφώνησεν, ἵνα δώσῃ αὐτῷ ἀμισθὶ οἰκίας καὶ κλίνας καὶ ἡμερησίας διατροφὰς διὰ τοὺς Γραικοὺς λιτρῶν ποσότητα τεταγμένην, οὐκ οἶδα πόσην, καὶ ἐπὶ τούτοις ἐποίησεν ὁ πάπας ἐκεῖσε τὴν σύνοδον· ὁ δὲ μαρκέσης ἐδιπλασίασεν ὅσα εἶχεν ἐκ συνηθείας κομέρκια καὶ συνῆγε πλεῖστον εἰσόδημα, ἐπεὶ συνήχθησαν ξένοι ἐπέκεινα τῶν πεντακισχιλίων· ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ πωλοῦντες ἐδιπλασίασαν τὰς τιμὰς πάντων τῶν πιπρασκομένων. ἔδωκεν οὖν ὁ μαρκέσης οἰκίας πᾶσιν ἡμῖν, κλίνας δὲ μόνοις τοῖς ἐν τῇ πατριαρχικῇ οὖσιν οἰκίᾳ· οἱ δὲ λοιποὶ τῇ χαμευνίᾳ καὶ ξηροκοιτίᾳ ἐνηθλοῦμεν ἄκοντες, καὶ εἴ ποτ΄ ὀδυνώμενοι ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἐλέγομέν τι πρός τινα τῶν ἐκ τοῦ πάπα, οὐδὲν ἄλλο ἠκούομεν, εἰ μή· ἄμπεας πασιέντζιαν, ἤγουν· ἔχετε ὑπομονήν, καὶ ἐθεράπευον τὴν ξηροκοιτίαν ἡμῶν τοιούτοις λόγοις. ἤθελον οὖν οἱ τοῦ πάπα, ἵνα παρέχῃ ὁ μαρκέσης καὶ τὰ τρόφιμα, καθὼς συνεφώνησεν. ὡς δ΄ ὁ βασιλεὺς οὐδ΄ ὅλως ἐπείσθη πρὸς τοῦτο, συνέθεντο ἵνα δίδωσι δουκάτα, καὶ ἔστησαν διδόναι τοῖς μὲν κλητοῖς καὶ ὀνομαστὶ παραγεγονόσι μετὰ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου ἀνὰ τεσσάρων φλωρίων κατὰ μῆνα, τοῖς δὲ ὑπουργοῖς καὶ ὑποχειρίοις ἀνὰ τριῶν· παρεῖχον δὲ κατὰ μῆνα καὶ τῷ βασιλεῖ φλωρία τριάκοντα, τῷ δὲ πατριάρχῃ εἴκοσι πέντε, καὶ τῷ δεσπότῃ εἴκοσι, καὶ ὠνόμαζον ταῦτα οἱ Λατῖνοι ἐπιβολήν. συνεφωνήθησαν οὖν ταῦτα περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐν Φεραρίᾳ ἐπιδημίας ἡμῶν· πλὴν μνήμη τῆς δόσεως οὐκ ἦν παρ΄ ἐκείνοις. ἀλλ΄ οἱ ἐν τῇ Βενετίᾳ πρὸ τοῦ αἰτηθῆναι παρέχοντες τὰ φλωρία εὐφόρως καὶ φιλοτίμως, νῦν ἐν τῇ Φεραρίᾳ αἰτούμενοι, ἑνὸς μηνὸς καὶ ἥμισυ παρωχηκότος μετὰ τὴν ἐν Βενετίᾳ δόσιν, οὐδόλως ἠθέλησαν δοῦναί τι πρὸ τοῦ πεισθῆναι καὶ ἀκολουθῆσαι τοὺς ἡμετέρους εἰς τὰ δόξαντα ἐκείνοις περὶ τῶν καθεδρῶν καὶ τῆς ἀνακηρύξεως· ὅτε δὲ συνέθεντο οἷς ἐκεῖνοι ἠθέλησαν καὶ ἐζήτησαν, τότε δεδώκασι καὶ αὐτοὶ τοῖς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ ἀπριλλίου ὑπὲρ μηνιαίου σιτηρεσίου φλωρία ἑξακόσια ἐνενήκοντα ἕν.

[←211]

Ο πάπας και η φαμίλια του, ο αυτοκράτορας και η ακολουθία του και οι καρδινάλιοι ήσαν φιλοξενούμενοι τής πόλης τής Φερράρα και επίσης επωφελούνταν απαλλαγής από τελωνειακούς δασμούς. Η διαμονή και συντήρηση των Γραικών, συμπεριλαμβανομένου τού πατριάρχη, παρέμενε ευθύνη τού πάπα. Η αποζημίωση σε μετρητά θα οδηγούσε το παπικό θησαυροφυλάκιο σε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Λίγο μετά τις 9 Απριλίου 1438 ο Ευγένιος Δ΄ έγραψε ότι η συντήρηση των Γραικών και των στρατιωτών στους οποίους είχε ανατεθεἰ η φροντίδα τής Κωνσταντινούπολης κόστιζε 5.000 φλουριά τον μήνα (Laurent 1971: 247 σημ. 1).

[←212]

Στο κείμενο, κομέρκια: Λατινικής προέλευσης λέξη για τούς φόρους επί των εμπορικών συναλλαγών, αντίστοιχους με τούς σημερινούς τελωνειακούς δασμούς.

[←213]

Στο κείμενο, χαμευνία καί ξηροκοιτία.
Χαμευνία είναι τὸ χαμαὶ κοιμᾶσθαι. Πρβλ. Φιλόστρατο, Βίος Απολλωνίου τού Τυανέως, 3.15: ὁ δέ γε Δάμις φησὶ χαμευνίᾳ μὲν αὐτοὺς χρῆσθαι, τὴν γῆν δὲ ὑποστρωννύναι πόας…Ξηροκοιτία είναι τὸ κοιτάζεσθαι ἐπὶ ξηρᾶς κλίνης. Πρβλ. Ευσέβιο Αλεξανδρείας, 440D. Βλέπε επίσης Πτωχοπρόδρομο: τὰ ὀστέα μου συνετρίβησαν ἀπὸ ξηροκοιτίας (στο Κοραής, Ἄτακτα, Τόμος Πρῶτος περιέχων δύο ποιήματα Θεοδώρου τοῦ Προδρόμου (Παρίσι 1828) σελ. 35).
Όμως εδώ ο Συρόπουλος έχει μάλλον υπόψη του τον Λόγο Λ΄, Περί μετανοίας καί ἀρχῆς ἐπαινετοῦ βἰου τού Συμεών τού Νέου Θεολόγου (949-1022):
Λοέτρου οὐχ ἅψομαι, ἐπὶ κλίνης στρώμνης μου οὐκ ἀναβήσομαι, ἀλλὰ χαμευνίᾳ καὶ ξηροκοιτίᾳ ἐμαυτὸν προθύμως ἐκδῶ…
(Λουτρό δεν θα ακουμπήσω, στο στρώμα τού κρεβατιού μου δεν θα ανεβώ, αλλά θα παραδώσω προθύμως τον εαυτό μου σε ύπνο στο πάτωμα, χωρίς στρώμα…)

[←214]

Habeas patientiam.

[←215]

Δουκᾶτο: Ενετικό χρυσό νόμισμα (φλουρί).

[←216]

Κατά τον Laurent 1971: 247 σημ. 2, αυτό ακριβώς θα επηρέαζε τούς Λατίνους θεολόγους, που είχαν προσκληθεί στη σύνοδο από τον πάπα.

[←217]

Γι΄ αυτή την αποδιδόμενη πρόθεση, την οποία ο Συρόπουλος επαναλαμβάνει συχνά κατά τη διάρκεια τής περιγραφής του, ο Laurent 1971: 247 σημ. 3, παραπέμπει στον Gill, Personalities, σελ. 163-167, 176.

[←218]

Συρόπουλος 4.43: Διὰ δὲ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ πατριάρχου παρετάθη ἡ ἀνακήρυξις εἰς τὴν ἐνάτην τοῦ ἀπριλλίου. μεταξὺ δὲ τῶν ἡμερῶν τούτων ἐσκέπτετο ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης, πῶς ἄν τάξωσι τοὺς τοποτηρητάς· τὰ μὲν γὰρ διὰ τοῦ Ἀντιόχου ἐλθόντα γράμματα τῶν πατριαρχῶν ἐδίδουν τῷ μὲν Ἡρακλείας μετὰ καὶ ἑτέρου προσώπου τὴν τοποτήρησιν τοῦ Ἀλεξανδρείας, τῷ δὲ Ῥωσίας μετὰ τοῦ πνευματικοῦ κῦρ Γρηγορίου τὴν τοποτήρησιν τοῦ Ἀντιοχείας, τῷ δὲ Ἐφέσου καὶ τῶν Σάρδεων, τὴν τοῦ Ἱεροσολύμων, ἅ καὶ διεκομίσαμεν ὁρισθέντες, ὁ μὲν Χρυσοκέφαλος κῦρ Ἰωάννης παρὰ τοῦ βασιλέως, ἐγὼ δὲ παρὰ τοῦ πατριάρχου, τοῖς δηλωθεῖσι, καὶ κατεπείσαμεν αὐτοὺς τοῖς τε τῶν στειλάντων μηνύμασι καὶ λόγοις ἡμετέροις καὶ ἐδέξαντο τοὺς τόπους καὶ ἔλαβον καὶ τὰ γράμματα πρὸ τοῦ ἐξελθεῖν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. ἐν δὲ τῇ Φεραρίᾳ ἕτερα εὑρέθησαν γράμματα, ὡς οἶμαι δὲ καὶ διπλᾶ, πλὴν ὑπογεγραμμένα καὶ γνήσια τῶν πατριαρχῶν, μεταποιοῦντα δὲ τὰ πρόσωπα. ἀναλαβόντες οὖν καὶ ἅ ἐδώκαμεν πρότερον ἡμεῖς τοῖς τοποτηρηταῖς καὶ πάντα τὰ γράμματα ὁ βασιλεὺς ὁμοῦ καὶ ὁ πατριάρχης συναγαγόντες καὶ ἀκριβῶς θεωρήσαντες, τρία τιν΄ ἐκ πάντων ἐξελέξαντο, ἐν οἷς περιείχοντο τοῦ μὲν Ἀλεξανδρείας τοποτηρηταὶ ὁ Ἡρακλείας καὶ ὁ πνευματικὸς κῦρ Γρηγόριος, τοῦ δ΄ Ἀντιοχείας ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ Ῥωσίας, τοῦ δὲ Ἱεροσολύμων ὁ Σάρδεων μόνος. ταῦτ΄ οὖν κυρώσαντες ἔστειλαν πρὸς τοὺς δηλωθέντας μετὰ τοῦ Τορνόβου, τοῦ μεγάλου χαρτοφύλακος καὶ ἐμοῦ, συνόντος ἡμῖν καὶ κῦρ Μανουὴλ τοῦ Βουλλωτοῦ ὡς παρὰ τοῦ βασιλέως σταλέντος.

[←219]

Συρόπουλος 4.44: Παραγενόμεθα οὖν πρὸς τὸν Ἡρακλείας, καὶ λόγους παρά τε τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου πρὸς αὐτὸν εἰπόντες, πολλοὺς δὲ καὶ οἴκοθεν, οὐχ εὕρομεν τοῦτον καταπειθῆ, καίτοι γ΄ εὐθέως ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει πεισθέντα· διὸ καὶ πολλοὺς λόγους ἐκινήσαμεν μετ΄ αὐτοῦ. ὁ δὲ ἔλεγεν· οὐ θέλω εἶναί τινος τοποτηρητής, ἀλλὰ κρεῖττον ἡγοῦμαι καθῆσθαι ἁπλῶς ὡς Ἡρακλείας. ἠναγκάσθημεν οὖν καὶ κοινῇ καὶ ἰδίᾳ ἕκαστος ἱκετεύειν καὶ παρακαλεῖν αὐτὸν δέξασθαι τὴν τοποτήρησιν, καὶ οὐκ ἀπαλλαγησόμεθα ἐλέγομεν ἐντεῦθεν ἄπρακτοι. μετὰ γοῦν τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὴν ἄμετρον τῆς ὥρας παράτασιν σχεδὸν καὶ ἄκων τὸ γράμμα ἐδέξατο. εἴδομεν δὲ καὶ τὸν πνευματικὸν καὶ εἴπομεν αὐτῷ τὰ παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου διατάγματα καὶ μηνύματα· ὁ δὲ ἀπεκρίνατο, ὅτι καὶ πρότερον οἶδε καὶ νῦν ἀκούει τὸ περὶ τούτου· σκέψεται οὖν καὶ ποιήσει ὅπερ ἄν φανῇ αὐτῷ ἁρμόδιον. ὅμως ὕστερον ἐδέξατο τὸ τοιοῦτον. εἶτα πρὸς τὸν Ἐφέσου ἤλθομεν, καὶ λόγους ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου πρὸς αὐτὸν εἰρηκότες περὶ τοποτηρήσεως τοῦ Ἀντιοχείας, εὕρομεν αὐτὸν μηδόλως δέξασθαι τοῦτο βουλόμενον. ὅθεν καὶ ἀξιώσεσι καὶ λόγοις παραινετικοῖς πείθειν ἐπεχειροῦμεν· ὁ δὲ ἀντέλεγε καὶ ἐλυπεῖτο φάσκων, ὅτι· ἱερομόναχον ὄντα με τοῦ Ἀλεξανδρείας ἐποιήσαντο τοποτηρητήν, νῦν δὲ Ἐφέσου γεγονότα ὑποβιβάζουσί με εἰς τοῦ Ἀντιοχείας· διὸ οὐ καταδέχομαι τοῦτο, καθίσω δὲ καὶ αὐτὸς ἐν τῇ συνόδῳ ἁπλῶς ὡς Ἐφέσου. πολλὰ οὖν λέγοντες καὶ συμβουλεύοντες ὡς οὐ δεῖ ἐπὶ τοσοῦτον ἐνίστασθαι, ἀνοίκειον γάρ ἐστι καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ καταστάσεως, καὶ ὅτι οὔπω ἔμαθον οἱ πατριάρχαι ὅτι ἐχειροτονήθη Ἐφέσου, ἀλλ΄ ἔτι ὡς ἱερομόναχον γράφουσιν αὐτῷ, οὐδόλως ἐπείθομεν. τότε ἀναγκασθεὶς εἶπον ἐγώ, ὅτι· ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἐδέξω τὸν τόπον τοῦ Ἱεροσολύμων, Ἐφέσου ὤν, καὶ δεδώκαμέν σοι καὶ τὸ γράμμα μετὰ τοῦ Χρυσοκεφάλου· νῦν δὲ οὐ θέλεις δέξασθαι τὸν τοῦ Ἀντιοχείας; καὶ εἶπεν, ὅτι· οὐδ΄ ἐκεῖνον ἐδεξάμην, ἀλλὰ καταλιπόντες τὸ γράμμα ἀπήλθετε. ὁ δὲ νομοφύλαξ ἐφύλαξε τοῦτο κἀνταῦθα διεκόμισεν· ἐγὼ δ΄ εἶπον· οὐχ ἁρμόδιόν ἐστι νῦν ταῦτα ἀντιλέγειν. αὖθις δὲ λόγοις ἀξίωσιν ἔχουσι καὶ συμβουλαῖς πλείσταις αὐτὸν καταθέλξαντες, ἐπεὶ κἀκ τῶν προτέρων λόγων πραότερος γέγονε καὶ ἡμεῖς οὐδόλως ἐνεδίδομεν αὐτῷ τὴν ἀποφυγήν, μόλις ποτὲ κατένευσε καὶ τὸ γράμμα ἐδέξατο. μετὰ τοῦτον δ΄ εἰς τὸν Σάρδεων ἀφίγμεθα· ὁ δ΄ ἐπὶ τῇ κελεύσει τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου εὐθὺς ἐπείσθη καὶ τὸ γράμμα ἐδέξατο. ταῦτα δὲ τῇ κυριακῇ τῶν Βαΐων μετὰ μεσημβρίαν μέχρις ἑσπέρας μόλις διεπραξάμεθα. ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Μονεμβασίας λελυπημένος ἦν (ὅτε γὰρ ἔπεισαν αὐτὸν παραιτήσασθαι τὸν θρόνον τῆς Τραπεζοῦντος καὶ ἀλλαχοῦ μετατεθῆναι, ἐζήτησεν ἵνα ἔχῃ τὸν τόπον αὐτῆς καὶ μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης οὐκ ἐδόθη αὐτῷ), διὰ τοῦτο δεδώκασιν αὐτῷ τὸν τόπον τοῦ Ἀγκύρας.

[←220]

Στην ιεράρχιση των πατριαρχείων τής Ανατολής πρώτο ήταν το Αλεξανδρείας. Ακολουθούσαν το Αντιοχείας και το Ιεροσολύμων.

[←221]

Στις 6 Απριλίου 1438 (Laurent 1971: 248 σημ. 1).

[←222]

Ο Θεοδόσιος χειροτονήθηκε επίσκοπος Τραπεζούντος στις 25 Μαρτίου 1415 και μετατέθηκε στη Μονεμβασία ενάντια στη θέλησή του γύρω στο 1430/31 (Laurent 1971: 248 σημ. 2).

[←223]

Συρόπουλος 4.45: Ἀλλ΄ ἐνταῦθα καὶ τὰ περὶ τῆς ἡμετέρας δηλῶσαι βούλομαι τάξεως. οἱ πρῶτοι τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἄρχοντες οἱ σταυροφόροι, οἱ καὶ ἐξωκατάκηλοι ὀνομαζόμενοι, εἶχον τάξιν καὶ ἐν καθέδραις, εἴτε συνοδικαῖς εἴτε κελλικαῖς, καὶ ἐν στάσεσι καὶ ἐν συλλόγοις, ἵνα ἀεὶ πλησίον τοῦ πατριάρχου εὑρίσκωνται· ἦσαν δὲ πέντε καὶ ὁμοταγεῖς ταττόμενοι ὡς αἱ πέντε αἰσθήσεις τοῦ πατριάρχου· καὶ ὥσπερ αἱ πέντε αἰσθήσεις οὐ διΐστανται τοῦ ἀνθρώπου, οὕτως οὐδὲ οὗτοι οἱ πέντε διΐσταντό ποτε τοῦ πατριάρχου, διὸ καὶ πρὸ τῶν ἀρχιερέων ἐκάθηντο καὶ προκαθήμενοι τῆς συνόδου ἐπευφημίζοντο, ἐν σωπεδίοις ἴσως καθήμενοι, τῶν ἀρχιερέων μόνων ἐν σκάμνοις θρονοειδέσι καθημένων, μᾶλλον δὲ τῶν μητροπολιτῶν. ἐν οὖν τῇ Φεραρίᾳ συνερχομένων τῶν ἀρχιερέων τε καὶ ἡμῶν περὶ τὸν πατριάρχην, ἐζητήσαμεν ἵνα τηρηθῇ ἡ τάξις ἡμῶν, καὶ οὐκ ἐγένετο· ἀνηνέγκαμεν ἐκ δευτέρου τῷ πατριάρχῃ περὶ τούτου, καὶ οὐκ ἀπεκρίθη· πολλάκις εἴπομεν περὶ τούτου, καὶ οὐδένα λόγον ἔδωκεν ἡμῖν, ἑκουσίως, οἶμαι, ταῦτα ποιῶν καὶ ἀπομακρύνων ἡμᾶς ἀφ΄ ἑαυτοῦ. ἐζητήσαμεν περὶ τούτου καὶ ὅτε ἑτοιμάζοντο αἱ καθέδραι τῆς συνόδου, καὶ οὐδὲ τότε εἶπεν ὁ πατριάρχης τὸν τυχόντα λόγον περὶ ἡμῶν. ἐξ ἀνάγκης οὖν ὡς ἔτυχεν ἐκαθήμεθα, καὶ ἐν λόγοις καὶ ἀντιλογίαις καὶ συζητήσεσιν, ἐπεὶ οἱ ἐγγὺς τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου ἔλεγον καὶ ἀντέλεγον, ἡμεῖς δὲ ἀεὶ εὑρισκόμεθα ἐν καθέδρᾳ μετὰ πέντε καὶ δέκα ἤ τρεισκαίδεκα τὸ ἔλαττον, διὰ τοῦτο ἐσιωπῶμεν καὶ ἄκοντες μὴ δυνάμενοι στεντόριον βοᾶν καὶ ἀντιλέγειν ἤ συνηγορεῖν πρὸς οὕτω μακρὰν ἀφεστηκότας. μόλις ὅτε ἠρωτώμεθα περὶ γνώμης, ἐλέγομεν ταύτην διὰ βραχέων, καὶ τοῦτο σπανίως. ὅμως ἔπαυσαν καὶ τοῦτο τελείως, μηδὲ αὐτὸ ἀποδεχόμενοι, ὡς ὁ λόγος δηλώσει, καὶ ἦν ὁ ἐν ἡμῖν μερικὸς λόγος πάντῃ ἀργός, ὡς πολλαχόθεν τὴν σιωπὴν ἡμῶν διαπραξαμένων ἑαυτοῖς.

[←224]

Σταυροφόροι: Τίτλος που δινόταν παραδοσιακά τουλάχιστον από τα τέλη τού 11ου αιώνα (η παλαιότερη αναφορά δεν είναι νωρίτερα από το 1094) στους πέντε ανώτερους αξιωματούχους τού πατριαρχείου, στους οποίους προστέθηκε ο πρωτέκδικος το 1198 και, όπως φαίνεται, τον 14ο αιώνα ο μέγας ἐκκλησιάρχης. Αυτοί οι υψηλοί αξιωματούχοι ήσαν γενικά διάκονοι και είχαν σημαντικά προνόμια (Laurent 1971: 250 σημ. 1).

[←225]

Κατά τον 15ο αιώνα αυτός ο συμβολισμός δεν υπήρχε πλέον, αφού οι Ἐξωκατάκηλοι ήσαν επτά. Όμως  στις συνθήκες τής Φλωρεντίας ίσχυε κατά κάποιον τρόπο, αφού ο μέγας οἰκονόμος και ο σακκελίου είχαν παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη κι έτσι υπήρχαν πέντε από αυτούς στο πλευρό τού πατριάρχη (Laurent 1971: 251 σημ. 2).

[←226]

Οι ίδιοι οι Λατίνοι αισθάνονταν τη σημασία τού ρόλου που διαδραμάτιζε στη Βυζαντινή Εκκλησία αυτή η ομάδα ανώτερων αξιωματούχων, δεδομένου ότι, χωρίς να γνωρίζουν τη σύγκριση που είχε ήδη κάνει ο πάπας Ιωάννης Η΄ γράφοντας στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄, δεν δίσταζαν να βλέπουν σε αυτούς εκείνο που ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών ήθελε από αυτούς να είναι (πρβλ. Patrologia Graeca 138, στήλη 1048C), δηλαδή το ισοδύναμο των καρδιναλίων τής Καθολικής Εκκλησίας:
«Σταυροφόρους ονομάζουν τούς καρδινάλιους τής Εκκλησίας τής Κωνσταντινούπολης. Τούς εφημέριους τής Αγίας Σοφίας ονομάζουν καρδιναλίους»
(cruciferi qui dicuntur cardinales Ecclesiae Constantinopolitanae canonici Sanctae Sophiae quos cardinales vocant) (Laurent 1971: 251 σημ. 3).

[←227]

Συρόπουλος 4.46: Ὁ δὲ πατριάρχης ἐζήτησε παρὰ τοῦ πάπα ναὸν μέγαν ἑνὸς τῶν μοναστηρίων, ὥς ἄν ἐκτελέσει τὰς ἑορτὰς ἐν αὐτῷ, ὅπερ οὐκ ἔδοξε καλὸν τοῖς πλείοσιν ἡμῶν καὶ πολλῷ μᾶλλον τῷ πνευματικῷ Γρηγορίῳ· οὗτος γὰρ διέσυρε καὶ ἐμέμψατο λίαν τὸ περὶ τούτου καὶ ἀπεσείετο τοὺς τοῦτ΄ ἀποδεχομένους, ὡς διὰ τούτου τὴν μετὰ τῶν Λατίνων ἕνωσιν προμνηστευομένους· ὅς μετὰ καὶ ἄλλων πολλῶν τῶν δεικνυόντων αὐτὸν μὴ παραδεχόμενον τὰ τῶν Λατίνων, εἶπε καὶ τοῦτο ἐνώπιον τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ πάντων ἡμῶν, ὡς· ἐγὼ ὅταν εἰς ναὸν εἰσέλθω Λατίνων, οὐ προσκυνῶ τινα τῶν ἐκεῖσε ἁγίων, ἐπεὶ οὐδὲ γνωρίζω τινά· τὸν Χριστὸν ἴσως μόνον γνωρίζω, ἀλλ΄ οὐδ΄ ἐκεῖνον προσκυνῶ· διότι οὐκ οἶδα πῶς ἐπιγράφεται, ἀλλὰ ποιῶ τὸν σταυρόν μου καὶ προσκυνῶ. τὸν σταυρὸν οὖν, ὅν αὐτὸς ποιῶ, προσκυνῶ καὶ οὐχ ἕτερόν τι τῶν ἐκεῖσε θεωρουμένων μοι. τοιαύτην διάθεσιν ἐδείκνυεν ἡμῖν ἐξ ἀρχῆς ἔχειν πρὸς τὰ λατινικὰ καὶ ἀπεκλείετο δεινῶς τὴν πρὸς ἐκείνους ἐπιδημίαν ἡμῶν.

[←228]

Συρόπουλος 4.47: Καὶ οὗτος μὲν οὕτως. ὁ δὲ πάπας ἀπεκρίνατο πρὸς τὴν ζήτησιν τοῦ πατριάρχου, ὅτι· τοῦτο οὐκ ἔστὶν ἐμόν, ἀλλὰ τοῦ ἐπισκόπου τῆς Φεραρίας, καὶ πρὸς ἐκεῖνον γενέσθω ἡ ζήτησις. διαμηνυθεὶς οὖν καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶπεν, ὅτι· εἰς τοὺς μείζονας τῶν ναῶν οὐ μόνον οἱ μοναχοί, ἀλλὰ καὶ ἄρχοντες ἐκκλησιάζονται καὶ λαὸς πολύς· ἐν ταῖς ἑορταῖς οὖν ταύταις οὔτε οἱ μοναχοὶ δύνανται παραιτήσασθαι τῆς ἰδίας λειτουργίας καὶ ψαλμωδίας ἤ λειτουργεῖν ἄλλοθί που, οὔθ΄ οἱ ἐξωτερικοὶ καταλειφθῆναι ανεκκλησίαστοι καὶ στερηθῆναι τῶν συνήθων αὐτοῖς τελετῶν. ἐκ δὲ τῶν μικροτέρων ναῶν οὐδεὶς αὐτοῖς συντελέσει, οὐδὲ ἀρέσει ὡς μικρός. διὰ τοῦτο οὐκ ἔχω δοῦναι τῷ πατριάρχῃ ναόν. ὡς δὲ πάλιν ὁ πατριάρχης διεμηνύσατο περὶ ναοῦ, εἶπον οἱ τοῦ πάπα, ὅτι· ἐπεὶ ἐν τῷ δεκρέτῳ οὐ γράφεται δοῦναι ὑμῖν ναόν (οὐδὲ γὰρ ἐτάξαμεν τοῦτο), λοιπὸν οὐδὲ δώσωμεν.

[←229]

Συρόπουλος 4.48: Ὁ δὲ πάπας ἠνάγκαζε γενέσθαι τὴν ἀνακήρυξιν. ἐπεὶ οὖν ἐνόσει ὁ πατριάρχης καὶ οὐκ ἠδύνατο εἰς τὴν σύνοδον ἐλθεῖν, οὐκ οἶδ΄ εἴθ΄ ὑπὸ νόσου εἴθ΄ ὑπὸ τῶν τοῦ αὐτοσχεδίου οὐρανοῦ οὗ ἐφίετο κωλυόμενος ἐπίπλων, ἐποίησεν ἔγγραφον προτροπὴν τοῖς ἀρχιερεῦσι· καὶ ἀπελθόντες εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Γεωργίου προηγουμένων τῶν τοποτηρητῶν, συνόντων καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων, προκαθημένου τοῦ πάπα μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν, καθὼς ἐτάχθη, καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους, τοῦ βασιλέως καὶ τῶν τοποτηρητῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων, ἐκ δεξιῶν δὲ τοῦ βασιλέως, τοῦ δεσπότου καὶ ἐφεξῆς τῶν συγκλητικῶν ἀρχόντων καὶ τῶν λοιπῶν, καὶ πάντων καθεσθέντων κατὰ τὴν τάξιν αὐτῶν, ἀνέβη εἰς τὸ πέργουλον ἐκ μὲν τῶν Λατίνων ἐπισκόπων ὁ Πορτουγάλου καὶ ἀνέγνω λατινικῶς τὸ γράμμα τῆς ἀνακηρύξεως, ἐκ δὲ τῶν ἡμετέρων ὁ Μιτυλήνης καὶ ἀνέγνω τοῦτο ἑλληνικῶς (τὸ γὰρ αὐτὸ ἦν γεγραμμένον τῇ ἑκατέρᾳ γλώττῃ) καὶ οὕτως ἐτελέσθη ἡ ἀνακήρυξις κατὰ τὴν μεγάλην τετράδα, ἄγοντος ἐνάτην τοῦ ἀπριλλίου μηνός.

[←230]

Κατά τον Laurent 1971: 252 σημ. 1, πρόκειται για κακόβουλη υπόθεση, την οποία αγνοούν τα Ελληνικά Πρακτικά τής συνόδου (Gill, Acta, 13), για τα οποία ο πατριάρχης ήταν απλώς άρρωστος:
«Όμως ο δικός μας πατριάρχης ήταν άρρωστος και δεν ήρθε. Το ίδιο και ο Σάρδεων. Αλλά ο πατριάρχης έστειλε τη δική του προτροπή και επιθυμία και τη διάβασαν»
(ὁ δὲ ἡμέτερος πατριάρχης ἀσθενῶν ἦν καὶ οὐκ ἦλθεν· ὁμοίως καὶ ὁ Σάρδεων· ἀλλ΄ ὁ πατριάρχης ἀπέστειλε προτροπὴν ἑαυτοῦ καὶ θέλημα, καὶ ἀνέγνωσαν αὐτό).

[←231]

Κατά τα Ελληνικά Πρακτικά τής συνόδου (Gill, Acta, 14), η πατριαρχική επιστολή διαβάστηκε στην αρχή τής εναρκτήριας συνεδρίασης από τον ρεφερενδάριο τού πατριάρχη, πριν από τη βούλλα ανακήρυξης και κατόπιν αιτήματος τού αυτοκράτορα:
«Ύστερα κάθησαν, και πρόσταξαν να διαβαστεί από τον άμβωνα η ανακήρυξη τής συνόδου. Πριν από αυτήν, πρόσταξε ο αυτοκράτορας μαζί με τον πάπα να διαβαστεί η γραπτή προτροπή τού πατριάρχη. Και έτσι σηκώθηκε ο ρεφερενδάριος τού πατριάρχη, ένας διάκονος, και άρχισε να διαβάζει»
(εἶτα ἐκάθισαν, καὶ ὥρισαν ἐπ΄ ἄμβωνος ἀναγνωσθῆναι τήν τῆς συνόδου ἀνακήρυξιν· πρὸ ταύτης δὲ ὥρισεν ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ πάπα ἀναγνωσθῆναι ἐγγράφως τὴν προτροπὴν τοῦ πατριάρχου· καὶ οὕτως ἀνέστη ὁ ῥεφερενδάριος τοῦ πατριάρχου διάκονός τις, καὶ ἤρξατο λέγειν).

[←232]

Βλέπε τα Ελληνικά Πρακτικά τής συνόδου (Gill, Acta, 12), όπου περιγράφεται η σειρά εισόδου των Γραικών και όπου αναφέρεται ότι κάθησε και ο πατριάρχης σε ψηλό θρόνο:
ἐκάθισε καί ὁ πατριάρχης ἡμῶν ἐπί θρόνου καί αὐτός ὑψηλοῦ.

[←233]

Στο κείμενο πέργουλον. Ενδιαφέρουσα ετυμολόγηση από τον Κοραή (Άτακτα, 287): Πέργουλον: βλέπε Πέργομα. Πέργομα: Τὸ Πέργαμον τῶν παλαιῶν, ἡ Πέργαμος, ἑλληνικὸν ὄνομα ἰδίως δοθὲν ἀπὸ τὸν Ὅμηρον (Ἰλιάς ω΄, 700) εἰς τὴν ἀκρόπολιν τῆς Τροίας, ἀπὸ δὲ τοὺς μεταγενεστέρους εἰς πᾶσαν ἀκρόπολιν. ΄Πέργαμος ἡ ἀκρόπολις τοῦ Ἰλίου΄, λέγει ο Ἡσύχιος. Ὁ δὲ Φώτιος: ΄Πέργαμον τὴν πόλιν οἱ Ἴωνες λέγουσιν· οἱ δὲ πάντα τὰ ὑψηλά΄. Ἐκ τούτου καί τῶν Ἰταλῶν τό Pergamo, ὁ ἄμβων (chaire) ὅπου ἀναβαίνει ὁ Ἱεροκήρυξ νὰ διδάξει· ἀκόμη καὶ τὸ Pergola σημαῖνον τὸ αὐτὸ καὶ προσέτι τὰ ἀναβαίνοντα εἰς τοῖχον ἤ δένδρον κλήματα τῆς ἀμπέλου, ἡ κοινῶς λεγόμενη Κρεββατίνα καὶ Κληματαρία ἤ Κληματερή. Πέργουλα (θηλ.), ΄ὑπερῶον΄ κατὰ τοὺς Γραικορωμαίους, οἱ ὁποῖοι καὶ Πέργουλον (οὐδ.) ὠνόμασαν καὶ τὸν Ἄμβωνα.

[←234]

Κατά τα Ελληνικά Πρακτικά τής συνόδου (Gill, Acta, 15) τη βούλλα ανακήρυξης τη διάβασε λατινικά όχι ο επίσκοπος τού Πόρτο αλλά ο αρχιεπίσκοπος τού Γκράντο:
«Όταν διαβάστηκε αυτό, πρόσταξαν να διαβαστεί από τον άμβωνα και η βούλλα ανακήρυξης τού μακαριότατου πάπα. Επέλεξαν λοιπόν οι Λατίνοι από τη μεριά τους τον αρχιεπίσκοπο τού Γκράντο»
(Τούτου ἀναγνωσθέντος, ὥρισαν ἵνα καὶ τὸ δεκρέτον τοῦ μακαριωτάτου πάπα ἀναγνωσθῇ ἐπ΄ ἄμβωνος. καὶ δὴ ἐκλέξαντο oἱ Λατῖνοι ἀπὸ τοῦ μέρους αὐτῶν τὸν ἀρχιεπίσκοπον Γραδένσης).

[←235]

Ο Δωρόθεος Μυτιλήνης.

[←236]

Η παπική βούλλα Magnas Omnipotenti Deo (Παντοδύναμος Θεός). Μόνο οι καρδινάλιοι την υπέγραψαν. Κατά τον Laurent 1971: 253 σημ. 6, το κείμενο υπάρχει με λάθη στο Gill, Acta, σελ. 16-18.

[←237]

Συρόπουλος 4.49: Ἡ δὲ τότε γεγονυῖα τάξις ἐν τοῖς τόποις τῶν ἀρχιερέων μέγα σκάνδαλον προὐξένησέ τισιν ἐξ αὐτῶν· ὁ μὲν γὰρ Ἐφέσου ἐλυπήθη ἰδὼν ὅπως ἐδόθη τῷ πνευματικῷ κῦρ Γρηγορίῳ ὁ τόπος τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ προκαθίσει αὐτοῦ, ἱερομόναχος ὤν, καὶ οὐκ ἠνείχετο, ἀλλὰ παρῃτεῖτο καὶ ὅν ἐδέξατο τόπον τοῦ Ἀντιοχείας· ὁ δ΄ αὖ πνευματικὸς τοῦτο γνούς, οὐκ εἰς τὸν σκάμνον, ἀλλὰ κάτω ἐκάθισε, καὶ οὕτως ἐκάθισεν ὸ Ἐφέσου ὡς Ἀντιοχείας. πλὴν ἐσκανδαλίσθη καὶ ὁ πνευματικός, ὅτι δι΄ αὐτὸν οὐκ εὐλόγως λελύπητο ὁ Ἐφέσου καὶ διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον ἴσως οὐκέτι προεκάθητο τοῦ Ἐφέσου, ἄλλοθι δέ πη καὶ ὡς ἔτυχεν οἷα φόρτον φέρων ἑαυτὸν εἰκῇ παρέρριπτε, ταπεινούμενος τὸ δοκεῖν καὶ μὴ περὶ τόπου φροντίζων· ὅμως δ΄ ἐκ τῆς τοιαύτης φαύλης καὶ οὐδαμινῆς αἰτίας ἡ δεινὴ τῶν ἡμετέρων προέβη διαίρεσις, ἥν ὁ λόγος δηλώσει κατὰ καιρόν. ὁ δέ γε Κυζίκου μετὰ τὰς ἑορτασίμους τοῦ Πάσχα ἡμέρας οἴκοθεν ἐξελθὼν ἄνευ μανδύου καὶ τὴν ἀγορὰν καὶ τὰς λεωφόρους τῆς Φεραρίας διαδραμών, ἑπομένων αὐτῷ δύο καλογήρων καὶ τὸν ἀρχιερατικὸν κατεχόντων μανδύαν, οὕτως ἀνέβη εἰς τὰ βασίλεια καὶ ἐζήτει ἐμφανισθῆναι τῷ βασιλεῖ. ἰδόντες δὲ αὐτὸν οἱ ἄρχοντες καὶ ἀπαξιοῦντες αὐτῷ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ στολήν, ἠξίουν αὐτὸν ἐνδύσασθαι τὸν μανδύαν· ὁ δὲ ἔλεγεν· οὐκέτι θέλω εἶναι ἀρχιερεύς, ἐπειδὴ προέστη μου ὁ Μονεμβασίας, καὶ θέλω ἵνα ἴδω τὸν βασιλέα καὶ ἀφήσω καὶ τὸν μανδύαν ἐνταῦθα. ὡς δὲ εἶπον αὐτῷ οἱ ἄρχοντες ὅτι· οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸν βασιλέα, ἀγανακτεῖ γὰρ καὶ οὐδ΄ ἡμεῖς εἴδομεν αὐτόν, ἐκεῖνος ἐπετίθετο καὶ μὴ έξελεύσεσθαι τῶν βασιλείων, εἰ μὴ ἴδοι αὐτόν. ἠναγκάσθησαν οὖν οἱ ἄρχοντες, καὶ μετὰ πολλῆς ἀξιώσεως καὶ παρακλήσεως καὶ λόγων συμβουλευτικῶν καὶ ὑποσχέσεων, ὅτι δι΄ ἐπιμελείας αὐτῶν γενήσεται καὶ εἰς αὐτὸν ἡ ἀνήκουσα θεραπεία παρὰ τοῦ βασιλέως, ὀψὲ καὶ μόλις ἐδυσώπησαν αὐτὸν καὶ ἀπῆλθε οἴκαδε ἄνευ μέντοιγε τοῦ μανδύου. τοιαῦτα προοίμια παρέσχεν ἡμῖν ἡ οἰκουμενικὴ συνοδικὴ ἀνακήρυξις τῆς μελετωμένης ἑνώσεως· ἀντὶ γὰρ τοῦ καὶ μετὰ τῶν διαφερομένων ἀρχὴν ἑνώσεως ἐμβαλεῖν, ἡ δὲ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς μᾶλλον ἀρχὴν σχισμάτων παρέσχε καὶ διαστάσεων.

error: Content is protected !!
Scroll to Top