Σημειώσεις Κεφαλαίου 6
- [←1]
-
Συρόπουλος 6: Τμῆμα ςον. Ἐν ᾧ περὶ τοῦ ἐν Φεραρίᾳ περιορισμοῦ καὶ τῆς ἐκεῖσε πλημμελείας. καὶ περὶ τῆς προκαταστάσεως τῶν συνοδικῶν διαλέξεων, καὶ ὅπως ἐγίνοντο αἱ διαλέξεις. καὶ περὶ τῶν τρόπων καὶ τῆς μεταχειρίσεως τοῦ πνευματικοῦ. ἀπομνημονευμάτων ἕκτον.
- [←2]
-
Συρόπουλος 6.1: Ἔθος ἐστὶν ἐν λατινικαῖς ἐπαρχίαις καὶ πόλεσι τηρούμενον ἀκριβῶς μὴ ἐξεῖναί τινι ἐξιέναι ἤ μεταβαίνειν ἀπὸ ἐπαρχίας ἤ πόλεως εἰς ἑτέραν ἄνευ θελήματος καὶ βούλλης τῶν ἐκεῖσε κυρίων, καὶ τοῦτο τηρεῖται ἀπὸ τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν καλουμένων πελεγρίνων· ἄνευ γὰρ βούλλης ἀδύνατόν ἐστιν ὁδοιπορίαν ἀνῦσαί τινα. ὡς οὖν ἡμεῖς εἰς τὴν Φεραρίαν πάντες συνήχθημεν διεμηνύσατο ὁ βασιλεὺς τῷ ἄρχοντι τῆς Φεραρίας τῷ μαρκέσῃ, ἵνα προστάξῃ τοῖς διενεργοῦσι ταύτην τὴν βούλλαν μηδενὶ τῶν Γραικῶν δοῦναι, εἰ μὴ ἴδωσι πρότερον βούλλαν βασιλικήν. ἐποίησεν οὖν τοῦτο ὁ μαρκέσης κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως παρακέλευσιν. ἐπέστησε δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς πρὸς τοῦτο τὸν Ἰάγαριν, ὅν εἶχεν ἐκεῖ δεύτερον μεσάζοντα, ἵν΄ εἴ ποτε θελήσει τις ἐξελθεῖν, καὶ ἄλλοθί που ἀποδημῆσαι, προσέρχηται καὶ λέγῃ τοῦτο τῷ Ἰάγαρι, ὁ δὲ ἐξετάζῃ τὸ ποῦ καὶ τίνος χάριν ἀπέρχεται, καὶ ἀναφέρῃ τοῦτο τῷ βασιλεῖ, καὶ εἰ ἔχει αὐτὸς θέλημα, ὁρίζῃ καὶ διδῷ ὁ Ἰάγαρις βούλλαν· εἰ δὲ μή, ἵνα κωλύῃ αὐτόν. ἐπράττετο οὖν τοῦθ΄ ὡς τετύπωται, καὶ ἐντεῦθεν ἐγνώσθη ἡμῖν ὁ πρῶτος ἡμῶν περιορισμός· δηλωθήσονται δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἐν τῷ προσήκοντι. ἐκαθήμεθα οὖν ἀλγοῦντες οὐ μόνον ἐπὶ τοῖς προσοῦσί τε καὶ ἐπερχομένοις ἡμῖν δεινοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας ἀφαιρέσει, ὅτι ὡς δοῦλοι συνεκλείσθημεν.
- [←3]
-
O Laurent 1971: 294 σημ. 1, λέει ότι η συμφωνία τής 17ης Ιανουαρίου 1438 μεταξύ τού πάπα και τού μαρκησίου τής Φερράρας περιλάμβανε δύο άρθρα: ένα για την ελεύθερη κυκλοφορία στην πόλη την ημέρα και τη νύχτα και ένα άλλο που εξασφάλιζε για όλα τα μέλη τής συνόδου και ονομαστικά για τούς Γραικούς τη δυνατότητα να φεύγουν ελεύθερα από το έδαφος τής Κοινότητας. Η παρέμβαση τού αυτοκράτορα περιόρισε για τούς δικούς του την εφαρμογή αυτών των όρων, μέχρι το σημείο που αργότερα η έξοδος από τη Φλωρεντία προϋπέθετε, σε κάθε περίπτωση, τη δική του έγκριση, όπως συνέβη με τον Βησσαρίωνα (βλέπε κεφ. η΄, παρ. 10).
- [←4]
-
Η λατινική λέξη peregrinus (προσκυνητής). Κατά τον Laurent 1971: 295 σημ. 2, ο όρος αυτός επιδέχεται πολλές έννοιες. Κατ΄ αρχήν εννοεί αυτό που φαίνεται από την πρώτη ματιά, δηλαδή προσκυνητές, άτομα που πηγαίνουν σε κάποιον τόπο από ευσέβεια. Μπορεί επίσης ως περεγρίνοι (προσκυνητές) να εννοούνται οι σταυροφόροι για την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων, Βλέπε για παράδειγμα Άννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς, 13.12.28:
«Αλλά οι μάρτυρες που ήσαν παρόντες και υπέγραψαν από κάτω, ενώπιον των οποίων έγιναν αυτά τα πράγματα, είναι οι εξής: οι πολύ αγαπητοί στον Θεό επίσκοποι, ο επίσκοπος Μαύρος τού Αμάλφι και ο Ρενάρδος τού Τάραντα και οι μαζί του κληρικοί. Ο σεβασμιώτατος ηγούμενος τής ιεράς μονής τού Αγίου Ανδρέα στη Λομβαρδία που βρίσκεται στο νησί τού Μπρίντιζι και δύο μοναχοί τής ίδιας. Οι αρχηγοί των Περεγρίνων που έβαλαν τα σημάδια τους από κάτω με τα ίδια τους τα χέρια…»
(Οἱ μέντοι παρουσιάσαντες μάρτυρες καὶ ὑπογεγραφότες, ὧν ἐναντίον ταῦτα τετέλεστο, εἰσὶν οὗτοι· οἱ θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, ὅ τε Ἀμάλφης Μαῦρος καὶ ὁ τοῦ Τερεντοῦ Ῥενάρδος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ κληρικοί· ὁ εὐλαβέστατος καθηγούμενος τῆς ἐν Λογγιβαρδίᾳ σεβασμίας μονῆς τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, τῆς ἐν τῇ νήσῳ τοῦ Βρεντησίου, καί τινες αὐτῶν δύο μοναχοί· οἱ ἄρχοντες τῶν περεγρίνων, ὧν τὰ μὲν σίγνα αὐτοὶ διεχάραξαν οἰκειοχείρως…)
Επίσης η λέξη μπορεί να εννοεί τον ξένο ή τελικά και τον φτωχό περιπλανώμενο, χωρίς εστία ή τόπο. Κατά τον Laurent αυτό το τελευταίο πρέπει να είναι το νόημα που χρησιμοποιεί ο Συρόπουλος εδώ, όπως προκύπτει από την έκφραση ἀπό τῶν ἐσχάτων που προηγείται.
- [←5]
-
Ἰάγαρις: Τρεις αδελφοί με αυτό το όνομα συμμετείχαν μαζί με τον αυτοκράτορα στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας: ο Μάρκος, ο Ανδρόνικος και ο Μανουήλ. Κατά τον Laurent 1971, ο εδώ Ἰάγαρις πρέπει να είναι ένας από τούς δύο τελευταίους, πιθανότατα ο Ανδρόνικος. Πρώτος μεσάζων κατά τη διάρκεια τής συνόδου ήταν ο Γεώργιος Φιλανθρωπινός.
- [←6]
-
Συρόπουλος 6.2: Ὡς δὲ παρῆλθον μῆνες τρεῖς καὶ ἐπέκεινα, καὶ ἐδυσχέραινον πάντες ὑπὸ τῶν τῆς ξενιτείας δεινῶν καὶ τῆς στενότητος τῶν πραγμάτων καὶ τῆς στερήσεως τοῦ σιτηρεσίου, ἠκούοντο δὲ καὶ οἱ φόβοι τοῦ Νικολὸ Πιτζινή, ἀναγκασθέντες τρεῖς τῶν κληρικῶν ἐφεῦρον τρόπον (εὐμήχανον γὰρ καὶ ἐφευρετικὸν ἡ ἀνάγκη), καὶ λαβόντες βούλλαν εἰς τὴν Βενετίαν ἀφίκοντο· ὅπερ μαθὼν ὁ πατριάρχης καὶ δεινὸν ἡγησάμενος, ἔγραψεν εὐθὺς εἰς τὸν δούκα τῆς Βενετίας. ὅ δε εὗρε, καὶ ἔστειλεν αὐτοὺς τῷ πατριάρχῃ. ἔσκωψεν οὖν αὐτοὺς ὁ πατριάρχης καὶ βάρος ἐνεδείξατο μέγιστον καὶ ἠπείλησε δεινῶς· οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ ἀναφανδόν, ὅτι· οὐ δυνάμεθα ἐπὶ πλέον ἐνταῦθα ταλαιπωρεῖν καὶ οὐ προσμενοῦμεν ἄκοντες, οὐδὲ ἀνεχόμεθα τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν στερηθῆναι, οὐδὲ φέρομεν τὸν τῆς δουλείας δεσμόν. ἀπελευσόμεθα, καὶ ὡς ἔχεις θέλημα, ποίησον. καὶ μεθ΄ ἡμέρας τινὰς ἐξῆλθον καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ᾤχοντο· ὁ δὲ πατριάρχης ἔγραψε τῷ σακκελίου, ἵνα ἔχῃ αὐτοὺς ἀργοὺς τῆς ἱερωσύνης· καταφρονήσαντας δὲ τῆς ἀργίας, ἵνα προστάξῃ τοῖς ὑπηρέταις καὶ κατὰ γῆς δείρωσιν αὐτοὺς ἐν τῇ τοῦ μιλίου λεωφόρῳ. οὕτως ὁ πνευματικὸς ἀνὴρ τιμᾶν ἔγνω τοὺς τοῦ ἁγίου πνεύματος ὑπηρέτας καὶ τοιαύταις ἐλπίσι παρεμυθεῖτο τοῖς ἐκεῖσε ταλαιπωροῦσιν.
- [←7]
-
Οι Γραικοί έφτασαν στη Φερράρα στις 4 Μαρτίου, οπότε ήταν Ιούνιος τού 1438.
- [←8]
-
Σακκελίου: Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μεγάλο σακκελάριο, που ήταν τότε ο Μανουήλ Χρυσοκόκκης και έπαιρνε μέρος στη σύνοδο. Ο σακκελίου είχε κυρίως αστυνομικά καθήκοντα, όπως η εποπτεία των γυναικείων μοναστηριών, η αστυνόμευση των ενοριακών εκκλησιών και εκείνων που υπηρετούσαν σε αυτές. Προφανώς με την τελευταία αυτή αρμοδιότητα ο σακκελίου έπρεπε να πατάξει τούς φυγάδες. Βλέπε Laurent 1971: 296 σημ. 2.
- [←9]
-
Μίλιον: Αρχικά μία στήλη στην Κωνσταντινούπολη, από την οποία ξεκινούσε η Μέση οδός. Στη συνέχεια στον χώρο τής στήλης αυτής υψώθηκε τετράγωνο οικοδόμημα. Αποτελούσε το σημείο από το οποίο μετρούνταν οι αποστάσεις στην αυτοκρατορία. Η ακριβής τοποθεσία τού Μιλίου δεν είναι γνωστή, πιθανότατα όμως βρισκόταν βορειοδυτικά τής Αγίας Σοφίας. Αρκετοί χρονογράφοι αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν στο Μίλιον. Φαίνεται ότι ενίοτε εκτελούνταν εκεί δημόσια ποινές. Αυτό ακριβώς εννοεί ο Συρόπουλος.
- [←10]
-
Συρόπουλος 6.3: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐζήτει δοθῆναι αὐτῷ ἐκ τοῦ πάπα ἵππους πρὸς ἱππασίαν ἑαυτοῦ τε καὶ τῶν ἀρχόντων. μετὰ παρέλευσιν οὖν μηνῶν τριῶν καὶ μετὰ πολλὰς ἀπαιτήσεις ἔστειλεν αὐτῷ παριππίδια ἕνδεκα, μηδὲν ἀγαθὸν ἤ προτέρημα ἵππου ἔχοντα. καὶ ὡς οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἦν ἁρμόδιον τῷ βασιλεῖ, ἔτυχε δ΄ ἐγγὺς τότ΄ ἐλθὼν ὁ Γουδέλης ἐκ τῆς Ῥωσίας, ἐξωνήσατο ὁ βασιλεὺς ἵππον ἕνα ἐξ αὐτοῦ, οὗ ἐπιβαίνων τοῖς κυνηγεσίοις ἐσχόλαζε· τοὺς δὲ λοιποὺς τοῦ Γουδέλη ἵππους ἐπρίατο ὁ δεσπότης κῦρ Δημήτριος. εὑρὼν δὲ ὁ βασιλεὺς μοναστήριον ἀπέχον τῆς Φεραρίας ὡσεὶ μίλια ἔξ, κατῴκησεν ἐν αὐτῷ μετ΄ ὀλίγων ἀρχόντων καὶ στρατιωτῶν καὶ γιανιτζάρων, τοὺς πλείους καταλιπὼν ἐν τῇ Φεραρίᾳ, καὶ ἀεὶ τῇ θήρᾳ ἐνησχολεῖτο, μηδένα λόγον ποιούμενος περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν.
- [←11]
-
Γουδέλης: Κατά τον Laurent 1971: 297 σημ. 5, ο διπλωμάτης αυτός ονομαζόταν Νικόλαος. Είχε, στην υπηρεσία τής αυτοκρατορίας, μακρά καριέρα ως διπλωμάτης και στρατιωτικός και πολέμησε στην πολιορκία τής Κωνσταντινούπολης το 1453, υπερασπιζόμενος τις προσεγγίσεις στην Πύλη Σηλυβρίας. Κατά τη διάρκεια τής Συνόδου ο Νικόλαος στάλθηκε με δαπάνες τής παπικής κούρτης να εκπροσωπήσει τον Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο στη Δίαιτα τής Νυρεμβέργης (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1438).
- [←12]
-
Δηλαδή 9 περίπου χιλιόμετρα. Το συγκεκριμένο μοναστήρι δεν έχει εντοπιστεί.
- [←13]
-
Στο κείμενο, γιανιτζάρων. Bλέπε σημ. 146 κεφαλαίου γ΄.
- [←14]
-
Το κυνήγι αποτελούσε πάντοτε μεγάλη διασκέδαση των βυζαντινών αυτοκρατόρων.
- [←15]
-
Συρόπουλος 6.4: Προσεκαλέσατο δὲ καὶ ὁ πάπας τὸν πατριάρχην ἵνα διημερεύσῃ μετ΄ αὐτοῦ· ἔστειλε δὲ καὶ ἵππους, καὶ ἀπῆλθεν ὁ πατριάρχης καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ κλήρου αὐτοῦ καί τινες τῶν ἀρχιερέων ἔφιπποι εἰς τὴν κούρτην τοῦ πάπα, καὶ ὡμίλουν ὅ τε πάπας καὶ ὁ πατριάρχης μεμονωμένοι διὰ μεταγλωττιστοῦ τοῦ Χριστοφόρου μέχρι τῆς τοῦ ἀρίστου ὥρας. τότε δὲ ἀπαγαγόντες τὸν πατριάρχην εἰς ἴδιον κελλίον ἡτοίμασαν τὸ ἄριστον τοῦ πάπα καὶ διεκόμιζον τοὺς μίνσους ἐκ τοῦ δομεστικίου μετὰ κιβωτιδίων χαλκῶν κεκλειδωμένων, ὡσαύτως καὶ τὸν οἶνον καὶ τὸ ὕδωρ· καὶ αὐτὸ γὰρ τὸ φρέαρ, ἀφ΄ οὗ τὸ ὕδωρ ἤντλουν, κεκλειδωμένον ἦν. εἶτα ἡτοίμασαν καὶ τὸ ἄριστον τοῦ πατριάρχου. καὶ φαγὼν καὶ αὐτὸς, ἀνεπαύσατο ἐν τῷ κελλίῳ ἐκείνῳ. ἔπειτα εἱστίασαν καὶ ἡμᾶς εἰς ἕτερον κελλίον ἐν δυσὶ τραπέζαις, ἀρχόντων παρισταμένων τιμίων καὶ τοῦ ἀσημογράφου καθημένου ἐφ΄ ὑψηλοῦ καὶ γράφοντος τὰ σκεύη, ἐπεὶ πάντα ἦσαν ἀργυρέα μέχρι καὶ τῶν ταλιουρίων· τινὲς δὲ τῶν ἡμετέρων ἀπῆλθον εἰς τὰ ἴδια τὸ κώνιον ὑποπτεύσαντες. μετὰ δὲ τὸν μετ΄ ἄριστον ὕπνον εἰσῆλθε πάλιν ὁ πατριάρχης εἰς τὸν πάπαν καὶ ἐκάθητο ὁμιλῶν ἐκείνῳ, καὶ περὶ δείλην ἐξῆλθε καὶ ἐκάθισεν εἰς τὸ δηλωθὲν κελλίον, καὶ ἔφερον ἡμῖν κουφέτα δαμασκηνὰ καὶ οἶνον, καὶ οὕτως ὑπεστρέψαμεν μετὰ τοῦ πατριάρχου εἰς τὰ ἴδια· οἱ δὲ δειλιάσαντες, εἰ καὶ ἦλθον ὕστερον συνοδοιπορῆσαι τῷ πατριάρχῃ, ἀλλ΄ οὖν οὐδ΄ ἐκ τῶν ὀπωρῶν ἅψασθαί τινος ἠθέλησαν, οὐδὲ πόσεως ὅλως μετέσχον.
- [←16]
-
Στο κείμενο μίνσοι, από το λατινικό missus.
- [←17]
-
Δομεστίκιον: Το παρασκευαστήριο. Πρβλ. περιγραφή Κωδινού Κουροπαλάτη:
«Ο δομέστικος κουβαλάει από το δομεστίκιο πιάτα [μίνσους], τα οποία πρόκειται να φάει ο αυτοκράτορας, και τα δίνει στον δομέστικο τού τραπεζιού, ενώ ο δομέστικος τού τραπεζιού τα δίνει κι εκείνος πάλι στον μεγάλο δομέστικο και ο μέγας δομέστικος τα βάζει μπροστά στον αυτοκράτορα»
(Διακομίζοντος δὲ μίνσους τοῦ δομεστίκου τοῦ δομεστικίου, οὕς μέλλει φαγεῖν ὁ βασιλεύς, καὶ διδόντος τῷ ἐπὶ τῆς τραπέζης, τοῦ δὲ τῷ τῆς τραπέζης δομεστίκῳ, τούτου δὲ αὖ πρὸς τὸν μέγαν δομέστικον, ὁ μέγας δομέστικος τίθησιν αὐτοὺς ἔμπροσθεν τοῦ βασιλέως).
(Γεωργίου Κωδινοῦ τοῦ Κουροπαλάτου, Περί τῶν Ὀφφικιαλίων τοῦ Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν ὀφφικίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη, 1839, σελ. 59).
- [←18]
-
Στο κείμενο, ταλιούρια. Ταλιούρι: σανίδι, ξύλο όπου σερβίρεται ή κόβεται το κρέας, πιάτο. Ίσως από το ιταλ. tagliere (κρεατοσάνιδο).
- [←19]
-
Συρόπουλος 6.5: Ὁ δὲ μαρκέσης ὡς ἑώρα τὸ ἄμετρον τοῦ κυνηγίου τοῦ βασιλέως καὶ τὴν φθορὰν τῶν κτημάτων, παρεδήλωσε διά τινος τῷ βασιλεῖ, ἵνα γένηται μετριώτερον τὸ κυνήγιον καὶ μηδὲ τὰ τῶν ἀνθρώπων φθείρωνται κτήματα, προσθείς, ὅτι· ἀλλαχόθεν διεκόμισα ἐγὼ ἐνταῦθα τὰ πλείω τῶν ζώων, τούς τε ὄρτυγας καὶ τοὺς φασιανικούς, ὀρεγόμενος ἐνοικῆσαι τούτους τῷ παρόντι τόπῳ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ πεφεισμένως γινέσθω τὸ κυνήγιον. ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἐφρόντισε περὶ τούτου, καίτοιγε τιμὴν καὶ θεραπείαν καὶ φιλοφροσύνην ὅτι πλείστην εὑρίσκων ἀεὶ παρὰ τοῦ μαρκέση· οὗπερ αὖθις μεθ΄ ἡμέρας τὰ αὐτὰ διαμηνυσαμένου, ὁ βασιλεὺς ἔτι πλέον τῇ θήρᾳ κατεκέχρητο.
- [←20]
-
Συρόπουλος 6.6: Ἡμεῖς δ΄ ἐκαθήμεθα εἰκῇ καὶ μάτην ταλαιπωροῦντες καὶ σχετλιάζοντες καὶ τῇ ἐνδείᾳ πιεζόμενοι τοῦ σιτηρεσίου· μνήμη γὰρ δόσεως οὐκ ἦν οὐδαμοῦ. ὁρῶντες δὲ τὴν τετράμηνον διωρίαν φθίνουσαν, ἠρξάμεθα λέγειν τῷ πατριάρχῃ· ἰδοὺ ἡ διωρία παρέρχεται. χρὴ οὖν σκέψασθαι καὶ προκαταστῆσαι εἴ τι ἄν δέοιτο διορθώσεως πρὸς τὴν τῆς μελετωμένης συνόδου κατάστασιν. ὁ δὲ ἔλεγεν· οὐκέτι παρῆλθεν ἡ διωρία, καὶ οὐκ ἔχομεν λέγειν τι. παρελθούσης δὲ αὐτῆς, εἴπομεν· ἤδη παρῆλθεν ἡ διωρία. οὐ δεῖ τοίνυν ἐπὶ πλέον καταναλοῦν ματαίως τὸν καιρὸν ἐν ἀλλοδαπῇ. ὁ δὲ πατριάρχης ὤκνει προβαλλόμενος, ὅτι· οὐκ ἔχομέν τι πράττειν, ἀποδημοῦντος τοῦ βασιλέως. καὶ μεθ΄ ἡμέρας αὖθις ἐπετέθημεν τῷ πατριάρχῃ καὶ ἠξιώσαμεν, ἵνα διαμηνύσῃ περὶ τούτου τῷ βασιλεῖ, ὅ καὶ πεποίηκεν. ἀπεκρίθη δὲ ὁ βασιλεύς, ὅτι· ἡμεῖς ἐκδεχόμεθα πρέσβεις ἐκ τῶν ῥηγῶν καὶ τῶν αὐθεντῶν, ἐκδεχόμεθα καὶ πλείονας ἐπισκόπους καὶ καρδηναλίους. πῶς οὖν ποιήσομεν σύνοδον, μὴ ἐλθόντων ἐκείνων; οὐ γὰρ ἤλθομεν ποιῆσαι τὴν οἰκουμενικὴν σύνοδον μετὰ μόνων τῶν Φεραρίων.
ἐξ ἀνάγκης οὖν ἐκαθήμεθα καὶ ἄκοντες.
- [←21]
-
Συρόπουλος 6.7: Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ καὶ νόσος ἐνέσκηψε λοιμώδης τῇ χώρᾳ, καὶ ἀπὸ τοῦ βουβωνικοῦ πάθους ἔθνησκον καθ΄ ἑκάστην πολλοί. ἔφυγον οὖν διὰ τὸν θάνατον οἱ πλείους καὶ τῶν καρδηναλίων καὶ τῶν ἐπισκόπων· ὅτε μὲν γὰρ ἐγένετο ἡ ἀνακήρυξις ἦσαν καρδηνάλιοι ἕνδεκα καὶ ἐπίσκοποι ἑκατὸν πεντήκοντα· ὅτε δ΄ ἡ σύνοδος ἐγεγόνει, ἐναπελείφθησαν καρδηνάλιοι πέντε καὶ ἐπίσκοποι πεντήκοντα. οἱ δ΄ ἡμέτεροι πάντες προσέμενον πάντες μεταξὺ τῶν θνησκόντων, καὶ οὐδεὶς τέθνηκεν ἤ ἐνόσησεν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ θανατικοῦ ἐκείνου, καὶ ἔδοξε παράδοξον· εἰς τὴν τοῦ Ῥωσίας δὲ οἰκίαν καὶ μόνην ἐνόσησαν καὶ ἀπέθανον οἱ πλείους τῶν Ῥωσίας.
- [←22]
-
Κατά τον Laurent 1971: 299 σημ. 1, η επιδημία πρέπει να εμφανίστηκε στις αρχές τής άνοιξης τού 1438 και ο Διονύσιος των Σάρδεων να υπήρξε από τα πρώτα θύματά της. Φαίνεται όμως ότι επιδεινωνόταν ιδιαίτερα από τον Ιούλιο, γιατί στις 16 τού μηνός ο Αμπρότζιο Τραβερσάρι έγραφε στον Κόσιμο Μέδικο, ότι, λόγω τού τρόμου που είχε καταλάβει τούς ανθρώπους, είχε σχεδόν ληφθεί απόφαση για μεταφορά τής συνόδου στην Πίζα ή αλλού. Η επιδημία, που έπληξε και άλλες πόλεις τής Ιταλίας, όπως τη Μπολώνια, δεν επρόκειτο να σταματήσει μέχρι τον Οκτώβριο.
- [←23]
-
Τα Λατινικά Πρακτικά τής Συνόδου δίνουν συνολικά 160 «μίτρες», λέξη που δεν σημαίνει επισκόπους. Ένα άλλο έγγραφο τής εποχής σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή δεν αριθμεί περισσότερες από 118, συμπεριλαμβανομένου τού πάπα, 10 καρδιναλίων, 76 πατριαρχών, αρχιεπισκόπων ή επισκόπων και 31 ηγουμένων (Laurent 1971: 299 σημ. 2).
- [←24]
-
Κατά τον Laurent 1971: 301 σημ. 1, πρόκειται για ξεκάθαρη υπερβολή, αφού η ιστορία τού Ρώσου Ανωνύμου όχι μόνο δεν αναφέρει την επιδημία, αλλά ούτε δίνει την εντύπωση ότι η πανούκλα είχε δημιουργήσει τέτοιον κενό γύρω από τον Ισίδωρο.
- [←25]
-
Συρόπουλος 6.8: Οἱ μὲντοι Λατῖνοι διεφήμισαν καθ΄ ἡμῶν ὅτι ἔχομεν αἱρέσεις πεντήκοντα τέσσαρας, καὶ γράψαντες ἐν τετραδίοις, ἐπ΄ ἀγορᾶς πρὸς διάπρασιν προετίθουν. ἠκούσαμεν οὖν τοῦτο καὶ ἡμεῖς καὶ δεινότατον ἡγησάμεθα, καὶ τῷ πατριάρχῃ εἴπομεν, ὅτι· ὁποίαν σύνοδον ποιήσουσι μεθ΄ ἡμῶν οἱ λέγοντές τε καὶ γράφοντες ὅτι τοσαύτας ἔχομεν αἱρέσεις; πῶς ἄν εἰς λόγους συνέλθοιμεν ἐκείνοις; δέον ἐστὶν ἐξετασθῆναι τὸ περὶ τούτου. καὶ πολλοὺς λόγους εἴπομεν πάντες ὑπὲρ τούτου τῷ πατριάρχῃ. παρῆσαν δὲ ἐκεῖ τότε καὶ οἱ Δισύπατοι καὶ ἐπεχείρουν καταστέλλειν ἡμᾶς, λέγοντες ὅτι· ταῦτά εἰσιν ἔργα μωρῶν ἀνθρώπων· οὔτε γὰρ ἡ σύνοδος τοῦ πάπα, οὔτε τις τῶν χρησίμων παρ΄ ἐκείνοις εἶπε τοιοῦτόν τι καθ΄ ἡμῶν, μᾶλλον δὲ τιμῶσι καὶ ἐπαινοῦσιν ἡμᾶς· ἅπερ δὲ ἠκούσατε, παρὰ κακῶν καὶ ἀπαιδεύτων ἀνθρώπων ἐλαλήθησαν, καὶ οὐ δεῖ ἡμᾶς σκανδαλισθῆναι διὰ λόγους κακῶν ἀνθρώπων καὶ συγχέαι τὰ πράγματα. ἡμῶν δὲ ἐνισταμένων καὶ λεγόντων· λοιπὸν δεῖ ἐξετασθῆναι καὶ φανῆναι ὅτι κακοὶ ἄνθρωποί εἰσι οἱ γράψαντες τὰ τοιαῦτα καὶ παιδευθῆναι παρὰ τῶν καλῶν, οἱ μὲν Δισύπατοι συμβουλευτικῶς ἔλεγον καταλιπεῖν ἡμᾶς ταῦτα· ὁ δὲ πατριάρχης καὶ σκωπτικῶς ἀπεῖρξεν ἡμᾶς. εἴπομεν δὲ καὶ ἡμεῖς ὅτι· τὸ παρ΄ ἐκείνων γεγονὸς οὐχ ἡμῶν μόνων ἀλλὰ πάντων καθάπτεται τῶν Γραικῶν. εἰ οὖν ὑμεῖς παραιτεῖσθε τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης σιωπῶμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἄν μὴ δέον.
- [←26]
-
Συρόπουλος 6.9: Ἡμέραι παρῆλθόν τινες καὶ πάλιν ἐπετέθημεν καὶ ἠξιώσαμεν τὸν πατριάρχην δίς τε καὶ τρίς, καὶ διεμηνύσατο τῷ βασιλεῖ, μετὰ τοῦ Λακεδαιμονίας καὶ ἐμοῦ, ὅτι· καιρὸς παρῆλθε πολὺς ἡμῶν καθημένων ἀργῶν (παρῆλθε γὰρ μὴν καὶ ἐπέκεινα μετὰ τὴν διωρίαν)· πάσχουσι δὲ καὶ κακοπαθοῦσι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ λοιποὶ πάντες. διὰ τοῦτο ἄν ὁρίσῃ ἡ ἁγία βασιλεία σου, ἐλθὲ ἐνταῦθα, ἵνα βουλευσώμεθα περὶ τοῦ πρακτέου. ἀπεκρίθη οὖν πρὸς ταῦτα ὁ βασιλεύς· περὶ μὲν τοῦ καιροῦ οἶδα κἀγὼ κρεῖττον ᾗπερ ὑμεῖς· γινώσκω δὲ ὅτι ὁ καιρὸς οὔπω ἐστὶν ἁρμόδιος πρὸς τὸ γενέσθαι τὴν σύνοδον· ὅταν δὲ ἴδω τὸν προσήκοντα καιρόν, τότε γενήσεται καὶ ἡ σύνοδος. ὅτι δὲ λέγετε, κακοπαθοῦσι, θαυμάζω· πόσον γὰρ καιρὸν ἔχουσιν; ἀκμὴν οὔτε δύο, οὔτε τρεῖς χρόνους ἑκαρτέρησαν ἐνταῦθα. καὶ ποία ἔνι ἡ κακοπάθεια ἥν ἐκακοπάθησαν; καὶ τίνος δὲ χάριν ἦλθον ἐνταῦθα; πάντως ἵνα γένηταί τι ἀγαθὸν ἐν τῇ πατρίδι· τοῦτο δὲ οὐ ῥᾴδιον γενέσθαι εἰ μὴ μετὰ κόπου καὶ κακοπαθείας καὶ παρατάσεως καιροῦ. τὶ δέ; οὐκ εἰσὶ καλόγηροι; τῶν τοιούτων δέ ἐστι τὸ κακοπαθεῖν. ὅτι δὲ λέγετε ἵνα βουλευσώμεθα, ἴσως ἀεὶ καλόν ἐστι τὸ βουλεύεσθαι, ἀλλὰ νῦν οὐ κατεπείγει τι, καὶ διὰ τοῦτο περισσόν ἐστι κατὰ τὸ παρόν· ὅταν δὲ γένηται χρεία τούτου, γενήσεται καὶ παρ΄ ἐμοῦ. ἄπιτε οὖν καὶ ἀναπαύεσθε, καὶ ὅταν ἰδῶ ἐγὼ τὸν καιρὸν ἐπιτήδειον, τότε φροντίσω πῶς ταῦτα γενήσονται. ἡμεῖς ἐκδεχόμεθα καὶ πρέσβεις ἐκ τῶν ῥηγῶν, καὶ χρὴ ἔτι προσμεῖναι καὶ δι΄ ἐκείνους. τότε γὰρ ἀπεδήμει ὁ Κρήτης ὡς ἐνομίζομεν εἰς τὴν Φράντζαν ἐγγὺς πέντε μήνας. ἦλθε δὲ ἄνθρωπος πρὸ ἡμερῶν ὀλίγων ἐκ τῆς Φράντζας, ὡς ἔλεγον, εἰς τὸν πάπαν, εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἰς τὸν πατριάρχην, καὶ ἵνα τοῖς ἐκείνου χρήσωμαι ῥήμασιν, εἶπεν ὅτι· ᾠκονόμησαν ἀποκρισιαρίκιον ἐλθεῖν εἰς τὴν σύνοδον, ὁποῖον οὐ γέγονεν ἐκ τῆς Φράντζας πρὸ πεντακοσίων χρόνων τοιοῦτον· ἔρχονται γὰρ ἄλογα τριακόσια, καὶ ἐστάλην πληροφορῆσαι ὑμᾶς τοῦτο. μεθ΄ ἡμέρας δέ τινας ἦλθεν ὁ Κρήτης μόνος· ἡ δὲ ἀλογία τοῦ ἀποκρισαρικίου τοσοῦτον ἦν πολλὴ καὶ βαρεῖα, ὅτι οὐκ ἔφθασεν ἐλθεῖν οὔτε ὄντων ἡμῶν ἐν Ἰταλίᾳ, οὔτε ἀποδημησάντων· ὑποστρέψαντες δὲ ἡμεῖς ἐκ τοῦ βασιλέως, εἴπομεν τὰς ἀπολογίας τῷ πατριάρχῃ· ὡς δὲ ἐναπελείφθην ἐγὼ καὶ ἰδίως εἰς πλάτος πάντα ἀνέφερον, εἶπέ μοι ὁ πατριάρχης· ἴδε, ὅτι οὐδὲ κἄν γελοίως θεραπεῦσαι καταδέχεται τούσδε τοὺς ταλαιπώρους καὶ δυστυχεῖς.
- [←27]
-
Ήταν λοιπόν Σεπτέμβριος τού 1438, αφού ο Φαντίνο Βαλαρέσο είχε φύγει στα μέσα Απριλίου (βλέπε πιο πάνω, κεφ. ε΄ παρ. 1).
- [←28]
-
Μέχρι το 752 (καταστροφή τής Εξαρχίας Ραβέννας από τούς Λομβαρδούς) η εκλογή επισκόπου (πάπα) Ρώμης προϋπέθετε επικύρωση από τον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Laurent 1971: 303 σημ. 1, είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι κυκλοφορούσε τέτοια φήμη στους συνοδικούς κύκλους, όπου έπρεπε να είναι γνωστή η θέση τού βασιλιά τής Γαλλίας. Μάλιστα την 1η Μαΐου τού προηγούμενου έτους είχε συγκαλέσει βασιλικό συμβούλιο στη Μπουργκ (Bourges), για να αποφασιστεί η στάση που έπρεπε να τηρηθεί απέναντι στη Σύνοδο τής Βασιλείας και τον πάπα. Ο Βαλλαρέσσο, ο οποίος ήταν εκεί, είχε προτρέψει τον Κάρολο Ζ΄ και τούς συμβούλους του να αναγνωρίσουν τη Σύνοδο τής Φερράρας και να στείλουν εκεί αντιπροσωπεία. Όμως ο βασιλιάς, που έκλινε περισσότερο προς τις θεωρίες τής Συνόδου τής Βασιλείας, όπως αποδείχθηκε σχεδόν αμέσως με την Πραγματιστική Κύρωση τής Μπουργκ, αποφάσισε να παραμείνει ουδέτερος. Επομένως δεν είναι σαφές πώς θα μπορούσε να σταλεί αγγελιοφόρος, για να ανακοινώσει την επερχόμενη άφιξη τέτοιας αποστολής. Η ίδια η έκταση που είχε δοθεί σε αυτή την πληροφορία έπρεπε να έχει κινήσει υποψίες.
- [←29]
-
Στο κείμενο, ἀποκρισιαρίκιον.
- [←30]
-
Συρόπουλος 6.10: Παρήρχοντο οὖν αἱ ἡμέραι, καὶ ἡμεῖς ἠλγοῦμεν, μάτην τοῦ χρόνου διατρέχοντος, καὶ ἐπετιθέμεθα τῷ πατριάρχῃ. μετὰ παραδρομὴν οὖν ἡμερῶν τινων διεμηνύσατο αὖθις τῷ βασιλεῖ μετὰ τοῦ Ἐφέσου, τοῦ Μολδοβλαχίας καὶ ἐμοῦ λέγων, ὅτι· καιρὸς παρῆλθε πολὺς, καὶ ὁ πάπας διεμηνύσατό μοι ἵνα μηδὲν καθήμεθα ἀργοί, ἀλλὰ χωρήσωμεν πρὸς τὴν σύνοδον. οἱ ἡμέτεροι πάντες ταλαιπωροῦσι καὶ στενοχωροῦνται, ἐπεὶ οὐδὲ τὸ σιτηρέσιον δίδοται. παρακαλοῦμεν οὖν τὴν ἁγίαν βασιλείαν σου, ἵνα ἔλθῃς καὶ εὑρίσκῃ ἐν τῷ δοθέντι σοι παλατίῳ καὶ βουλευσώμεθα καὶ πράττωμέν τι περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν· δι΄ ἐκεῖνα γὰρ ἐνταῦθα συνήλθομεν. οὕτω δὲ ζητεῖ καὶ βουλεύεται καὶ ὁ πάπας. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀπεκρίνατο, ὅτι· οἶδα κἀγὼ τὸν καιρὸν καὶ οὐκέτι μοι δοκεῖ ἔγκαιρος πρὸς τὴν σύνοδον· ὅτι δὲ λέγετε ὅπως στενοχωροῦνται οἱ ἡμέτεροι, νομίζετε ἴσως ὅτι οἱ τοῦ ἑτέρου μέρους οὐ στενοχωροῦνται; ἀλλ΄ ἐγὼ οἶδα ὅτι πολλοὶ ἐξ ἐκείνων τῶν ἐπισκόπων στεροῦνται πλέον ἤπερ οἱ ἡμέτεροι, καὶ οἶδα ὅτι εἷς ἐξ ἐκείνων διεπράσατο κούπαν καὶ ἕτερος μουλάριον ὅπερ εἶχε, καὶ τρέφονται ἐξ αὐτῶν· ἐκ δὲ τῶν ἡμετέρων οὐδεὶς μέχρι τοῦ νῦν διεπράσατο κούπαν ἤ ἕτερον εἶδος αὐτοῦ. τίς οὖν ἔνι ἡ στέρησις δι΄ ἥν στενοχωροῦνται; πῶς δὲ καὶ διεμηνύσατο ὁ πάπας τῷ πατριάρχῃ γενέσθαι τὴν σύνοδον, ἐμοὶ δὲ οὐδόλως εἶπέ τι περὶ τούτου; καίτοι καθ΄ ἡμέραν σχεδὸν ἔρχονται καὶ καρδηνάλιοι καὶ ἐπίσκοποι εἰς ἐμέ, καὶ ἐμοὶ ἔλεγον ἄν, εἰ ἤθελον εἰπεῖν τι περὶ συνόδου· ἐγὼ δὲ ἔδωκα καὶ ἀφορμὰς ἐκείνοις πρὸς τὸ χωρῆσαι εἰς ταύτην τὴν ὕλην, κἀκεῖνοι οὐδόλως ἠθέλησάν τι περὶ ταύτης κινῆσαι. καὶ νῦν δὲ ἦλθον οἱ καρδηνάλιοι πρὸ ἡμῶν καὶ οὐδέν μοι εἶπον περὶ τούτου. οἶδα οὖν ἐγὼ πόθεν κινοῦνται οὗτοι οἱ λόγοι· διὸ λέγω, κάθησθε καὶ ἀναπαύεσθε, καὶ ὅταν ἰδῶ ἐγὼ τὸ ἔγκαιρον, ἐλεύσομαι καὶ διαπράξομαι τὸ προσῆκον. εὕρομεν δὲ ἡμεῖς τότε τοὺς καρδηναλίους συνόντας τῷ βασιλεῖ καὶ περιεμείναμεν μέχρι τοῦ ἐξελθεῖν ἐκείνους, καὶ οὕτως εἰσήλθομεν· ἐμάθομεν δὲ ὅτι κἀκεῖνοι περὶ τῆς συνόδου ἔλεγον τῷ βασιλεῖ. ἐλθόντες δ΄ ἀνηγγείλαμεν πάντα τῷ πατριάρχῃ, καὶ ἐμένομεν ἄπρακτοι.
- [←31]
-
Συρόπουλος 6.11: Εἶτα εἰδὼς ὁ πάπας τὴν ἄμετρον καὶ ματαίαν βραδύτητα, διεμηνύσατο τῷ βασιλεῖ καὶ ἀπῄτησεν ἐνεργεῖσθαι τὰ τῆς συνόδου. μόλις οὖν μετὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πάπα, οὐκ οἶδα πόσας, ἦλθεν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐβουλεύσατο μετὰ τοῦ πατριάρχου ἰδίως καὶ ἀπῆλθε· καὶ πάλιν ἦλθε καὶ εἶδε τὸν πατριάρχην ἰδίως, καὶ συμφωνήσαντες ἔστειλαν εἰς τὸν πάπαν τὸν Ἐφέσου, τὸν Ῥωσίας, τὸν μέγαν χαρτοφύλακα καὶ ἐμὲ τὸν μέγαν ἐκκλησιάρχην ἐροῦντας τάδε· ἰδοὺ ἀπαιτεῖ ἡ μακαριότης σου συστῆναι τὴν οἰκουμενικὴν ταυτηνὶ σύνοδον καὶ πράττειν τὰ προκείμενα αὐτῇ πρᾶξαι, οὐδὲ ἡμεῖς ἀπαγορεύομεν τοῦτο, ἐπεὶ καὶ τούτου χάριν συνεληλύθαμεν· πλὴν ἡ παροῦσα σύνοδος κατά τι μέν ἐστιν ὁμοία ταῖς οἰκουμενικαῖς συνόδοις, ἔν τισι δὲ διαφέρει. ὅτι μὲν γὰρ πάρεστιν ἐν αὐτῇ καὶ ἡ μακαριότης σου καὶ οἱ σὺν αὐτῇ, πάρεστι δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης καὶ οἱ τοποτηρηταὶ τῶν τῆς Ἀνατολῆς πατριαρχῶν καὶ τὸ κρεῖττον μέρος τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοῦτο οἰκουμενική ἐστι σύνοδος τελεῖα καὶ ἀνελλιπής· ὅτι δ΄ ἐν ἐκείναις μὲν ταῖς οἰκουμενικαῖς πάντες ἦσαν ἡνωμένοι καὶ ὁμογνώμονες, μέρος δέ τι ἐλάχιστον ἦν τὸ διαφερόμενον, ὅπερ καὶ ἐκρίνετο καὶ κατεδικάζετο παρὰ τῶν πολλῶν, νῦν δ΄ οἱ ἐν ταύτῃ τῇ συνόδῳ συνελευσόμενοι καὶ κρινοῦντες αὐτοί εἰσιν οἱ διαφερόμενοι καὶ διχῆ διῃρημένοι εἰσί. κατὰ τοῦτο ἔχει ἐναλλαγὴν καὶ διαφορὰν πρὸς ἐκείνας τὰς οἰκουμενικάς. διὸ οὐδὲ αἱ προχωρήσεις ταύτης τῆς συνόδου, οὐδὲ τὰ συμπεράσματα ὀφείλουσι γίνεσθαι κατὰ τὴν ἐκείνων προχώρησιν, ἀλλ΄ ἔχειν δεῖ καὶ αὐτὰ τὴν προσήκουσαν ἐναλλαγήν, ἐπεὶ καὶ ὑμεῖς μὲν ὑπάρχετε πολλοί, ὡς ἐν τοῖς ἰδίοις ὑμῶν εὑρισκόμενοι τόποις, οἱ δὲ ἡμέτεροι ὀλίγοι, χρὴ οὖν καὶ ὑμᾶς εἰδέναι ἅ λέγομεν ἡμεῖς, καὶ ἡμᾶς μαθεῖν ἅπερ ὑμεῖς βούλεσθε.
- [←32]
-
Συρόπουλος 6.12: Tαῦτα εἶπεν ὁ Ἐφέσου, ἱσταμένων ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ πάπα καθημένου ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, ὑποκαθημένων καὶ καρδηναλίων καὶ ἐπισκόπων ὅσους εἶχε συμβούλους. εἶτα ἤγαγον ἡμᾶς εἴς τι δωμάτιον καὶ ἐκαθίσαμεν, ἐκεῖνοι δὲ ἐβουλεύοντο ὥραν ἱκανήν. μετὰ τοῦτο δὲ προσεκαλέσαντο καὶ ἔστησαν ἡμᾶς ὡς καὶ πρότερον· ἔδωκε δὲ τὰς ἀπολογίας ὁ πάπας εἰπών, ὅτι· ἐγὼ ἔστειλα τὰ κάτεργα καὶ ἔφθασαν εἰς ὑμᾶς κατὰ τὸν σεπτέμβριον, καὶ ἦν ἀρκετὸν ἵνα ἔλθητε ἐνταῦθα μέχρι τῆς δεκάτης ὀγδόης τοῦ νοεμβρίου ἤ καὶ δι΄ ὅλου τοῦ αὐτοῦ μηνός· ὑμεῖς δὲ ἤλθετε τὸν φεβρουάριον. καὶ ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὸ ἐλθεῖν ὑμᾶς ἐνταῦθα ἀρκέσουσι δύο μῆνες συμπερᾶναι τὴν ἕνωσιν καὶ εἰς τρίτον μῆνα ἵνα οἰκονομηθῆτε καὶ ἀπέλθετε ἐις τὰ ἴδια· ὑμεῖς δ΄ ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν κάθησθε ἀργοὶ καὶ ἄπρακτοι. ἀπῃτήσαμεν ἵνα συνέρχησθε καὶ συστήσομεν τὴν σύνοδον καὶ γίνωνται διαλέξεις, καὶ νῦν λέγετε ὅτι διαφέρει αὕτη ἐκείνων τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, καὶ δεῖ ἔχειν καὶ τὰς προχωρήσεις ἐναλλαγήν. ὁποίαν οὖν ἐναλλαγὴν θέλετε ἔχειν αὐτήν, οὐκ οἴδαμεν. ἡμεῖς ἐτάξαμεν ἵνα γένηται σύνοδος οἰκουμενική, καὶ δεῖ αὐτὴν ἀκολουθεῖν ταῖς προλαβούσαις οἰκουμενικαῖς· οὐδὲ γὰρ ἄλλην τάξιν ἔχομεν νῦν ποιεῖν εἰς αὐτήν. ἄπιτε τοίνυν, καὶ ἐπιμεληθήτωσαν οἱ ὑμέτεροι ἵνα συστῇ ἡ σύνοδος καὶ γίνωνται καὶ διαλέξεις. ὡς οὖν προσκυνήσαντες αὐτὸν ἐξηρχόμεθα, εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι· ἔχετε εἰς τὴν Ἰταλίαν μῆνας ἑπτὰ καὶ ἐποιήσατέ μοι μίαν τζέτουλαν, καὶ ἐνθυμίζω ὑμῖν τοῦτο. τζέτουλαν δ΄ ἐκάλεσε τὸ γραμμάτιον τῆς ἀνακηρύξεως.
- [←33]
-
Τζέτουλα: H λατινική λέξη cedula (πρόγραμμα).
- [←34]
-
Συρόπουλος 6.13: Ὑποστρέψαντες οὖν ἀνηγγείλαμεν ταῦτα τοῖς πέμψασιν ἡμᾶς· ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ αὖθις τῇ θήρᾳ ἐσχόλαζε. μεθ΄ ἡμέρας δέ τινας διεμηνύσατο ὁ βασιλεὺς τῷ πατριάρχῃ, ὅτι· ὁ πάπας στελεῖ καρδηναλίους πρὸς ἡμᾶς ἐροῦντας λόγους τοῦ πάπα· ἐλεύσομαι οὖν αὐτόθι καὶ συναχθήτωσαν καὶ οἱ ἡμέτεροι. ἦλθεν τοίνυν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐκάθισε μετὰ τοῦ πατριάρχου. συνήχθησαν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ σταυροφόροι καὶ οἱ ἡγούμενοι, καὶ ὥρισεν ὁ βασιλεύς, ὅτι· οἱ ἐκ τοῦ πάπα ἐροῦσι λόγους, οὐκ οἶδα δὲ καὶ ὁποίους, πλὴν ἔνι χρεία ἵνα ἀπολογήσωνταί τινες ἐκ τῶν ἡμετέρων. ἐκλεχθήτωσαν οὖν οἱ ἀπολογησόμενοι, ἵνα ἀκούσωσι προσεχῶς καὶ σκέπτωνται πρὸς ἀπολογίαν. καὶ ἐξελέξαντο τὸν Ἐφέσου καὶ τὸν Νικαίας. καὶ εἶπεν ὁ πατριάρχης· χρὴ λοιπὸν ἵνα κάθηται καὶ ὁ Νικαίας μετὰ τοῦ Ἐφέσου, ἐπεὶ μέλλουσιν ἀπολογεῖσθαι κοινῶς, καὶ ἐκάθισεν εὐθὺς μετὰ τὸν Ἐφέσου· ὅπερ ἰδὼν ὁ Ῥωσίας, ἀναστὰς ἐκ τοῦ σκίμποδος, κάτω ἐκάθισεν.
- [←35]
-
Συρόπουλος 6.14: Ἦλθον δὲ ἐκ τοῦ πάπα δύο καρδηνάλιοι, ὁ Ἰουλιανὸς καὶ ὁ Φιρμάνος, καὶ ἐπίσκοποι ἕξ, ὧν εἷς ὁ Ῥόδου ἐτύγχανε, καὶ εἶπεν ὁ Ἰουλιανὸς ὡς ἀπὸ τοῦ πάπα λόγους περὶ καταστάσεως τῆς συνόδου καὶ ὅπως οἱ ἀπόστολοι ἐποίησαν σύνοδον καὶ παρέδωκαν καὶ τὸ ἅγιον σύμβολον· αἱ δὲ μετὰ ταῦτα οἰκουμενικαὶ σύνοδοι οὐκ ἠρκέσθωσαν εἰς τὸ τῶν Ἀποστόλων σύμβολον, ἀλλὰ καὶ ἡ πρώτη ἐποίησε σύμβολον καὶ ἡ δευτέρα μετεποίησε αὐτὸ καὶ προσέθηκε. καὶ περὶ τῶν ἐφεξῆς εἶπε συνόδων καὶ ἑτέρους πολλοὺς λόγους μετὰ φιλοτιμίας καὶ δεινότητος ῥητορικῆς, καὶ ὅτι κατ΄ ἐκείνας δεῖ καὶ τὴν παροῦσαν σύνοδον προχωρεῖν καὶ μὴ βραδύνειν, μηδ΄ ἐναλλάσσειν αὐτήν. ἀντεπήγαγε δὲ ὁ Ἐφέσου πρὸς πάντας τοὺς λόγους τοῦ Ἰουλιανοῦ γενναίας ἀπολογίας καὶ ἀρκετάς· περὶ δὲ τῆς συνόδου τῶν Ἀποστόλων καὶ τοῦ συμβόλου αὐτῶν εἶπεν, ὅτι· ἡμεῖς οὔτε ἔχομεν, οὔτε εἴδομεν σύμβολον τῶν Ἀποστόλων· σύνοδον δὲ Ἀποστόλων λέγεις τὴν συνέλευσιν ἐκείνην, καθ΄ ἥν συνελθόντες διωρίσαντο ἀπέχεσθαι τῶν εἰδωλοθύτων καὶ τοῦ πνικτοῦ καὶ ἑτέρων τινῶν; συνῆλθον γὰρ καὶ διωρίσαντο καὶ ἐκανόνισαν καὶ ἐνομοθέτησαν αὐτοί τε καὶ πρὸ αὐτῶν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὡς αὐτοί φασίν, ἀπέχεσθαι τοῦ πνικτοῦ καὶ τῶν ἄλλων· πλὴν οὐκ ὀνομάζεται ἐκείνη σύνοδος τῶν Ἀποστόλων.
- [←36]
-
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, 15: 28-29:
Ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τῶν ἐπάναγκες τούτων, ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας.
- [←37]
-
Συρόπουλος 6.15: Μετὰ δὲ τὰς τοῦ Ἐφέσου ἀποκρίσεις πρὸς πάντα τὰ παρὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ εἰρημένα δοθείσας, ἤρξατο ὁ Ἰουλιανός, καὶ πρῶτον μὲν ἐπῄνεσε τὸν Ἐφέσου ὡς συνετῶς ἄγαν καὶ σοφῶς ἀπολογηθέντα· εἶτα διεῖλε τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ εἰς κεφάλαια ὀκτωκαίδεκα, εἰπὼν πρῶτον μὲν εἴρηκας τόδε, δεύτερον τόδε, τρίτον δὲ τόδε, καὶ ἐφεξῆς μέχρι τῶν ὀκτωκαίδεκα· εἶτα τὰς ἰδίας προσετίθει ἀπολογίας, φάσκων· εἰς μὲν τὸ πρῶτον κεφάλαιον εἰπόντος σου τόδε, ἀποκρίνομαι τόδε· εἶτα εἰς τὸ δεύτερον, ὅ ἦν τόδε, ἀποκρίνομαι τόδε, καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ὁμοίως. ἀντέθηκεν οὖν ἀπολογίας εἴς τινα μὲν γενναίας καὶ ἰσχυράς, εἰς τὰ πλείω δὲ ὑποσάθρους· παρεσιώπησε δὲ τὸ περὶ τῆς συνόδου τῶν Ἀποστόλων καὶ τὸ τοῦ πνικτοῦ· τὸ δὲ συμβολον τῶν Ἀποστόλων ἔφη εὑρίσκεσθαι παρ΄ ἐκείνοις. ἐθαύμασαν οὖν αὐτὸν πάντες ἐπὶ τῇ ἀναμνήσει καὶ τῇ διαιρέσει τῶν κεφαλαίων, καὶ αὖθις ἐπὶ τῇ τάξει τῆς ἀνακεφαλαιώσεως· κατὰ γὰρ τὴν τῶν λόγων ποιότητα, τῇ ἀληθείᾳ, ἰσχυρότεροι ἦσαν οἱ τοῦ Ἐφέσου ᾗπερ οἱ τοῦ Ἰουλιανοῦ. καὶ ἐπὶ τούτοις διελύθη ὁ σύλλογος, καὶ ἀπήλθομεν εἰς τὰ ἴδια.
- [←38]
-
Συρόπουλος 6.16: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἀεὶ ἐνετρύφα τοῖς κυνηγεσίοις. πρὸ καιροῦ οὖν ἐζήτησεν ὁ νομοφύλαξ ὁ Εὐγενικὸς ἵν΄ ἀπέλθῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἔλαβεν ἔνδοσιν παρὰ τοῦ βασιλέως· ὁμοίως καὶ ὁ Ἡρακλείας ὁρῶν τὴν πολλὴν πλημμέλειαν καὶ ἀργίαν, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἔνδοσιν, ἵν΄ ἀπέλθῃ εἰς τὴν Βενετίαν. ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν ἦλθεν ὁ Νικαίας πρωῒ εἰς τὸν πατριάρχην καὶ εἶπεν, ὅτι· ἔμαθον ὅπως ἀπεδήμησεν ὁ Ἡρακλείας μετὰ παντὸς οὗπερ εἶχεν ἐνταῦθα βίου, ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ νομοφύλαξ. εἰ οὖν οὗτοι ἀπέλθωσιν, ἤδη ἐπαύσατο καὶ ἡ σύνοδος· εἰσὶ γὰρ καὶ οἱ δύο τοποτηρηταὶ καὶ ἀποδημησάντων αὐτῶν οὐ δυνήσονται συμπερᾶναι τι οἱ ἐνταῦθα καταλειφθέντες. ἔχει δὲ καὶ ὁ πάπας αἰτιάσασθαι ἡμᾶς εὐλόγως· ἐρεῖ γὰρ ὅτι ἑκουσίως κατελύσαμεν τὴν σύνοδον καὶ ὀφείλομεν ἀντιστρέψαι τὰς ἐξόδους πάσας, καὶ μέγα δεινὸν ἐπακολουθήσει ἡμῖν. διὸ χρὴ γενέσθαι διασυντόμως ἐπιμέλειαν, ἵνα φθάσωσί τινες μετὰ σπουδῆς καὶ ὑποστρέψωσιν αὐτούς. ἔστειλεν οὖν εὐθὺς ὁ πατριάρχης, καὶ εἰς μὲν τὸ κελλίον τοῦ Ἡρακλείας οὔτε ἄνθρωπον εὗρον οὔτε κατούναν· εἰς δὲ τοῦ Ἐφέσου εὗρον καλόγηρον καὶ ὀλίγην κατούναν. ἠρώτησαν δὲ τὸν καλόγηρον περὶ τοῦ Ἐφέσου, καὶ εἶπε μὴ εἰδέναι ποῦ ἀπῆλθε.
- [←39]
-
Έφυγε από τη Φερράρα στις 14 Σεπτεμβρίου (Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά Ι, σελ. 276), αλλά πέρασε πολύς χρόνος μέχρι να φτάσει στο τέλος τού ταξιδιού του (βλέπε πιο πάνω, κεφ. δ’ σημ. 14). Την ιστορία που άφησε πίσω του επιμελήθηκε ο Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά Ι, σελ. 271-314.
- [←40]
-
Συρόπουλος 6.17: Καὶ εὐθὺς ἔστειλεν ἐμὲ ὁ πατριάρχης εἰς τὸν δεσπότην ἵνα διηγήσομαι περιπαθῶς τὸ γεγονὸς καὶ τὸ ἐκ τούτου προσδοκώμενον δεινὸν, καὶ ζητήσω καὶ ἵππον ὡς ἄν φθάσω καὶ ὑποστρέψω αὐτούς. ἐλθὼν οὖν εἰς τὸν δεσπότην, εἶπον αὐτῷ ταῦτα, καὶ ἔδοξαν κἀκείνῳ δεινά· πλὴν οὐκ ἔδωκέ μοι ὁ δεσπότης ἵππον. ἔστειλε δὲ ὁ πατριάρχης καὶ ἕτερον εἰς τὸν βασιλέα περὶ τούτου· ὁ δὲ ἔστειλε τὸν Λάσκαριν ἔφιππον καὶ ἵππον, οὗ ἐπέβην ἐγὼ, καὶ ἀπήλθομεν δρομαῖοι εἰς τὸ Φραγκουλίν· εὕρομεν δὲ τὸν μὲν Ἐφέσου περὶ τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ διατρίβοντα μετὰ τοῦ νομοφύλακος, τὸν δ΄ Ἡρακλείας ἐντὸς τοῦ πλοίου καθήμενον μετὰ τῆς ἰδίας κατούνης. εὐθὺς οὖν εἰσήλθομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἐλέγομεν τῷ Ἡρακλείας ὁρισμὸν τοῦ βασιλέως ὥστε ὑποστρέψαι· ὁ δὲ οὐκ ἤθελε προβαλλόμενος ὅτι μετὰ θελήματος τοῦ βασιλέως ἀπέρχεται εἰς τὴν Βενετίαν καὶ ἐπανελεύσεται πάλιν. εἴπομεν δὲ αὐτῷ, ὅτι· ὁ μὲν ὁρισμὸς ἐκεῖνος ἦν προγενέστερος, καὶ οὐδεὶς ἄν ἦν λόγος, εἰ τότε ἀπήρχου· σήμερον δὲ ὁριζει καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης ἵνα ὑποστρέψῃς· ἀξιοῦμεν δὲ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ὡς φίλοι, ἐπειδὴ καὶ ἑτοιμάζονται πρὸς τὰς συνοδικὰς συνελεύσεις καὶ διαλέξεις. ὁ δὲ εἶπε πολλὰ πρὸς ἀποφυγὴν καὶ ὅτι ἀπατῶσιν ἡμᾶς ἀλλ΄ οὐ ποιήσουσι συνόδους καὶ ὅτι εἰς αἰσχύνην αὐτῷ ἔσται ἐξελθεῖν καὶ ὑποστρέψαι μετὰ τῆς κατούνης. ὡς δὲ οὐκ ἐπείθετο λόγοις, ἐποιήσαμεν περιορισμὸν τοῦ πλοίου καὶ ἐξ ἀνάγκης ὑπέστρεψαν ὅ τε Ἡρακλείας καὶ ὁ νομοφύλαξ· ὁ δ΄ Ἐφέσου χάριν συνοδίας τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ εἶπεν ἐλθεῖν, καὶ ὑποστρέφει. ὡς οὖν εἶδον τὴν ἐκβολὴν αὐτῶν οἱ προστάται ἡμῶν καὶ πῶς πρὸ τοῦ ἐνοχλῆσαι ἤ βιάσασθαί τινας εἰς ὅπερ οὐ βούλονται ἀποδιδράσκουσιν, ἔκτοτε ἐσκέπτοντο ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης ἰδίᾳ καὶ ἐβουλεύοντο ὅπως ἄν ἐνδοτέρω ἡμᾶς ἀπαγάγωσιν εἰς μείζονα καὶ ἀσφαλέστερον περιορισμόν. διὸ καὶ μετὰ τοῦ πάπα τὴν εἰς Φλωρεντίαν ἀποδημίαν λαθραίως ἐπραγματεύοντο.
- [←41]
-
Ίσως ακόμη τον Ματθαῖο Λάσκαρι, σε συμμαχία με την οικογένεια των Παλαιολόγων, τον οποίο βλέπουμε το 1422 να διεκπεραιώνει δύσκολη διπλωματική αποστολή στους Τούρκους. Ο Αθανάσιος Λάσκαρις, ο οποίος υπέγραψε το 1451, στο όνομα τού κυρίου του Δημήτριου, δεσπότη τού Mοριά, συμφωνία με εμπόρους στη Φλωρεντία για εμπορικά προνόμια, φαίνεται ότι είναι πολύ μεταγενέστερος, όπως και ο Μιχαήλ, ιππότης τής Κωνσταντινούπολης, αναφερόμενος στη Μπρυγκ και υποχρεωμένος στον δούκα τής Βουργουνδίας Φίλιππο τον Ωραίο (Laurent 1971: 308 σημ. 1).
- [←42]
-
Φρανκολίνο, βλέπε σημ. 128 κεφαλαίου δ΄.
- [←43]
-
Τού Πάδου, βλέπε σημ. 128 κεφαλαίου δ΄.
- [←44]
-
Τον Ἰωάννη Εὐγενικό, ο οποίος στις Ευχαριστίες του (Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά Ι, σελ. 275-276), εξηγεί τούς λόγους για τούς οποίους καθένας έπρεπε να φύγει από μια χώρα που μαστιζόταν από την πανούκλα και τις απειλές πολέμου.
- [←45]
-
Κατά τον Laurent 1971: 309 σημ. 4, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ των προτέρων ότι αυτή η ανησυχία ήρθε πολύ νωρίς στο μυαλό τού αυτοκράτορα, αλλά δεν θα μπορούσε να αποτελεί αποφασιστικό λόγο, πόσο μάλλον που η Βενετία, τής οποίας η άποψη έπρεπε αναγκαστικά να λαμβάνεται υπόψη, ήταν εναντίον κάθε μεταφοράς τής συνόδου σε έδαφος που θα προσέγγιζε αισθητά το λιμάνι της. Αρχική σκέψη τού πάπα ήταν να πάει όχι στη Φλωρεντία, αλλά στην Πάδουα ή στο Τρεβίζο.
- [←46]
-
Συρόπουλος 6.18: Ὀλίγαι παρῆλθον ἡμέραι μετὰ τὴν δηλωθεῖσαν συνέλευσιν τὴν μετὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τῶν λοιπῶν, καὶ πάλιν ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πατριάρχην καὶ συνῆξε τοὺς ἀρχιερεῖς, ἡμᾶς τε καὶ τοὺς ἡγουμένους καὶ προέτρεψε βουλεύσασθαι πῶς δεῖ τὴν σύνοδον ἄρξασθαι καὶ προχωρεῖν. εἶπον οὖν ὅτι· τὸ μὲν ἄρξασθαι καὶ προχωρεῖν εὔκολόν ἐστι· κινηθήσεται τὸ ζήτημα τὸ διαιροῦν ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τούτῳ λαληθήσονται λόγοι καὶ ἀπολογίαι, καὶ ἐντεῦθεν προβήσονται αἱ διαλέξεις· πλὴν μετὰ τὰς διαλέξεις χρεία ὑπάρξει συμπεράσματος καὶ δεῖ σκέψασθαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νῦν, πῶς ἄν γένοιτο τὸ συμπέρασμα, σωζομένου τοῦ λυσιτελοῦντος ἡμῖν. ἀνάγκη γὰρ γνωμοδοτῆσαι πάντας τοὺς ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ εἰ τῇ τάξει καὶ τῇ συνηθείᾳ τῶν συνόδων δεῖ παρακολουθῆσαι, ὥστε τῶν πλειόνων τὴν ψῆφον νικᾶν, συναχθήσονται παρὰ τοῦ λατινικοῦ μέρους εἰ θελήσουσι ὡς ἐν βραχεῖ ἐπέκεινα τῶν διακοσίων· οἱ δὲ ἡμέτεροί εἰσιν ἐλάττους τῶν τριάκοντα. ὁμογνωμονήσουσιν οὖν καὶ συμφωνήσουσι πάντως ἐκεῖνοι, πρὸς οὕς οἱ ἡμέτεροι, εἰ διαφωνήσουσιν ἐκείνων, οὐδὲν λογισθήσονται, ἀλλ΄ ἰσχύσουσιν αἱ φωναὶ ἐκείνων ὡς πλειόνων καὶ ἐπιψηφιοῦνται, καὶ κατακρινοῦσι τοὺς ἡμετέρους. διὰ τοῦτο χρὴ μὴ πρὸς τὰς τῶν πλειόνων φωνὰς κεῖσθαι τὴν ψῆφον. πολλῶν οὖν λόγων περὶ τούτου κινηθέντων, ἔδοξε καλὸν ἵνα περιστῇ ἰσχύειν τὰς φωνὰς τοῦ ἑνὸς μέρους ὡς τοῦ ἑτέρου καὶ τὰς γνώμας τῶν ἡμετέρων εἴκοσιν ἐπίσης ἰσχύειν ὡς τῶν παρ΄ ἐκείνοις διακοσίων, πλὴν ἵνα ζητηθῇ πρῶτον καὶ στερχθῇ τοῦτο καὶ παρὰ τῶν Λατίνων. ἀλλ΄ ἐν τῇ τούτου γυμνασίᾳ καὶ ἕτερόν τι ἀνεφύη. εἶπον γάρ τινες ἐξ ἡμῶν, ὡς· καὶ εἰ ἐπίσης ταχθῇ ἰσχύειν τὸ ἕν μέρος ὡς τὸ ἕτερον, εἶτα τυχὸν προστεθῇ εἷς ἤ καὶ πλείους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους πρὸς θατερον, ὅ καὶ ἐδεδίειμεν ἀεὶ μή τινι τῶν ἡμετέρων τοῦτο συμβῇ, εἰ οὖν τοιοῦτόν τι γένηται, τότε οὐκ ἔτι ἰσορρεπής, ἀλλ΄ ἑτερορρεπὴς ἔσται ἡ ἰσχὺς τῶν γνωμῶν· ἐρεῖ γὰρ ὁ ἀπὸ τοῦ μέρους τυγχάνων τοῦ δεξαμένου τὸν προστεθέντα αὐτῷ, ὅτι· τὸ ἐμὸν μέρος ἴσχυεν ὡς τὸ σόν, νῦν δὲ προσετέθη μοι καὶ εἷς ἀπὸ τοῦ σοῦ μέρους, καὶ ἤδη τὸ μὲν σὸν ἠλάττωται μέρος, ηὔξηται δὲ τὸ ἐμόν· καὶ λοιπὸν ἐμοὶ πρόσεστι τὸ νικᾶν καὶ αἱ τῶν ἡμετέρων ἰσχύουσι γνῶμαι. τίνα οὖν θεραπείαν ἔξομεν τότε εἰπεῖν; καὶ ἕτεροι λόγοι πολλοὶ κεκίνηνται περὶ τούτου, καὶ ἀπορίᾳ συνείχοντο σχεδὸν πάντες. εἶπε δὲ ὁ βασιλεύς, ὅτι· τοῦτο ἔσται εἰς τὴν ἄδειαν ἡμῶν, ἵνα χρησώμεθα τοῖς οἰκείοις ἡμῶν καθὼς ἄν ἐθέλωμεν, καὶ οἱ Λατῖνοι πάλιν τοῖς οἰκείοις, καθὼς ἄν ἐθέλωσιν. ἦν δὲ καὶ τοῦτο ψυχρὰ καὶ ἀθεράπευτος θεραπεία. εἶτ΄ ἐζητήθη, τίνες ἄρα ἀπελεύσονται εἰς τὸν πάπαν ἀναγγελοῦντες καὶ διαπραξόμενοι τὰ δηλωθέντα ὡς δεῖ; εἰ μὴ γὰρ διαπραχθῇ τοῦτο καλῶς καὶ στερχθῇ καὶ βεβαιωθῇ παρ΄ ἐκείνων, οὐ χρὴ ἡμᾶς ὅλως χωρῆσαι πρὸς σύνοδον, μιᾷ φωνῇ ἔλεγον οἱ ἡμέτεροι πάντες. ἔφη δὲ ὁ βασιλεύς, ὡς· ἐμοὶ δοκεῖ ὅτι εἰ παραγενοίμεθα ἐγώ τε καὶ ὁ πατριάρχης εἰς τὸν πάπαν, ἐξοικονομήσοιμεν τὸ περὶ τούτου καλῶς, καὶ βεβαιώσοιμεν αὐτὸ καθὼς προσήκει. ἐπῄνεσαν δὲ τοῦτο πάντες· τίς γὰρ εἶχεν ἀντιλέγειν εἰ καὶ ἐβούλετο, τοῦ βασιλέως οὕτως ἀποφηναμένου;
- [←47]
-
O Laurent 1971: 311 σημ. 1, σημειώνει, ότι κάτω από το Διάταγμα τής Ένωσης θα έμπαιναν τελικά 150 υπογραφές, από τις οποίες 117 από Λατίνους συμπεριλαμβανομένου τού πάπα και 33 από Γραικούς μαζί με εκείνη τού αυτοκράτορα. Στην πραγματικότητα λοιπόν, η αριθμητική υπεροχή των Λατίνων θα ήταν αντίστοιχη με εκείνη που αναφέρει εδώ ο Συρόπουλος.
- [←48]
-
Συρόπουλος 6.19: Τὸ δὲ τοιοῦτον ζήτημα διεκωδωνίζετο καὶ πρότερον παρ΄ ἡμῶν, καὶ μέγιστον καὶ ὀλέθριον κίνδυνον ὑφωρώμεθα ἐκ τούτου· διὸ καὶ ἐζητοῦμεν ἀεὶ πρὸς ἀλλήλους εἴ πως εὕροιμέν τινα θεραπείαν πρὸς αὐτό. ὡς οὖν ἤκουσε τοῦτο ὁ σοφὸς Γεμιστὸς παρά τινων λεγόμενον, ἔφη, ὅτι· ἐγὼ πρὸ δύο καὶ δέκα χρόνων εἶπον περὶ τούτου τῷ βασιλεῖ. ὅταν γὰρ ἐπιδεδήμηκε τῇ Πελοποννήσῳ ὁ βασιλεύς, ἐν μιᾷ τῶν αὐτοῦ ὁμιλιῶν προέτεινεν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τὸ σχῖσμα τῆς Ἐκκλησίας ἐστείλαμεν πρέσβεις εἰς τὸν πάπαν, καὶ πρόκειται ἵνα καὶ ἡμεῖς ἀπέλθωμεν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ποιήσωμεν σύνοδον οἰκουμενικήν. εἶπε οὖν, καὶ αὐτός, ἔφη πρὸς ἐμέ, τί σοι δοκεῖ περὶ τούτου; καὶ ἀνάγγειλον ὅ τι ἄν νομίσῃς λυσιτελήσειν ἡμῖν ἐν τῇ συνόδῳ; ἀνέφερον οὖν, ὅτι τὸ μὲν ἀπελθεῖν ὑμᾶς εἰς τὴν Ἰταλίαν οὐδόλως ἡγοῦμαι καλόν, οὐδὲ προβήσεται ὡς νομίζω ἐπὶ ἡμετέρῳ συμφέροντι· ἤν δὲ γένηται ἴσως μὲν μετὰ σκέψεως, εὑρήσει τις πολλὰ ζητητέα καὶ στερκτέα εἰς ὠφέλειαν ἡμῶν, ἅ καὶ εὑρήσουσιν οἱ τότε περὶ τῶν τοιούτων βουλευόμενοι· ἐγὼ δ΄ ὡς ἐξ ὑπογύου ἐνθυμίζω τοδί. εἰ ἀπέλθοιτε ἐκεῖσε, ἀπελεύσεσθε πάντως ὀλίγοι πρὸς ἐκείνους πλείστους ὄντας. εἰ οὖν ἁπλῶς καὶ ἀπερισκέπτως ἀπελθόντες ποιήσετε σύνοδον, ἑλκύσουσι πάντως ἐκεῖνοι τὸ τῶν πλειόνων τὴν ψῆφον ἰσχύειν, καὶ λοιπὸν οὐκ ἀπελεύσεσθε εἰς σύνοδον, ἀλλ΄ εἰς κατάκρισιν. διὰ τοῦτο χρὴ πρότερον ζητηθῆναι καὶ στερχθῆναι τὸ μὴ τῶν πλειόνων τὴν ψῆφον ἰσχύειν, ἀλλὰ τὸ ἕν μέρος ἐπίσης ἰσχύειν ὡς θάτερον, κἄν τὸ μὲν πλεῖστον, τὸ δ΄ ἔλαττόν ἐστι, καὶ οὕτως ἀπελθεῖν καὶ ποιῆσαι τὴν σύνοδον. τοῦτο οὖν μοι ἐπῆλθε κατὰ τὸ παρὸν καὶ ἀνήνεγκα δοκοῦν μοι συμφέρον. ὥρισε δὲ τότε ὁ βασιλεύς ὅτι· καλὸν δοκεῖ τοῦτο κἀμοὶ καὶ μέλλομεν φροντίσειν ὅπως ἄν καὶ τοῦτο διευθετήσωμεν. ἐνόμιζον οὖν, ἔφη ὁ Γεμιστός, ὅτι ἐπράχθη τοῦτο πρὸ τοῦ ἐξελθεῖν ἡμᾶς ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
- [←49]
-
Ο αυτοκράτορας είχε πάει στην Πελοπόννησο το φθινόπωρο τού 1426 ή, αν η διατύπωση τού Γεμιστού είναι, όπως φαίνεται, μόνο κατά προσέγγιση, το 1426-1427, την εποχή δηλαδή που ο Ιωάννης Η΄ διεξήγαγε πόλεμο στη χερσόνησο εναντίον τού Τόκκο, άρχοντα τής Γλαρέντζας. Τότε ο Πλήθων δίδασκε στον Μυστρά (Laurent 1971: 313 σημ. 1).
- [←50]
-
Συρόπουλος 6.20: Ἐτάχθη δὲ ἡμέρα καὶ ἀπῆλθεν ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ πατριάρχου εἰς τὸν πάπαν, καὶ ὡμίλησαν αὐτῷ ὥραν ἱκανήν, συνόντος αὐτοῖς καὶ τοῦ δεσπότου κῦρ Δημητρίου· καὶ τῇ ἐπιούσῃ ἦλθεν ὁ βασιλεὺς καὶ εἶδε τὸν πατριάρχην, καὶ ἐβουλεύοντο μόνοι οἱ δύο πολὺ μέρος τῆς ἡμέρας· ἦλθε δὲ καὶ ὁ δεσπότης μετὰ τοῦ βασιλέως, πλὴν ἀφῆκε αὐτὸν ὁ βασιλεὺς καὶ ἵστατο ἔφιππος ἐν τῇ αὐλῇ, ἐν ὄσῳ ἐκεῖνοι οἱ δύο ἐβουλεύοντο. και τῇ μετ΄ ἐκείνην πάλιν ὁ πατριάρχης μετεκαλέσατο τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς σταυροφόρους καὶ τοὺς ἡγουμένους δι΄ ἐμοῦ πέμψαντος ὑπηρέτας καὶ συναγαγόντος αὐτοὺς ἅμα πρωΐ. εἶπέ μοι δὲ καὶ τοῦτο ὁ πατριάρχης, ὅτι· οὐκ ἀποδέχεται ὁ βασιλεὺς τὸ γενόμενον· λέγει γὰρ, ὡς· οὐκ ὡς ὀφείλω ἐγὼ βουλεύεσθαι τὰ τοιαῦτα μετὰ τῶν ἀρχιερέων· τὰ γὰρ τῆς συνόδου ὀφείλουσιν ἀκούειν αὐτοὶ καὶ εἰς ἐκεῖνα βουλεύεσθαι, τὰ δὲ παρόντα εἰσὶν ἴδια ἐμὰ καὶ ἐπ΄ ἐμοί ἐστι βουλεύεσθαι ταῦτα μεθ΄ ὧν ἄν ἐθέλω. οὐ μὴν δ΄ ἔχω ἀνάγκην καὶ μετ΄ αὐτῶν ταῦτα βουλεύεσθαι. ἔφην δ΄ ἐγώ, ὅτι· μᾶλλον οἱ ἀρχιερεῖς ὀφείλουσι εἰδέναι καὶ βουλεύεσθαι περὶ τῶν τοιούτων· ταῦτα γάρ εἰσι δεσμὸς τῆς συνόδου καὶ αὐτῶν. εἰ οὖν περὶ τούτων οὐκ ἔχουσιν εἴδησιν, πῶς ἀγωνιοῦνται καὶ προχωρήσουσιν ἐν τοῖς συνοδικοῖς; εἶπεν οὖν ὁ πατριάρχης· ἐπειδὴ ἐμηνύθησαν, ἐλεύσονται καὶ ἀκούσουσι τὰ γεγονότα. ἦλθεν οὖν ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ δηλωθέντες ἅμα πρωΐ, καὶ καθεσθέντων πάντων ἤρξατο ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν ὅπως αὐτός τε καὶ ὁ πατριάρχης εἶδον τὸν πάπαν καὶ διεξῆλθον λόγους πολλοὺς καὶ καλούς, καὶ ἤκουσαν πάλιν λόγους φιλικοὺς καὶ καλούς. καὶ περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος εἶπον ὅσα ἦν ἁρμόδια πρὸς τὸ πρᾶγμα. καὶ τελευταῖον εἶπεν· ἐποιήσαμεν καλῶς καὶ λίαν καλῶς, καὶ ἔστησε τὸν λόγον μέχρι τούτου. ἐπεὶ δὲ ὥρα παρῆλθεν ἱκανὴ καὶ οὐκ εἶπέ τι πλέον, ἠρώτησαν οἱ ἡμέτεροι εἰπόντες· ὅρισον ἡμῖν πλατύτερον, ἐστέρχθη τὸ ζήτημα, καθὼς εἴπομεν, ἤ οὐκ ἐστέρχθη; εἶπε δὲ ὁ βασιλεύς· ἐπεὶ λέγομεν ὅτι ἐποιήσαμεν καλῶς καὶ λίαν καλῶς, περισσόν ἐστι ζητεῖν πῶς τοῦτ΄ ἐπράξαμεν· ἰδοὺ δὲ καὶ ὁ πατριάρχης καὶ εἰπάτω καὶ αὐτὸς εἴ τι βούλεται. ἔφη δὲ καὶ ὁ πατριάρχης, ὅτι· μετὰ τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ ἐποιήσαμεν καλῶς, καθὼς ὁρίζει τοῦτο καὶ ὁ βασιλεύς, καὶ λίαν καλῶς ἐπράξαμεν ὅπερ ἐστήσαμεν μεθ΄ ὑμῶν. καὶ εἰπόντων ἡμῶν πάλιν· ὁρίσατε ἡμῖν πῶς ἐδέξατο τοῦτο ὁ πάπας καὶ ποταπόν ἐστι τὸ συμπέρασμα, ἀπεκρίνατο ὁ βασιλεύς, ὅτι· ὁ πάπας ἐδέξατο τοῦτο καλῶς, καὶ εὕρομεν αὐτὸν εἰς τοῦτο πολλῷ καλλίονα ἤπερ ἠλπίζομεν, καὶ καλῶς αὐτὸ διεπραξάμεθα. ἡμεῖς δὲ πάλιν εἴπομεν· ἐπεὶ καλῶς διεπράξασθε, οὕτω γὰρ ἔδει, τὶ τὸ κωλῦον καὶ οὐ πληροφορεῖτε ἡμᾶς τὸ γεγονὸς σαφέστερον; καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· διότι οὐ πάρεισι ἐνταῦθα οἱ καρδηνάλιοι, διὰ τοῦτο οὐ βούλεται ὁ πάπας ἀκουσθῆναι, ὅτι περιέστησεν αὐτός τι ἀπόντων ἐκείνων. καὶ εὐθὺς εἴπομεν ἡμεῖς· λοιπὸν εἰ ἔλθωσιν οἱ καρδηνάλιοι, οὐ στέρξουσιν ὅπερ ὁρίζετε ὅτι ἐποιήσατε καλῶς. καὶ εἶπεν ὁ πατριάρχης· ἀλλ΄ οὕτω λέγουσιν ἡμῖν, ὅτι πᾶν ὅπερ ἄν ποιήσῃ ὁ πάπας, οὕτω στέργουσι πάντες τοῦτο, ὡς εἰ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐγεγόνει. στέρξατε οὖν καὶ ὑμεῖς ὅτι καλῶς ἐποιήσαμεν ὅπερ ἐζητήσατε. ἡμεῖς δὲ ἀεὶ ἀπῃτοῦμεν ἵνα εἴπωσιν ἡμῖν σαφῶς τὸ γεγονός· καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης ἔλεγον, ὅτι· λίαν καλῶς ἐποιήσαμεν καὶ ὅτι ἐπράξαμεν πᾶν εἴ τι ἠθέλωμεν, καὶ πρέπει θαρρεῖν ὑμᾶς, ὅτι καλῶς ἐποιήσαμεν. ἐκάθητο δὲ καὶ ὁ πνευματικὸς πλησίον τοῦ δεσπότου χαμαὶ καὶ ἀπῄτει καὶ αὐτὸς μετὰ τῶν ἄλλων τὴν διασάφησιν τοῦ γεγονότος, καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν δεσπότην εἶπε· κἄν ἡ βασιλεία σου ὅρισεν ἡμῖν ὅπερ ζητοῦμεν, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς παρῇς εἰς τὸν πάπαν, ὅτε ἐπράχθη ὅπερ νῦν ἀπαιτοῦμεν μαθεῖν. ἔφη δὲ ὁ δεσπότης· μὴ ἀπαίτει παρ΄ ἐμοῦ· ἐγὼ γὰρ οὐ λέξω τι ἀφ΄ ὧν ἀπῃτεῖτε. ἡμεῖς οὖν ἀεὶ ἀπῃτοῦμεν πάντες ἕκαστος ἐκ διαδοχῆς καὶ ἐνιστάμεθα ζητοῦντες καθαρῶς μαθεῖν τὸ γεγονός· ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης οὐκ ἔλεγόν τι περισσότερον, εἰ μὴ ὅτι· καλῶς ἐποιήσαμεν· πῶς γὰρ ἡμεῖς οὐκ ἐμέλλομεν φροντίσειν ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου συμφέροντος καὶ ὑπὲρ πάντας ὑμᾶς ἐπιμελήσεσθαι; μετὰ δὲ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ ἐρωταποκρίσεις, εἶπεν ὁ πατριάρχης· ἅγε δή, πόσον ἐστὶ τὸ ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν δύο αὐθέντας, βασιλέα λέγω καὶ πατριάρχην, καὶ ὑποστρέψαντας λέγειν, ὅτι πάνυ καλῶς ἐποιήσαμεν ὅπερ ἠθέλομεν, καὶ μὴ ἀρκεῖσθαι τοὺς ἀκούοντας, ἀλλ΄ ἐπὶ τοσοῦτον ἐξετάζειν καὶ πολυπραγμονεῖν; καὶ εὐθὺς στραφεὶς ὁ πνευματικὸς λέγει τῷ δεσπότῃ· καὶ νῦν τί; ἀπέμεινεν ἡ βασιλεία σου ἔξω εὑρεθεῖσα τῶν αὐθεντῶν; ἐπὶ τοῖς τοιούτοις οὖν λόγοις παρετάθη τὸ ἕκτον τοῦ νυχθημέρου, καὶ ἐδυσχέραινον πολλοὶ τῶν γερόντων. ἀγανακτήσας δὲ πλέον τῶν ἄλλων ὁ Μονεμβασίας ἔφη· περισσόν ἐστιν ὅ ζητοῦμεν. ὁ τυχὼν πρέσβις πεμφθεὶς παρ΄ oἱουδήτινος ἄρχοντος εἰς ἕτερον, εἰ ἐπανέλθοι καὶ ἐρωτηθεὶς τί ἐποίησε ἀποκριθείη ὅτι καλῶς, στέργεται παρὰ πάντων· νῦν δὲ ἀπῆλθον ὅ τε αὐθέντης ἡμῶν ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ δεσπότης ἡμῶν ὁ πατριάρχης, καὶ λέγουσιν ὅτι ἐποίησαν καλῶς. οὐ δεῖ καὶ ἡμᾶς στέργειν τοῦτο καὶ μὴ πολυπραγμονεῖν; πάντως γὰρ καλῶς ἔμελλον ποιήσειν. προσετέθησαν δὲ τούτῳ καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἀφελεστέρων, καὶ οὕτως ἔπαυσέ τε τὸ ζήτημα καὶ διελύθη ὁ σύλλογος. ἔξεστι δέ γε τοῖς βουλομένοις στοχάζεσθαι ὁποῖον ἦν τὸ βούλευμα, ὅπερ μετὰ τὸ ἀπελθεῖν εἰς τὸν πάπαν ἐβουλεύετο ὁ βασιλεὺς μόνος μετὰ τοῦ πατριάρχου ὥραν πολλὴν καὶ ἐμελέτων πῶς ἄν ἐξαγγείλωσι τοῦτο τῇ ὑστεραίᾳ πᾶσιν ἡμῖν. εἶπον δὴ μόνον ὅ πολλάκις εἴρηται, τὸ· ἐποιήσαμεν λίαν καλῶς, οὗ οὐδὲ τὸν δεσπότην ἠθέλησαν ἔχειν συνίστορα· βουλευόμενοι γὰρ καὶ συσκευάζοντες τοῦτο, κατέλιπον αὐτὸν ἔξω ἵστασθαι ἔφιππον, ἵνα μηδ΄ αὐτὸς εἰδοίη πρὸ ἡμῶν τὸ· ἐποιήσαμεν καλῶς, καὶ ταῦτα συνόντα καὶ αὐτὸν αὐτοῖς εἰς τὸν πάπαν ὅτ΄ ἐκεῖνο τὸ καλῶς ἐτεκταίνετο, εἴπερ ἐγένετο.
- [←51]
-
Στο κείμενο, τὸ ἕκτον τοῦ νυχθημέρου, δηλαδή τέσσερις ώρες.
- [←52]
-
Συρόπουλος 6.21: Μετὰ ταῦτα προὔβαινον αἱ περὶ τῆς συνόδου προκαταστάσεις καὶ διασκέψεις· ἐπεδήμουν γὰρ οἱ καρδηνάλιοι συνεχῶς εἰς τὸν βασιλέα καὶ ἔλεγον καὶ ἔπραττον τὰ συντείνοντα πρὸς τὸ συστῆναι καὶ διενεργεῖσθαι τὴν σύνοδον· ἑώρων γὰρ ὅτι ὁ μὲν πατριάρχης ὀλίγον πάνυ εἰς ταῦτα συνεβάλλετο, πάντα δὲ διὰ τοῦ βασιλέως κατεσκευάζοντο καὶ ἐκ τῆς ἐκείνου γνώμης ἤρτηντο τὰ καθόλου. μετεκαλέσατο δὲ ὁ βασιλεὺς ἕξ τῶν ἀρχιερέων τοὺς πρώτους, ἐκ δὲ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων τὸν μέγαν χαρτοφύλακα καὶ τὸν μέγαν ἐκκλησιάρχην ἐμέ, ἐκ τῶν ἡγουμένων τὸν τοῦ Παντοκράτορος καὶ τὸν τοῦ Καλέως, καὶ ἱερομόναχον Μωϋσῆν τὸν Ἁγιορείτην, μεθ΄ ὧν καὶ τὸν διδάσκαλον τὸν Γεμιστόν, <τὸν> διδάσκαλον τὸν Σχολάριον καὶ τὸν Ἀμηροῦτζιν. ὧν συναχθέντων ἐν τῷ παλατίῳ, ὥρισεν ὁ βασιλεύς· ἰδού χρεία ἐστὶν ἵνα σὺν Θεῷ ἀρξώμεθα τῶν συνοδικῶν συνελεύσεων. ἐν ταύταις οὖν πόθεν φαίνεται ὑμῖν καλὸν ἄρξασθαι; ἐμοὶ δοκεῖ διαιρεῖσθαι εἰς δύο τὸ ἡμέτερον ζήτημα, εἴς τε τὸ περὶ τῆς δόξης, ἵνα ἐξετασθῇ δηλονότι εἰ ἄρα σύμφωνος ἐστὶ τῇ παραδόσει τῆς εὐσεβείας ἡμῶν ἡ δόξα, ἥν ἡ λατινικὴ Ἐκκλησία ἐδόξασεν, ἤ ἐπισφαλής, καὶ εἰς τὸ περὶ τῆς προσθήκης, εἰ ἄρα εἶχον ἄδειαν, εἰ καὶ υγιὴς ἦν, προσθεῖναι ταύτην ἐν τῷ συμβόλῳ. πότερον οὖν δοκεῖ ὑμῖν ζητηθῆναι πρότερον; ἔνιοι μὲν οὖν εἶπον ὅτι τὸ περὶ τῆς προσθήκης δεῖ κινηθῆναι πρότερον, ἔνιοι δ΄ αὖ τὸ περὶ τῆς δόξης. οἱ μὲν οὖν εἰπόντες δεῖν ἐξετασθῆναι πρῶτον τὸ περὶ τῆς δόξης, κατεσκεύαζον οὕτως· δεῖ πρῶτον εὑρεθῆναι εἰ ὑγιής ἐστιν ἡ δόξα ἤ ἐπισφαλής· εἰ γὰρ δυνηθεῖεν ἴσως ἐκεῖνοι ὑγιᾶ αὐτὴν ἀποδεῖξαι, ἔχομεν ἡμεῖς τότε κινῆσαι τὸ· ἀλλ΄ εἰ καὶ ὑγιής ἐστιν, ἀλλ΄ οὐκ ἐξῆν προστεθῆναι ἐν τῷ συμβόλῳ. μὴ δυνηθέντων δὲ δεῖξαι, πολλῷ γε μᾶλλον οὐκ ἐξῆν. οἱ δὲ λοιποὶ ἔλεγον· διὰ τὴν προσθήκην διέστημεν ἀπὸ τῶν Λατίνων. δέον οὖν ἐστι ζητηθῆναι πρῶτον τὸ τῆς διαστάσεως αἴτιον, εἶτα τὸ περὶ τῆς δόξης. λόγων οὖν πολλῶν κινηθέντων περὶ τούτου ἀφ΄ ἑκατέρου μέρους καὶ παρ΄ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ ζητήματος κατὰ τὸ ἐγχωροῦν γυμνασθέντος, ὕστερον ἀπῃτήθησαν γνῶμαι πρὸς τοῦτο. ὁ μὲν οὖν Ἐφέσου καὶ ὁ Γεμιστὸς εἶπον ὅτι τὸ αἴτιον καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ σχίσματος γέγονεν ἀπὸ τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης. ἐκ τούτου οὖν δεῖ καὶ τὴν ἀρχὴν γενέσθαι τῶν διαλέξεων. τῇ δὲ τοιαύτῃ τούτων γνώμῃ προσετέθησαν καὶ οἱ πλείους. ὁ δὲ Νικαίας, ὁ διδάσκαλος ὁ Σχολάριος καὶ ὁ Ἀμηρούτζης εἶπον δεῖν εἶναι πρῶτον τὴν δόξαν ἐξετασθῆναι, μεθ΄ ὧν καὶ αὐτὸς εἶπον, ὅτι· τὸ καθόλου ζήτημα κατ΄ ἔνστασιν προβαίνει καὶ ἀντιπαράστασιν. δεῖ οὖν καὶ ἡμᾶς χρήσασθαι πρῶτον τῇ ἐνστάσει, εἰς ἥν ἀνάγεται ἡ ἐξέτασις τῆς δόξης. εἶθ΄ οὕτως τῇ ἀντιπαραστάσει, εἰς ἥν ἀνάγεται ἡ προσθήκη. ἔχομεν δ΄ εἰς τοῦτο παράδειγμα τὸν ἅγιον τὸν Καβάσιλαν, ὅς μετὰ τὸ ἐλέγξαι διὰ πολλῶν τὴν δόξαν, ὕστερον χωρεῖ κατὰ τῆς προσθήκης. ἐπὶ τούτοις ὁ βασιλεὺς ἐβεβαίωσε τῶν πλειόνων τὴν ψῆφον, ἐπεὶ καὶ πρότερον αὐτῇ συνηγόρει· ἐζήτησε δὲ καὶ τὸν δεσπότην γνώμην εἰρηκώς· εἰπὲ καὶ σὺ ἀδελφούτζικε τί σοι δοκεῖ περὶ τούτου; ἔφη δὲ ὁ δεσπότης· ἐγὼ οὐκ οἶδα λέγειν περὶ τῶν τοιούτων· τί γὰρ ἄν εἴπω εἰς ὅ οὐκ ἐπίσταμαι; ὄμως ἐπειδὴ ὁρίζεις ἵνα εἴπω τι, φαίνεταί μοι κάλλιον εἶναι τὸ ταῖς τῶν πλειόνων ἕπεσθαι γνώμαις.
- [←53]
-
Αργότερα, σε επιστολή του προς τον Αλέξιο Λάσκαρι Φιλανθρωπινό, ο Βησσαρίων επιβεβαιώνει τα λεγόμενα τού Συρόπουλου και εξηγεί τούς λόγους τής αντίθεσής του με την άποψη τής πλειοψηφίας (Ρatrologia Graeca 161, 337Β-340A):
«Καθώς πλησίαζε η ώρα, μάς φάνηκε καλό να χωρίσουμε το ζήτημα στα δύο, δηλαδή, πρώτον, ότι δεν έπρεπε να προστεθεί στο Σύμβολο ούτε η ίδια η αλήθεια, και δεύτερον, ότι ούτε είναι αληθές αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ τού Υιού. Αυτό λοιπόν μάς φάνηκε καλό. Και συζητούσαμε για το ποιο από τα δύο έπρεπε να συζητηθεί πρώτο. Επικράτησε [να συζητηθεί πρώτο] το ότι δεν έπρεπε να προστεθεί τίποτε στο Σύμβολο, αν και εγώ δεν το ήθελα, αλλά διαφωνούσα φανερά. Γιατί έλεγα ότι αυτό το πρόβλημα ή ισχυρότερο είναι υπέρ μας από το δεύτερο ή ασθενέστερο. Αν λοιπόν είναι ασθενέστερο, δεν χρειάζεται να ηττηθούμε αρχίζοντας από το ασθενέστερο, και έχοντας υποστεί την ήττα από την αρχή κιόλας τού αγώνα, να μπούμε στο δεύτερο ταραγμένοι και φοβισμένοι. Γιατί υπήρχε φόβος μήπως η αλλαγή στο πρώτο γινόταν για εμάς αιτία για αλλαγή και στο δεύτερο. Αν όμως ήταν ισχυρό, έπρεπε να φυλάμε το ισχυρό για το τέλος. Γιατί έχοντας νικήσει στο πρώτο, στη συνέχεια και στο δεύτερο θα τούς αλλάζαμε τη γνώμη με πολύ θάρρος. Ενώ αν επικρατούσαμε σε εκείνο, δηλαδή στο δόγμα, τότε και στο δεύτερο θα νικούσαμε, έχοντας αποδείξει ότι δεν έπρεπε αυτό να προστεθεί στο σύμβολο. Άλλωστε, επειδή και στη φύση πάντοτε είναι καλύτερο εκείνο που γίνεται με λιγότερα από εκείνο που γίνεται με περισσότερα, εκείνο πρέπει να προτιμηθεί, έλεγα εγώ, και για εκείνο να συζητήσουμε πρώτα, ύστερα από το οποίο δεν θα έχει θέση το άλλο. Γιατί αν το δόγμα αποδειχθεί ψευδές, δεν έχει θέση η συζήτηση για το αν έπρεπε να προστεθεί ή όχι. Ώστε αν αρχίσουμε από το δόγμα, με έναν αγώνα θα κατατροπώσουμε εντελώς τούς απέναντι. Ενώ αν αποδειχθεί ότι δεν έπρεπε να προστεθεί κάτι, απομένει ακόμη να εξεταστεί αν το δόγμα είναι αληθές. Κι ενώ έλεγα αυτά, δεν έπειθα τούς δικούς μας, αλλά ήθελαν με κάθε τρόπο να συζητήσουν πρώτα για αυτό. Τα έλεγα αυτά, με μάρτυρα τον Θεό και ενσυνείδητα, έχοντας πάντοτε στο μυαλό μου την τιμή τού έθνους μας, και επιδιώκοντας με κάθε τρόπο τη δική του δόξα. Γιατί ήθελα είτε να χωριστούμε εμείς ενδόξως από τούς Λατίνους, έχοντας φανεί ότι επικρατήσαμε απέναντί τους, ή να ενωθούμε ενδόξως με αυτούς, και χωρίς να φαίνεται ότι ηττηθήκαμε και δεν είχαμε ισχυρά επιχειρήματα. Όμως τα πράγματα προχώρησαν διαφορετικά από εκείνα που έλεγα εγώ, ενώ εκείνα που κάναμε ήσαν εντελώς αντίθετα. Γι’ αυτό και μετάνιωσαν αρκετοί για αυτή την απόφαση και μάλιστα οι πιο μυαλωμένοι. Τι έκανα λοιπόν εγώ; Δεν σιώπησα αμέσως, αλλά βλέποντάς τους να θέλουν αυτό και τίποτε άλλο (πράγμα που πάθαιναν επειδή νόμιζαν ότι εμείς υπερισχύαμε περισσότερο σε αυτό παρά στο δόγμα), θέλοντας να τούς εμποδίσω να το κάνουν, είπα λόγια εναντίον, σε επήκοο τού σοφού μας αυτοκράτορα, δείχνοντας την αδυναμία τού επιχειρήματος, και ότι είναι αστείο να θεωρούμε ότι δεν πρέπει να προστίθεται στο Σύμβολο η αλήθεια. Και τα λόγια ήσαν τόσο ισχυρά, που δεν μπόρεσε κανένας από τούς παρόντες να τα ανατρέψει. Όμως επικύρωσαν εκείνο που ήθελαν, και εγώ ακολουθούσα, έχοντας πει εκείνα που έπρεπε, θεωρώντας ότι όφειλα να πω εκείνα που συμφέρουν τον Θεό και το έθνος, και ύστερα από αυτά να ακολουθήσω τούς περισσότερους και να αγωνιστώ μαζί με αυτούς. Και έτσι εισήλθαμε στον αγώνα περί αυτού τού ζητήματος, και αρχίσαμε να συζητάμε με τούς Λατίνους, δείχνοντας σε αυτούς ότι δεν έπρεπε να προσθέσουν στο Σύμβολο τίποτε, ούτε κι αυτήν ακόμη την αλήθεια»
(Τοῦ καιροῦ δ΄ ἐπιστάντος, ἔδοξεν ἡμῖν εἰς δύο μερίσαι τὸ ζήτημα, δηλαδή, τό τε μὴ δεῖν μηδ΄ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθεῑναι, καὶ δεύτερον τὸ μηδ΄ άληθὲς εἶναι τὸ συμπέρασμα τοῦτο, τὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι. Ἔδοξε μὲν οὖν τοῦτο· ἐζητεῖτο δὲ περὶ ποτέρου τούτων πρότερον εἶναι διαλεκτέον. Καὶ ἐκράτησε τὸ περὶ τοῦ μὴ δεῖν ὅλως προσθεῖναι, καίτοι γ΄ ἐμοῦ μὴ βουλομένου, ἀλλὰ φανερῶς ἀντιλέγοντος. Ἔλεγον γὰρ ὡς ἤ ἰσχυρότερόν ἐστιν ὑπὲρ ἡμῶν τοῦτο τὸ πρόβλημα ἤπερ τὸ δεύτερον, ἤ ἀσθενέστερον· εἰ μὲν οὖν ἀσθενέστερον, οὐ χρὴ ἀπὸ τοῦ ἀσθενεστἐρου ἀρξαμένους ἠττηθῆναι, καὶ τὴν ἦτταν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἀγῶνος παθόντας, τεταραγμένους καὶ πεφοβημένους εἰς τὸ δεύτερον εἰσελθεῖν. Δέος γὰρ μή ποτε ἡ τροπὴ ἡ ἐπὶ τῷ πρώτῳ κἀπὶ τῷ δευτέρῳ τροπῆς αἰτία ἡμῖν γένηται· εἰ δὲ ἰσχυρόν ἐστι, δεῖ τὸ ἰσχυρὸν φυλάττειν ὕστερον· νικήσαντες μὲν γὰρ ἐν τῷ πρώτῳ, μετὰ ταῦτα κἀν τῷ δευτέρῳ ἐκ πολλῆς αὐτοὺς τῆς περιουσίας τρεψόμεθα. Εἰ δὲ κρατηθῶμεν ἐν εκείνῳ τῷ δόγματι δηλαδή, τότε κἀν τὸ δεύτερον νικήσωμεν, μὴ δεῖν αὐτὸ τῷ συμβόλῳ προσθεῖναι διδάξαντες. Ἄλλως τε ἐπεὶ τὸ δι΄ ἐλαττόνων ἀεὶ κἀν τῇ φύσει βέλτιον τοῦ διὰ πλειόνων, ἐκεῖνο προκρίνειν δεῖ, ἐγὼ ἔλεγον, καὶ περὶ ἐκείνου πρῶτον διαλεχθῆναι, μεθ΄ ὅ τὸ λοιπὸν χώραν οὐκ ἔχει. Τοῦ μὲν οὖν δόγματος φανέντος ψευδοῦς, τὸ μὴ προσθεῖναι χώραν οὐχ ἕξει λοιπόν. Ὥστε ἑνὶ ἀγῶνι τελέως τοὺς ἐναντίους τρεψόμεθα, ἄν ἀπὸ τοῦ δόγματος ἀρξώμεθα. Τοῦ δὲ μὴ δεῖν προσθεῖναι δειχθέντος, ἔτι λείπεται ἐξετάσαι το δόγμα, εἰ ἀληθές. Ταῦτα δὲ λέγων τοὺς ἡμετέρους οὐκ ἔπειθον. Ἀλλ΄ ἐκ παντὸς ἐβούλοντο τρόπου περὶ τούτου πρῶτον διαλεχθῆναι. Ταῦτα δ΄ ἐγὼ ἔλεγον μαρτυροῦντός μοι τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς συνειδήσεως, τῆς τοῦ γένους ἡμῶν ἀεὶ τιμῆς στοχαζόμενος, καὶ τὴν αὐτοῦ δόξαν ἐκ παντὸς τρόπου πραγματευόμενος. Ἤ γὰρ ἐνδόξως ἐβουλόμην ἡμᾶς Λατίνων διαζευχθῆναι, καὶ μετὰ τοῦ δοκεῖν κεκρατηκέναι αὐτῶν, ἤ ἐνδόξως αὐτοῖς ἑνωθῆναι, καὶ ἄνευ τοῦ δόξαι ἠττηθῆναι, καὶ ἀσθενῆσαι πρὸς τὰς ἀποδείξεις. Τούτων δ΄ ἑκάτερον, ἐκ μὲν ὧν ἐγὼ ἔλεγον, ἠκολούθει· ἐκ δὲ ὧν διεπραξάμεθα, πᾶν τοὐναντίον. Ὅθεν καὶ μετεμέλησεν οὐκ ὀλίγοις τῆς βουλῆς ταύτης, καὶ μάλιστα τοῖς νουνεχέσιν. Τὶ οὖν ἐγώ; Οὐκ εὐθὺς ἐσιώπησα, ἀλλ΄ ἰδὼν αὐτοὺς τοῦτο θέλοντας καὶ οὐκ ἄλλο (τοῦτο δὲ ἔπασχον διὰ τὸ οἴεσθαι πλέον ἡμᾶς ἰσχύειν ἐν τούτῳ ἤ ἐν τῷ δόγματι), βουλόμενος αὐτοὺς ἀποτρέψαι τοῦ προκειμένου εἶπον λόγους εἰς τοὐναντίον ἐπ΄ ἀκροάσει τοῦ σοφοῦ ἡμῶν βασιλέως, τὴν ἀσθένειαν δεικνὺς τοῦ προβλήματος, καὶ ὅτι γελοῖόν ἐστιν οἴεσθαι μὴ δεῖν τὴν ἀλήθειαν τῷ Συμβόλῳ προσθεῖναι. Οἱ δὲ λόγοι οὕτως ἰσχυροὶ ἦσαν, ὥστε οὐδεὶς μὲν αὐτοὺς τῶν παρόντων ἴσχυσε λῦσαι· ὅμως δὲ ὅπερ ἐβούλοντο ἐκύρωσαν, καὶ ἐγὼ εἱπόμην, εἰπεῖν μὲν τὰ δοκοῦντα συνοίσειν νομίζων ὀφείλειν Θεῷ καὶ τῷ γένει, μετὰ δὲ ταῦτα τοῖς πλείοσιν ἀκολουθεῖν, καὶ σὺν αὐτοῖς ἀγωνίζεσθαι· καὶ οὕτως εἰσήλθομεν τὸν περὶ τούτου ἀγῶνα, καὶ μετὰ τῶν Λατίνων ἠρξάμεθα διαλέγεσθαι, δεικνύντες αὐτοῖς, μὴ δεῖν τῷ Συμβόλῳ μηδέν, μηδ΄ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν ὅλως προσθεῖναι).
- [←54]
-
Μάλιστα κατά τον Laurent 1971: 319 σημ. 2, ο Νείλος Καβάσιλας φαίνεται να θεωρεί την προσθήκη ως δευτερεύουσα, αν κρίνουμε από τη θέση –την τελευταία– και τις διαστάσεις –ένα κεφάλαιο από τα 49 ή 11 φύλλα έναντι 311– που τής δίνει στο δογματικό ζήτημα.
- [←55]
-
Συρόπουλος 6.22: Καὶ μεθ΄ ἡμέρας δύο ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πατριάρχην. μετεκαλέσαντο καὶ τέσσαρας τῶν ἀρχιερέων τοὺς πρώτους, τόν τε μέγαν χαρτοφύλακα καὶ ἐμέ. εἶτα τὸν πνευματικὸν καὶ ἕξ τῶν συγκλητικῶν, καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· οἱ καρδηνάλιοι ἦλθον εἰς ἐμὲ καὶ περιεστήσαμεν ἵνα συνερχώμεθα καὶ ποιῶμεν συνόδους τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἀπαραιτήτως· καὶ εἰ συμβῇ ἀγανακτῆσαι τὸν πατριάρχην ἤ τὸν βασιλέα κατ΄ αὐτὴν τὴν τεταγμένην ἡμέραν, ἵνα μὴ ἐμποδίζηται ἡ σύνοδος δι΄ ἀγανάκτησιν ἑνὸς ἐξ ἡμῶν· εἰ δὲ καὶ ὁ προσδιαλεγόμενος ἀγανακτήσει, ἵνα ἀναπληροῖ τὴν διάλεξιν αὐτοῦ ἕτερος τῶν ἐκλελεγμένων, ἤ ἵνα γίνηται ἡ διάλεξις τῇ μετ΄ ἐκείνην ἡμέρᾳ. ὡσαύτως καὶ εἰ τύχοι ἑορτάσιμον εἶναι τὴν ἡμέραν, ἵνα γίνηται ἡ σύνοδος τῇ μετ΄ ἐκείνην ὡς ἄν γίνωνται τρεῖς συνοδικαὶ διαλέξεις καθ΄ ἑκάστην ἑβδομάδα ἀπαραιτήτως· ἵνα δὲ συνερχώμεθα πρωῒ καὶ ἄρχωνται αἱ διαλέξεις ἀπὸ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας τῆς ἡμέρας, παύωνται δὲ περὶ τὴν ἕκτην ὥραν. συνεφωνήσαμεν οὖν καὶ περιεστήσαμεν ταῦτα. καὶ ἀπῄτησαν ἡμῖν ἐπὶ τούτοις γράμμα, ὅ καὶ πεποιήκαμεν εἰς βεβαίωσιν τῶν συμφωνηθέντων. εἶτα εἶπον ἵνα λάβωμεν ἡμεῖς ὁποῖον ἄν ἑλώμεθα, ἤ ἵνα προτείνωμεν ἡμεῖς κἀκεῖνοι ἀπολογῶνται, ἤ τὸ ἀνάπαλιν. ἐκλέξασθε οὖν ὁποῖον ἄν φανῇ λυσιτελέστερον ἡμῖν, ἐπεὶ τὴν αἵρεσιν ἡμῖν ἐπέτρεψαν. ἀπεκρίναντο δὲ οἱ ἡμέτεροι, ὅτι· ἡμῖν ἀνήκει τὸ προτείνειν· ἡμεῖς γὰρ ἐσμὲν οἱονεὶ ἐνάγοντες, καὶ περιέρχεται ἡμῖν ἀπαιτεῖν τοὺς Λατίνους, τίνι λόγῳ τὴν προσθήκην πεποιήκασιν, ἐκεῖνοι δὲ ὀφείλουσιν ἀπολογεῖσθαι. λυσιτελεῖ δὲ τοῦτο ἡμῖν καὶ κατ΄ ἄλλους τινὰς τρόπους. περιέστη οὖν ἵνα προτείνωμεν ἡμεῖς. ἐπὶ τούτοις εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἐκλέξασθε τίνες ἔσονται οἱ προσδιαλεγόμενοι. ἐξελέξαντο οὖν ἕξ, τὸν Ἐφέσου, τὸν Ῥωσίας, τὸν Νικαίας, τὸν σοφὸν Γεμιστόν, τὸν μέγαν χαρτοφύλακα καὶ ἐμέ. ἐγὼ δὲ πολλὰ ἱκετεύσας τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην ἵνα ἐκβάλωσί με τῆς τοιαύτης τάξεως, εἶτα καὶ τὸν πνευματικὸν εἰς τοῦτο εὑρὼν συνεργόν, μόλις εὗρον τὸ ἀπεῖναί με τοῦ τοιούτου κόπου· διὸ καὶ ἀντ΄ ἐμοῦ ἔταξαν τὸν μέγαν σκευοφύλακα. ἐτάχθησαν δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ μέρους τῶν Λατίνων ἐκλελεγμένοι, καρδηνάλιος ὁ Ἰουλιανός, ὁ Ῥόδου Ἀνδρέας, ὁ ἐπίσκοπος Φρουλιένσης, πρεβεντζιάλιος ὁ Ἰωάννης καὶ ἕτεροι δύο. ὑπετύπωσε δὲ πάλιν ὁ βασιλεὺς ἵνα διαλέγωνται οἱ δύο μόνοι, ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ Νικαίας.
- [←56]
-
Ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι γράφει στον Τραβερσάρι στις 17 Οκτωβρίου 1438: «Με δεδομενη την επιλογή να εισηγηθούν ή να απαντήσουν, επέλεξαν να εισηγηθούν» (Data est optio an vellent arguere vel respondere. Elegerunt arguere) (Laurent 1971: 319 σημ. 3).
- [←57]
-
Ο Ισίδωρος δεν φαίνεται να είχε κάνει καμία μεγάλη ομιλία κατά τη διάρκεια των συνοδικών συνεδριάσεων. Παρ΄ όλα αυτά συνέθεσε αρκετές ομιλίες για την περίσταση, σχέδια ομιλιών, ακόμη και διατριβή με 52 επιχειρήματα για να απαντήσει στον καρδινάλιο Τσεζαρίνι. Τίποτε δεν φαίνεται να έχει παρουσιαστεί δημοσίως, αν κρίνουμε από την αποσπασματική φύση τού υλικού που έχει βρεθεί (Laurent 1971: 319 σημ. 4).
- [←58]
-
Ο Θεόδωρος Ξανθόπουλος, για τον οποίο βλέπε κεφ. γ’ σημ. 117.
- [←59]
-
Ἐπίσκοπος Φρουλιένσης: Ο Φραγκισκανός Λοντοβίκο ντα Πιράνο, επίσκοπος Φορλί (1437-1446), εκπρόσωπος των Λατίνων στην όγδοη συνεδρίαση στις 8 Νοεμβρίου 1438 (Laurent 1971: 319 σημ. 6). Πρεβεντζιάλιος ή προβεντζιάλιος: Από το λατινικό provincialis (επαρχιακός). Εδώ ο Γενουάτης Τζιοβάννι ντι Μοντενέρο, επαρχιακός των Δομινικανών τής Άνω Λομβαρδίας. Λεγόταν γι΄ αυτόν ότι «δεν ήταν μόνο θεολόγος αλλά και φιλόσοφος» (non theologus tantum sed et philosophus). Ήταν με λίγα λόγια ο ομιλητής που χρειαζόταν να μιλήσει με τούς Γραικούς. Δεν παρενέβη όμως στη Φερράρα, αλλά στη Φλωρεντία θα ήταν ο κύριος εκπρόσωπος των Λατίνων (Laurent 1971: 320 σημ. 1). Ἕτεροι δύο: Ο Φραγισκανός Πιέρ Πορκέ και ο Αυγουστινιανός Ζαν ντε Σαιν-Τομά (Laurent 1971: 321 σημ. 2).
- [←60]
-
Συρόπουλος 6.23: Εἶτα ἐφάνη καλὸν ἵνα ἀπέλθωσί τινες εἰς τὸν πάπαν δηλώσοντες τὰ γενόμενα αὐτῷ. Ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεὺς κῦρ Ἀνδρόνικον τὸν Ἰάγαριν καὶ ἐμέ, ἵνα ἀπέλθωμεν εἰς τὸν πάπαν καὶ πρῶτον μὲν εἴπωμεν αὐτῷ ὅπως· ἐσμὲν παρεσκευασμένοι εἰς τὴν σύνοδον, καὶ ταχθήτω ἡμέρα καθ΄ ἥν βούλεσθε συνελθεῖν· δεύτερον, ὅτι· ἡμεῖς μέλλομεν ἔχειν τὸ προτείνειν· τρίτον, ἵνα· ζητήσωμεν γίνεσθαι τὰς συνόδους ἐν τῷ ναῷ τῆς ἐπισκοπῆς, εἰ καὶ μὴ πάσας ἀλλ΄ οὖν τὰς πλείους, εἰ δ΄ οὖν, τὰς πρώτας τρεῖς ἤ δύο ἤ τὸ ἔλαττον κἄν τὴν πρώτην, ἵνα σπουδάσωμεν γενέσθαι ἀπαραιτήτως εἰς τὴν ἐπισκοπήν. ἀπήλθομεν οὖν εἰς τὴν κούρτην καὶ ἐλθόντων πρὸς ἡμᾶς τῶν καρδηναλίων καὶ ἠρωτησάντων, τίνος χάριν παρεγενόμεθα, εἴπομεν αὐτοῖς τὰ δηλωθέντα καὶ ἀπῃτήσαμεν ἐπιμελῶς, ἵνα γένωνται αἱ διαλέξεις ἐν τῷ ναῷ τῆς ἐπισκοπῆς. οἱ δὲ ἀπῆλθον καὶ ἀνήγγειλαν ταῦτα τῷ πάπᾳ, εἶτ΄ ἐλθόντες εἶπον ἡμῖν, ὅτι στέργομεν ἵνα ἔχητε ὑμεῖς τὸ προτείνειν· ἡμέραν δὲ λέγομεν τὴν δευτέραν, ἥτις ἦν ἕκτη τοῦ ὀκτωβρίου· αἱ σύνοδοι δὲ καὶ αἱ διαλέξεις γενήσονται ἐν τῷδε τῷ παλατίῳ τοῦ πάπα. εἴπομεν οὖν ἡμεῖς πρὸς τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ ναῷ ἐν ᾧ γέγονεν ἡ ἀνακήρυξις καὶ διεφημίσθη πανταχοῦ ὅτι συνέστη ἡ σύνοδος, ἐν αὐτῷ δεῖ γενέσθαι καὶ τὴν ἀρχήν. οἱ δὲ εἶπον οὐκ ἔνι τοῦτο ἀναγκαῖον. ἡμεῖς δ΄ ἔφημεν· ἀλλὰ τοῖς ἡμετέροις ἀναγκαῖον δοκεῖ τοῦτο, ὅτι αἱ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι πᾶσαι ἐν ἱεροῖς ναοῖς συνηθροίζοντο, καὶ τὴν παροῦσαν οἰκουμενικὴν σύνοδον γινομένην ἀκολουθῆσαι δεῖ τῇ τάξει τῶν πρὸ αὐτῆς. ἀπόκρισις δὲ ἦν αὐτῶν· ἄφετε τοῦτο· οὐ γὰρ γενήσεται ὡς ζητεῖτε. ἡμεῖς δὲ πάλιν ἠναγκάσαμεν αὐτοὺς ποιῆσαι τὰς πρώτας συνελεύσεις τρεῖς, ἤ κἄν δύο ἐν τῷ ναῷ· ἐκεῖνοι δὲ ἀπεφήναντο· οὐ ποιήσει τοῦτο ὁ πάπας· ἀπᾷδον γάρ ἐστι καὶ ἀνάρμοστον τῇ μεγαλειότητι καὶ ὑπεροχῇ τοῦ πάπα ἀπέρχεσθαι αὐτὸν εἰς τὴν ἐπισκοπὴν καὶ διέρχεσθαι πλήθη ἀνθρώπων μετὰ τεσσάρων ἤ πέντε καρδηναλίων καὶ ὀλίγων ἐπισκόπων. παρῆσαν δὲ τότε ἐκεῖ ἐπίσκοποι ἐγγὺς πεντήκοντα· ἡ δὲ τῆς ἐπισκοπῆς διάστασις ἦν ὡσεὶ λίθου βολή. αὖθις οὖν ἐνστατικῶς ἡμῖν ἀπαιτησάντων, κἄν τὴν πρώτην γενέσθαι εἰς τὴν ἐπισκοπήν, ἐνστατικώτερον ἐκεῖνοι ἀπηγόρευσαν τοῦτο, εἰπόντες· καὶ ἡ πρώτη καὶ αἱ ἐφεξῆς πᾶσαι ἐν τῷ παλατίῳ τοῦ πάπα γενήσονται.
- [←61]
-
Όμως ο Laurent 1971: 321 σημ. 3, υπογραμμίζει ότι τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, 35) δίνουν σε αυτή την παπική απαίτηση μια πιο έγκυρη εξήγηση: ο πάπας έπασχε από ουρική αρθρίτιδα:
«Στις 8 Οκτωβρίου λοιπόν τής δευτέρας ινδικτιώνος άρχισε να συζητάει η αγία και οικουμενική σύνοδος. Την Τετάρτη λοιπόν ημέρα τής εβδομάδας έγινε η συνεδρίαση, όχι στην επισκοπή όπου ανακηρύχθηκε η οικουμενική σύνοδος αλλά στο παλάτι τού πάπα, σε εκκλησία τού παλατιού, επειδή ήταν αυτός άρρωστος. Γιατί αυτός υπέφερε από ποδάγρα και δεν μπορούσε να κάνει τις συνεδριάσεις στην επισκοπή, παρότι η εκκλησία τής επισκοπής ήταν ευρύχωρη και είχε διαρρυθμιστεί για να γίνονται πάντοτε εκεί οι συνεδριάσεις»
(Καὶ δὴ ὀκτωβρίῳ η΄, ἰνδικτιῶνος β΄, ἤρξατο διαλέγεσθαι ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος. τετάρτῃ οὖν ἡμέρᾳ ἑβδομάδος ἐγένετο ἡ συνέλευσις οὐκ ἐv τῇ ἐπισκοπῇ, ἔνθα ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἀνεκηρύχθη, ἀλλ΄ ἐν τῷ παλατίῳ τοῦ πάπα, ἐν ναῷ τοῦ παλατίου, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἀσθενῆ· ποδαλγία γὰρ κατεῖχεν αὐτόν, καὶ οὐκ ἠδύνατο τὰς συνελεύσεις ποιεῖν ἐν τῇ ἐπισκοπῇ, καίτοιγε τοῦ ναοῦ τῆς ἐπισκοπῆς εὐρυχώρου ὄντος καὶ προκατεσκευασμένου πρὸς τὸ γίνεσθαι ἀεὶ ἐκεῖ τὰς συνελεύσεις).Επίσης ο Laurent ό.π., δεν βλέπει τον λόγο για τον οποίο η παπική πομπή θα ήταν τόσο ολιγάρθμη, αφού οι περισσότεροι πατέρες είχαν επιστρέψει στη σύνοδο.
- [←62]
-
Στο κείμενο ὡσεί λίθου βολή, δηλαδή τόσο μακριά, όσο φτάνει μια πέτρα πετώντας την.
- [←63]
-
In majori capella palatii apostolici λένε τα Λατινικά Πρακτικά. Βλέπε επίσης τα Ελληνικά (Gill, Acta, σελ. 35. Laurent 1971: 321 σημ. 4):
«Στις 8 Οκτωβρίου λοιπόν τής δευτέρας ινδικτιώνος άρχισε να συζητάει η αγία και οικουμενική σύνοδος. Την Τετάρτη λοιπόν ημέρα τής εβδομάδας έγινε η συνεδρίαση, όχι στην επισκοπή όπου ανακηρύχθηκε η οικουμενική σύνοδος αλλά στο παλάτι τού πάπα, σε εκκλησία τού παλατιού, επειδή ήταν αυτός άρρωστος»
(Καὶ δὴ ὀκτωβρίῳ η΄, ἰνδικτιῶνος β΄, ἤρξατο διαλέγεσθαι ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος. τετάρτῃ οὖν ἡμέρᾳ ἑβδομάδος ἐγένετο ἡ συνέλευσις οὐκ ἐν τῇ ἐπισκοπῇ, ἔνθα ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἀνεκηρύχθη, ἀλλ΄ ἐν τῷ παλατίῳ τοῦ πάπα, ἐν ναῷ τοῦ παλατίου, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἀσθενῆ).
- [←64]
-
Συρόπουλος 6.24: Μέχρι μὲν οὖν τῆς παρούσης καταστάσεως, εἰσήρχοντο καὶ οἱ ἄρχοντες οἱ βουλευταὶ τοῦ βασιλέως, ὅτε ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν ἀρχιερέων ἐβουλεύοντο· ἀρξαμένων δὲ τῶν συνοδικῶν διαλέξεων, ἐκώλυσεν ὁ βασιλεὺς συνέρχεσθαι τοὺς ἄρχοντας εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς σκέψεις, εἰρηκὼς ὅτι· εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα οὐ δοκεῖ μοι ἁρμόδιον παρεῖναι καὶ τοὺς ἄρχοντας, μήποτε ἔχωσι λέγειν οἱ τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἠναγκάζοντο παρὰ τῶν ἀρχόντων πράττειν καὶ ὅ οὐκ ἐβούλοντο, ἀλλὰ βουλεβάσθωσαν καὶ πραττέτωσαν ταῦτα μόνοι οἱ τῆς Ἐκκλησίας, ἐπεὶ ἴδιά εἰσιν αὐτῶν. τὸ δὲ ἦν ἵνα τὸ δεινὸν φορτίον μόνῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τεχνηέντως ἐπιθήσῃ. παρῆν γὰρ ἀεὶ ὁ βασιλεὺς καὶ αὐτὸς μόνος ἀρκετὸς ἦν ἀντὶ πάντων τῶν ἀρχόντων· αὐτὸς γὰρ συνεῖχε πάντας καὶ ἀντελαμβάνετο τῶν λόγων καὶ τῶν ζητημάτων καὶ πάντα πρὸς τὸ ἴδιον εἷλκε καὶ κατεσκεύαζε βούλημα, καὶ οὐδεὶς εἶχεν ἐλευθερίαν λέγειν ὡς ἐβούλετο, οὐχ οἷός τε ὤν ἀντιλέγειν τῷ βασιλεῖ.
- [←65]
-
Συρόπουλος 6.25: Ἐπέστη τοίνυν ἡ ἀποταχθεῖσα ἡμέρα, καὶ ἔστειλαν ἵππους διά τε τὸν πατριάρχην καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς Ἐκκλησίας· διὸ καὶ ἀπήλθομεν πάντες ἔφιπποι εἰς τὸ παλάτιον τοῦ πάπα. διαφημισθέντος δὲ τοῦ λόγου τῆς συνόδου, συνῆλθον ἐκεῖσε πλήθη ἀνθρώπων καὶ πάντα τὰ τοῦ παλατίου μέρη ἄνω τε καὶ κάτω ἀνθρώπων πλήρη ἐτύγχανον. ἀπήγαγον οὖν τὸν πατριάρχην μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν πάντων εἴς τι κελλίον καὶ ἐκαθήμεθα ἐν αὐτῷ, ἕως οὗ ἦλθε καὶ ὁ βασιλεύς· ἐκτὸς γὰρ ἦν εἰς τὸ μοναστήριον, ἀφ΄ οὗ εἶχεν εὐκόλως κεχρῆσθαι τοῖς κυνηγεσίοις, ὅς καὶ ἀνέβη εἰς τὸ παλάτιον τοῦ πάπα ἔφιππος. καὶ οἱ παπικοὶ ἵσταντο ἐκδεχόμενοι αὐτὸν πεζεῦσαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πρώτου τρικλίνου, ἔνθα ἐπέζευε καὶ ἄλλοτε, ὅτε εἰς τὸν πάπαν ἀπήρχετο. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐβούλετο διελθεῖν τὸν πρῶτον τρίκλινον καὶ τὸν μετ΄ ἐκεῖνον ἐγκαρσίως κείμενον τρίκλινον καὶ μετὰ τοῦτον κελλίον, ἐκ δὲ τοῦ κελλίου εἰσελθεῖν εἰς ἕτερον μέγαν τρίκλινον, ὅν διεχώρισεν ὁ πάπας κιγκλίσιν καὶ εἰς τύπον εἶχε ναοῦ, ἐν ᾧ καὶ τὸ ἀλτάριον ἦν, καὶ ἐγγὺς τούτου πεζεῦσαι καὶ εὐθὺς εἰς τὸν ἑτοιμασθέντα αὐτῷ θρόνον καθίσαι, καὶ οὕτω παρεῖναι ἐν τῇ συνόδῳ. οἱ ὑπηρέται οὖν τοῦ πάπα ὡς εἶδον τὸν βασιλέα βουλόμενον προβαίνειν ἔφιππον περαιτέρω, ἐκώλυον αὐτὸν παντελῶς καὶ οὐκ εἴων εἰς τὸ πρόσω χωρεῖν. ὡς δὲ εἶδον αὐτὸν καταφρονοῦντα καὶ τοῦ σεμνοῦ ἐκείνων ἐμποδισμοῦ καὶ τὸν ἵππον ὠθοῦντα προέρχεσθαι, τοῦ χαλινοῦ δραξάμενοι, ἐνστατικῶς ἐπέσχον τὴν τοῦ ἵππου φορὰν καὶ οὐδόλως ἐνέδωκαν προελθεῖν, καὶ οὕτως ἀναγκασθεὶς ἐπέζευσεν ἄκων· εἰσῆξαν δὲ αὐτὸν οἱ ἴδιοι αὐτοῦ εἴς τι κελλίον, εἶτ΄ ἐκεῖθεν ἐσκόπουν ὅθεν ἄν διὰ κελλίων, ἔνθα μὴ πάρεισιν ἄνθρωποι, ἀγάγωσιν αὐτὸν ἐν τῇ συνοδικῇ καθέδρᾳ. ἦλθον οὖν εἰς τὸ κελλίον, ἐν ᾧ ὁ πατριάρχης ἐκάθητο, καὶ εἶπον αὐτῷ ἐκβαλεῖν πάντας ἡμᾶς ἐκεῖθεν, ἵν΄ ἐκ τούτου διέλθῃ ὁ βασιλεύς· ὁ δὲ πατριάρχης ἔφη· ἐκβληθήσονται οἱ περισσοί· οἱ δ΄ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντές μου οὐκ ἐκβληθήσονται. εἶτα ἦλθεν ὁ δεσπόπης ὑπὲρ τούτου. ὥρισεν οὖν ὁ πατριάρχης, καὶ ἐξῆλθον πάντες πλὴν τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν σταυροφόρων. καὶ πάλιν ἦλθεν ὁ Δερμοκαΐτης, εἶτ΄ αὖθις ὁ δεσπότης. ἔλεγεν οὖν ὁ πατριάρχης, ὅτι· οὔτε τοὺς ἀρχιερεῖς ἐκβαλεῖν με προσήκει, οὔτε τοὺς σταυροφόρους. καὶ ἐξ ἀνάγκης ἐνέδωκε δι΄ ἡμῶν παρελθεῖν. καὶ μετ΄ οὐ πολὺ ὁρῶμεν τοὺς κελλιώτας τὸν Δερμοκαΐτην καὶ τὸν Μανουὴλ κατέχοντας αὐτὸν ἐκ τῶν ἀγκαλῶν καὶ τὸ δοκεῖν ὑπανέχοντας, τῇ δ΄ ἀληθείᾳ ἀπαιωροῦντας, ὡς μηδόλως δυναμένων τῶν ποδῶν αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ προσεγγίσαι καὶ στηριχθῆναι, καὶ οὕτω πως δρόμῳ πολλῷ διαγαγόντας αὐτὸν ἐλεεινῶς ἀφ΄ ἡμῶν καὶ εἰς ἕτερον κελλίον εἰσαγαγόντας μεστὸν ἀνθρώπων τῶν παρατυχόντων, αὖθις ἐκ τούτου εἰς τὸν τρίκλινον, ἐν ᾧ αἱ καθέδραι ἦσαν, εἰσαγαγόντας καὶ ὥσπερ τινὰ φόρτον διακομίσαντας καὶ ἐνθρονίσαντας αὐτὸν τῷ ἑτοιμασθέντι αὐτῷ θρόνῳ. εἶτα παρεγένετο καὶ ὁ πατριάρχης μετὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ μεθ΄ ἡμῶν πάντων. μετ΄ ὀλίγον δ΄ ἦλθε καὶ ὁ πάπας· προηγεῖτο δὲ αὐτοῦ σταυρὸς καὶ κανονικοὶ καὶ οἱ πρωτονοτάριοι καὶ οἱ τὰς ἀργυρέας τράπας κατέχοντες, περισχίζοντες καὶ εὐτακτοῦντες τὸν λαόν, καὶ μετὰ τούτους ὁ πάπας· εἵποντο δὲ αὐτῷ οἱ καρδηνάλιοι, ὧν εἷς τὰ κράσπεδα ἐβάσταζε τοῦ μανδύου τοῦ πάπα· μετ΄ αὐτοὺς δὲ εἵποντο οἱ ἐπίσκοποι.
- [←66]
-
Η 8η Οκτωβρίου. Βλέπε πιο κάτω, σημ. 48 αυτού τού κεφαλαίου.
- [←67]
-
Βλέπε πιο πάνω, κεφ. β’ σημ. 24.
- [←68]
-
Μανουήλ: Πιθανότατα ο Μανουήλ Αδάμ κατά τον Laurent 1971: 323 σημ. 3.
- [←69]
-
Στο κείμενο, ἐλεεινῶς. Κατά τον Laurent 1971: 323 σημ. 4, αυτό το επίρρημα εκπλήσσει κάτω από την πέννα ενός Βυζαντινού, εκτός αν θέλει να τονίσει το κωμικό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να παράγει αυτός ο τρόπος μεταφοράς στον δυτικό θεατή. Στην Ανατολή αυτός ο τρόπος μεταφοράς τού ηγεμόνα δεν θα εξέπληττε. Ήταν καλή πρακτική και θα διαιωνιζόταν στην αυλή των σουλτάνων προς όφελος άλλων προσωπικοτήτων. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον πρέσβη τού Λουδοβίκου ΙΔ΄ να εισάγεται στην αίθουσα ακροάσεων από δύο αυλικούς, που τον στήριζαν από κάθε πλευρά.
- [←70]
-
Χτυπημένος από την ποδάγρα, ο Ιωάννης Η΄ μετακινούνταν με δυσκολία. Περιστασιακά μεταφερόταν πάνω σε πολυθρόνα στον τόπο όπου ο πάπας τού χορηγούσε ακρόαση. Μιαν άλλη φορά, κατά τη διάρκεια εκδρομής στην περιοχή γύρω από τη Φλωρεντία (όπως θα δούμε στο προτελευταίο κεφάλαιο αυτού τού βιβλίου), τον βλέπουμε να μπαίνει με το άλογο μέσα σε ένα σπίτι, στην τραπεζαρία, και να τον κατεβάζουν χωρίς να τον έχει δει κανένας ξένος.
- [←71]
-
Συρόπουλος 6.26: Αἱ μὲν οὖν καθέδραι ἐτέθησαν ὡς καὶ ἐν τῇ τῆς συνόδου ἀνακηρύξει διετυπώθησαν· καὶ ἐκ μὲν τοῦ δεξιοῦ μέρους ὁ πάπας μετὰ τῶν καρδηναλίων καὶ ἐπισκόπων ἐκάθισεν, ἐκ δὲ τοῦ ἀριστεροῦ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης καὶ ἐφεξῆς οἱ τοποτηρηταὶ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ σταυροφόροι ὡς ἔτυχεν· ἐν δὲ τῷ μεταξὺ διαστήματι τῷ ἀπὸ τοῦ πάπα πρὸς τὸν βασιλέα σκίμποδες δύο ἐτέθησαν, εἷς μὲν πρὸς τὸ ἀνατολικώτερον μέρος, ἅτερος δ΄ ἀπέναντι τούτου πρὸς δυσμάς, μῆκος ἔχοντες ὅσον ἕξ καθῆσθαι τοὺς προσδιαλεγομένους, διάστημ΄ ἀπέχοντες ἀλλήλων ἱκανόν, καὶ οὕτω πως τεθειμένοι ὥστε καὶ τὸν πάπαν καὶ τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην μετ΄ ἐλευθερίας ὁρᾶν καὶ ἀλλήλους καὶ ἑκάτερον μέρος τῶν προσδιαλεγομένων. ἐκάθισαν οὖν ἐν τούτοις οἱ προσδιαλεγόμενοι, οἱ μὲν Λατῖνοι ἐπὶ τοῦ ἀνατολικωτέρου σκίμποδος, ἐκ δεξιῶν ἔχοντες τὸν πάπαν, οἱ δὲ ἡμέτεροι ἐπὶ τοῦ δυτικωτέρου, ἐκ δεξιῶν καὶ αὐτοὶ τὸν βασιλέα ἔχοντες· ἔμπροσθεν δὲ τούτων ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ὅ τε μεταγλωττιστὴς καὶ οἱ τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν Λατίνων γραμματικοὶ γράφοντες τοὺς λόγους τῶν προσδιαλεγομένων. τὸ δὲ ἔδαφος ἅπαν καταστρωμένον ἦν τζόχαις πρασίνοις· ὕπερθεν δὲ τοῦ ἀνατολικωτέρου σκίμποδος τῶν προσδιαλεγομένων, καταντικρὺ τοῦ ἀλταρίου, σελλίον ἐτέθη ὑψηλὸν χρυσοκοκκίνῳ χασδέῳ περικεκαλυμμένον πάντοθεν καὶ προσκεφάλαιον ἐπικείμενον ἔχον ἕν καὶ ἕτερον ἔμπροσθεν αὐτοῦ, κείμενον ἐπ΄ ἐδάφους, ἐκ τοῦ αὐτοῦ χασδέου καὶ ταῦτα ἐνδεδυμένα. μέχρις οὖν τούτου παραγινόμενος ὁ πάπας καὶ γονυκλιτῶν ὑπανεῖχεν ἑαυτόν, ἐρείδων τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ σελλίου, καὶ καθ΄ ἑαυτὸν προσηύχετο· εἶτ΄ ἀνιστάμενος ἀπήρχετο καὶ ἐκάθιζεν εἰς τὸν ἴδιον θρόνον, καὶ οὕτως ἐποίει ὁσάκις εἰς τὴν σύνοδον συνηθροιζόμεθα. ἐπάνω δὲ τοῦ ἀλταρίου ἔκειτο ἅγιον εὐαγγέλιον ἠνεωγμένον, καὶ ἐκ δεξιῶν μὲν αὐτοῦ ἵστατο εἷς ἀνδριὰς μικρὸς ἀργυροδιάχρυσος κατέχων τὰς κλεὶς εἰς τύπον τοῦ ἁγίου Πέτρου, ἐξ ἀριστερῶν δὲ ἕτερος τοιοῦτος ξῖφος ὄρθιον προδεικνύων εἰς τύπον τοῦ ἁγίου Παύλου, καὶ μετὰ τούτους ἀργυροδιάχρυσα μανουάλια μικρὰ πολύτιμα, τρία μὲν ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους, τρία δ΄ ἐκ τοῦ ἑτέρου τοῦ ἀλταρίου ἐπέκειντο, τὰ μὲν δύο τὰ ἐξ ἑκατέρου μέρους πρῶτα προβεβηκότα τῷ μήκει, τὰ δὲ δεύτερα ὑποδεέστερα, καὶ ἔτι τὰ μετ΄ ἐκεῖνα χθαμαλώτερα. ἐν τούτοις οὖν λαμπάδες ἐπήγνυντο καὶ φῶτα ἀνήπτοντο. καὶ οὕτω μὲν ὁ τὴν σύνοδον δεχόμενος τρίκλινος ηὐτρέπιστο· ἐκάθηντο δὲ ὁ μὲν βασιλεὺς ἐπὶ τοῦ θρόνου, ὡς δεδήλωται (ἵστατο δὲ ὁ Φιλανθρωπινὸς πλησίον τὸ βασιλικὸν ξῖφος κατέχων κατὰ τὸ ἔθος), μετὰ δὲ τὸν βασιλέα ὁ πατριάρχης, εἶτα οἱ τοποτηρηταὶ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς· ἐκ δεξιῶν δὲ τοῦ βασιλέως, ὁ δεσπότης καὶ μετ΄ ἐκεῖνον οἱ ἄρχοντες ἐπὶ τοῦ ἐδάφους· καὶ τὸ μεταξὺ δὲ τῶν σκιμπόδων ἔδαφος μεστὸν ἦν ἀνθρώπων παρακαθημένων καὶ μάλιστα ταχυγράφων Λατίνων. κύκλῳ τε περιειστήκει πλῆθος παρατυχόντων ἀνθρώπων.
- [←72]
-
Στο κείμενο σκίμποδες.
- [←73]
-
Μανουάλια: Κηροπήγια στις εκκλησίες με επιδαπέδια βάση και υποδοχές για κεριά. Μεσαιωνική ελληνική λέξη λατινικής προέλευσης: candelabrum manuale (κηροπήγιο φορητό).
- [←74]
-
Υπό τούς Παλαιολόγους το δικαίωμα να φέρει το αυτοκρατορικό ξίφος είχε ο μέγας δομέστικος, στην απουσία του ο πρωτοστράτωρ και ύστερα οι παρακοιμώμενοι τής σφενδόνης (σφραγίδας) και τής βασιλείου κλίνης (Laurent 1971: 325 σημ. 1).
- [←75]
-
Συρόπουλος 6.27: Ἐν μὲν οὖν τῇ πρώτῃ συνελεύσει, ἥτις κατὰ τὴν ἕκτην τοῦ ὀκτωβριου ἐγένετο, εὐθὺς κατ΄ ἀρχὰς ἀνέγνω λατινικῶς ὁ Ῥόδου Ἀνδρέας προσφώνημα, ὅπερ ἐποίησε πρὸς τὸν πάπαν καὶ πρὸς τὴν σύνοδον· εἶθ΄ ὁ Νικαίας ἕτερον ἀνέγνω ἑλληνικῶς, ὅ πρὸς τὸν βασιλέα ἐπεποιήκει καὶ πρὸς τὸν πάπαν τε καὶ τὴν σύνοδον, καὶ μετεγλώττιζε τοῦτο λατινικῶς ὁ Σεκουνδινός. μετὰ δὲ τὴν τούτων ἀνάγνωσιν ἤρξατο ὁ Ἐφέσου προοιμιασάμενος, ὅπως· χρὴ μετὰ ἀγάπης τοὺς λόγους ποιεῖσθαι, ἐπεὶ καὶ περὶ εἰρήνης ἐστὶν ὁ λόγος καὶ ταύτην κατέλιπεν ὁ κύριος ἡμῖν ὥσπερ τινὰ κλῆρον ἐπὶ τὸ πάθος ἐρχόμενος, εἰρηκώς· εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν ἀφίημι ὑμῖν· ἀπῄτησε δ΄ ἀντ΄ αὐτῆς ἕτερόν τι, ὅπερ ἐστὶν οἱονεὶ καρπὸς τῆς ἡμῶν προαιρέσεως, τὴν ἀγάπην δηλαδή. χρὴ οὖν ἡμᾶς ταύτην ἀεὶ πραγματεύεσθαι καὶ μάλιστα ἐν τῇ παρούσῃ τῶν λόγων ὕλῃ, καὶ ἀπ΄ ἀρχῆς ἄχρι τέλους τῶν λόγων τὴν ἀγάπην τηρεῖν. οὕτως οὖν προοιμιασάμενος, καὶ μέτριά τινα τοιαῦτα εἰπών, προανεφώνησεν ὅπως βούλεται περὶ τῆς προσθήκης τὸν λόγον ποιήσασθαι καὶ δεῖξαι ὅτι οὐκ ἐξῆν αὐτοῖς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθεῖναι. ἀπελογήσατο οὖν ὁ Ῥόδου Ἀνδρέας καὶ ἐπῄνεσε καὶ ἐκεῖνος τὰς μετὰ ἀγάπης διαλέξεις, εἶτα καὶ περὶ τῆς προσθήκης ἠθέλησεν ἀπολογεῖσθαι. εἶπε δ΄ αὐτῷ ὁ Ἐφέσου· ἡμεῖς οὐ δεόμεθα νῦν ἀπολογίας, ἐπεὶ οὐδὲ εἴπομεν ὅ προεθέμεθα· μετὰ γὰρ τὸ εἰπεῖν ὅ βουλόμεθα, τότε δεξόμεθα καὶ τὰς ἀπολογίας. ὁ δὲ Ἀνδρέας καὶ ἔτι ἐβούλετο χωρεῖν πρὸς ἀπολογίαν. ὡς δὲ καὶ αὖθις διεκώλυσεν αὐτὸν ὁ Ἐφέσου, μόλις ποτὲ ἐνέδωκε καὶ τοῦ λέγειν ἐπαύσατο. εἶπεν οὖν ὁ Ἐφέσου, πρῶτον μὲν ὅπως ἐστὶν ἀναγκαιωτάτη ἡ εἰρήνη, ἥν κατέλιπεν ἡμῖν ὁ δεσπότης ἡμῶν ὁ Χριστός, καὶ ἀγάπη· δεύτερον, ὅτι παρέβλεψεν ἡ Ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν ἀγάπην καὶ διελύθη καὶ ἡ εἰρήνη· τρίτον, ὅτι ἀνακαλουμένη νῦν ἡ Ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν τότε καταλειφθεῖσαν ἀγάπην, ἐσπούδασεν ἵν΄ ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ ἐξετάσωμεν τὰς μεταξὺ ἡμῶν διαφοράς· τέταρτον, ὅτι ἀδύνατόν ἐστιν ἀνακαλέσασθαι τὴν εἰρήνην, ἐὰν μὴ λυθῇ τὸ τοῦ σχίσματος αἴτιον· καὶ πέμπτον, ἵνα καὶ οἱ ὅροι τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἀναγνωσθῶσιν, ὡς ἄν φανῶμεν καὶ ἡμεῖς σύμφωνοι τοῖς ἐν ἐκείναις πατρᾶσι καὶ ἡ παροῦσα σύνοδος ἐκείναις ἀκόλουθος. ταῦτα εἶπεν ὁ Ἐφέσου πεπλατυσμένως καὶ λογικῶς, ἅπερ οἱ ἀκριβῶς εἰδέναι βουλόμενοι ἐν τοῖς ὑπομνήμασι τῆσδε τῆς συνόδου εὑρήσουσιν· ἀπελογήσατο δὲ πρὸς ταῦτα ὀλίγα τινὰ καὶ ὁ Ἀνδρέας καὶ ἐπὶ τούτοις διελύθη ἡ σύνοδος.
- [←76]
-
Στις 8 Οκτωβρίου, όπως προτείνει η συμφωνία μεταξύ των Ελληνικών Πρακτικών και άλλων πηγών (Laurent 1971: 326 σημ. 1).
- [←77]
-
Βλέπε Gill, Acta, σελ. 47-48:
«Όταν λοιπόν ήρθε το Σάββατο και έγινε ησυχία, ο Ρόδου Ανδρέας, από τούς επίλεκτους Λατίνους, μιμούμενος σε όλα τον Νικαίας, επαίνεσε και αυτός τον κύριό μας [αυτοκράτορα] και τον αγιότατο πατριάρχη, και καλοτύχισε τη σύνοδο με τον κατάλληλο τρόπο. Και συναγωνιζόμενος αγόρευσε έτσι, μέχρι που βράδιασε»
(Τοῦ σαββάτου τοίνυν ἐλθόντος καὶ τῆς τάξεως γενομένης, ὁ ἀπὸ τῶν ἐκλελεγμένων Λατίνων ὁ Ῥόδου Ἀνδρέας, κατὰ πάντα μιμηθεὶς τὸν Νικαίας, ἐγκωμίασε καὶ αὐτὸς τόν τε κύριον ἡμῶν, καὶ τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην, καὶ τὴν σύνοδον ἐμακάρισεν ὡς εἰκός· καὶ φιλοτιμηθεὶς ἐδημηγόρησεν οὕτως, ἕως οὗ ἑσπέρα ἐγένετο).
- [←78]
-
Κείμενο στο Gill, Acta, σελ. 37-46.
- [←79]
-
Κατά τον Laurent 1971: 327 σημ. 2, ο Συρόπουλος έχει αντιστρέψει εδώ τη σειρά. Στην πραγματικότητα ήταν ο Βησσαρίων εκείνος στον οποίο δόθηκε η τιμή να ξεκινήσει τις δημόσιες συζητήσεις, πράγμα πού έκανε με μακροσκελή προσφώνηση προς τον πάπα, τον αυτοκράτορα, τον πατριάρχη και τη σύνοδο. Τα Ελληνικά και τα Λατινικά Πρακτικά συμφωνούν στο σημείο αυτό και αναφέρουν τα κείμενα των ομιλιών με τη σειρά με την οποία αυτά εκφωνήθηκαν. Για παράδειγμα [Gill, Acta, 37]:
«…Παραχωρήθηκε σε εμάς η εναρκτήρια ομιλία. Ο Νικαίας λοιπόν, αφού παρακινήθηκε και αγόρευσε, επαίνεσε τη σύνοδο και καλοτύχισε τούς επικεφαλής της με τον κατάλληλο τρόπο.…»
(…ἐφιλοτημήθη ἡμῖν ἡ ἔναρξις τῆς διαλέξεως. Προτραπεὶς οὖν ὁ Νικαίας καὶ δημηγορήσας, ἐγκωμίασε τὴν σύνοδον καὶ ἐμακάρισε τοὺς ἐξάρχους αὐτῆς ὅσον τὸ ἱκανόν.…).
Για τη συνέχεια [Gill, Acta, 47] βλέπε προηγούμενη υποσημείωση.
- [←80]
-
Κείμενο στο Gill, Acta, σελ. 49-53.
- [←81]
-
Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, 14.27: Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν.
- [←82]
-
Κείμενο στο Gill, Acta, σελ. 53-56.
- [←83]
-
Ο Laurent 1971: 327 σημ. 8, σημειώνει ότι αυτή η πρώτη αψιμαχία παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο στα Ελληνικά (Gill, Acta, σελ. 56-58) και στα Λατινικά Πρακτικά τής συνόδου και ότι αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι ο Μάρκος Εφέσου εκμεταλλεύτηκε αυτή την πρώτη συνάντηση, που φαινόταν να είναι απλώς εθιμοτυπική, για να προχωρήσει χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση σε επίθεση στη Ρωμαϊκή Εκκλησία.
- [←84]
-
Συρόπουλος 6.28: Ὁ δὲ βασιλεὺς λίαν λελύπητο ἐφ΄ οἷς εἰς αὐτὸν διεπράξαντο ἐν τῇδε τῇ πρώτῃ συνελεύσει· αἰσχύνην γὰρ μεγίστην αὐτῷ προεξένησαν. διὸ καὶ οὐκ ἠθέλησεν αὖθις ἐλθεῖν κατὰ τὴν ἀποτεταγμένην ἡμέραν· διεμηνύσατο δὲ αὐτῷ ὁ πατριάρχης μετ΄ ἐμοῦ, ὅτι· οὐ δοκεῖ μοι καλὸν μὴ γενέσθαι τὴν δευτέραν συνέλευσιν ἐν τῇ συμπεφωνημένῃ ἡμέρᾳ. διὰ τοῦτο ἀξιῶ ἄν ὁρίσῃς ἵνα συνέλθωμεν αὔριον εἰς τὴν σύνοδον μήποτε δόξωμεν τοῖς πολλοῖς ὅτι ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἀθετοῦμεν τὰς συμβιβάσεις ἡμῶν, ἤ ὅτι οὐκ ἔχομεν λόγους ἱκανοὺς πρὸς τὸν προκείμενον ἀγῶνα κἀντεῦθεν ὑποχωροῦμεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· οὐκ ἀπελεύσομαι, εἰ μὴ ὅταν μοι φανῇ ἁρμόδιον. ὡς δὲ καὶ αὖθις καθικέτευσα αὐτόν, ὡς ἦν ἀνατεθειμένος, ἔφη πάλιν ὁ βασιλεύς· τότε ἀπελεύσομαι καὶ γενήσεται σύνοδος, ὅταν γνῶσιν οἱ Λατῖνοι ὁποῖόν τι ἦν ὅ πεποιήκασι. παρῆλθον οὖν ἡμέραι τινές ἀργαί. διὸ ἀναγκασθέντες οἱ Λατῖνοι, διορύξαντες τοῖχον ἐν τῇ πρώτῃ εἰσόδῳ τοῦ πρώτου τρικλίνου, οὗ ὁ βασιλεὺς ἐπέζευεν, ἠνέωξαν πύλην, δι΄ ἧς εἰσῆγον αὐτὸν εὐθὺς εἰς κελλίον, κἀκ τούτου φοράδην αὐτὸν διακομίζοντες, διήρχοντο ἐπέκεινα τῶν δέκα κελλίων, μηδενὸς παρόντος ἐκεῖσε, εἰ μὴ τῶν πρὸς τοῦτο ἀποτεταγμένων καὶ συνήθων. ὧν τὸ τελευταῖον κελλίον θύραν εἶχεν εἰσάγουσαν εἰς τὸν τρίκλινον, εἰς ὅν συνεκροτεῖτο ἡ σύνοδος. εὐθὺς οὖν ἐν τῇ γωνίᾳ ταύτης τῆς θύρας ἔκειτο ὁ θρόνος τοῦ βασιλέως, ὅν καὶ ἐξάγοντες τοῦ κελλίου ἐκείνου ἐκάθιζον αὐτὸν ταχέως ἐπὶ τοῦ θρόνου, παρισταμένων ἔμπροσθέν τινων ἀρχόντων καὶ τὰς ὄψεις τῶν πολλῶν ἀποτοιχιζόντων, μέχρις ἄν διευθετήσωσιν αὐτόν, καὶ τότε ὑπεχώρουν ἄδειαν ποιοῦντες πᾶσιν ὁρᾶν αὐτὸν ἀκωλύτως.
- [←85]
-
Με τον ίδιο τρόπο είχε πάει ο αυτοκράτορας στην ακρόαση τού πάπα.
- [←86]
-
Συρόπουλος 6.29: Μετὰ τὸ κατασκευασθῆναι ταῦτα καὶ ταχθῆναι τὴν πρὸς τὴν καθέδραν δίοδον τοῦ βασιλέως, ὡς δεδήλωται, ἦλθεν ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης ἐν δευτέρᾳ συνελεύσει· τρίτη καὶ δεκάτη δὲ ἦν ὀκτωβρίου, ἡμέρα Δευτέρα. καὶ ἀρξαμένου τοῦ Ἀνδρέου καὶ βουλομένου συνείρειν ἀπολογίας, ὁ Ἐφέσου διεκώλυεν αὐτόν λέγων, ὅτι· ἔνι δίκαιον ἵνα εἴπωμεν ἡμεῖς πρῶτον ὅσα θέλωμεν ὑπὲρ συστάσεως ὧν προτείνομεν, καὶ τότε ἵνα δεχώμεθα ἐξ ὑμῶν τὰς ἀπολογίας. ὁ Ῥόδου δ΄ ἐπετίθετο καὶ ἠνάγκαζεν ἀπολογηθῆναι· ἔλεγον δὲ καὶ ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ Νικαίας, ὅτι· πρὸ τοῦ εἰπεῖν ἡμᾶς ὅσα βουλόμεθα καὶ συστῆσαι ὅ προετείναμεν, ἤγουν τὸ οὐκ ἐξῆν ὑμῖν προσθεῖναι ἐν τῷ συμβόλῳ, οὐ δεῖ ὑμᾶς ἀπολογηθῆναι. ἐκινήθησαν οὖν πολλοὶ λόγοι περὶ τούτου, τοῦ μὲν Ἐφέσου ζητοῦντος εἰπεῖν ὅσα προέθετο πρὸς σύστασιν ὧν προέτεινε καὶ τοὺς ὅρους ἀναγνῶναι τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, τοῦ δὲ Ῥόδου φιλονεικώτερον κωλύοντος τὸν Ἐφέσου καὶ πρὸς ἀπολογίαν ἐπειγομένου καὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὅρων μηδ΄ ἄκροις ὠσὶ παραδεχομένου, περισσὴν δὲ εἶναι φάσκοντος καὶ ἀνόνητον καὶ σκάνδαλον προξενήσουσαν. τὶ γὰρ κερδανεῖτε, ἔλεγεν, εἰ τὸ ἀνάθεμα εἰς ἡμᾶς ἀνακηρύξετε; μετὰ δὲ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὰς ἐπὶ τούτοις φιλονεικίας, εἶπεν ὁ Ἰουλιανὸς πρὸς τὸν βασιλέα· ὁρίζει με ὁ μακαριώτατος πατὴρ ἵνα εἴπω, ὅτι διὸ ἐνομίσαμεν πρὸ τῆς χθὲς ὡς ὁ Ῥόδου μέλλει ἀπολογήσεσθαι καὶ ἦν ἕτοιμος πρὸς τοῦτο, διὰ τοῦτο οὐδὲ ἐνεδώκαμεν εἰπεῖν πλατύτερον ὅ ἐβούλεσθε· ἐπεὶ δὲ παρεκάλεσε πολλάκις ὁ Ῥόδου καὶ οὐκ ἀρέσει, φαίνεται καλὸν τῷ ἄκρῳ ἀρχιερεῖ ἵνα ἀναστῶμεν, καὶ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ διαλέξωνται ἰδίως οἱ ἐκλελεγμένοι. ἀπελογήσατο οὖν πρὸς ταῦτα ὁ βασιλεὺς ὀλίγον τι, καὶ οὕτως ἀπήλθομεν.
- [←87]
-
Πρβλ. Gill, Acta, σελ. 59-66. Κατά τον Laurent 1971: 329 σημ. 2, κρίνοντας από τον διάλογο που αναφέρεται στα επίσημα πρακτικά, ο Συρόπουλος παρουσιάζει εδώ αρκετά καλά τον χωρίς λόγο ταραγμένο χαρακτήρα αυτής τής συνεδρίασης.
- [←88]
-
Συρόπουλος 6.30: Τῇ δ΄ ἐπιούσῃ, ἥτις ἦν τετάρτη καὶ δεκάτη τοῦ ὀκτωβρίου, συνῆλθον ὅπου ἦν ὁ πατριάρχης ὅ τε βασιλεὺς καὶ οἱ καρδηνάλιοι, ὅ τε Ἰουλιανὸς καὶ ὁ Φιρμάνος καί τινες τῶν λατινεπισκόπων καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀρχιερεῖς πάντες, ἐξωκατάκηλοί τε καὶ ἡγούμενοι. ἠγωνίσαντο οὖν οἱ μὲν Λατῖνοι παντὶ τρόπῳ μὴ ἀναγνωσθῆναι τοὺς ὅρους τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, ἤ τὸ ἔλαττον ἀναγνωσθῆναι ἐν ἰδίᾳ συνελεύσει· οἱ δὲ ἡμέτεροι ἀντέστησαν πάντες καὶ εἶπον μὴ περαιτέρω προβῆναι, κἄν εἴ τι καὶ γένηται, εἰ μὴ πρῶτον ἀναγνωσθῶσιν οἱ ὅροι εἰς ἐπήκοον πάντων. μετὰ δὲ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὰς ἐνστάσεις, μόλις ποτὲ ἐνέδωκαν ἐκεῖνοι ἀναγνωσθῆναι τούτους συνοδικῶς.
- [←89]
-
Βλέπε τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ 66):
«Και γινόταν μεγάλη συζήτηση και από τα δύο μέρη. Οι μεν Λατίνοι, με μεγάλο ζήλο και δύναμη, προσπαθούσαν ή να εμποδίσουν εντελώς την ανάγνωση τής απόφασης ή να διαβαστεί αυτή σε ιδιαίτερη συνεδρίαση. Οι δε Γραικοί διαμαρτύρονταν και έλεγαν, πως ό τι κι αν γίνει, δεν θα προχωρήσουν πιο κάτω, αν δεν αναγνωστούν πρώτα η απόφαση και το σύμβολο ενώπιον όλων. Και αποφασίστηκε να γίνει έτσι και να διαβαστούν σε συνεδρίαση τής συνόδου»
(καὶ ἐγένετο λόγος πολὺς παρ΄ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν· τῶν μὲν Λατίνων πάσῃ σπουδῇ καὶ δυνάμει ἀγωνισθέντων ἤ ἵνα παντελῶς κωλύσωσιν ἀναγνωσθῆναι τοὺς ὅρους ἤ ἴνα ἀναγνωσθῶσιν ἐν ἰδίᾳ συνελεύσει· τῶν δὲ Γραικῶν ἐνισταμένων καὶ λεγόντων ὡς κἄν εἴ τι καὶ γένηται οὐ προβήσονται περαιτέρω, εἰ μὴ οἱ ὅροι καὶ τὸ σύμβολον ἀναγνωσθῶσι πρῶτον ἐνώπιον πάντων· καὶ περιέστη ἵνα γένηται οὔτως καὶ ἀναγνωσθῶσι συνοδικῶς).Σύμφωνα με τα Λατινικά Πρακτικά, ο πάπας και ο Τσεζαρίνι υποχώρησαν από αγάπη για την Ένωση (Laurent 1971: 330 σημ. 1).
- [←90]
-
Συρόπουλος 6.31: Συνηθροίσθη τοίνυν ἤδη τρίτον ἡ σύνοδος τῇ έκτῃ καὶ δεκάτῃ ὀκτωβρίου ἡμέρᾳ πέμπτῃ, καὶ ἀνεγνώσθησαν οἱ ὅροι. ἐν τῇ τοιαύτῃ δὲ συνελεύσει ἐμηχανήσαντο οἱ Λατῖνοι μήτε τὸ πολὺ πλῆθος τὸ συναγόμενον ἐξ ἐκείνων συνελθεῖν καὶ εἴασαν καὶ τὸ ἅγιον εὐαγγέλιον κεῖσθαι ἐν τῷ ἀλταρίῳ ἐσφαλισμένον καὶ τοὺς τῶν ἀποστόλων ἀνδριάντας κεῖσθαι ὑπτίους, καὶ οὐδὲ τὰς λαμπάδας ἀνῆψαν. ἀρξαμένου δὲ τοῦ Ἐφέσου καὶ εἰπόντος, ὅτι· καθὼς ἐτάξαμεν ἀναγνωσθῆναι τοὺς ὅρους, ζητησάντων ἡμῶν καὶ ἐνδεδωκότων ὑμῶν τοῦτο, ἤδη ἀναγνωσθήσονται· παρακαλοῦμεν δὲ καὶ ὑμᾶς ἀκούειν καὶ τοὺς ὅρους καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν μετὰ μακροθυμίας. εἶτα καὶ ἄλλα τινὰ ὡρμημένου λέγειν, εἶπεν ὁ Ἰουλιανός· καθὼς πρὸ τῆς χθὲς συνεφωνήσαμεν, προχωρήσατε καθὼς βούλεσθε. εἰ καὶ τὸν Ῥόδου ἐχρῆν ἀπολογηθῆναι πρὸς ἅ πρότερον εἶπεν ὁ Ἐφέσου, πλὴν οἱ ὅροι ἀναγνωσθήτωσαν, εἰ θέλετε διὰ ὑμετέραν σύστασιν, οὐ μὴν ὡς ἀπὸ κοινῆς ἤ ἡμετέρας θελήσεως. ἀνεγνώσθησαν οὖν οἱ ὅροι, λέγοντος τοῦ Ἐφέσου καὶ ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τῷ τέλει ἑκάστου ὅρου ἐπεξεργασίας ὅσαι ἦσαν ἁρμόδιαι ὑπὲρ ἡμῶν. ὅτε δὲ ἀνεγινώσκετο ὁ ὅρος τῆς ἑβδόμης συνόδου, προεκόμισαν οἱ Λατῖνοι βιβλίον ἑλληνικῶς ἔχον τὰ πρακτικὰ δῆθεν τῆς ἑβδόμης συνόδου, οὗ προσέκειτο ἐν τῷ συμβόλῳ τὸ «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευόμενον», καὶ ἐπεδείκνυον τοῦτο ὡς παλαιὸν καὶ βεμβράνον, ἐπεὶ ταῖς βεμβράναις τὸ ἀξιόπιστον ἐκεῖνοι παρέχουσι, καὶ ἐκ τῶν ὑπογραφῶν καί τινων ἑτέρων τὴν πρὸς τὰ ἡμέτερα συμφωνίαν ἐδοκίμαζον καὶ ἐνίσταντο, ὡς οὕτως ἀνεγνώσθη τὸ σύμβολον, ἐν τῇ ἑβδόμῃ συνόδῳ. εἶπε δὲ καὶ ὁ Ἰουλιανός, ὅτι· τὸ βιβλίον ἔνι παλαιότατον καὶ ἀδύνατόν ἐστιν ὑπονοῆσαι γενέσθαι τινὰ ἐναλλαγὴν εἰς αὐτό· ἔχομεν δὲ καὶ ἱστορικὸν ἄνδρα παλαιὸν καὶ σοφὸν γεγραφότα περὶ ἄλλων πολλῶν, διεξιόντα δὲ καὶ περὶ τούτου, ὅτι τὸ σύμβολον οὕτως ἐξετέθη ἐν τῇ ἑβδόμῃ συνόδῳ, καὶ συνιστῶμεν τοῦτο καὶ ἀπὸ τῶν ἐκείνου φωνῶν. εἶπεν οὖν ὁ σοφὸς Γεμιστὸς πρὸς τοῦτο, ὅτι· καὶ εἴπερ εἶχεν ἡ Ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία συνιστᾶν ἅ λέγετε νῦν ἀπό τε βιβλίων καὶ ἀπὸ ἱστορικοῦ τοῦ περὶ τούτου συγγραψαμένου, περίεργον ἐποίουν οἱ γεγραφότες ὑπὲρ Λατίνων, τὸν Θωμᾶν φημι καὶ τοὺς πρὸ αὐτοῦ, διὰ πλείστων μὲν λόγων τε καὶ βιβλίων ἀγωνιζόμενοι τὴν προσθήκην ἀποδεικνύειν ὡς εὐλόγως τε καὶ δεόντως γεγονυῖαν ὑπὸ τῆς ὑμῶν Ἐκκλησίας, τὴν δὲ κυριωτέραν ὑπὲρ ὧν προέθεντο λέγειν σύστασιν παριδεῖν, ὡς μηδὲν ἐκείνοις συμβαλλομένην·
ἤρκει γὰρ ἀντὶ πάντων ὧν ἐφεῦρον ἐπιχειρημάτων τε καὶ συλλογισμῶν εἰπεῖν ὅτι προῆν ἡ προσθήκη ἐν τῷ συμβόλῳ καὶ μετὰ τῆς προσθήκης ἀνεγνώσθη καὶ ἐστέρχθη ἐν τῇ ἑβδόμῃ συνόδῳ· ὅτι δὲ οὐδόλως προέβη ἐν τῇ ἑβδόμῃ συνόδῳ, καθὼς ὑμεῖς λέγετε, διὰ τοῦτο οὐδὲ οἱ γράψαντες ὑπὲρ Λατίνων περὶ τούτου ἐμνήσθησαν. ἐπὶ τοῖς τοιούτοις οὖν διελύθη ἡ συνέλευσις.
- [←91]
-
Από τον ρεφερεντάριο με λαμπρή φωνή και άμεση μετάφραση στα λατινικά από τον Σεκουνδινό. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 66 σημείωση (Laurent 1971: 330 σημ. 2).
- [←92]
-
Μάλιστα ο Ρώσος ιερέας Συμεών ισχυρίζεται, ότι οι Λατίνοι έφυγαν από τη συνεδρίαση όταν ο Μάρκος Εφέσου άρχισε να διαβάζει τα πρακτικά τής Εβδόμης Συνόδου (Laurent 1971: 330 σημ. 3).
- [←93]
-
Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος: Η τελευταία Οικουμενική Σύνοδος τής ενωμένης Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Συγκλήθηκε το 787 στη Νίκαια τής Βιθυνίας και ασχολήθηκε με το θέμα τής προσκύνησης των ιερών εικόνων, με τούς εικονολάτρες και τούς εικονομάχους. Από τότε συγκροτήθηκαν και άλλες γενικότερες ή μερικότερες σύνοδοι τής Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας ή τής Ρωμαιοκαθολικής Δυτικής Εκκλησίας ή και από κοινού, όπως η σύνοδος Φερράρας–Φλωρεντίας τού βιβλίου, και ασχολήθηκαν με διάφορα θέματα. Καμμία όμως δεν αναγνωρίστηκε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, απ΄ όλη την Εκκλησία και απ΄ όλους τούς χριστιανούς ως η 8η Οικουμενική Σύνοδος.
- [←94]
-
Κατά τον Laurent 1971: 330 σημ. 5, ο Συρόπουλος κάνει λάθος. Το χειρόγραφο ήταν λατινικό σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 85):
«Ενώ λοιπόν διαβαζόταν αυτό από εμάς, παρουσιάστηκε από τούς Λατίνους άλλο παλαιό βιβλίο, γραμμένο στα λατινικά, που περιείχε την ίδια απόφαση αυτής τής συνόδου»
(Τούτου οὖν παρ΄ ἡμῶν ἀναγινωσκομένου, προεκομίσθη παρὰ τῶν Λατίνων βιβλίον ἕτερον παλαιὸν Λατινικὸν γεγραμμένον, τὸν αὐτὸν ὅρον τῆς συνόδου ταύτης περιέχον).Επίσης ήταν λατινικό σύμφωνα με τα Λατινικά Πρακτικά, τη μαρτυρία τού ίδιου τού Σχολαρίου (βλ. Scholarios, Œuvres, III, σελ. 62) και ειδικότερα την επιστολή τού καρδινάλιου Τσεζαρίνι με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 1438 προς τον Τραβερσάρι, που βρισκόταν τότε στη Φλωρεντία:
«Όπως διαβάστηκε στην Έβδομη Σύνοδο, έχουμε το δικό μας στα λατινικά, σε αρχαιότατο χειρόγραφο σε ένα τόμο, στο οποίο είναι έξι έως επτά, που νομίζω ότι έχετε δει (όταν είχατε έρθει στο μοναστήρι των Ιεροκηρύκων στο Ρίμινι) και διαβάσει»
(Dum legeretur VII concilium, nos habentes nostrum in latino de litera antiquissima in uno volumine in quo est VI et VII quod puto te vidisse (venit enim e conventu Praedicatorum Arimini) legimus ipsum).
- [←95]
-
Ακριβέστερα στη συνοδική προσφώνηση των πατριαρχών τής Ανατολής από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο το 785, όπου η έκφραση διά τοῦ Υἱοῦ, που είναι ειδική για τον δικό του τρόπο έκφρασης σε αυτό το σημείο τής τριαδικής θεολογίας, μετατράπηκε στα λατινικά σε αυτή την άλλη: et ex Filio (καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ). Από την άλλη πλευρά σε ένα άλλο αντίγραφο, ελληνικό αυτή τη φορά, των πρακτικών τής ίδιας εβδόμης συνόδου, που είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη ο Νικὀλαος Κουζάνος (Nicholas of Cusa), ο Τσεζαρίνι είχε την εντύπωση ότι είχε διαβάσει με τα ίδια του τα μάτια το σύμβολο με το ἐκ τοῦ Υἱοῦ γδαρμένο, αλλά όχι σε βαθμό που να μην είναι πια διακριτό. Θα έδινε, έλεγε, εκατό δουκάτα, για να το είχε στα χέρια του κατά τη διάρκεια τής συνεδρίασης τής 16ης Οκτωβρίου (Laurent 1971: 330 σημ. 6).
- [←96]
-
Βλέπε Gill, Acta, σελ. 87:
«Γαληνότατε αυτοκράτορα, το σύμβολο τής εβδόμης συνόδου που παρουσιάστηκε από εμάς υπάρχει σε πολύ παλαιό βιβλίο, και είναι αδύνατο να υπονοηθεί ότι έχει γίνει κάποια αλλαγή σε αυτό»
(Γαληνότατε βασιλεῦ, τὸ προκομισθὲν παρ΄ ἡμῶν σύμβολον ἐν τῇ ἑβδόμῃ συνόδῳ ἐστὶ ἐν βιβλίῳ παλαιοτάτῳ, καὶ ἀδύνατον ὑπονοῆσαι γενέσθαι τινὰ ἐναλλαγὴν ἐν αὐτῷ).
Κατά τον Laurent 1971: 331 σημ. 7, «ήταν προφανές ότι έμπαιναν σε κακή περίπτωση και σύμφωνα με τον Scholarios, Œuvres, III, σελ. 52, συγγραφέας πρέπει να ήταν ο Ρόδου Ανδρέας. Οι Γραικοί, που γνώριζαν τον τρόπο έκφρασης τού πατριάρχη Ταράσιου (προέδρου τής 7ης Οικουμενικής Συνόδου Νικαίας), θα είχαν γελάσει δυνατά και οι κοροϊδίες τους θα είχαν τόσο ντροπιάσει τούς Λατίνους, που θα είχαν αποκλείσει τον Ανδρέα από τον αριθμό των ομιλητών. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη, επειδή τον βλέπουμε να μιλάει στις επόμενες συνεδριάσεις. Παραμένει όμως το γεγονός ότι αυτό το ατυχές περιστατικό ενίσχυσε μεταξύ των Γραικών την πεποίθηση, ότι τα ευνοϊκά για το Filioque γραπτά των Λατίνων Πατέρων ήσαν πλαστά, όπως και τα πρακτικά των Οικουμενικὠν Συνόδων που είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα τους. Στην καλύτερη περίπτωση, φαινόταν συνετό για τούς Γραικούς να τα αγνοούν». Ακολουθεί η θέση τού Μάρκου Εφέσου στο Petit, Documents, XIII, σελ. 438-439:
«Τις απόψεις των δυτικών πατέρων και διδασκάλων, οι οποίες παραχωρούν την ευθύνη για το Άγιο Πνεύμα στον Υιό, ούτε τις γνωρίζω (γιατί ποτέ δεν μεταφράστηκαν στη δική μας γλώσσα, ούτε εξετάστηκαν σε οικουμενικές συνόδους), ούτε τις δέχομαι, θεωρώντας ότι είναι παραποιημένες και πλαστές, για πολλούς άλλους λόγους, αλλά και επειδή χτες και πιο πριν παρουσιάστηκε από αυτούς βιβλίο τής έβδομης οικουμενικής συνόδου, που περιείχε την απόφαση μαζί με την προσθήκη στο σύμβολο. Γνωρίζουν οι τότε παρόντες πόση ντροπή έπεσε πάνω σε εκείνους, όταν διαβάστηκε αυτό το βιβλίο. Αλλά ούτε αντίθετα με τις οικουμενικές συνόδους και τα κοινά τους δόγματα, ούτε καθόλου ασύμφωνα με τούς ανατολικούς διδασκάλους έγραψαν οι Πατέρες εκείνοι, ούτε ανακόλουθα με εκείνους, όπως αποδεικνύεται από άλλα πολλά δικά τους ρητά. Γι’ αυτό αρνούμαι τις τέτοιες επικίνδυνες απόψεις για την εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος, και συμφωνώντας με τον Άγιο Δαμασκηνό, δεν λέω «ἑκ τού Υιού το Πνεύμα», ακόμη κι αν άλλος νομίζει ότι αυτό λέει [ο άγιος], ούτε θεωρώ τον Υιό αίτιο ούτε προβολέα τού Αγίου Πνεύματος, για να μην υπάρχει δεύτερος αίτιος στην Αγία Τριάδα και στο εξής να αναγνωρίζονται δύο αίτιοι και δύο αρχές. Γιατί εδώ δεν είναι ουσιώδες το αίτιο, ώστε να είναι κοινό και στα τρία πρόσωπα, και γι’ αυτό οι Λατίνοι σε καμία περίπτωση και με κανέναν τρόπο δεν θα αποφύγουν τις δύο αρχές, όσο θεωρούν τον Υιό αρχή τού Αγίου Πνεύματος. Γιατί η αρχή είναι κάτι προσωπικό και ξεχωρίζει τα πρόσωπα»
(Τὰς δὲ τῶν δυτικῶν πατέρων καὶ διδασκάλων φωνάς, αἵ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόασιν, οὔτε γνωρίζω (καὶ γὰρ οὐδὲ μετεβλήθησάν ποτέ πρὸς τὴν ἡμετέραν γλῶτταν, οὐδ΄ ὑπὸ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐδοκιμάσθησαν), οὔτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ὅτι διεφθαρμέναι εἰσὶ καὶ παρἐγγραπτοι διά τε πολλῶν ἄλλων καὶ διὰ τοῦ χθὲς καὶ πρώην προενεχθέντος παρ΄ αὐτῶν βιβλίου τῆς οἰκουμενικῆς ἑβδόμης συνόδου τὸν ὅρον ἔχοντος μετὰ τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης· ὅπερ ἀναγνωσθέν, ὁπόσην αὐτῶν αἰσχύνην κατέχεεν, ἴσασιν οἱ τότε παρόντες. Ἀλλ΄ οὐδ΄ ἄν ἐναντία ταῖς οἰκουμενικαῖς συνόδοις καὶ τοῖς κοινοῖς αὐτῶν δόγμασιν, οὐδ΄ ἄν ὅλως ἀσύμφωνα τοῖς ἀνατολικοῖς διδασκάλοις ἔγραψαν οἱ Πατέρες ἐκεῖνοι, οὐδὲ αὐτοῖς ἀνακόλουθα, καθάπερ δι΄ ἄλλων πολλῶν ἐκείνων ῥητῶν ἀποδείκνυται. Διὰ τοῦτο τὰς τοιαύτας ἐπικινδύνους φωνάς περὶ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως ἀθετῶ, καὶ συμφωνῶν τῷ ἁγίῳ Δαμασκηνῷ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα οὐ λέγω, κἄν ὁστισοῦν ἕτερος τοῦτο λέγειν δοκῇ, οὔτε λέγω τὸν Υἱὸν τοῦ Πνεύματος αἴτιον οὐδὲ προβολέα, ἵνα μὴ δεύτερος αἴτιος ἐν τῇ Τριάδι κἀντεῦθεν δύο αἴτιοι καὶ δύο ἀρχαὶ γνωρισθῶσιν· οὐδὲ γὰρ οὐσιῶδες ἐνταῦθα τὸ αἴτιον, ἵνα κοινὸν καὶ ἕν τοῖς τρισὶ προσώποις ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὰς δύο ἀρχὰς οὐδαμῇ οὐδαμῶς οἱ Λατῖνοι φεύξονται, μέχρις ἄν τὸν Υἱὸν λέγωσιν ἀρχὴν τοῦ Πνεύματος· ἡ δὲ ἀρχὴ προσωπικὸν ὑπάρχει καὶ διακρῖνον τὰ πρόσωπα).
- [←97]
-
Βλέπε Gill, Acta, σελ. 87:
ἔχομεν δὲ καὶ ἱστορικὸν ἄνδρα παλαιὸν καὶ σοφόν γεγραφότα περὶ πολλῶν ἄλλων, καὶ δὲ καὶ περὶ τούτου διειληφότα, ὅτι τὸ σύμβολον οὕτως ἐξετέθη καὶ ἀναγνώσθη παρὰ τῆς ἑβδόμης συνόδου· καὶ συνιστῶμεν τοῦτο καὶ ἀπὸ τῶν ἐκείνου φωνῶν.Κατά τον Laurent 1971: 332 σημ. 1, ο Τσεζαρίνι το έθεσε έτσι:
«Έχουμε προσθέσει…, και δεν νομίζω ότι αυτό είναι σφάλμα ή λάθος τού γραφέα, επειδή το Χρονικό τού Μαρτίνου, που έχει ήδη εκδοθεί, λέει ότι στην 7η Σύνοδο προστέθηκε αυτό το στοιχείο “Και εκ τού Υιού”»
(Adiecimus…, ne putet hoc factum culpa vel errore scriptoris, quoniam Chronica Martiniana quae iamdiu edita est narrat qualiter in concilio VII fuit addita illa particule “Filioque”).
Το εν λόγω Χρονικό τού Μαρτίνου ήταν το Χρονικό Ποντιφήκων και Αυτοκρατόρων (Chronicon pontificum et imperatorum) τού Μάρτιν φον Τρόππαου (Martinus Oppaviensis), που πέθανε ως αρχιεπίσκοπος τού Γκνιέζνο τής Πολωνίας το 1278. Το απόσπασμα που ανέφερε πιο πάνω ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι είναι το εξής:
«…στη δεύτερη σύνοδο Νικαίας 350 αγίων πατέρων, όπου επιβεβαιώθηκε, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό»
(…secunda synodus Nicaena 350 sanctorum patrum, in qua affirmatum est Spiritum Sanctum a Patre et Filio procedere).
Σύμφωνα με τον επιμελητή τής έκδοσης, το τμήμα σε πλάγια γράμματα, δηλαδή το εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό (a Patre et Filio procedere), θα αναπαρήγαγε την πηγή που χρησιμοποίησε ο χρονικογράφος μόνο σύμφωνα με την έννοια τού χωρίου που αναφέρεται εδώ, όπου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το Filioque. Όμως στην κριτική αναθεώρηση στην οποία αναφέρεται ο Τσεζαρίνι πρέπει να υπήρχε. Ο ίδιος συγγραφέας θα αναφερθεί, σε άλλη περίπτωση, από τον Χουάν ντε Τορκεμάδα.
- [←98]
-
Θωμάς Ακινάτης (Thomas Aquinas, 1224-1274): Δομινικανός θεολόγος. Στα ογκώδη έργα του περιλαμβάνεται η Summa Theologica, στην οποία αναπτύσσει συστηματικά τη θεολογία χρησιμοποιώντας τη φιλοσοφική σκέψη τού Αριστοτέλη. Το έργο αυτό έγινε το θεμέλιο τού δυτικού σχολαστικισμού, που επηρέασε Ορθόδοξους συγγραφείς όπως ο Δημήτριος Κυδώνης, ο Πρόχωρος Κυδώνης και ο Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Ο ίδιος ο Ακινάτης επηρεάστηκε από τον ανατολικό θεολόγο Ιωάννη Δαμασκηνό. Κατά τον Laurent 1971: 332 σημ. 1, ο Γεμιστός αναφερόταν κυρίως στο Contra errores Graecorum (Εναντίον των λαθών των Γραικών) τού Ακινάτη.
- [←99]
-
Συρόπουλος 6.32: Ὅσοι δὲ παρέτυχον τότε τῶν ἐκκρίτων Λατίνων καὶ τῶν ἐναρέτων μοναχῶν (πολλοὶ γάρ εἰσι παρ΄ ἐκείνοις τὴν ὄντως μοναχικὴν μετιόντες διαγωγήν), ὡς ἤκουσαν τοὺς ὅρους καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις παρὰ τοῦ Ἐφέσου λεγόμενα, ἔλεγον ὅτι· ἡμεῖς οὔτε οἴδαμεν οὔτ΄ ἠκούσαμέν ποτε τὰ τοιαῦτα, οὐδὲ οἱ διδάσκαλοι ἡμῶν ἐδίδαξαν ἡμᾶς περὶ τούτων. νῦν δὲ ὁρῶμεν ὅτι οἱ Γραικοὶ λέγουσιν ὀρθώτερον ἤ ἡμεῖς, καὶ πάντες τὸν Ἐφέσου ἐθαύμαζον. οἱ δ΄ ἡμέτεροι ἐστεροῦντο τῶν ἀναγκαίων, καὶ οἱ μὲν ἐπίπρασκον, οἱ δ΄ ἐνεχυρίαζον τὰ ἴδια μέχρι καὶ τῶν ἐνδυμάτων αὐτῶν· οὔπω γὰρ ἦν μνήμη τοῦ σιτηρεσίου παρὰ τοῖς ὑπεσχημένοις λαμπρὰς ποιεῖν ἡμῖν τὰς ἐξόδους. τῇ δὲ ἑβδόμῃ καὶ δεκάτῃ ὀκτωβρίου συνήχθησαν οἱ ἐκλελεγμένοι ἐν τῷ σκευοφυλακίῳ τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου, καὶ πρῶτον μὲν ἐζήτησεν ὁ Ἰουλιανὸς καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τῶν ἡμετέρων τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων τὰ κατὰ τὴν ἕκτην καὶ δεκάτην ἐν τῇ συνόδῳ προσκομισθέντα ἐγγράφως, εἶτα ἀντεβλήθησαν καὶ ἐξητάσθησαν καὶ τὰ ἀπὸ στόματος εἰρημένα ἀφ΄ ἑκατέρου μέρους· οὕτω γὰρ ἐτάχθη γίνεσθαι, ὁσάκις ἄν διάλεξις γένηται.
- [←100]
-
Σύμφωνα με τον Δούκα, 31, οι Ενετοί θα βίωναν παρόμοια συναισθήματα, ύστερα από βυζαντινή λειτουργία στον Άγιο Μάρκο:
«Φύλαξε εσύ Κύριε άτρωτη την Εκκλησία σου από τα βέλη τού πονηρού. Ένωσέ την εσύ σ΄ ένα. Βγάλε εσύ τις διαφωνίες από τη μέση. Γιατί εμείς, που δεν είχαμε δει ποτέ Γραικούς, ούτε γνωρίζαμε τη δική τους λειτουργία, από αυτά που ακούγαμε, τούς θεωρούσαμε βαρβάρους. Τώρα γνωρίζουμε κι έχουμε πιστέψει ότι αυτοί είναι οι πρωτότοκοι γιοι τής εκκλησίας και ότι πνεύμα Θεού είναι εκείνο που μιλά μέσα τους»
(«κύριε, σὺ φύλαξον τὴν ἐκκλησίαν σου ἄτρωτον ἀπὸ τῶν βελῶν τοῦ πονηροῦ, σὺ εἰς ἕν σύναψον, σὺ τὰ σκάνδαλα ἐκ μέσου διάρρηξον· ἡμεῖς γὰρ οἱ μήπω ἑωρακότες Γραικούς, οὔτε τὴν αὐτῶν τάξιν εἰδότες, ἠκούομεν ἐξ ἄκρας φωνῆς καὶ ὡς βαρβάρους ἐλογιζόμεθα. νῦν δὲ οἴδαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν ὅτι οὗτοί εἰσιν οἱ πρωτότοκοι τῆς ἐκκλησίας υἱοί, καὶ πνεῦμα θεοῦ ἐστι τὸ λαλοῦν ἐν αὐτοῖς»).
- [←101]
-
Ή μάλλον στις 18 Οκτωβρίου, όπως αποδεικνύεται από τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 88):
Τῇ ὀγδόῃ καί δεκατῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός ἐγένετο ἑτέρα συνάθροισις ἰδίᾳ ἐν τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου.
Όμως, σύμφωνα με τα Λατινικά Πρακτικά, οι νοτάριοι έπρεπε να συναντηθούν στις 17 τού μηνός, τη δέκατη πέμπτη ώρα. Συνεπώς οι εργασίες ελέγχου μπορούσαν να αρχίσουν εκείνη την ημέρα και να συνεχιστούν την επόμενη. Μάλιστα ήταν κατανοητό, ότι οι επίτροποι που είχαν διορίστεί από τις δύο πλευρές θα συναντιούνταν ύστερα από κάθε συνεδρίαση, για να εξετάζουν τα χειρόγραφα που είχαν αναφερθεί την προηγούμενη μέρα και να συγκρίνουν τα κείμενα που είχαν συνταχθεί από τούς Λατίνους και τούς Γραικούς νοτάριους. Αυτές οι συναντήσεις, που πραγματοποιούνταν στο σκευοφυλάκιο τής εκκλησίας τού Αγίου Φραγκίσκου, ήσαν ιδιωτικές (Laurent 1971: 332 σημ. 3).
- [←102]
-
Συρόπουλος 6.33: Ἀναγνωσθέντων τοίνυν τῶν ὅρων, ἐπεὶ ἔγνωσαν οἱ Λατῖνοι ὅτι πολλοὶ τῶν ἰδίων ἐσκανδαλίσθησαν ὡς εἴρηται, ἐσπούδασαν εὐθὺς γενέσθαι συνέλευσιν· καὶ γενομένης ἀπολογίας ἤ μᾶλλον εἰπεῖν μακρολογίας συνέρραψαν πρὸς τοὺς ὅρους καὶ τοὺς λόγους τοῦ Ἐφέσου, ἅς καὶ ἐμακρηγόρησεν ὁ Ῥόδου, ἵνα τὰς τῶν πολλῶν καταντλήσῃ ἀκοάς. τετάρτη δὲ ἦν ἡ τοιαύτη συνέλευσις, ὅτε μετὰ τῶν ἄλλων καὶ συνόδους προεκόμιζε, μίαν μὲν ἐν Τολέτῳ συστᾶσαν, ἑτέραν δὲ οὐκ οἶδα ὅπου, ἀναθέματι καθυποβαλούσας τοὺς μὴ στέργοντας τὴν ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκην, καὶ ἕτερα πολλὰ εἶπεν ὑπὲρ συστάσεως μὲν τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας, μέμψεως δὲ τῆς ἡμετέρας.
- [←103]
-
Όπως συμφωνούν τα Ελληνικά και τα Λατινικά Πρακτικά, η τέταρτη συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 20 Οκτωβρίου. Κατ΄ αυτήν ο Ρόδου Ανδρέας άρχισε την απάντηση-ποταμό στον Mάρκο Εφέσου. Σημειώστε επίσης ότι η αντίκρουση τού Ανδρέα έγινε σε δύο συνεδριάσεις (duas collationes, όπως δηλώνει ο Αντρέ ντε Σάντα Κρότσε), όχι σε τρεις. Συνεπώς ο Συρόπουλος χωρίζει τη συνεδρίαση τής 20ής τού μηνός και δημιουργεί λανθασμένα μια τέταρτη και μια πέμπτη συνεδρίαση, παραμορφώνοντας έτσι την αρίθμηση των δημοσίων συνεδριάσεων. Ας σημειωθεί επίσης ότι ο καρδινάλιος Αλμπεργκάτι, που είχε σταλεί ως λεγάτος στη Γερμανία, δεν συμμετείχε στις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν από τον Οκτώβριο τού 1438 μέχρι τον Φεβρουάριο τού 1439 (Laurent 1971: 333 σημ. 4).
- [←104]
-
Στο κείμενο, ἐν Τολέτῳ. Στον Creyghton 1660, ἐν τῷ λετῷ. Η τρίτη σύνοδος τού Τολέδο (589) σηματοδότησε την είσοδο τής Βισηγοτθικής Ισπανίας στην Καθολική Εκκλησία και την προσθήκη τού “καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ” (filioque) στο σύμβολο τής πίστεως τής Δυτικής Χριστιανοσύνης. Η σύνοδος θέσπισε επίσης περιορισμούς για τούς Εβραίους, ενώ ο προσηλυτισμός τής χώρας στον χριστιανισμό οδήγησε σε επανειλημμένες διώξεις των Εβραίων. Κατά τον Laurent 1971: 334 σημ. 1, ούτε τα Ελληνικά ούτε τα Λατινικά Πρακτικά την αναφέρουν και δεν μπορεί να ειπωθεί για ποια από τις πολλές Συνόδους τού Τολέδο πρόκειται εδώ. Πιθανότατα ήταν εκείνη τού 589, η τρίτη, η οποία αναθεμάτιζε για πρώτη φορά εκείνους που αρνούνταν να πιστέψουν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό. Όμως δεν υπάρχει καμία απολύτως απόδειξη ότι αυτή η σύνοδος εφάρμοσε ή διέταξε την προσθήκη. Σε κάθε περίπτωση, ο Συρόπουλος πρέπει να κάνει λάθος δηλώνοντας ότι η εν λόγω σύνοδος αναθεμάτισε εκείνους που αρνούνταν την προσθήκη στο Σύμβολο τής Πίστεως.
- [←105]
-
Κατά τον Laurent 1971: 334 σημ. 2, δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία για την Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο τού 869. Στη σύνοδο εκείνην αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής τής τέταρτης συνεδρίασης. Ο Laurent ό.π., παραπέμπει στα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 90, 91), όπου όμως διαβάζουμε τον Μάρκο Εφέσου να λέει τα αντίθετα:
«Εφέσου: Εκείνο που απαντήσαμε, αυτό λέμε και τώρα: ότι τίποτε δεν θα μάς εμποδίσει να παρουσιάσουμε κάποιο βιβλίο, όταν υπάρχει ανάγκη. Το να παρουσιάσουμε όμως κάποιο που λείπει από εμάς, είναι δύσκολο. Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι εύκολο να το παρουσιάσουμε. Αν το είχαμε, δεν θα υπήρχε ανάγκη να συναριθμήσουμε στις οικουμενικές άλλη σύνοδο, η οποία όχι μόνο δεν έγινε καθόλου αποδεκτή, αλλά ακυρώθηκε κιόλας. Γιατί αυτή η σύνοδος στην οποία αναφέρεσαι περιλαμβάνει αποφάσεις εναντίον τού Φώτιου την εποχή τού πάπα Νικόλαου και τού πάπα Αδριανού. Ύστερα από αυτά έγινε άλλη σύνοδος, η οποία αποκατέστησε τον Φώτιο. Αυτή η σύνοδος έγινε την εποχή τού πάπα Ιωάννη και αποκατέστησε τον Φώτιο και ακύρωσε την προηγούμενη σύνοδο. Τού οποίου πάπα Ιωάννη υπάρχουν επιστολές υπέρ τού Φώτιου. Η σύνοδος αυτή ονομάστηκε και ογδόη σύνοδος. Συζήτησε αυτή η σύνοδος και για την προσθήκη στο σύμβολο και αποφάσισε να βγει [η προσθήκη] εντελώς. Και νομίζουμε ότι ούτε εσείς αγνοείτε ούτε τη σύνοδο ούτε τις επιστολές τού πάπα Ιωάννη. Και επειδή ακυρώθηκαν τα [πρακτικά] τής συνόδου εκείνης, δεν είναι δίκαιο να ζητάμε αυτήν, αλλά [είναι] πολύ καλύτερο [να ζητάμε] την μετά από αυτήν. Από τότε λοιπόν μέχρι τώρα έτσι διαβάζεται [το σύμβολο] στη μεγάλη εκκλησία τής Κωνσταντινούπολης. Όλα [όσα γράφηκαν] εναντίον των αγίων πατριαρχών Φώτιου και Ιγνάτιου είναι αναθεματισμένα. Γι’ αυτό εκείνα που ακυρώθηκαν δεν πρέπει να παρουσιάζονται εδώ»
(Ο Εφεσου. Ὅ ἀπεκρινάμεθα, τοῦτο καὶ νῦν λέγομεν· ὅτι οὐδὲν θέλει ἐμποδισθῆναι, νὰ δείξωμεν βιβλίον, ὅταν ἔνι χρεία. τὸ δὲ νὰ δώσωμεν νὰ λείπῃ ἀφ΄ ἡμῶν ἔνι δύσκολον· περὶ δὲ τοῦ βιβλίου τούτου, οὐδέν έστιν εὔκολον νὰ τὸ δώσωμεν. εἰ δὲ καὶ είχομέν το, οὐδὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἵνα συναριθμήσωμεν ταῖς οἰκουμενικαῖς ἄλλην σύνοδον, ἥτις οὐδὲ ἐστέρχθη ὅλως, ἀλλὰ μᾶλλον ἠκυρώθη. αὕτη γὰρ ἡ σύνοδος ἥν λέγεις ἔχει πράξεις κατὰ τοῦ Φωτίου ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάπα Νικολάου καὶ τοῦ πάπα Ἀδριανοῦ. μετὰ ταῦτα ἐγένετο ἄλλη σύνοδος ἥτις ἀνώρθωσε τὸν Φώτιον. αὐτὴ ἡ σύνοδος ἐγένετο ἐπὶ τοῦ πάπα Ἰωάννου καὶ ἀνώρθωσε τὸν Φώτιον καὶ ἠκύρωσε τὴν πρώτην σύνοδον· οὗ τινος πάπα Ἰωάννου εὑρίσκονται ἐπιστολαὶ ὑπὲρ τοῦ Φωτίου, ἥτις ὠνομάσθη καὶ ὀγδόη σύνοδος. ἐζήτησε δὲ ἡ σύνοδος αὕτη καὶ περὶ τῆς προσθήκης τοῦ συμβόλου, καὶ ἔκρινεν ἵνα ἐξαιρεθῇ παντελῶς. καὶ νομίζομεν ὅτι οὐδὲ ὑμεῖς ἀγνοεῖτε οὔτε τὴν σύνοδον οὔτε τὰς ἐπιστολὰς τοῦ πάπα Ἰωάννου. καὶ ἐπειδὴ ἠκυρώθησαν τὰ τῆς συνόδου ἐκείνης, οὐδέν ἐστι δίκαιον ἵνα ζητῶμεν αὐτήν, ἀλλὰ τὴν μετ΄ αὐτὴν μάλιστα. ἀπὸ τότε γοῦν μέχρι τοῦ νῦν ἀναγινώσκεται ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὕτως· Ἅπαντα τὰ κατὰ τῶν ἁγίων πατριαρχῶν Φωτίου καὶ Ἰγνατίου, ἀνάθεμα. διὰ τοῦτο ἅπερ ἀνετράπησαν οὐδὲν πρέπει ἵνα ἔλθωσιν εἰς τὸ μέσον).
Ο Laurent ό.π., συνεχίζει: «Ο Συρόπουλος δεν μπορούσε να επηρεάσει τη συνεδρίαση αφού δεν θυμόταν τη σύνοδο. Πρέπει να ήταν λατινική σύνοδος. Οι δυτικοί θεολογούντες τού Μεσαίωνα δεν συμφωνούν για τη σύνοδο που έκανε την προσθήκη τού Filioque στο Σύμβολο τής Πίστεως. Το Contra Graecos, ανώνυμο έργο που ολοκληρώθηκε το 1252 και γνώρισε αναβίωση τής τύχης του κατά τη διάρκεια τής Συνόδου τής Φλωρεντίας, είναι τόσο διακριτικό σε αυτό το σημείο, όσο και ο Συρόπουλος. Για τον συγγραφέα του θα ήταν επίσης δυτική σύνοδος, χωρίς περισσότερα, η οποία, με την εξουσιοδότηση τού πάπα, θα είχε κάνει την προσθήκη που ενοχοποιείται από τούς Γραικούς. Είναι πιθανό ο ομιλητής τής τέταρτης συνεδρίασης να μην ήταν πιο συγκεκριμένος. Όμως, αν πιστέψουμε την εκδοχή Β τού χειρογράφου, θα είχε αναφέρει δεδομένα που περιέχονται σε άλλη ιστορία, την οποία μπορούσε να γνωρίζει καλά. Ο συγγραφέας, Δομινικανός τής Ανατολής, δηλώνει μάλιστα, ότι έχει βρει σε συλλογή κανόνων στη Φιλαδέλφεια τής Λυδίας, την επιβεβαίωση ότι η προσθήκη είχε γίνει από λατερανή σύνοδο, την εποχή τού πάπα Αδριανού, τού πατριάρχη Ευθύμιου Α΄ (907-912) και τού αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ (920-944). Αυτός ο μη φυσιολογικός συγχρονισμός θα υποδείκνυε τη Σύνοδο Ρώμης τού 964, πράγμα που δεν μπορεί να ισχύει. Σημειώστε επίσης ότι μια άλλη βυζαντινή παράδοση, την οποία αναπαρήγαγε ο Βυζαντινός λόγιος Αλέξιος Αριστηνός, απέδιδε στον πάπα Δαμάσιο Α΄ και σε Ρωμαϊκή Σύνοδο (τού Λατερανού το 380;) την πρωτοβουλία για την προσθήκη».
- [←106]
-
Συρόπουλος 6.34: Τῇ δὲ εἰκοστῇ τοῦ ὀκτωβρίου, ἡμέρᾳ δευτέρᾳ, ἐγένετο συνέλευσις πέμπτη. καὶ εἶπεν ὁ Ῥοδου Ἀνδρέας πάλιν ἀπολογίας πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Ἐφέσου εἰρημένα, ἅς οὐδὲ ἔφθασε τελειῶσαι, διαλυθέντος τοῦ συλλόγου· ἐτάχθη δὲ ἵνα ἐν ἑτέρᾳ συνελεύσει ἀναπληρῶσαι αὐτάς. ἀλλ΄ ἐπειδὴ οἱ ἡμέτεροι ἐπιέζοντο ὑπὸ τῆς ἐνδείας (τὸ γὰρ σιτηρέσιον ἐκρατήθη ἐπέκεινα τῶν τεσσάρων μηνῶν παρωχηκότων, καθ΄ οὕς οὐ δεδώκασι τὸ τυχόν), καὶ στερουμένων πάντων καὶ δυσχεραινόντων τῷ πολλάκις μὲν ζητῆσαι, ἀποπεμφθῆναι δέ, μόλις μετὰ τὴν πέμπτην διάλεξιν, ὅτε ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τῶν λόγων γεγόναμεν, δεδώκασιν ἡμῖν ὑπὲρ δύο μηνῶν παρελθόντων ἤγουν τοῦ τετάρτου καὶ τοῦ πέμπτου μηνιαίου σιτηρεσίου κατὰ τὴν πρώτην καὶ εἰκοστήν τοῦ ὀκτωβρίου φλωρία χίλια διακόσια δέκα ὀκτώ.
- [←107]
-
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω (σημ. 69), αυτή η συνεδρίαση δεν είναι η πέμπτη, αλλά η τέταρτη. Στην πραγματικότητα ο Ρόδου Ανδρέας υποχρεώθηκε να αναβάλει για την επόμενη συνεδρίαση τη συνέχιση τής ομιλίας του. Τα Λατινικά Πρακτικά δηλώνουν ότι δεν αναφέρουν τα κείμενα των δύο αυτών συνεδριάσεων, «επειδή επισήμως δεν είχαν συλλεγεί» (quia formaliter collecte non fuere) (Laurent 1971: 335 σημ. 3).
- [←108]
-
Συρόπουλος 6.35: Τῇ δὲ πέμπτῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ ὀκτωβρίου, ἡμέρᾳ σαββάτῳ, ἐγένετο συνέλευσις ἕκτη, καὶ συνῆψεν ὁ Ῥόδου τὴν ἀπολογίαν, ἥν ἐν τῇ προλαβούσῃ ὁμιλίᾳ οὐκ ἔφθασε τελειῶσαι, καὶ εἰς πολὺ πλάτος λόγων ἐνέπεσεν καὶ ῥητὰ ἁγίων προεκόμιζεν εἰς σύστασιν τῶν ἑαυτοῦ λόγων, ὅτε μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τὸ μέρος τῆς πρὸς Μαρῖνον ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Μαξίμου εἰς μέσον παρήγαγεν, ἐξαιτιώμενος διὰ τούτου τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ὅτι καὶ κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους ἦν ἡ προσθήκη ἐν τῷ συμβόλῳ, ὡς ὁ Μάξιμος μαρτυρεῖ· ὅμως ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἡνωμένη ἦν μηδὲν ἐγκαλοῦσα τὴν δυτικήν, καὶ ἔσπευδεν ἀποδεῖξαι ὅτι οὐ διὰ τὴν προσθήκην τὸ σχῖσμα γέγονεν, ἀλλὰ δι΄ ἄλλας αἰτίας. συνηγόρει δὲ τούτῳ μεταξὺ καὶ ὁ Ἰουλιανός, καὶ μόλις ἐν τῇ δευτέρᾳ συνελεύσει ἐκείνῃ τὴν ὁμιλίαν ἑτελείωσεν ὁ Ἀνδρέας. ἡμεῖς δὲ ὡς μέγα κέρδος ἐδεξάμεθα τὸ προενεγκεῖν ἐκείνους τὴν τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἐπιστολήν· ἐδυσχεραίνομεν γὰρ προενεγκεῖν αὐτήν, χρείας καλούσης, ἐπεὶ οὐχ ὁλόκληρος εὑρίσκεται ἡ ἐπιστολή· ἐπεὶ δὲ παρ΄ ἐκείνων προεκομίσθη, ἐλέγομεν, ὅτι δεχθήσεται καὶ παρ΄ αὐτῶν, ὅτε παρ΄ ἡμῶν προκομισθῇ. ὡσαύτως ἥσθημεν καὶ ὅτε τὸ βιβλίον τῆς ἑβδόμης συνόδου μετὰ τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης προεκομίσθη· ἐλέγομεν γὰρ καὶ ἐν τούτῳ, ὡς ἤδη ἔχομεν ἐλέγχειν αὐτοὺς ἐκ τούτου ὅτι ἐνοθεύθησαν καὶ τὰ ῥητὰ τῶν δυτικῶν ἁγίων.
- [←109]
-
Πέμπτη συνεδρίαση σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 107-137. Τα Λατινικά Πρακτικά δεν αναφέρουν αυτή τη συνεδρίαση (Laurent 1971: 335 σημ. 4).
- [←110]
-
Τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, Ἴσον ἐπιστολῆς πρὸς τὸν κύριον Μαρῖνον, τὸν ἐπίσκοπον τῆς Κύπρου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἅπαντα, Patrologia Graeca, τόμος 91, 134-136. Βλέπε πιο κάτω, κεφ η΄ σημ. 9.
- [←111]
-
Σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (βλέπε Gill, Acta, σελ. 132), ο Σεκουνδινός είχε αμφισβητήσει κατά τη διάρκεια τής συνεδρίασης την ερμηνεία που είχε δώσει ο Ρόδου Ανδρέας για τα λόγια τού Αγίου Μαξίμου. Επίσης είχε επισημάνει, ότι μια άλλη παραπομπή που είχε αποδοθεί, προφανώς από τον ομιλητή, στον Άγιο Μάξιμο, δεν ήταν από αυτόν τον διδάσκαλο αλλά από έναν συγγραφέα μετά το σχίσμα (από τον Φώτιο) (Laurent 1971: 335 σημ. 6):
«Την οποία, επειδή διαβάστηκε στα ελληνικά, ο Ρόδου μετέφρασε στον πάπα στα λατινικά. Τότε ο διερμηνέας Νικόλαος Σεκουνδινός σηκώθηκε, κατ’ απαίτηση των μητροπολιτών, όπως έλεγε, και είπε στον Ρόδου. Νικόλ.: Πάτερ, δεν μετέφρασες σωστά το ρητό, όταν αναφέρεις ότι οι Ρωμαίοι μίαν αρχήν τού Αγίου Πνεύματος γνωρίζουν. Γιατί δεν λέει αυτό ο Άγιος Μάξιμος, αλλά ότι δεν θεωρούν τον Υιό ως αιτία τού Αγίου Πνεύματος. Ύστερα συνεχίζει: Γιατί μίαν ουσία γνωρίζουν τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος: τον Πατέρα. Ρόδου: Αυτά είναι αρκετά για το εδώ ζήτημα. Σε άλλη [συνεδρίαση] θα εξετάσουμε και θα αποδείξουμε ότι ο άγιος οδηγεί στο ίδιο νόημα. Γιατί προς το παρόν μάς αρκεί ότι ο μακάριος Μάξιμος λέγει ότι αδίκως κατηγορούνται οι δυτικοί. Στη συνέχεια διαβάστηκε κι ένα άλλο ρητό, όπως θέλησε ο Ρόδου, ενώ πάλι σηκώθηκε ο Νικόλαος και είπε: Νικόλ.: Να ξέρετε, σεβασμιότατοι πατέρες, ότι εκείνο που διαβάστηκε μετά την επιστολή δεν είναι τού Μάξιμου, αν και έχει αποσιωπηθεί το όνομα εκείνου που το έκανε, αλλά είναι κάποιου άλλου, που έγραψε τέτοια πράγματα μετά το σχίσμα»
(Ἧς ἀναγνωσθείσης ἑλληνιστί, ὁ Ῥόδου λατινικῶς πρὸς τὸν πάπαν ἡρμήνευσεν. ἐφ΄ οἷς Νικόλαος ἑρμηνεὺς ὁ Σεκουνδινὸς ἀνέστη βουλήσει τῶν μητροπολιτῶν, ὡς ἔλεγε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ῥόδου. ΝΙΚΟΛ. Οὐ καλῶς ἡρμήνευσας, πάτερ, τὸ ῥητόν, ἐν οἷς λέγεις τὸν ἅγιον λέγοντα, μίαν εἰδέναι τοὺς Ῥωμαίους ἀρχὴν τοῦ Πνεύματος· οὐχ οὕτω γάρ φησιν ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἀλλ΄ ὅτι τὸν Υἱὸν οὐ ποιοῦσιν αἰτίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος· εἶτα ἐπάγει· Μίαν γὰρ ἴσασιν αἰτίαν Υἱοῦ καὶ Πνεύματος τὸν Πατέρα.
Ο ῬΟΔΟΥ. Ἀρκεῖ τὰ περὶ τούτου, ἐν ἄλλοις σκεψόμεθα καὶ ἀποδείξομεν εἰς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν τὸν ἅγιον φέροντα. ἀρκεῖ γὰρ ἡμῖν κατὰ τὸ παρὸν τὸν μακάριον Μάξιμον λέγειν ἀδίκως τοὺς δυτικοὺς ἐγκαλεῖσθαι. Μετὰ ταῦτα ἀνεγνώσθη και ἄλλο τι ῥητόν, ὡς ὁ Ῥόδου ἠθέλησε, καὶ πάλιν ἀνέστη ὁ Νικόλαος, καί φησι. ΝΙΚΟΛ. Γινώσκετε, πατέρες αἰδεσιμώτατοι, ὅτι τὸ μετὰ τὴν ἐπιστολὴν ἑφεξῆς ἀναγνωσθὲν οὐκ ἔστι τοῦ Μαξίμου, εἰ καὶ τοῦ πεποιηκότος τὸ ὄνομα σεσιώπηται, ἀλλ΄ ἔστιν ἑτέρου τινὸς μετὰ τὸ σχίσμα τοιαῦτα συγγράψαντος).
- [←112]
-
Συρόπουλος 6.36: Ἀλλ΄ ὅτε πάλιν ἐν τῷ σκευοφυλακίῳ τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου συνήχθησαν, ἐδοκίμασαν ἐκείνους οἱ ἡμέτεροι περὶ τῆς ἐπιστολῆς καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς· εἰ στέργεται παρ΄ ὑμῶν αὕτη ἡ ἐπιστολή, εὐκόλως προβήσεται καὶ ἡ ἕνωσις. ἀπηγόρευσαν οὖν ταύτην οἱ Λατῖνοι, εἰπόντες ὅτι· ἡμεῖς ἐσκώψαμεν καὶ τὸν Ῥοδου ἕνεκεν αὐτῆς, ὅτι παρὰ γνώμην ἡμῶν προκεκόμικε ταύτην· οὐ γὰρ στέργομεν αὐτήν, ἐπεὶ οὐδὲ ὁλόκληρος εὑρίσκεται. περὶ δὲ τοῦ βιβλίου τῶν πρακτικῶν τοῦ ἔχοντος τὸ σύμβολον μετὰ τῆς προσθήκης οὐκέτι ἐμνήσθησαν, καίτοι ἐν τοῖς ἄλλοις περὶ τῶν αὐτῶν πολλάκις τὰ αὐτὰ λέγοντές τε καὶ ἐπαναλαμβάνοντες.
- [←113]
-
Μια πρώτη ιδιωτική συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 24 Οκτωβρίου, για να συγκεντρωθούν και να εξεταστούν τα κείμενα που είχαν δοθεί στην προηγούμενη συνεδρίαση (Laurent 1971: 336 σημ. 1).
- [←114]
-
Ο Laurent 1971: 336 σημ. 2, σημειώνει ότι παρ΄ όλα αυτά η επιστολή παρουσιάστηκε στη συνέχεια στους Λατίνους, ως ακρογωνιαίος λίθος τής ορθοδοξίας των Γραικών σε θέματα τριαδικού δόγματος.
- [←115]
-
Συρόπουλος 6.37: Ἐν ὅσῳ δὲ ἐγίνοντο αἱ διάλέξεις, συνήρχοντο ἐκ διαλειμμάτων οἱ ἡμέτεροι εἰς τὸν πατριάρχην καὶ ἐγύμναζόν τινα ζητήματα, ἐπεὶ ὁ βασιλεὺς ἀπεδήμει ἐκτὸς εἰς τὸ μοναστήριον καὶ ἔργον εἶχε τὰ κυνηγέσια. ἀρξαμένου δὲ κἀμοῦ ἐν τοιούτῳ τινὶ καιρῷ εἰπεῖν τι πρὸς τὸ ζητούμενον, εἶπέ μοι εὐθὺς ὁ Νικαίας· εἰ μὲν τῶν ἐκλελεγμένων ὑπάρχεις, εἰπέ· εἰ δ΄ οὐχ ὑπάρχεις, μὴ λέγε τι. ἔφην δ΄ ἐγώ, ὡς· ἐπεὶ οὔτε ἐνταῦθα οὔτε ἐν ταῖς συνόδοις ἔχομεν ἄδειαν εἰπεῖν τι, περισσόν ἐστιν εἶναι ἡμᾶς ᾧδε. δότωσαν ἡμῖν ἄδειαν ἀπελθεῖν οἴκαδε· εἰ δὲ καρτεροῦμεν σιωπῶντες, ὡς καὶ αὐτὸς θέλεις, σὺ μὲν ἴσως κατασκευάσεις καὶ ἐρεῖς ὡς βούλει τὴν σὴν ἀπόφασιν, ἡμεῖς δὲ ἀσύμφωνοι εὑρεθησόμεθα· καὶ ἄλλοτε γὰρ ἐν τῇ συνόδῳ εἰπόντος μού τι πρὸς ἀνάμνησιν τῷ Ἐφέσου, ἔφη ὁ Νικαίας· οὐ θέλομεν λέγειν ἐνταῦθά τινα πλὴν τῶν ἐκλελεγμένων.
- [←116]
-
Έκτη κατά τα Ελληνικά και τα Λατινικά Πρακτικά. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 138-156 (Laurent 1971: 336 σημ. 3).
- [←117]
-
Συρόπουλος 6.38: Τῇ δὲ πρώτῃ τοῦ νοεμβρίου ἡμέρᾳ σαββάτῳ γέγονε συνέλευσις ἑβδόμη καὶ διεξῆλθε τὴν διάλεξιν ὁ Νικαίας, ἀνασκευάσας τὰ εἰρημένα παρὰ τοῦ Ἀνδρέου γενναίως καὶ λογικῶς· ταῦτα δὲ πάντα ἦσαν μεμελητημένα καὶ ἐσχεδιασμένα παρὰ τοῦ διδασκάλου τοῦ Σχολαρίου, δόντος αὐτοῦ ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ αὐτοῦ αὖ τῷ Νικαίας, ὅς καὶ ἀπεστομάτισεν αὐτά· καὶ εἰς πολὺ μῆκος ἐκτεταμένων τῶν λόγων, διέκοψε τὴν ὁμιλίαν ταμιευσάμενος τὰ ἐναπολειφθέντα ἐν ἑτέρᾳ συνελεύσει.
- [←118]
-
Ο Σχολάριος, Œuvres, II, 258-15 επιβεβαιώνει εδώ τον Συρόπουλο, προσθέτοντας με κάποια κακία ότι ο αυτοκράτορας ανέθεσε στον Βησσαρίωνα να αποστηθίσει και να εκφωνήσει τη δική του ομιλία:
«Εγώ ήμουν ο πατέρας τής ομιλίας τού Νικαίας. Γιατί εγώ ήμουν εκείνος που έδωσε στον αυτοκράτορα τις απαντήσεις προς τον [επίσκοπο] Ρόδου. Κι εκείνος πρόσταξε τον Νικαίας να τις πει. Και τις είπε, αν και δεν τις είχε απομνημονεύσει πολύ καλά»
(τῶν τοῦ Νικαίας λόγων ὁ πατήρ ἦν ἐγὼ· ἐτύγχανον γὰρ ἐγὼ τῷ βασιλεῖ τὰς πρὸς τὸν Ῥόδου δεδωκὼς ἀποκρίσεις· ὁ δὲ ταύτας τὸν Νικαίας λέγειν ἐκέλευσε· καὶ εἶπεν, οὐδὲ πάνυ καλῶς ἀπομνημονεύσας).
Αντιθέτως ο Βησσαρίων υπερηφανευόταν στον Αλέξιο Φιλανθρωπινό (Patrologia Graeca 156, 341C), ότι ο ίδιος είχε παράσχει τα κυριότερα επιχειρήματα:
«Προχωρώντας λοιπόν σε αυτό το ζήτημα, ενώ ακόμη βρισκόμασταν στις αρχές και τα προοίμια, θεωρούσαμε ότι εμείς επικρατούσαμε, και πραγματικά επικρατούσαμε. Γιατί τίποτε άξιο λόγου και σχετικό με αυτό το ζήτημα δεν απάντησαν σε εμάς οι Λατίνοι, με εκείνους να μιλούν εκτός τού προκειμένου ζητήματος και εμάς να αντιστεκόμαστε σε εκείνα [που έλεγαν] με μεγάλη ευκολία. Τότε νομίζω ότι τα ισχυρότερα επιχειρήματα που είπαν οι Γραικοί εγώ ήμουν εκείνος που τα βρήκε και τα είπε. Μέχρι που πήρε τον λόγο ο σε όλα άριστος και θαυμαστός άνδρας, δόξα τού έθνους των Λατίνων και στολίδι τής φύσης, ο Ιουλιανός, ο πανάξιος καρδινάλιος τής αγίας Εκκλησίας των Ρωμαίων»
(Προχωροῦντες οὖν εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα, ἔτι μὲν περὶ τὰς ἀρχὰς ὄντες καὶ τὰ προοίμια, ἡμεῖς ἐδοκοῦμεν ἐπικρατεῖν, καὶ ὄντως ἐπεκρατοῦμεν· οὔπω γὰρ ἡμῖν ἄξιόν τι λόγου καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα παρὰ τῶν Λατίνων ἀπήντηκεν, ἔξω τοῦ προκειμένου ἐκείνων τε λεγόντων, ἡμῶν τε πρὸς ταῦτα ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος ἀνθισταμένων· ὅτε καὶ θαῥῥῶ λέγειν, τούς ἰσχυροτέρους τῶν παρὰ Γραικῶν εἰρημένων λόγων αὐτὸς ἦν ὁ καὶ εὑρὼν καὶ εἰπών. Ἕως τὸν λόγον διεδέξατο ὁ πάντ΄ ἄριστος ἀνὴρ καὶ θαυμάσιος, καὶ τοῦ Λατίνων γένους ἄγαλμα, καὶ κόσμος τῆς φύσεως, Ἰουλιανὸς ὁ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Ῥωμαίων καρδινάλις ἀξιώτατος).Κατά τον Laurent 1971: 337 σημ. 4, είναι επομένως πιο πιθανό να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμη περίπτωση συνεργασίας.
- [←119]
-
Έβδομη κατά τα Ελληνικά και τα Λατινικά Πρακτικά. Βλέπε Gill, Acta, σ. 156-160 (Laurent 1971: 337 σημ. 5).
- [←120]
-
Συρόπουλος 6.39: Ὄθεν καὶ συνήλθομεν κατὰ τὴν τετάρτην τοῦ νοεμβρίου ἡμέρᾳ τρίτῃ, καὶ ἀνεπλήρωσεν ὁ Νικαίας ὅσα οὐκ ἔφθασεν εἰπεῖν ἐν τῇ πρὸ ταύτης συνελεύσει καὶ ἀνέστρεψεν ὅσα εἶπεν ὁ Ἀνδρέας, καὶ εἰς πεῦσιν τὸν λόγον προήγαγεν. ἠρώτησε γάρ, εἰ τὰ κωλύματα καὶ οἱ διορισμοὶ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων πρὸς τὸ τῆς πίστεως σύμβολον ἀφορῶσιν ἤ πρὸς ἄλλο τι ἐξωτερικόν; καὶ ἐζήτησε πρὸς τοῦτο ἀπόκρισιν. ἀναστάντες δ΄ οἱ ἐκλελεγμένοι τῶν Λατίνων καὶ πλησιάσαντες τῷ πάπᾳ καὶ συνδιασκεψάμενοι ἐφ΄ ἱκανὸν μετὰ τῶν καρδηναλίων καί τινων ἐπισκόπων, ἐκάθισαν· καὶ δέον ἀπολογηθῆναι πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Νικαίας ἤ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς αὐτοῦ λόγους· οἱ δὲ οὐδὲν ἀπεκρίναντο περὶ τούτου· μόλις δέ ποτε ὁ Ἀνδρέας ἀρξάμενος πρόσφορον μέν τι οὐδὲν εἶπε, περιττολογίαις δὲ κεναῖς συγχέας τὸ ἀκροατήριον καὶ τὴν τεταγμένην ὥραν ἐπὶ ματαίῳ παρακρουσάμενος διέλυσε τὸν σύλλογον.
- [←121]
-
Όγδοη σύμφωνα με τα ίδια. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 161-176 (Laurent 1971: 338 σημ. 2).
- [←122]
-
Συρόπουλος 6.40: Τῇ δὲ ὀγδόῃ τοῦ νοεμβρίου, ἡμέρᾳ σαββάτῳ, γέγονε συνέλευσις ἐνάτη, καὶ εἶπεν ὁ ἐπίσκοπος Φρουλιένσης ἀντίρρησιν τῶν παρὰ τοῦ Νικαίας εἰρημένων, ἐγγράφως ταύτην κατέχων κἀκ τοῦ σχεδίου ὁρῶν καὶ λέγων ἡμῖν διὰ τοῦ ἑρμηνέως· ὅς καὶ πρὸς σύστασιν τῶν ἑαυτοῦ λόγων τὸν Αὐγουστῖνον προεβάλλετο καὶ τὸν Μποναβεντοῦραν.
- [←123]
-
Ο επίσκοπος Φορλί Λοντοβίκο ντα Πιράνο. Ο Laurent 1971: 338 σημ. 2, επισημαίνει ότι ενώ τα Λατινικά Πρακτικά παρέχουν την ομιλία του αυτολεξεί και τα Ελληνικά Πρακτικά καταγράφουν το μεγαλύτερο μέρος της (βλέπε Gill, Acta, σελ. 161-176), ο Συρόπουλος δεν αναπαράγει τίποτε.
- [←124]
-
Αυγουστίνος: Ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430) υπήρξε θεολόγος τού οποίου τα γραπτά είχαν πολύ μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη τού δυτικού χριστιανισμού και τής δυτικής φιλοσοφίας. Ήταν επίσκοπος τού Hippo Regius (στην Αλγερία), στη ρωμαϊκή επαρχία τής Αφρικής. Γράφοντας την εποχή των Πατέρων τής Εκκλησίας, θεωρείται στη Δύση και ο ίδιος ως ένας από τούς σημαντικότερους Πατέρες. Όταν η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άρχισε ν΄ αποσυντίθεται, ο Αυγουστίνος ανέπτυξε την έννοια τής Καθολικής Εκκλησίας ως πνευματικής Πόλης τού Θεού. Οι σκέψεις του επηρέασαν βαθιά τη μεσαιωνική κοσμοθεωρία. Η Πόλη τού Θεού τού Αυγουστίνου ταυτιζόταν με το τμήμα τής Εκκλησίας που παρέμενε προσκολλημένο στην έννοια τής Αγίας Τριάδας, όπως αυτή οριζόταν από τη σύνοδο τής Νίκαιας και τη σύνοδο τής Κωνσταντινούπολης. Στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία πολλές από τις διδασκαλίες του δεν γίνονται δεκτές. Εξακολουθεί όμως να θεωρείται άγιος.
- [←125]
-
Μποναβεντούρα: Ο Άγιος Μποναβεντούρα (1221-1274) των Καθολικών, που γεννήθηκε ως Τζιοβάννι ντι Φιντάντσα, ήταν Ιταλός σχολαστικός θεολόγος και φιλόσοφος τού μεσαίωνα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εκλογή τού πάπα Γρηγορίου Ι΄, ο οποίος τον επιβράβευσε με τον τίτλο τού καρδινάλιου επισκόπου τού Άλμπανο και επέμεινε να είναι παρών στη Β΄ Σύνοδο τής Λυών το 1274. Εκεί, ύστερα από σημαντική συμβολή που οδήγησε στην «ένωση» τής ελληνικής και τής λατινικής εκκλησίας, ο Μποναβεντούρα πέθανε ξαφνικά και κάτω από ύποπτες συνθήκες. Μποναβεντούρα είναι επίσης η ονομασία που δίνεται στους συντάκτες σειράς μεσαιωνικών λατρευτικών έργων, τα οποία θεωρούνταν τότε λανθασμένα ως έργα τού Αγίου Μποναβεντούρα. Η ακριβής λοιπόν έννοια εκείνου που αναφέρει εδώ ο Συρόπουλος, προϋποθέτει την ανάλυση των επιχειρημάτων τού επισκόπου Φρουλιένσης. Κατά τον Laurent 1971: 338 σημ. 3, τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο φυσιολογικό, από το ότι ένας Φραγκισκανός επικαλούνταν αυτόν τον δάσκαλο, τον οποίο βλέπουμε να παραθέτει αρκετές φορές.
- [←126]
-
Ένατη σύμφωνα με τα Ελληνικά (Gill, Acta, σελ. 176-186) και τα Λατινικά Πρακτικά. Κατά την έναρξη τής συνεδρίασης ο Λοντοβίκο ντα Πιράνο ολοκλήρωσε την αντίκρουση των επιχειρημάτων τού Bησσαρίωνος και ο Τσεζαρίνι μίλησε αργότερα (Laurent 1971: 338 σημ. 4).
- [←127]
-
Συρόπουλος 6.41: Πάλιν τῇ ἐνδεκάτῃ νοεμβρίου ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγένετο συνέλευσις δεκάτη, ἐν ᾗ κατεσκεύαζε καὶ συνεπέραινεν ὁ Ἰουλιανός, ὅτι· τὰ κωλύματα τῶν ὅρων ἑτέραν πίστιν κωλύουσι προσθεῖναι ἤγουν ἐναντίαν, οὐ μὴν τὴν αληθῆ οὐδὲ τὴν ἀνάπτυξιν· ἡ γὰρ ἀνάπτυξις οὔκ ἐστι προσθήκη. καὶ ἀπῄτησεν ἵνα καταλείψωμεν τοὺς περὶ τοῦ οὐκ ἔξεστι προσθεῖναι λόγους καὶ χωρήσωμεν πρὸς τὸ· εἰ ἀληθές ἐστι τὸ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα, εἴτε ψευδὲς; καὶ εἰ μὲν ψευδὲς ἀποδειχθῇ, τότε ὁμολογήσει καὶ αὐτός, ὅτι ὄντως προσθήκη ἐστὶ τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· εἰ δὲ χρήσιμον φανῇ καὶ ἀληθές, ἔσται ἀνάπτυξις.
- [←128]
-
Στις 14 Νοεμβρίου, τρεις ημέρες μετά την ομιλία τού Τσεζαρίνι, ο Ισίδωρος Κιέβου έγραψε μακρά αντίκρουση, βασισμένη σε 52 επιχειρήματα. Η ομιλία τού Τσεζαρίνι εντυπωσίασε τόσο πολύ τον Βησσαρίωνα, που τον οδήγησε να εξετάσει πιο προσεκτικά και πιο αντικειμενικά τις δογματικές θέσεις των Λατίνων (Laurent 1971: 339 σημ. 5).
- [←129]
-
Τα Ελληνικά Πρακτικά συμφωνούν με τον Συρόπουλο, αλλά τα Λατινικά Πρακτικά δίνουν αυτή τη σύνοδο ως δέκατη (Laurent 1971: 339 σημ. 6).
- [←130]
-
Συρόπουλος 6.42: Τῇ ὀγδόῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ νοεμβρίου, ήμέρᾳ τρίτῃ, ἐγένετο συνέλευσις ἑνδεκάτη, καθ΄ ἥν ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ Ἀμηρούντζης μεθ΄ ἑτέρου τινὸς ἀπελθόντες ἐκάθισαν ἐν τῇ ἀνατολικωτέρᾳ γωνίᾳ τοῦ τρικλίνου, ὄπισθεν μὲν πάντων καὶ πόρρω ἀπέναντι δὲ τοῦ Ἐφέσου, τὰ παρ΄ αὐτοῦ λεγόμενα εἰρωνευόμενοι καὶ ὑπ΄ ὀδόντα γελῶντες τε καὶ ἐμπαίζοντες. οὕτω συνηγόρουν καὶ συνηγωνίζοντο οἱ ἡμέτεροι τῷ τῆς ἡμῶν ἐκκλησίας προασπιστῇ ἐν τῷ σταδίῳ ὑπὲρ εὐσεβείας ἀγωνιζομένῳ. ὅμως ὁ Ἐφέσου ἤρξατο ἐπιχειρεῖν πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ εἰρημένα καὶ πρὸς πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν τὸν λόγον προήγαγε, καὶ ἀπῄτει τὸν Ἰουλιανὸν ἀποκρίνεσθαι. ὁ δ΄ ἐκ μέρους ἐξέφευγεν· εἰ δὲ καὶ ἀπεκρίνετο, εἰς μῆκος τὰς ἀποκρίσεις ἐξέτεινεν, ἵνα λεληθότως τὸ κατὰ πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν κωλύσῃ. ἐγένετο οὖν μετ΄ αὐτοῦ διάλεξις μεγάλη διὰ τὸ ἀσύμμετρον τῶν λόγων τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἐν οἷς καὶ ἀπῄτησε πάλιν ἵν΄ ἐάσωσι τοὺς περὶ τῆς προσθήκης λόγους καὶ μεταβῶσιν εἰς τοὺς περὶ τῆς δόξης, καὶ εἰς τοῦτο τὸν λόγον κατέπαυσε.
- [←131]
-
Στις επόμενες συνεδριάσεις, οι μερικές φορές εκτεταμένες ομιλίες έδιναν τη θέση τους σε διάλογο ή μάλλον σε διαμάχη, στην οποία ο Τσεζαρίνι, διακόπτοντας συχνά τον Μάρκο τής Εφέσου, μιλούσε περισσότερο από αυτόν. Είναι αλήθεια ότι ο Έλληνας ιεράρχης, αλλάζοντας τακτική, είχε προκαλέσει κάπως με τις ερωτήσεις του τον καρδινάλιο, που ήταν μάλλον διακριτικής φύσης. Οι συνεδριάσεις σέρνονταν ολοένα και περισσότερο, σε σημείο που η επόμενη –η δωδέκατη– έληξε όταν όλοι είχαν εξαντληθεί από το κρύο και την κούραση, ενώ ο ίδιος ο Σεκουνδινός δεν μπορούσε πια να μεταφράζει (Laurent 1971: 339 σημ. 7).
- [←132]
-
Συρόπουλος 6.43: Τῇ ἑβδόμῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ νοεμβρίου, ήμέρᾳ πέμπτῃ, ἐγένετο συνέλευσις καὶ ἦλθον πρέσβεις τοῦ ῥηγὸς τῆς Μπουργουντίας εἰς προσκύνησιν τοῦ πάπα, οἵ καὶ ἦσαν ἐπίσκοποι τέσσαρες, ἀρχιδιάκονος εἷς καὶ ἄρχοντες καβαλλάριοι δύο καὶ ἕτεροι μετ΄ αὐτῶν ἱερομόναχοι καὶ κοσμικοί. Ὁ οὖν τρίκλινος, εἰς ὅν ἐγίνοντο αἱ σύνοδοι, ἦν διῃρημένος διὰ κιγκλίδων, καὶ ἔσωθεν πλησίον τῶν κιγκλίδων καὶ κύκλωθεν ἔκειντο σκίμποδες, ἀλλὰ δὴ καὶ ἐκ διαστημάτων ἐν τῷ μεταξύ· ἡ δὲ θύρα τῶν κιγκλίδων ἦν ἀπὸ τοῦ μέρους οὗ ἐκάθητο ὁ βασιλεύς. ἀπὸ τούτου οὖν τοῦ μέρους ἦν ἡ δίοδος καὶ διήρχετο μέχρι τοῦ βασιλικοῦ θρόνου, κἀκεῖθεν ἐστρέφετο καὶ διήρχετο μεταξὺ τῶν σκάμνων τῶν προσδιαλεγομένων καὶ ἔληγε μέχρι τοῦ παπικοῦ θρόνου· τὰ δὲ ἕτερα μέρη ἐκεκώλυτο διὰ τῶν σκάμνων καὶ τῶν προσκαθημένων. ἐτέτακτο δὲ καὶ εἷς ἐκ τῶν Λατίνων καμίσιον λευκὸν ἐνδεδυμένος εὐτακτεῖν ἐν ταῖς συνόδοις καὶ ὁδηγεῖν τοὺς εἰσαγομένους. εἰσελθόντας οὖν καὶ τοὺς εἰρημένους πρέσβεις προοδοποιήσας ὁ δηλωθείς, διεβίβασεν αὐτοὺς διὰ τῆς διόδου μέχρι καὶ τοῦ βασιλέως, κἀκεῖθεν στραφείς, εἰς τὸν πάπαν προσῆξεν αὐτούς, μήτ΄ αὐτὸς ὑποδείξας ἐκείνοις πρόσχημά τι τιμῆς ἀπονεῖμαι τῷ βασιλεῖ, μήτ΄ ἐκεῖνοι οἴκοθεν τὸ τυχὸν σχηματισάμενοι αὐτῷ σέβας, ἀλλ΄ ὁρῶντες μόνον αὐτόν, ὅτ΄ ἐγγὺς που παρῄεσαν, εὐθὺς ἐστρέφοντο καὶ τῷ πάπᾳ προσήρχοντο. προσεκύνησαν οὖν καὶ ἠσπάσαντο πάντες τὸν πόδα, τὴν χεῖρα καὶ τὴν παρειὰν τοῦ πάπα καὶ δεδώκασιν αὐτῷ καὶ γράμματα τοῦ ῥηγός· εἶτα ὡδήγησε καὶ ἔστησεν αὐτοὺς ὁ δηλωθεὶς εἰς σκάμνον κείμενον ἐν ταῖς κιγκλίσιν, οὗ στάντες προσεφώνησαν ἐγκωμιαστικῶς τῷ πάπᾳ ὥραν ἱκανήν. καταναλωθείσης δὲ τῆς τεταγμένης ὥρας ἀνέστησαν· οὔτε δὲ πρῶτον, οὔθ΄ ὕστερον προσεκύνησαν, ἤ ὅλως προσῆλθον τῷ βασιλεῖ, ὅ καὶ μεγάλην λύπην προὐξένησεν αὐτῷ· συνέρρευσαν γὰρ καὶ πλήθη Λατίνων τε καὶ Γραικῶν ἰδεῖν τοὺς πρέσβεις πῶς προσελεύσονται τῷ πάπᾳ καὶ τῷ βασιλεῖ· ὁ γὰρ πατριάρχης οὐ παρῆν νόσῳ κατασχεθείς. δεινὸν οὖν τι ἐνόμισαν πάντες τὴν τοσαύτην τοῦ βασιλέως περιφρόνησιν, καὶ ὁ βασιλεὺς σφόδρα ἐλελύπητο ἐπὶ τῷ πάπᾳ διὰ τοῦτο· ἔλεγε γάρ, ὡς· ἔδει τὴν ὀφειλομένην προσκύνησιν ἀποδοθῆναι κἀμοὶ καὶ γράμμα παρὰ τῶν πρέσβεων. ὅ μαθὼν ὁ πάπας εἶπεν, ὅτι· ἐμοὶ προσῆλθον, ἐπεὶ καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλησαν· οἱ πρέσβεις δὲ εἶπον, ὅτι· οὐκ εἴχομεν γράμμα πρὸς τὸν βασιλέα, διὸ οὐδὲ ἐδώκαμεν.
- [←133]
-
Κατά τον Laurent 1971: 340 σημ. 1, ο Συρόπουλος δεν δίνει αριθμό σε αυτή τη συνεδρίαση, αναμφίβολα επειδή ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στην επίσημη ακρόαση που παραχωρήθηκε στους Βουργουνδούς. Το ίδιο ισχύει και στα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 212), καθώς και στα Λατινικά που μιλούν γι΄ αυτήν μόνο παρεμπιπτόντως.
- [←134]
-
Βουργουνδία: Διοικητική και ιστορική περιοχή τής ανατολικής κεντρικής Γαλλίας. Κατά τη διάρκεια τού Μεσαίωνα η Βουργουνδία υπήρξε έδρα σημαντικών Δυτικών εκκλησιών και μοναστηριών, όπως εκείνων των Κλουνύ, Σιτώ και Βεζελαί. Κατά τη διάρκεια τού Εκατονταετούς Πολέμου (1337-1453) ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ (1319-1364) τής Γαλλίας έδωσε το δουκάτο τής Βουργουνδίας στον μικρότερο γιο του, τον Φίλιππο τον Τολμηρό (1342-1404). Το δουκάτο έγινε σύντομα σημαντικός ανταγωνιστής για το γαλλικό στέμμα. Η αυλή τής Ντιζόν επισκίασε τη γαλλική αυλή οικονομικά και πολιτιστικά. Το 1477, στη μάχη τού Νανσύ, κατά τη διάρκεια των Βουργουνδικών Πολέμων (1474-1477), ο τελευταίος δούκας Κάρολος τής Βουργουνδίας σκοτώθηκε στη μάχη και το δουκάτο προσαρτήθηκε στη Γαλλία κι έγινε επαρχία. Την εποχή τής συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, δούκας Βουργουνδίας ήταν ο Φίλιππος Γ΄ ο Καλός (βασ. 1419-1467). O Laurent 1971: 340 σημ. 2, σημειώνει ότι σκοπός αυτής τής πρεσβείας, που αναχώρησε από το Καμπραί στις 18 Αυγούστου, ήταν όχι μόνο να χαιρετίσει τον πάπα, αλλά κυρίως να εκπροσωπήσει τη Βουργουνδία και τον ηγεμόνα της στη σύνοδο. Μάλιστα η πρεσβεία έπρεπε να παραμείνει μέχρι το τέλος των συζητήσεων και να υπογράψουν οι επικεφαλής της το διάταγμα τής ένωσης, τού οποίου ειδικό αντίγραφο θα έστελνε ο επίσκοπος τής Τερουάν στον δούκα τής Βουργουνδίας.
- [←135]
-
Κατά τον Laurent 1971: 340 σημ. 3, υπήρχαν τρεις μόνο επίσκοποι: ο Ζαν Ζερμαίν από το Σαλόν-συρ-Σαόν, επικεφαλής τής αποστολής, καθώς και δύο άλλοι που βρίσκονταν ήδη στην παπική κούρτη: ο Ζαν Βιβιέν τής Νεβέρ και ο Ζαν ο Νεώτερος τής Τερουάν, που θα γινόταν καρδινάλιος στις 18 Δεκεμβρίου 1439. Ο κατά Συρόπουλο τέταρτος επίσκοπος δεν ήταν άλλος από τον Ζαν Πικάρ, ηγούμενο τού Σιτώ. Η ακολουθία αυτών των αρχιερέων ήταν πολυάριθμη και ποικίλη. Ο επικεφαλής τής αποστολής, ο επίσκοπος Σαλόν-συρ-Σαόν, αναφέρει: «Αργότερα, το έτος 1434, όταν συγκαλούνταν η οικουμενική σύνοδος τού εν λόγω πάπα Ευγενίου στον τόπο τής Φερράρας και προήδρευε ο ιερός αυτοκράτορας τής Ρώμης Αλβέρτος, δούκας τής Αυστρίας και ηγεμόνας τής Μοραβίας, ως ένδειξη δημόσιας ομολογίας στάλθηκαν εκ μέρους τού ισχυρού ηγεμόνα Φιλίππου, δούκα Βουργουνδίας και Μπραμπάντ, για εκείνον και τούς υπηκόους του, ο Ζαν, επίσκοπος Σαλόν και συγγραφέας τού παρόντος, ο Ζαν, ηγούμενος τού Σιτώ, ο κύριος Σιμόν ντε Λαλαίν, υππότης, ο κοσμήτορας τού Σαιν Ομέρ και τώρα αρχιεπίσκοπος Μπεζανσόν, ο αρχιδιάκονος τού Τουρναί, ο αρχιδιάκονος Βρυξελλών, ο ηγούμενος τής Λιόν, ο κύριος Ζαν Τρονκόν από τον επίσκοπο τής Νεβέρ, ο κύριος Γκυγιώμ λε Γιοσν και ο κύριος Γκρεγκουάρ, εφημέριος τού Καμπραί, πρεσβευτές, προκειμένου να παροτρύνουν τις παρατάξεις να αγκαλιάσουν την προαναφερθείσα ιερή ένωση με δύο προτάσεις που έγιναν από τούς πιο πάνω αιδεσιμότατους πατέρες, πρώτα από τον εν λόγω επίσκοπο Σαλόν που αρχίζει:
“Νομίζω ότι θα μπορούσε, Άγιε Πατέρα, αυτή η ιερά σύνοδος (Existimare poterat, Beatissime Pater, hec sancta synodus), να οδηγήσει σε ευόδωση την καλή ειρήνη με τούς εν λόγω αυτοκράτορα και πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, παρουσιάζοντας αυτές τις προτάσεις”».
Όπως μπορεί να παρατηρηθεί, ο συγγραφέας δεν κατονομάζει τούς δύο συναδέλφους του, τον Τερουάν και τον Νεβέρ, οι οποίοι, ευρισκόμενοι ήδη εκεί, ενώθηκαν μαζί του, αλλά δεν ήσαν στο ίδιο ταξίδι.
- [←136]
-
Κατά τον Laurent 1971: 341 σημ. 4, η εκδοχή Β τού χειρογράφου αναφέρει πιο λογικά δύο αρχιδιακόνους, συμπεριλαμβανομένου εκείνου τού Τουρναί, τού Ζαν ντε Τουασύ. Ο δεύτερος πρέπει να ήταν ο αρχιδιάκονος τής Τρουά (Troyes), ο Πιέρ Λεκλέρκ, τον οποίο ο επίσκοπος τής Σαλόν (βλέπε προηγούμενη σημείωση) αποκαλεί αρχιδιάκονο Βρυξελλών, επειδή έπαιρνε επίδομα εφημερίου από εκείνη την πόλη.
- [←137]
-
Καβαλλάριοι: Ιππότες. Ήσαν ο Σιμόν ντε Λαλαίν, άρχοντας τού Μοντινύ και ο άρχοντας τής Κοντάυ (Laurent 1971: 341 σημ. 5).
- [←138]
-
Υπήρχαν και άλλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως ο Κεντέν Μενάρ, επικεφαλής τού Σαιν-Ομέρ και υποψήφιος για την επισκοπή τού Αρράς, ο Ζαν Ντυκέσν, ηγούμενος τού Λιόν (Lihons) και άλλοι (Laurent 1971: 341 σημ. 6).
- [←139]
-
Στο κείμενο καμίσιον. Κατά τον Κοραή (Άτακτα, τόμος 1, Παρίσι, 1828, σελ. 55) καμίσιον δεν σήμαινε το ὑποκάμισον, δηλαδή τον χιτώνα, αλλά εκείνο που φοριόταν πάνω από τον χιτώνα και ήταν φτιαγμένο από διαφορετικό ύφασμα.
- [←140]
-
Σύμφωνα με τα Λατινικά Πρακτικά, ο επίσκοπος Σαλόν-συρ-Σαόν μίλησε πρώτος. Παρά την κλήτευσή του στις 18 Φεβρουαρίου 1437 από τον Ευγένιο Δ΄, ο ιεράρχης αυτός είχε παραμείνει πιστός στη Βασιλεία, όπου εκπροσωπούσε τον κύριό του, τον δούκα τής Βουργουνδίας. Αλλά την επίσημη δημηγορία έκανε ο ηγούμενος τού Σιτώ (1428-1440), ο Ζαν Πικάρ, ο οποίος βρισκόταν επίσης στη Βασιλεία με την ίδια ιδιότητα. Τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 212) καθιστούν σαφές ότι οι ομιλίες δεν μεταφράστηκαν και ότι οι Γραικοί δεν κατάλαβαν τίποτε (Laurent 1971: 341 σημ. 7):
«Όταν ήρθαν λοιπόν αυτοί οι τοποτηρητές και απεσταλμένοι τού δούκα [τής Βουργουνδίας], όπως είπαμε, και έγινε ησυχία, προσκύνησαν μόνο τον πάπα, όπως συνηθίζουν, και ασπάστηκαν όλοι το δεξί του χέρι και το μάγουλό του, ενώ εκείνος καθόταν. Όμως καθόλου δεν χαιρέτισαν ή προσκύνησαν τον αυτοκράτορά μας, αλλά αφού πέρασαν από τη μεριά των Λατίνων, κάθισαν. Παρέδωσαν όμως τα γράμματα που είχαν φέρει στη σύνοδο και τα διάβασαν στα λατινικά. Εμείς δεν καταλάβαμε τίποτε από αυτά, επειδή δεν μάς τα διάβασαν στα ελληνικά, και αμέσως σηκωθήκαμε. Και έτσι λύθηκε η συνεδρίαση»
(Οὗτοι τοίνυν οἱ τοποτηρηταὶ καὶ ἀποκρισιάριοι τοῦ δουκὸς ἐλθόντες, ὡς εἴπομεν, καὶ τῆς τάξεως γενομένης, προσεκύνησαν μόνον τὸν πάπαν κατὰ τὸ ἔθος αὐτῶν, καὶ ἠσπάσαντο πάντες τήν δεξιὰν αὐτοῦ καὶ τὴν παρειὰν καθημένῳ· τὸν βασιλέα δὲ ἡμῶν οὐδ΄ ὅλως ἤ ἐχαιρέτησαν ἤ προσεκύνησαν, ἀλλὰ τὸ μέρος τῶν Λατίνων διελθόντες ἐκάθισαν. ἀλλ΄ ὅμως τὰ κομισθέντα τῇ συνόδῳ γράμματα ἔδωκαν καὶ λατινικῶς ταῦτα ἀνέγνωσαν, καὶ ἡμεῖς οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐκατελάβομεν, ἐπεὶ ἑλληνιστὶ οὐκ ἀνέγνωσαν ταῦτα ἡμῖν, καὶ εὐθέως ἀνέστημεν. καὶ οὕτως ἐλύθη ἡ σύνοδος).
- [←141]
-
Κατά τον Laurent 1971: 341 σημ. 8, δεν αποτελεί έκπληξη η μεγάλη δυσαρέσκεια την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά αυτής τής πρεσβείας. Ο δούκας τής Βουργουνδίας Φίλιππος ο Ωραίος εκπροσωπούνταν στη σύνοδο και επομένως γνώριζε, αφού είχε ενημερωθεί επίσημα από τον πάπα, ότι ήταν παρών ο αυτοκράτορας τής Κωνσταντινούπολης. Ο Laurent ό.π., δυσκολεύεται να καταλάβει «πώς ο δούκας, ο οποίος καιγόταν τόσο πολύ από την επιθυμία να πολεμήσει τούς Τούρκους, για να εκδικηθεί την τιμή τού πατέρα του, τού Ιωάννη τού Ατρόμητου, τού νικημένου τής Νικόπολης (1396) και για να ικανοποιήσει το σταυροφορικό του ιδανικό, δεν άρπαξε, στην περίπτωση αυτή, την ευκαιρία, να έρθει σε επαφή με τον Ιωάννη Η΄, σίγουρο σύμμαχο και πιθανό υποτελή»!
- [←142]
-
Συρόπουλος 6.44: Ὅμως ὁ βασιλεὺς ἐκάθητο ἀργῶν καὶ τὰς συνελεύσεις, μέχρις ἄν γένηται εἰς αὐτὸν θεραπεία. ἀναγκασθέντες οὖν ἐποίησαν γράμμα πλαστὸν δοῦναι τῷ βασιλεῖ. τινὲς οὖν τῶν ἡμετέρων συνεβούλευον παραιτήσασθαι τοῦτο, ἐπεὶ διεφημίσθη τὸ πλάσμα πολλοῖς, ἤ, εἰ οὐ παραιτεῖται, ἵνα διακομίσωσιν οἱ πρέσβεις τὸ γράμμα πρὸς αὐτὸν εὐρισκόμενον ἐν τῷ δοθέντι αὐτῷ παλατίῳ. ὁ δὲ ἀπῄτησεν ἵνα, παρόντος τοῦ πάπα καὶ αὐτοῦ καὶ πάντων ἐν ταῖς συνοδικαῖς καθέδραις, ἐκεῖσε προσενέγκωσιν αὐτῷ καὶ τὸ γράμμα· ὅ καὶ γέγονε μεθ΄ ἡμέρας τινάς. παρῆν μὲν γὰρ ὁ πάπας καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες ὅσοι εἰς τὴν σύνοδον συνηθροίζοντο ἄνευ μόνου τοῦ πατριάρχου· ἦλθον δὲ οἱ πρέσβεις οὐ πάντες, καὶ προσάξαντος αὐτοὺς τῷ βασιλεῖ τοῦ τὴν τάξιν ἔχοντος, ὡς εἴρηται, μετρίως προσεκύνησαν αὐτὸν καὶ δεδώκασιν ἁπλῶς τὸ πιττάκιον, μήτε οἴκοθεν, μήτε ἐκ τοῦ ῥηγὸς αὐτῶν ὅλως πρόσρησιν ἐπειπόντες· καὶ δεδωκότες εὐθὺς ἀπῆλθον, οὐδ΄ ἐν τῇ συνόδῳ κινηθέντων ὅλως λόγων οὔτε πρὸ τοῦ ἐλθεῖν, οὔτε μετὰ τὸ ἀπελθεῖν ἐκείνους· ταχέως δὲ συνήλθομεν καὶ ἀπήλθομεν, ὅ καὶ μᾶλλον εἰς κατάγνωσιν γέγονε καὶ αἰσχύνην· ἔδοξε γὰρ ὅτι ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πάπαν, ἵνα παρουσίᾳ τούτου δέξηται πιττάκιον ἀνὰ χεῖρας, ὅ καί τις τῶν ἐπιφανῶν ἀρχόντων, εἰ ἐποίει, μεμπταῖος ἄν ἦν. γεγόνασι καὶ ἕτεραι δύο ή τρεῖς συνελεύσεις, εἶτ΄ ἐπαύσαντο· ἀπῄτουν δὲ λέγειν περὶ τῆς δόξης.
- [←143]
-
Πιθανώς στις 4 Δεκεμβρίου, όπως υποδεικνύει η σύντομη περιγραφή στα Λατινικά Πρακτικά (Laurent 1971: 342 σημ. 1).
- [←144]
-
Πιττάκιον: Γράμμα, σημείωμα.
- [←145]
-
Αυτό θα σήμαινε σιωπηλή σκηνή, που θα πρόσθετε τη γελοιοποίηση στην έλλειψη σεβασμού. Στην πραγματικότητα ο Αντρέ ντε Σάντα Κρότσε πρέπει να λέει την αλήθεια: Ο επίσκοπος τής Τερουάν (Morinensis) πρόφερε λίγα λόγια χαιρετισμού παρουσιάζοντας την ψευδή διαπιστευτήρια επιστολή, δηλώνοντας ότι ήταν έτοιμος να μεταβεί στην αυτοκρατορική κατοικία για περισσότερες επεξηγήσεις. Θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια σε αυτή την παρατήρηση και αν ξεκίνησε τις αναγκαίες ανταλλαγές απόψεων, τις οποίες ο αυτοκράτορας και ο δούκας τής Βουργουνδίας δεν θα είχαν στο εγγύς μέλλον (Laurent 1971: 342 σημ. 2).
- [←146]
-
Σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 213), η πρωτοβουλία για αυτή την αποκατάσταση είχε προέλθει από τον πατριάρχη, που είχε αποσπάσει την έγκριση τού πάπα και την αποδοχή τού αυτοκράτορα για την οργάνωση συνάντησης, κατά την οποία οι Βουργουνδοί θα υπέβαλλαν φόρο τιμής (Laurent 1971: 343 σημ. 3):
«Όταν λοιπόν στάλθηκαν πρέσβεις από τον πάπα στον αυτοκράτορα, ο πατριάρχης μεσολάβησε και έπεισε τον αυτοκράτορα να συγκαλέσει συνεδρίαση και εκείνο που δεν έκαναν οι τοποτηρητές στην προηγούμενη συνεδρίαση, θα το έκαναν τώρα. Γιατί ήταν και ο πατριάρχης μας άρρωστος, αλλά δεν παραμέλησε τη διόρθωση τού ζητήματος, αλλά και τον αυτοκράτορα αποδοκίμασε και τον πάπα διόρθωσε και έβαλε τούς τοποτηρητές να προσκυνήσουν τον αυτοκράτορα»
(πρέσβεων οὖν γενομένων ἀπὸ τοῦ πάπα τῷ βασιλεῖ, ὁ πατριάρχης μεσολαβήσας ἔπεισε τὸν βασιλέα ἵνα τὴν σύνοδον ποιήσῃ καὶ ὅπερ οὐκ ἐποίησαν οἱ τοποτηρηταὶ τῇ παρελθούσῃ συνελεύσει, ποιήσωσι νῦν. καὶ γὰρ ἦν ὁ πατριάρχης ἠμῶν ἀσθενής, ἀλλ΄ ὅμως οὐκ ἠμέλησε τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος, ἀλλὰ καὶ τὸν βασιλέα ἐδυσώπησε καὶ τὸν πάπαν ἐδιώρθωσε καὶ εἰς τοὺς τοποτηρητὰς ἐποίησεν ἵνα τὸν βασιλέα προσκυνήσωσι).
- [←147]
-
Για τις υπόλοιπες συνεδριάσεις τα Λατινικά Πρακτικά είναι ανακριβή. Τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 214-224) αναφέρουν τρεις, ενώ τη συνεδρίαση τής 4ης Δεκεμβρίου ακολουθεί μια δέκατη τρίτη στις 8 και μια δέκατη τέταρτη στις 13 τού ίδιου μήνα (Laurent 1971: 343 σημ. 4).
- [←148]
-
Συρόπουλος 6.45: Συνείρχοντο δὲ ἐν ταῖς διαλέξεσι καί τινες τῶν ἐρημιτῶν καὶ ἀπροΐτων μοναχῶν ἐξερχόμενοι τότε διὰ τὸ ἀναγκαῖον τῶν διαλέξεων. ὡς οὖν ἤκουσαν τὰ παρὰ τῶν ἡμετέρων εἰρημένα, ἔλεγον ὅτι· ὁμολογουμένως οἱ Γραικοὶ τῆς ἀληθοῦς ἀντέχονται πίστεως καὶ τὰ ὑγιῆ τετηρήκασι δόγματα. τούτου δὲ διαφημιζομένου, δεινὸν ἡγησάμενοι οἱ τῆς κούρτης εἰ οὕτως πλατύνοιτο, προσκεκληκότες τοὺς μοναχοὺς εἰς τὴν κούρτην εἶπον αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐστὲ μοναχοὶ καὶ οἴδατε τὰ περὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ περὶ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς· περὶ δὲ θεολογίας οὐκ οἴδατε, ἀλλ΄ οἴδασιν αὐτὰ οἱ τὴν θεολογίαν πεπαιδευμένοι. διὰ τοῦτο ὁρίζει ὁ πάπας, ἵνα· σιωπᾶτε καὶ μὴ ταράττητε τὸν λαόν, ἐπεὶ οὐκ οἴδατε λέγειν τι περὶ τῶν θεολογικῶν. καὶ οὕτως ἔσκωψαν καὶ κατεσίγασαν αὐτούς.
- [←149]
-
Συρόπουλος 6.46: Μεθ΄ ἡμέρας δέ τινας ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πατριάρχην· συνῆξε δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς, ἡμᾶς τε καὶ τοὺς ἡγουμένους, καὶ προέτεινεν ὅπως· ζητοῦσιν οἱ Λατῖνοι καταλιπεῖν τὰς περὶ τῆς προσθήκης διαλέξεις καὶ διαλέγεσθαι περὶ τῆς δόξης. ἐπεὶ οὖν ἱκανῶς διελέχθητε περὶ τῆς προσθήκης, σκέψασθε εἰ δεῖ καὶ ἡμᾶς ποιῆσαι ὅ νῦν ζητοῦσιν. εἶπον οὖν οἱ ἡμέτεροι, ὅτι· οἱ Λατῖνοι ὁρῶντες τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἰσχυρὸν ὄν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ μὴ ἔχοντες προσφόρους ἀπολογίας πρὸς τοῦτο, ἀποδέχονται ἐκβαλεῖν ἡμᾶς ἀπὸ τούτου, τὸ ἴδιον συμφέρον πραγματευόμενοι. δεῖ οὖν καὶ ἡμᾶς ἀντέχεσθαι τοῦ ἡμετέρου συμφέροντος καὶ μὴ παραιτήσασθαι τὴν ἡμετέραν ἰσχύν. ὁ πνευματικὸς δὲ μόνος εἶπεν, ὅτι· ἐπεὶ οἱ Λατῖνοι καὶ ὁ Ἰουλιανὸς ἀπῄτησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, ζητηθήσεται καὶ παρὰ τοῦ πάπα καὶ δοθήσεται ἐξ ἀνάγκης. βέλτιον οὖν ἐστι δοθῆναι νῦν τοῦτο εὐκόλως παρ΄ ἡμῶν καὶ μετ΄ ἐλευθερίας ἤ ὕστερον μετ΄ ἀνάγκης.
- [←150]
-
Σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά, αυτή η κατ΄ ιδίαν συνάντηση των Γραικών πραγματοποιήθηκε στην κατοικία τού πατριάρχη δεκαέξι μέρες μετά τη συνεδρίαση τής 8ης τού μηνός, δηλαδή την παραμονή των Χριστουγέννων, εκτός αν πραγματοποιήθηκε μετά τη σύνοδο τής 13ης Δεκεμβρίου, η οποία δεν συζητείται εδώ, οπότε θα μάς φέρει στις 29 Δεκεμβρίου (Laurent 1971: 343 σημ. 5). Βλέπε Gill, Acta, σελ. 218:
«Ενώ λοιπόν αυτά λέγονταν, πέφτει ο αυτοκράτορας σε πόνους ρευματισμού, αρρωσταίνει και ο πατριάρχης, δεν μπορεί ούτε να ακούει ούτε να μιλάει, και ο κόσμος αδιαφορεί. Αφού λοιπόν πέρασαν δεκαέξι ημέρες και ο πατριάρχης συνήλθε κάπως, συγκεντρωθήκαμε όλοι σε αυτόν, και αφού τον παρακαλέσαμε, με δυσκολία μπόρεσε, με τη βοήθεια φορείου, να πάει στον αυτοκράτορα. Αφού έμεινε δύο ημέρες και συζητούσε με τον αυτοκράτορα, μαζευτήκαμε κοντά τους κι εμείς οι αρχιερείς. Κι όταν έγινε δική μας συνεδρίαση στο παλάτι τού αυτοκράτορα, αγόρευσε ο αυτοκράτορας λέγοντας…»
(Τούτων οὕτω λεγομένων, πίπτει ὁ βασιλεὺς ἐν ὀδύνῃ ῥευματισμοῦ, καὶ ὁ πατριάρχης ἀσθενεῖ καὶ οὐδὲ κἄν δύναται ἀκούειν ἤ λαλεῖν, καὶ ὁ λαός πλημμελεῖ. διαγενομένων οὖν ἡμερῶν δεκαέξ, τοῦ πατριάρχου μικρὸν ἀναζωοποιηθέντος, συνήλθομεν πάντες ἐπ΄ αὐτόν, καὶ παρακαλέσαντες αὐτὸν μόλις ἠδυνήθη μετὰ φορείου βασταζόμενος καὶ ἀπελθεῖν ἐν τῷ βασιλεῖ. δύο οὖν ἡμέρας ποιήσας καὶ βουλευόμενος σὺν τῷ βασιλεῖ, συνήλθομεν παρ΄ αυτῶν οἱ ἀρχιερεῖς· καὶ συνόδου ἡμετέρας γενομένης ἐν τῷ παλατίῳ τοῦ βασιλέως, ἐδημηγόρησεν ὁ βασιλεὺς λέγων…)
- [←151]
-
Συρόπουλος 6.47: Ἀλλ΄ ἐνταῦθα χρὴ καὶ τὸ ποικίλον τε καὶ πολύτροπον δηλῶσαι τοῦ πνευματικοῦ. οὗτος γὰρ ὁ κῦρ Γρηγόριος μετὰ τὸ περιμεῖναι ἡμᾶς δύο μῆνας ἐν τῇ Φεραρίᾳ, ἐπεὶ ἑώρα τοὺς ἡμετέρους ταλαιπωροῦντας καὶ πάσχοντας, καὶ μάλιστα τοὺς ὑποδεεστέρους, ἐλέγετο δὲ ὅτι καὶ ὁ Ἀμηρᾶς ἑτοιμάζεται ἐλθεῖν κατὰ τῆς Πόλεως, καὶ λόγοις καὶ ἔργοις ἠλέει καὶ συνήλγει τοῖς ταλαιπώροις, ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ τῆς Πόλεως ἔλεγε ἀεὶ πρός τε τὸν πατριάρχην καὶ πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ πᾶσι τρόποις παρεκίνει καὶ ἐπετίθετο προνοοεῖσθαι καὶ τῶν ἐν τῇ ξενιτείᾳ ταλαιπωρούντων καὶ τῆς πατρίδος αὐτῆς. ἐν τῷ λέγειν οὖν τὰ τοιαῦτα πολλάκις πρὸς τὸν πατριάρχην καὶ φορτικὸς φαίνεσθαι, εἶπε μετὰ τῶν ἄλλων, ὅτι μέχρις ἄν βλέπῃ τοὺς ἀνθρώπους πάσχοντας, καὶ ὡς ἄνθρωπος λαλεῖν μέλλει καὶ ὡς ὄνος καὶ αὐτὸς ὀγκᾶσθαι καὶ ὡς κύων ὑλακτεῖν καὶ ὡς ἀλέκτωρ κοκκύζειν, καὶ οὐ παύσεται βοῶν τὰ συμφέροντα. διὰ γοῦν τῶν τοιούτων πρῶτον μὲν ἐπεσπάσατο τὴν εὔνοιαν τῶν πολλῶν καὶ ἐν τῶν πάντων στόμασιν ἐξόχως ἦν τὸ ὄνομα τοῦ πνευματικοῦ, καὶ πάντες μετὰ μεγίστης τιμῆς καὶ ἀγάπης καὶ εὐφημίας αὐτῷ προσήρχοντο· ἔλεγε δὲ τὴν ἀρχὴν καλῶς καὶ περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων καὶ τὰ δέοντα συμβουλεύειν ἐδόκει καὶ συναγωνίζεσθαι. μετὰ δὲ τῷ ἑλκῦσαι τοὺς πολλοὺς ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἤρξατο σκώπτειν τοὺς ἄρχοντας, καὶ μάλιστα ὅτε συνέβαινεν εἰπεῖν τινα ἐξ αὐτῶν τι περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, προβαλλόμενος ὅτι οὐκ ἔξεστιν αὐτοῖς λέγειν εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας ζητήματα οὐδὲ προσήκει ἡμῖν παραχωρεῖν αὐτοῖς ὅλως λέγειν εἰς ταῦτα. ἔσκωπτεν οὖν αὐτοὺς θρασέως καὶ ἀναιδῶς, παρόντος τε καὶ ἀπόντος τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου· οἱ δὲ αἰδούμενοι ἐσιώπων. εἶτα ὁδῷ προβαίνων τὰ αὐτὰ καὶ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τοὺς ἄρχοντας τῆς Ἐκκλησίας ἐποίει, πῇ μὲν σκώπτων, πῇ δὲ εἰρωνευόμενος, ἄλλοτε δὲ ὀνειδίζων καὶ προαρπάζων τοὺς λόγους καὶ ἀντιλέγων πρὸ τοῦ ἀποδοῦναι τὸν λέγοντα τὸ ἴδιον βούλημα, καὶ οὕτω πως ἀναγκάζων αὐτὸν καὶ ἄκοντα σιωπᾶν. διὰ γοῦν τῶν τοιούτων τρόπων καὶ μεταχειρίσεων διεπραγματεύσατο πάντων τὴν σιωπήν. καὶ ὅτε μὲν αὐτὸς ἔλεγε, εἰς πλάτος ἄμετρον τοὺς ἰδίους ἐμήκυνε λόγους καὶ συνεπέραινεν ὅ ἐβούλετο, καθὼς ἤθελεν. ὅτε δ΄ ἔλεγεν ἕτερος, προελάμβανε τὸν αὐτοῦ λόγον καὶ συνέχεε καὶ ἐκώλυε συμπερᾶναι τὸ αὐτοῦ βούλημα, ἀντειπεῖν δέ τις αὐτῷ οὐκ ἐτόλμα, δεδιὼς τὰ αὐτοῦ ἱταμώτατα σκώμματα. διὰ τῶν τοιούτων οὖν ποικίλων τρόπων καὶ λόγων ἔπραττεν ἅ ἐβούλετο. ἀλλ΄ ἕως ἔτι ὑγιῶς εἶχε περὶ τὰ δόγματα, ἦν σύμβουλος τῷ πατριάρχῃ καλῶν· οὐδὲ γὰρ δίκαιον εἴ τι κἄν καλὸν εἶχε σιωπηθῆναι, ἐπειδὴ πανταχοῦ τ΄ ἀληθῆ προειλόμην γράφειν. ἔλεγε τοίνυν πολλάκις τῷ πατριάρχῃ· οὐκ ἔστι καλὸν καθῆσθαι ἡμᾶς ἀργούς· δέον ἐστὶ σκέπτεσθαι καὶ βουλεύεσθαι περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. καὶ περὶ τὰ τέλη τῶν περὶ τῆς προσθήκης διαλέξεων εἶπε τῷ πατριάρχῃ, παρόντος καὶ τοῦ Νικαίας καὶ ἐμοῦ· παρακαλῶ μηδὲν καθήμεθα ἀργοί, ἀλλὰ, ἄν ὁρίσῃς, καλόν ἐστιν ἵνα σκεπτώμεθα καὶ βουλευώμεθα. δέον οὖν μοι δοκεῖ ἵνα εἰδῶμεν εἰ ἔχομεν χρήσασθαί τινι οἰκονομίᾳ ἤ οὐκ ἔχομεν· καὶ εἰ μὲν ἔχομεν ἔνδοσιν καὶ ἄδειαν παρὰ τῶν ἁγίων χρήσασθαι τῇ οἰκονομίᾳ, ὅπερ, ὅσον ἐγὼ νομίζω, οὐκ ἔστιν ἐνδεδομένον, ὅμως εἰ εὑρεθῇ, φυλαττέσθω παρ΄ ἡμῖν ἀνέκφορον· εἰ δέ ἐστιν ὅτι οὐκ ἔχομεν ἄδειαν οἰκονομεῖν, εἰς ὅ καὶ μᾶλλον συντίθεμαι, ἀπαγορευθήτω τοῦτο τῷ βασιλεῖ, ἵνα πληροφορηθῇ καὶ ἐκεῖνος, ὅτι οὐχ εὑρήσει παρ΄ ἡμῶν τινα οἰκονομίαν καὶ εἰδῇ πῶς ἄν τὸ πρᾶγμα οἰκονομήσειε, μήποτε θαρρῶν εἰς οἰκονομίαν μετέωρα ποιεῖ τὰ συνοδικά. εἰ ὁρίσεις οὖν, συναχθήτωσαν ἐνταῦθα οἱ κρείττονες πέντε ἤ ἕξ οἱ δυνάμενοι καλῶς σκέπτεσθαι, καὶ δι΄ ἐρεύνης καὶ συζητήσεως ἀκριβοῦς συμβουλευσάσθωσαν καὶ περιστησάτωσαν τὸ ποιητέον. ἔφη πρὸς ταῦτα ὁ πατριάρχης· οὐ δεῖ βουλεύεσθαι ἡμᾶς, ἀπόντος τοῦ βασιλέως· δόξειε γὰρ ἄν εἶναί τις διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν τε κἀκείνου· ἄλλως τε ὅτι ὁ βασιλεὺς εἰσβάλλει καλῶς ἐν τοῖσδε τοῖς συνοδικοῖς καὶ ἀναγκαῖόν ἐστι παρεῖναι καὶ αὐτόν. ὁ δὲ πνευματικὸς εἶπε· τῆς ἐκκλησίας ἐστὶ τὸ σκέπτεσθαι καὶ βουλεύεσθαι περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, καὶ ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου ὀφείλεις συγκαλεῖσθαι ἐκ τῶν τῆς Ἐκκλησίας τροφίμων τοὺς εἰδημονεστέρους καὶ συζητεῖν τὰ δέοντα καὶ βουλεύεσθαι (περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων καὶ οὕτως ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου ποιεῖν ὀφείλεις κατὰ κανόνας), καὶ οὐ γενήσεταί τις ἐκ τούτου διαφορά· ἔργον γάρ ἐστι τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴ ἐργάζεται τὰ ἑαυτῆς, ὁσάκις ἄν περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βουλεύηται. ἐγὼ δὲ καὶ ἕτερόν τι δειλιῶ, ἔφη, διὸ καὶ ἀναφέρω σοι. ἀκούων ὅτι ὁ πάπας βούλεται μεταβῆναι ἀλλαχόσε· νομίζω δὲ ὅτι καὶ ὁ βασιλεὺς ἔχει εἴδησίν τινα εἰς τοῦτο. εἰ οὖν μεταβῇ ὁ πάπας καὶ ἑλκύσῃ καὶ ἡμᾶς πορρωτέρω, οὐδὲν καλὸν γενήσεται ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ποιήσουσι πᾶν ὅ τι ἄν ὀρέγωνται οἱ Λατῖνοι. διὰ τοῦτο παρακαλῶ βουλεύθητι καλῶς καὶ περὶ τούτου καὶ περὶ οὗ προείρηκα· εἰ γὰρ ἀπαγορεύσεις τὰ δύο ταῦτα τῷ βασιλεῖ, ἕν μὲν, τὸ τῆς οίκονομίας, ὅτι οὐχ εὑρήσει ταύτην παρ΄ ἡμῶν, ἐπειδὴ οὐδὲ ἡμεῖς ὡς οἶμαι ἔχομεν ἔνδοσιν εἰς ταύτην παρὰ τῶν ἁγίων, ἕτερον δὲ τὸ τῆς μεταβάσεως, ὅτι ἐνδοτέρω οὐ μεταβησόμεθα, κἄν εἴ τι καὶ γένηται, <εἰ> καὶ ὡς ὁμολογούμενα καὶ ἀμεταποίητα πληροφορηθῇ ταῦτα ὁ βασιλεύς, αὐτὸς πάλιν ἐπιμελήσεται καὶ ἐλευθερώσει ἡμᾶς ἐντεῦθεν καὶ εἰς τὴν πατρίδα ἐπανασώσει· αὐτὸς γάρ ἐστι φρονιμώτερος καὶ ποριμώτερος πάντων τῶν ἐκεῖθεν ἐνθαδὶ παραγεγονότων, καὶ διὰ τῆς θαυμαστῆς αὐτοῦ γνώσεως εὑρήσει τρόπους καὶ πόρους, δι΄ ὧν ἐπανασώσει καλῶς ἡμᾶς οἴκαδε. ὡς οὖν ἤκουσε ταῦτα ὁ πατριάρχης, ἔφη, ὅτι· λέγεις μοί τινα ἅπερ ἔχεις ἐξ ὑπονοίας. πῶς ἄν οὖν εἴπω ἐγώ τι τῷ βασιλεῖ μὴ ἔχων τοῦτο ὁμολογούμενον ἀλλ΄ ἐξ ὑποψίας σου ἤ ἄλλου τινός; ὁ δὲ πνευματικὸς εἶπεν· οὐκ ἤθελον ἀναφέρειν τι ἤ τῇ μεγάλη ἁγιωσύνῃ σου ἤ τῷ βασιλεῖ τῷ ἁγίῳ, εἰ μὴ εἶχον πρότερον ὁμολογούμενον τὸ παρ΄ ἐμοῦ λεχθησόμενον. καὶ ἐν τῷ παρόντι οὖν πρῶτον ἐπληροφορήθην παρά τινος τῶν εἰδότων ἀκριβῶς τὰ παρὰ τοῦ βασιλέως πραττόμενα, καὶ οὕτως σοι ἀνέφερον τοῦτο. καὶ ὁ πατριάρχης ἔφη· εἰ εἴποις μοι τὸ πρόσωπον, τότε ἴσως ἔχω ἄν τι λέγειν τῷ βασιλεῖ· ἄνευ δὲ τούτου οὐ προσήκει μοι λέγειν. καὶ εἶπεν ὁ πνευματικός· τὸ μὲν πρόσωπον ἀδύνατόν μοί ἐστιν ἐξαγγεῖλαι, τὸ δὲ πρᾶγμά ἐστιν ὁμολογούμενον· παρὰ γὰρ τοῦ εἰδότος καλῶς τοῦτο πεπληροφόρημαι. ὅμως φανερόν ἐστιν ὅτι ὁ πάπας συμβιβάζεται ἀπελθεῖν ἀλλαχόσε. καὶ εἶπεν ὁ πατριάρχης· τί πρὸς ἐμέ, εἰ ἀπέλθοι ὁ πάπας, ἐπεὶ οὐ διεμηνύσατό μοί τι περὶ τούτου; ἀπελθέτω ὅποι βούληται· καὶ εἰ διαμηνύσει μοι, τότε ἐρῶ, ὅτι· οὐδὲ ᾔδειν, οὔτε συνεβουλευσάμην τι περὶ τούτου· διὸ οὐδὲ ἀκολουθήσω σοι. καὶ εἶπεν ὁ πνευματικός· δειλιῶ μήποτε προφθάσῃ ὁ βασιλεὺς καὶ δώσει λόγον περὶ τουτου τῷ πάπᾳ. εἰ οὖν εὑρεθῇ τότε ὁ βασιλεὺς προδεδωκὼς συγκατάθεσιν, ἀδύνατόν ἐστιν ἐᾶσαί τινα ποιῆσαι ἄλλο, παρὸ ἐκεῖνος συνέθετο, καὶ πρὸ πάντων ἑλκύσῃ τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου. ὁ δὲ πατριάρχης ἔφη· πρῶτον δεῖ πληροφορηθῆναί με, ὅτι γίνεται ὅ λέγεις, καὶ τίς ἐστιν ὁ εἰδὼς καὶ εἰπών σοι τοῦτο· οὕτω δὲ ἁπλῶς λέγειν τῷ βασιλεῖ λόγους κενοὺς οὐ προσήκει μοι. καὶ οὕτω παρεκρούσατο τοὺς λόγους τοῦ πνευματικοῦ. ἕως μὲν οὖν ὑγιῶς ὡς ἔφην διέκειτο, καὶ καλῶς συνεβούλευε καὶ συνήργει καὶ διὰ τιμῆς ἦγε πάντας· ὅτε δ΄ ἄλλην ἐτράπετο, τότε καὶ τἀναντία τούτων ἐποίει καὶ ἔσκωπτε καὶ εἰρωνεύετο καὶ ἠναισχύντει· καὶ ὁσάκις εἰς λόγους καὶ συζητήσεις ἐχώρουν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου, αὐτὸς μὲν ὁ πνευματικὸς ἐπὶ μήκιστον ἐξέτεινε τοὺς ἰδίους λόγους, τῶν δ΄ ἄλλων τοὺς λόγους προανήρπαζε καὶ συνέστελλε καὶ ἀντέλεγε καὶ ἐνέκοπτε. καί ποτε καὶ ὁ Ἀγχιάλου ἀρξάμενος ὀλίγον τι εἰπεῖν καὶ κωλυθεὶς παρ΄ αὐτοῦ, ἀγανακτήσας εἶπε· κύριε ἐλέησον, σὺ ἐν πάσαις ταῖς συνελεύσεσι λέγεις λόγους πλείους τοῦ ἔμελλεν ἄρα καὶ ἰδιοποιῇ καὶ καταναλίσκεις τὸ πλεῖον τῆς ἀποταχθείσης ὥρας εἰς τοὺς λόγους σου· ἐγὼ δὲ ἐν πάσαις οὐκ εἶπον ὅσα τὰ τοῦ Πάτερ ἡμῶν εἰσι ῥήματα, καὶ κἄν ἄφες μοι ἵνα τελειώσω τὰ δύο ἡ τρία μου λογίδρια. καὶ εὐθὺς εἶπεν ὁ πνευματικός· καλῶς λέγεις, καλῶς, καὶ λοιπὸν ἵνα σιωπῶ. ἔκτοτε οὖν ἐσιώπα εἰς τὸ φανερὸν καὶ τὸν Ἀγχιάλου ὁρῶν ἔλεγεν· ἰδού καὶ ὁ παιδευτὴς μου. ὕστερον δὲ καὶ ὁ πατριάρχης ηὐχαρίστησε τῷ Ἀγχιάλου, ὅτι ἐκ μέρους συνέστειλεν αὐτόν, καὶ οὐκ ἐπλατύνετο μέχρι τινός. ὅτε δὲ ἤρξαντο λέγειν περὶ μεσοτήτων ἑνωτικῶν, τότε καὶ πλέον ἤ πρότερον καὶ ἔλεγε καὶ ἔπραττε καὶ πάντα τὰ περὶ ἑνώσεως δι΄ αὐτοῦ συνεσκευάζοντο.
- [←152]
-
Κατά τον Laurent 1971: 349 σημ. 1, υπάρχει προφανής αντίφαση ανάμεσα σε αυτή την επαναλαμβανόμενη δήλωση και στο σχέδιο που αποδιδόταν στον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, να μεταφέρουν τούς Γραικούς πιο βαθιά στο εσωτερικό τής χώρας. Κατά τον ίδιο μάλλον δεν επρόκειτο για σχέδιο, αλλά για θέσεις που υιοθετούνταν διαδοχικά, ανάλογα με τις συνθήκες τόπου και χρόνου.
- [←153]
-
Κατά τον Laurent 1971: 349 σημ. 2, ο Creyghton 1660 προσθέτει ακόμη περισσότερα σ΄ εκείνα τού Συρόπουλου, η κρίση τού οποίου έρχεται σε αντίθεση με την αίσθηση των συγχρόνων, Γραικών και Λατίνων. Ο Πίος Β΄, Commentarii rerum memorabilium, Frankfurt 1614, I, xi, σελ. 300, λέει ακόμη ότι ο Γρηγόριος πέθανε στη Ρώμη (το 1459) με οσμή αγιότητας.
- [←154]
-
Συρόπουλος 6.48: Ἀλλ΄ ἐπανακτέον τὸν λόγον ὅθεν ἐξέβη. παυσαμένων τῶν διαλέξεων πάλιν ἐν ἀργίᾳ καὶ ἐνδείᾳ ἦμεν πολλῇ· τὸ γὰρ δοθὲν σιτηρέσιον προκατηνάλωτο καὶ τῷ πατριάρχῃ ἐπιτιθέμεθα, λέγοντες ὅτι· ἡμεῖς ὁρῶμεν τοὺς Λατίνους οὐδ΄ ὅλως ἐνδίδοντάς τι ἀφ΄ ὧν εἰπεῖν φθάσουσιν· ἀκούομεν δὲ ὅτι βούλονται καὶ ἐνδοτέρω ἡμᾶς ἀπαγαγεῖν (ἤρξατο γὰρ πλατύνεσθαι, ὅτι ὁ πάπας βούλεται μεταβῆναι)· διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν ἵνα σπουδάσῃ ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου ἐπιμελῶς καὶ καταπείσῃς τὸν βασιλέα, ἵνα ἐντεῦθεν ὑποστρέψωμεν οἴκαδε· πληροφορούμεθα γὰρ ὡς οὐ γενήσεταί τις διόρθωσις εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα. ἔλεγεν οὖν ὁ πατριάρχης, ὅτι· μηδὲν ἔχετε λογισμὸν περὶ τούτου· ὑποστρέψομεν γάρ καὶ οὐδὲ περαιτέρω μεταβησόμεθα.
