Σημειώσεις Κεφαλαίου 11

Σημειώσεις Κεφαλαίου 11

[←1]

Συρόπουλος 11: Τμῆμα ΙΑον. Ἐν ᾧ περὶ τῆς εἰς Βενετίαν ἀναστροφῆς ἡμῶν καὶ ὅπως ἐλειτουργήσαμεν ἐν τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου Μάρκου ἀξιώσει τοῦ δούκα καὶ προστάξει καὶ ἐπιθέσει τοῦ βασιλέως, καὶ ὅπως ἐπανήλθομεν οἴκαδε, καὶ περί τινων γεγονότων ἐν τῇ ἐπανόδῳ ἡμῶν. ἀπομνημονευμάτων ια.

[←2]

Συρόπουλος 11.1: Ὁ μητροπολίτης Κυζίκου κῦρ Μητροφάνης, ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας πάνυ καλῶς ἐν τῇ μοναχικῇ διαπρέψας πολιτείᾳ καὶ τοῦ ἐναρέτου ἀντιποιούμενος βίου καὶ καλῶς ἑαυτὸν εἰς ταῦτα ῥυθμίσας, μέγα κλέος παρὰ πᾶσιν ἐκτήσατο, καὶ ἐσέβοντο καὶ ἐτίμων αὐτὸν πάντες, ὡς σεβάσμιον καὶ θεῖον καὶ ἐνάρετον ἄνθρωπον· ἀλλ΄ ὁ τοιοῦτος μετὰ θάνατον τοῦ πατριάρχου ἐψιθυρίζετο παρά τινων τῶν τοῦ βασιλέως οἰκιακῶν καὶ ἐσαίνετο τῇ εἰς τὸ πατριαρχεῖον ἀνόδῳ, ἔτι ὤν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ, καὶ οὕτως εἰς τὰ βασιλικὰ θεσπίσματα ὑπεσύρετο. ὅτε τοίνυν παρεσκευάζετο καὶ οὗτος ἐξελθεῖν ἐκ τῆς Φλωρεντίας μετὰ καὶ ἑτέρων ἀρχιερέων, εἶχε μὲν τὸ μέγα σχῆμα, ὅ περιετίθετο, ἀπῃωρημένον ἄνωθεν τοῦ ἰδίου κοιτωνίσκου, εἶχε δὲ καὶ τὴν τῶν θείων μυστηρίων παρακαταθήκην ἐν ἰδίῳ τόπῳ πεφυλαγμένην. τὰ οὖν ἐνδύματα καὶ τὰ χρειώδη ὅσα εἶχον μικρά τε καὶ μεγάλα συστέλλοντες καὶ διευθετοῦντες οἱ καλόγηροι αὐτοῦ, ἐξέβαλον πάντα καὶ παρεδίδουν εἰς φορτία, τὸ δὲ σχῆμα καὶ ἡ παρακαταθήκη γεγόνασιν ἀφανῆ ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἀπῃώρηντο, καὶ πολλὰ ζητήσαντες καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ ἀνερευνήσαντες καὶ ἀναμοχλεύσαντες καὶ πάνυ μογήσαντες ἐντός τε καὶ ἐκτός, οὐ μόνον οἱ καλόγηροι, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Κυζίκου οὐδὲν τῶν δηλωθέντων εὑρεῖν ἠδυνήθησαν. ἦν οὖν παράδοξον καὶ ὡς τέρας ἐσημειώθη παρά τινων, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀπώλετω τῶν δυναμένων καὶ εἰς ἀργύρια ἱκανὰ καὶ εὐκόλως διαπραθῆναι, ἀλλ΄ ἤ ταῦτα μόνα τιμιώτατα μὲν ὄντα καὶ αὐτά, μᾶλλον δὲ ὑπέρτιμα, μήτε δὲ ὅμως εἰς πρᾶσιν ἐπιτήδεια, μήτε εἰς χρῆσίν τινα τοῖς ἐκεῖσε ἤ ἄλλοις ἐσόμενα, καὶ ταῦτα μηδενὸς ἐξωτερικοῦ εἰσελθόντος τῷ τότε ἐν τῇ οἰκίᾳ· διὸ καὶ ἀπειρηκότες ἀπεδήμησαν, μήτε αὐτοὶ μήθ΄ ἕτεροί τινες ὕστερον εὑρεῖν τι δυνηθέντες τῶν εἰρημένων.

[←3]

Πέρα από αυτά που αναφέρει εδώ ο συγγραφέας για τον μητροπολίτη Μητροφάνη τίποτε δεν είναι γνωστό, εκτός από το ότι ήταν παρών στις 17 Φεβρουαρίου 1421 ή 1436 σε πράξη πώλησης. Σύμφωνα με τον Σχολάριο, Œuvres, IV, 510, ἐπατριάρχευσε δι΄ ἁπλότητα και θα είχε εγκαταλείψει την Ένωση, αν δεν τον εμπόδιζαν οι υποστηρικτές του, οι Λατίνοι (Laurent 1971: 522 σημ. 1).

[←4]

Στο κείμενο μέγα σχῆμα. Μεγάλο μαύρο ωμοφόριο, με κεντημένα πάνω του σύμβολα τού θείου πάθους και διάφορες επιγραφές. Το φορoύσε όποιος γινόταν μεγαλόσχημος μοναχός. Ο Μητροφάνης, όπως και οι περισσότεροι Βυζαντινοί επίσκοποι, ήταν μοναχός και ήταν φυσιολογικό να έχει αυτό το ρούχο στις αποσκευές του. Ο Creyghton 1660: 312, θεωρεί ότι το μέγα σχῆμα είναι πολυτελείς κουρτίνες που πλαισιώνουν το κρεβάτι τού μητροπολίτη (cum magnam lautitiem haberet in velamentis ac cortinis, quae a summo laqueari lecto suo circumfundebantur).

[←5]

Συρόπουλος 11.2: Καὶ ὅτε ἐγγὺς τῆς Βενετίας ἐγένοντο, ἔνθα καὶ ὀλίγη θάλασσα τῇ ἰλύϊ ἐπιπολάζει, εἷς τῶν ἐν τῷ πλοίῳ ναυτῶν, ἐν ᾧ καὶ ὁ Κυζίκου παρῆν, ἱστάμενος ἐπὶ τῆς ἀκάτου, ὡς ἔθος τοῖς Λατίνοις, καὶ τὴν κώπην ἐρέττων, ὀλισθήσας ἔπεσεν ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐγένετο ἀφανής, καὶ ἀκριβῶς ἐρευνησάντων τῶν λοιπῶν ναυτῶν οὐδαμῶς εὑρεῖν αὐτὸν ἠδυνήθησαν. ἠπόρησαν οὖν εἰς τοῦτό τινες, πῶς καὶ ἄλλων πολλῶν πλοίων ὄντων σὺν αὐτῷ, οὐ γέγονε τοῦτο τὸ σύμπτωμα ἐν ἑτέρῳ, εἰ μὴ ἐν ᾧ ηὑρίσκετο ὁ Κυζίκου. ὅμως συνηθροίσθημεν πάντες εἰς τὴν Βενετίαν καὶ ἐξεδεχόμεθα τὸν βασιλέα· πρὸ ἡμῶν δ΄ ἐν αὐτῇ παρεγένετο ὁ φυγὰς Σταυρουπόλεως καὶ ἐφυλάχθη παρὰ τοῦ δεσπότου· ἤκουσαν γάρ τινες τῶν Λατίνων ὅτι οὐ στέργει τὴν ἕνωσιν καὶ ἤθελον διαχειρίσασθαι αὐτόν..

[←6]

Που είχε φτάσει στη Βενετία την 1η Ιουλίου (Laurent 1971: 524 σημ. 1).

[←7]

Συρόπουλος 11.3: Ὁ δὲ Κυζίκου κατέλυσεν ἐκεῖσε εἰς μοναστήριον. ἐν κυριακῇ οὖν τῆς πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, προσλαβόμενος καὶ τέσσαρας ἐκ τῶν ἡμετέρων, ἐλειτούργησεν εἰς τὸ κελλίον ἐν ᾧ κατῴκει, καὶ ἀνεκήρυξε καὶ τὸ τοῦ πάπα μνημόσυνον· προσεκαλέσατο δὲ καὶ τοὺς ἐν τῇ αὐτῇ μονῇ λατινομονάχους, ἵν΄ ἴδωσι λειτουργίαν φιλότιμον, οἵ καὶ ἀπεδέξαντο ἰδόντες αὐτήν, καὶ εἶπον ὅτι· ἡμεῖς ἑορτάζομεν ἐν τῇδε τῇ μονῇ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου. ζητοῦμεν μὲν οὖν καὶ ἀξιοῦμεν τὴν σὴν ἁγιότητα, ἵνα συμπαραλαβὼν καὶ τοὺς λοιποὺς ἱερεῖς καὶ διακόνους, ὅσους ἔχετε, λειτουργήσῃς εἰς τὸ μέσον καὶ μέλλομεν ἑτοιμάζειν ὑμῖν καὶ τράπεζαν. ὁ δὲ συνέθετο τοῦτο ποιῆσαι. ἀκούσαντες δὲ ταῦτα οἱ λοιποὶ ἀρχιερεῖς ἐδυσχέραινον λέγοντες· ἡμῶν μὴ ἐχόντων πατριάρχην, πῶς ἐμνημονεύθη ὁ πάπας; πόθεν δὲ εἶχεν ὁ Κυζίκου τὴν ἄδειαν; ἤ τί ἠνάγκασεν αὐτὸν ἵνα τοῦτο ποιήσῃ; καὶ ἐβούλοντο κωλῦσαι καὶ ἐπιπλῆξαι αὐτὸν ἀδελφικῶς. προέλαβε δὲ ὁ δεσπότης ὁ ὀρθοδοξότατος καὶ συνέστειλεν αὐτόν· προσελθόντος γὰρ αὐτῷ τοῦ Κυζίκου ἀναγγεῖλαι τὸ γεγονὸς καὶ βουλεύσασθαι καὶ περὶ τῆς εἰς τὸ ἑξῆς λειτουργίας, ὁ δεσπότης δὲ εἶπεν αὐτῷ· καλὸν ἦν ὅ ἐποίησας, δέσποτα; καὶ οὕτως ἔδει ποιῆσαι ἀρχιερέα γέροντα καὶ καλὸν ἄνθρωπον; πρῶτον μὲν οὐκ εἶχες λόγον εἰς τοῦτο παρὰ τοῦ βασιλέως τοῦ ἀδελφοῦ μου· εἶτα οὔτε πατριάρχην ἔχομεν, ἵνα πράττητε μετ΄ ἐκείνου τὰ ἐκκλησιαστικά. πόθεν οὖν εἶχες τὴν ἄδειαν ἵνα μνημονεύσῃς τὸν πάπαν; εἰσὶν ἐνταῦθα καὶ ἕτεροι ἀρχιερεῖς καὶ πρῶτοι καὶ τίμιοι καὶ αἰδέσιμοι, καὶ ὥσπερ οὐδὲ ἐκεῖνοι ἐποίησάν τι, οὕτως οὐδέ σε ἔδει ποιῆσαι. διὰ τοῦτο μηδὲ εἰς τὸ ἑξῆς ποιήσῃς τι.

[←8]

Συρόπουλος 11.4: Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὴν Βενετίαν τῇ ἕκτῃ τοῦ σεπτεμβρίου, συνεπαγόμενος μεθ΄ ἑαυτοῦ καὶ τὸν Ἐφέσου· ἐκράτησε γὰρ αὐτὸν ἐκεῖσε καὶ ἀνέπαυσε καὶ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ εἰς τὴν Βενετίαν διέσωσεν· εἶτα καὶ εἰς τὸ ἴδιον ἐμβιβάσας κάτεργον δι΄ ἀσφάλειαν καὶ ἀνάπαυσιν αὐτοῦ, οἴκαδε ἐπανήγαγε. τὸ δὲ κάτεργον τὸ βασιλικὸν εὐτρεπιζόμενον ἀπηρτίσθη, καὶ τῇ τρίτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ σεπτεμβρίου, ἡμέρᾳ σαββάτῳ, ἐποίησαν ἁγιασμὸν εἰς τὸ κάτεργον καὶ εἵλκυσαν αὐτὸ εἰς τὴν θάλασσαν ἐντὸς τοῦ ἀρσανᾶ. κατ΄ ἐκείνην δὲ τὴν νύκτα ἐγένετο πυρκαϊὰ ἐν τῷ ἀρσανᾷ, ἐν ᾧ οἰκήματι ἐτεκταίνετο τὰ βέλη, καὶ ἐνεπρήσθησαν οἰκήματα τρία μετὰ τῶν ἐντὸς αὐτῶν ὅπλων καὶ κάτεργα τρία γενουϊτικὰ μετὰ τῶν σκεπαστῶν αὐτῶν, ἅ ἔλαβόν ποτε ἐκ τῆς γλόντζας ναυμαχήσαντες, καὶ ἵσταντο ἀργὰ ἐπέκεινα τῶν ἑπτὰ χρόνων δι΄ ἔνδειξιν μόνον, καὶ εἰ μὴ γνοὺς τὴν πυρκαϊὰν ὁ Ἡρακλείας ἐδήλωσε τοῖς ἐν τῷ ἀρσανᾷ, ὡς οἰκῶν ἐγγύς, μεγίστη ἄν ἐγεγόνει ζημία. ὁ δὲ βασιλεὺς διαυγαζούσης τῆς τετάρτης καὶ δεκάτης τοῦ σεπτεμβρίου ἀπῆλθεν εἰς τὴν Πάτουβαν θεωρίας χάριν καὶ τέρψεως μήτε διὰ τὸ τῆς κυριακῆς αἰδέσιμον, μήτε διὰ τὴν ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ δυσωπηθεὶς περιμεῖναι, μήτε τῇ ζημίᾳ τῶν Βενετίκων ἐπικαμφθείς· ὑπέστρεψε δὲ μετὰ δύο ἡμέρας καὶ περιέμενεν ἡμέρας πολλάς, μέχρις ἄν ἀπαρτισθῶσι τὰ κάτεργα.

[←9]

Ο δόγης (Φραντσέσκο Φόσκαρι) βγήκε από τη Βενετία πάνω στον Μπουσιντόρο, για να συναντήσει τον αυτοκράτορα στο νησί τού Σαν Κλεμέντε, ανάμεσα στο Λίντο και τη Τζουντέκα. Πήγε σε αυτό το μέρος με επίπεδη βάρκα, ανέβασε τον αυτοκράτορα στο πλοίο πέρα από το Μαλαμόκο και τον πήγε στο νησί τού Σαν Τζόρτζιο Ματζόρε, όπου θα διέμενε. Αυτή τη φορά ο καιρός ήταν πολύ όμορφος, ήταν γιορτινός και ήταν Κυριακή! (Laurent 1971: 525 σημ. 3)

[←10]

Η Ενετική Σινιορία είχε πάρει από την 1η Αυγούστου μέτρα, για να επισπεύσει τον εξοπλισμό των πλοίων που θα έπαιρναν τούς Γραικούς πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Τον στόλο τής επιστροφής αποτελούσαν η αυτοκρατορική γαλέρα, δύο ελαφρές γαλέρες που είχαν ναυλωθεί από τούς εκπροσώπους τού πάπα και οι γαλέρες τής Ρωμανίας. Ο στόλος έπρεπε να μεταφέρει τον αυτοκράτορα στη Λήμνο και να παραμείνει εκεί τρεις ή τέσσερις ημέρες, για να τον τιμήσει και να παρέχει ασφάλεια. Καθώς σε κάθε πλοίο μπορούσαν να επιβιβαστούν εκατό Γραικοί πέρα από τα εμπορεύματα, οι επτακόσιοι άνθρωποι που έπρεπε να επαναπατριστούν είτε θα επιβιβάζονταν και σε άλλα πλοία είτε θα ακολουθούσαν τη χερσαία διαδρομή (Laurent 1971: 525 σημ. 4).

[←11]

Στο κείμενο ἀρσανάς, από την ενετική λέξει αρσενάλε. Ο ναύσταθμος (αρσενάλε) τής Βενετίας καταλαμβάνει το ανατολικό άκρο τού νησιού, στην περιοχή Καστέλλο (Φρούριο) τής πόλης.

[←12]

Στο κείμενο γλόντζα: Η Κιότζα (Chioggia) μεταξύ Βενετίας και εκβολών Πάδου στην Αδριατική. Το λατινικό της όνομα ήταν Κλόντια (Clodia). Το όνομα Γλόντζα (Κλότζα;), που χρησιμοποιεί ο Συρόπουλος, ίσως αποτελούσε μεταβατική ονομασία, ύστερα από τη λατινική και πριν από τη σύγχρονη.

[←13]

Στον Πόλεμο τής Κιότζα μεταξύ Γένουας και Βενετίας η πόλη κατακτήθηκε αρχικά από τούς Γενουάτες (1378), αλλά τελικά επικράτησαν οι Ενετοί (1381) καταλαμβάνοντας και γενουάτικα πλοία στο λιμάνι της. Τα μεταπολεμικά ζητήματα ρυθμίστηκαν με τη συνθήκη τού Τορίνο (1382), στα πλαίσια τής οποίας ο τερματισμός τής σύγκρουσης μεταξύ των δύο ναυτικών κρατών προέβλεπε επίσης για την ελληνική Τένεδο την ανάλγητη καταστροφή και ερήμωση τού νησιού. Τα γενουάτικα λοιπόν πλοία που υπήρχαν στον ναύσταθμο (αρσενάλε) τής Βενετίας ως εκθέματα και αναμνηστικά τής νίκης αυτής, δεν πρέπει να βρίσκονταν εκεί απλώς «περισσότερο από επτά χρόνια», όπως γράφει ο Συρόπουλος, γιατί το 1439 απέχει τουλάχιστον πενήντα χρόνια από τον Πόλεμο τής Κιότζα (1378-1381).

[←14]

O Jorga, Notes, III, σελ. 48, σημ. 2, λέει στις 12 Σεπτεμβρίου και διευκρινίζει ότι αφού πέρασε μέσω τής Πάδουας για να κυνηγήσει στην περιοχή τού Τρεβίζο, επέστρεψε στις 15 τού μηνός (Laurent 1971: 527 σημ. 3).

[←15]

Στο κείμενο Πάτουβα, η σημερινή Πάντοβα, 50 περίπου χιλιόμετρα δυτικά τής Βενετίας.

[←16]

Κατά τον Laurent 1971: 527 σημ. 4, ο Συρόπουλος κάνει λάθος, Το 1439 η 14 Σεπτεμβρίου έπεφτε Τρίτη, όχι Κυριακή (το Πάσχα ήταν στις 5 Απριλίου).

[←17]

Συρόπουλος 11.5: Μεταξὺ δὲ τῶν ἡμερῶν ἐζήτησεν ὁ δούξ τὸν βασιλέα, ἵνα λειτουργήσωσιν οἱ ἡμέτεροι εἰς τὸν ἅγιον Μάρκον, ὡς ἄν ἴδῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἡμετέραν λειτουργίαν. καὶ ἴσως εἶχε μὲν καὶ ὁ δούξ τοῦτο δι΄ ἐφέσεως· τὸ δὲ πλέον ἦν ὑποβολὴ τῶν ἡμετέρων, ἵν΄ ὠθήσωσι καὶ τοὺς ἀηδῶς διατεθέντας ἐπὶ τῇ ἑνώσει καὶ μὴ προθύμως αὐτὴν δεξαμένους λειτουργῆσαι ἐν λατινικῷ ναῷ. καὶ ἐπένευσεν ὁ βασιλεὺς τοῦτο γενέσθαι· εἶτα βουλεύσατο περὶ τούτου μετὰ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου, εἰ ἄρα προσήκει τοὺς ἀρχιερεῖς λειτουργῆσαι πάντας ὁμοῦ ἤ ἕνα ἀρχιερέα μετὰ τριῶν ἤ τεσσάρων ἱερέων καὶ διακόνων. εἶπεν οὖν ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος· τὸ μὲν λειτουργῆσαι πέντε ἤ ἕξ ἐν μεγάλῳ ναῷ καὶ τοσούτῳ πλήθει ἀνθρώπων οὐ φανεῖται ἔνδοξον· χρὴ δὲ γενέσθαι τὴν λειτουργίαν ἡμῶν ἔνδοξον καὶ περίφημον. πάλιν δὲ τὸ λειτουργῆσαι πάντας οὐ διασώσει ἡμῖν τὸ τίμιον· πολλοὶ γάρ εἰσι, καὶ ἐν τοῖς πολλοῖς εἰσι καί τινες ἀπρόσεκτοι καὶ οὐκ εἰδότες εὐτακτεῖν ἐν τῇ λειτουργίᾳ· οἱ δὲ Λατῖνοί εἰσι πεπαιδευμένοι καὶ πᾶσαν εὐταξίαν καὶ εὐλάβειαν τηροῦσιν ἐν αὐτῇ. εἰ οὖν τις τῶν πολλῶν ποιήσει ἀπρόσεκτόν τι καὶ ἀπᾷδον, εἰς πάντας ἀναδραμεῖται τὸ ἔγκλημα, καὶ ἀντὶ ἐπαίνου καὶ τιμῆς προξενήσομεν ἑαυτοῖς ὄνειδος καὶ ἀτιμίαν. διὰ τοῦτο προσήκει ἵνα λειτουργήσωσι δέκα ἐκ τῶν ἀρχιερέων, δύο ἐκ τῶν ἀρχόντων τῶν σταυροφόρων οἱ εὐλαβέστεροι καὶ αἰδεσιμώτεροι καὶ οἱ λοιποὶ ἄρχοντες τῆς ἐκκλησίας οἱ ὀφφικιάλιοι καὶ ἐκ τῶν ἱερομονάχων καὶ πρεσβυτέρων οἱ εὐλαβέστεροι, καὶ οὕτω γενήσεται ἡ λειτουργία ἡμῶν ἔνδοξος καὶ περιφανής.

[←18]

Συρόπουλος 11.6: Ἀπεδέξατο αὐτὰ ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν αὐτῷ ἵνα ἐκλέξηται καὶ τὰ πρόσωπα. παρέδραμεν οὖν τῶν ἀρχιερέων ὅσους οἶδεν αὐτομολήσαντας εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ προθύμως στέργοντας αὐτήν, καὶ οὔτε Ῥωσίας, οὔτε Κυζίκου ἐμνήσθη, οὔτε Νικαίας, οὔτε Μιτυλήνης, οὔτε τινὸς τῶν ὁμοίων· ἐξελέξατο δὲ ὅσους οἶδεν ὑπογράψαντας μὲν, μεταμελουμένους δὲ καὶ ἀντιβαίνοντας, οἷον τὸν Ἡρακλείας, εἰδὼς αὐτὸν ἄκοντα ὑπογράψαντα καὶ μηδὲ φορέσαντα ἐν τῇ ἑνώσει, ὁμοίως καὶ τὸν Ἀγχιάλου καὶ ἄλλους τοιούτους· εἶτα ἐκ τῶν ἀρχόντων τῶν σταυροφόρων ἀπεδοκίμασε τὸν μέγαν σακελλάριον ὡς γέροντα καὶ δυσειδῆ καὶ κακόφωνον καὶ ἀνάρμοστον εἰς τὸ εὐαγγελίσασθαι καὶ ὅτι ἀρκοῦσα φροντὶς αὐτῷ ἡ τῶν ἱερῶν σκευῶν, ὅτι κατεῖχεν αὐτά· ὁμοίως καὶ τὸν μέγαν σκευοφύλακα ὡς λίαν διακεχυμένον καὶ ἀστειευόμενον καὶ γελῶντα, τότε δὲ καὶ βήχοντα καὶ πτύοντα πάνυ. ὁ δὲ μέγας χαρτοφύλαξ, ἔφη, καὶ ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης εἰσὶν εὐλαβεῖς καὶ αἰδέσιμοι καὶ εὔστολοι ἀνθρωποι καὶ λειτουργησάτωσαν καί τινες τῶν ἐφεξῆς ἀρχόντων τοιοῦτοι. ἡ ἐπίνοια δὲ αὐτοῦ πᾶσα ἦν περὶ τοῦ Ἡρακλείας καὶ τοῦ Ἀγχιάλου καὶ περὶ ἡμῶν τῶν δύο, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀποφυγήν.

[←19]

Ο Ισίδωρος Κιέβου έφυγε από τη Φλωρεντία στις 6 τού μηνός και έφτασε στη Βενετία στις 15 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που ο αυτοκράτορας επέστρεψε από την εκδρομή του. Η βυζαντινή λειτουργία στον Άγιο Μάρκο έγινε Κυριακή (βλέπε κεφ. ια’, παρ. 9). Έγινε επομένως στις 20 ή 27 Σεπτεμβρίου (Laurent 1971: 527 σημ. 5).

[←20]

Ο Βησσαρίων βρισκόταν ακόμα στη Φλωρεντία στις 13 Αυγούστου (βλέπε πιο πάνω, σημ. 67 κεφαλαίου ι’). Θα έφτανε στη Βενετία μέσω Βερόνα, μαζί με άλλους φιλο-ενωτικούς αρχιερείς όπως ο Μυτιλήνης Δωρόθεος (Laurent 1971: 527 σημ. 6).

[←21]

Σχετικά με αυτό το θέμα, δείτε την μετά τη σύνοδο στάση των μητροπολιτών και άλλων βυζαντινών αρχιερέων που ήσαν παρόντες στη Φλωρεντία, στον Σχολάριο, Œuvres, III, σελ. 194, 195 (Laurent 1971: 529 σημ. 1).

[←22]

Συρόπουλος 11.7: Ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεὺς καὶ ἔγραψαν ἐν καταστίχῳ ὅσους ἐξελέξατο ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος· εἶτα ὥρισε καὶ συνήχθησαν εἰς τὸ παλάτιον οἱ ἐκλεγέντες ἀρχιερεῖς καὶ ὁ μέγας χαρτοφύλαξ μετ΄ αὐτῶν. εἶπεν οὖν ὁ βασιλεύς πῶς διεμηνύσατο ὁ δούξ καὶ ἠξίωσεν ἵνα λειτουργήσωσιν οἱ ἡμέτεροι εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Μάρκου. ἐφάνη οὖν καλὸν καὶ ἐξελεξάμεθα ὑμᾶς, ἵνα λειτουργήσετε. γινώσκετε οὖν τοῦτο ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἑτοιμάσθητε ἵν΄ αὔριον λειτουργήσετε. εἶπεν οὖν ὁ Ἡρακλείας, ὅτι· ἐγὼ οὐδὲν δύναμαι ἵνα λειτουργήσω, καὶ παρακαλῶ συμπάθησόν μοι. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· λειτούργησον, νὰ σωθῇς. ὁ δὲ εἶπεν· ἀσθενής εἰμι καὶ οὐ δύναμαι. καὶ ὁ βασιλεὺς ἔφη· δύνασαι, καὶ ζητῶ ὡς ζήτημα ἵνα λειτουργήσῃς. ὁ δὲ εἶπεν· ἀγανακτῶ τὴν κεφαλήν μου, καὶ εἰ ἀσκεπῆ καταλείψω ταύτην, εὐθύς εἰμι ἀσθενής. καὶ ὁ βασιλεὺς ἔφη· λειτούργησον καὶ ἔσο ἐσκεπασμένος. ὁ δὲ εἶπεν· οὐ προσήκει τοιοῦτόν τι γενέσθαι ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ δουκὸς καὶ τῶν Λατίνων, οἵ περιεργάζονται ἀκριβῶς καὶ μέμφονται τὰ τοιαῦτα. καὶ ὁ βασιλεύς· χρεία ἐστὶν ἵνα λειτουργήσῃς καὶ λειτούργησον. ὁ δὲ εἶπε· τίς ἀνάγκη ἐπεὶ ἀγανακτῶ; λειτουργησάτω ὁ Τραπεζοῦντος ἤ ἕτερος ὁ ὤν ὑγιής. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· ἄφες τοὺς λόγους· σὺ γὰρ θέλεις λειτουργήσειν. εἶτ΄ ἀπέβλεψε πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ κατένευσαν. ὁ δὲ Ἀγχιάλου εἶπεν· οὐκ ἔχω ἀλλαγήν· διὸ οὐδὲ λειτουργήσω. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς· ζήτησον ἀφ΄ ἑτέρου καὶ λειτούργησον. ὁ δὲ εἶπεν· οὐ θέλω, ἵνα ἐντρέπωμαί τινα ἐν οἷς οὐκ ἔχω χρείαν. καὶ ὁ βασιλεὺς ἔφη· ἀλλ΄ ὁρίσομεν ἡμεῖς καὶ εὑρήσουσί σοι ἀλλαγήν. ὁ δὲ Ἀγχιάλου εἶπε· καὶ οὐκ ἔστι κάλλιον ἵνα λειτουργήσῃ ὁ ἔχων ἀλλαγὴν καὶ μέλλων μοι δανείζειν αὐτήν, παρὸ ἐμὲ τὸν μὴ ἔχοντα, μηδὲ ἀποδεχόμενον δανεισθῆναι; καὶ ἐπὶ τούτοις ἐξῆλθον.

[←23]

Κοινή έκφραση τής εποχής. Βλέπε πιο πάνω, κεφ. ζ’, παρ. 6 και 17.

[←24]

Συρόπουλος 11.8: Ὁ δὲ βασιλεὺς διεμηνύσατο καὶ τοῖς μὴ παρατυχοῦσιν ἐκεῖσε ἵνα λειτουργήσωσιν ἀπαραιτήτως. ὁ δὲ Ἡρακλείας στενοχωρούμενος παρεγένετο εἰς τὰ πρόπυλα τοῦ ἁγίου Μάρκου· μετεκαλέσατο δ΄ ἐκεῖσε τὸν μέγαν χαρτοφύλακα καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐγὼ εὗρον κώλυμα κανονικὸν δι΄ οὗ ἐκφεύξομαι τὸ λειτουργῆσαι· ὥρισε γὰρ ὁ βασιλεὺς ἵνα λειτουργήσῃ καὶ ὁ Λακεδαιμονίας. αὐτὸς οὖν περιπέπτωκεν ἐγκλήματι κανονικῷ καὶ περιέστησα ἵνα μηδὲν συλλειτουργήσω αὐτῷ. διὸ ἐφάνη μοι καλόν, ἵνα σοι εἴπω καὶ ἀναφέρῃς τοῦτο τῷ βασιλεῖ καὶ ὁρίσῃ ἵνα λειτουργήσῃ ἄλλος ἀντ΄ ἐμοῦ. ἀξιῶ οὖν, ἄπελθε δι΄ ἐμὲ εἰς τὸν βασιλέα καὶ ἀνάφερε ταῦτα. ἔφη δὲ ὁ μέγας χαρτοφύλαξ· αὐτὸς μᾶλλον ἄπελθε καὶ ἀνάφερε ταῦτα. καὶ εἶπεν ὁ Ἡρακλείας· λοιπὸν ἐλθὲ καὶ σὺ μετ΄ ἐμοῦ. ἀπῆλθον οὖν ὁμοῦ, καὶ ἀνενεγκόντος τοῦ Ἡρακλείας ταῦτα, εἶπεν ὁ βασιλεύς· οὐ φαίνεταί μοι καλὸν ἵνα μηδὲν συλλειτουργήσῃς αὐτῷ πρὸ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς κρίσεως. λειτούργησον οὖν κατὰ τὸ παρόν, καὶ ὕστερον μέλλετε ἐξετάζειν τὰ τοιαῦτα. ὁ δὲ εἶπεν, ὅτι· φανερώτατόν ἐστι τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ· ἐχειροτόνησε γὰρ παπᾶν φονέα τὸν φονεύσαντα ἐν τῇ Ῥόδῳ Μιχαὴλ τὸν Κορέσην, ὄθεν καὶ οὐκ ἐᾶ με τὸ συνειδὸς συλλειτουργῆσαι αὐτῷ. ἔφη δὲ ὁ βασιλεύς· λοιπὸν ἡμεῖς παύσομεν ἐκεῖνον καὶ ἐξοικονομήσομεν ἵνα λειτουργήσῃ ἕτερος ἀντ΄ ἐκείνου· καὶ σύ λειτούργησον ἀκωλύτως. ὁ δὲ εἶπεν· ἐπεὶ ἐδέξατο ἐκεῖνος τὸν ὁρισμόν σου καὶ περιέστη ἵνα λειτουργήσῃ, οὐ προσήκει ἵνα ἐμποδισθῇ. μᾶλλον ὅρισον ἄλλον ἀντ΄ ἐμοῦ, ἐπει ἐγώ εἰμι ἀσθενὴς καὶ εὑρέθη καὶ ὁ ἐμποδισμὸς οὗτος. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· τοῦτο ἔσται εἰς ἐμὲ καὶ εἰσάξω ἄλλον ἀντ΄ ἐκείνου, ὡς οἶδα· σὺ δὲ λειτούργησον. ἐξῆλθε δὲ καὶ οὕτως ὁ Ἡρακλείας μὴ κατανεύσας.

[←25]

Συρόπουλος 11.9: Τῇ δ΄ ἐπιούσῃ ἅμα πρωΐ, ἥτις ἦν κυριακή, ἐμήνυσεν ὁ βασιλεὺς τῷ Ἡρακλείας ἵν΄ ἀπέλθῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Μάρκου καὶ λειτουργήσῃ, καὶ πάλιν ὡς ἐν βραχεῖ διεμηνύσατο, ὅτι· εἰ μὴ λειτουργήσεις σὺ ὡς πρῶτος, οὐ λειτουργήσει ἕτερος ἀντὶ σοῦ. μετὰ τὴν τοσαύτην οὖν ἔνστασιν ἀπῆλθε καὶ μὴ βουλόμενος καὶ ἐλειτούργησεν· ὁμοίως δὲ καὶ ἡμεῖς, ἰδόντες τὴν ἐπίθεσιν τοῦ βασιλέως ἀπαραίτητον. ἐλειτουργήσαμεν οὖν, παρόντος τοῦ δεσπότου καὶ τοῦ δουκὸς καὶ ἱσταμένων ὁμοῦ (ὁ βασιλεὺς γὰρ οὐ παρῆν ἐν τῇ λειτουργίᾳ), καὶ ἀπεδέξατο ὁ δοὺξ καὶ οἱ μετ΄ αὐτοῦ ἄρχοντες τὴν τάξιν τῆς ἱερουργίας ἡμῶν· εἰ δὲ καί τινες διασύρουσιν ἡμᾶς, ὡς ἐν λατινικῷ ναῷ λειτουργήσαντας, μάτην ἡμᾶς μέμφονται· ἐλειτουργήσαμεν γὰρ εἰς ἡμέτερον ἀντιμίνσιον καὶ εἰς ἡμέτερα ἱερὰ σκεύη, ὥσπερ ἐλειτουργοῦμεν καὶ εἰς οἰκίας λατινικάς, καὶ ἐπληρώσαμεν ἀκριβῶς πᾶσαν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἡμῶν τάξιν καὶ μεταχείρισιν· καὶ εἶπε καὶ τὸ ἅγιον σύμβολον ὁ ὑπομνηματογράφος ἄνω εἰς τὸ πέργουλον μεγαλοφώνως ἄνευ τῆς προσθήκης, καὶ οὐδὲ ὁ πάπας ἐμνημονεύθη ἐκεῖσε. οἶδεν οὖν ὁ Θεὸς ὁ τὰ πάντα ἐφορῶν, ὅτι πάντα οὕτω προέβησαν ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, καὶ οὐ παραλλάσσω τι τῶν γεγονότων ἐκεῖσε, οὐδὲ ἄλλο τι παρὰ τὴν ἀλήθειαν ἐν τῷδε συγγράφομαι τῷ συντάγματι.

[←26]

Αντιμίνσιον: Ύφασμα που τοποθετούσαν σε μη καθαγιασμένο ιερό και ήταν απαραίτητο για τη διεξαγωγή τής λειτουργίας. βλέπε σημ. 71 κεφαλαίου δ΄.

[←27]

Συρόπουλος 11.10: Μετὰ ταῦτα ἐπετέθη τῷ βασιλεῖ ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος, ἵνα ποιήσῃ μνημόσυνον τῷ πατριάρχῃ. τῶν μὲν οὖν πεντακοσίων φλωρίων τῶν εὑρεθέντων ἐν τῷ πατριαρχικῷ κελλίῳ τῶν μὲν καταναλωθέντων εἴς τε κηδείαν καὶ εἰς τὸ πρῶτον μνημόσυνον καὶ εἰς τὸν τάφον ἐκείνου, τῶν δ΄ ἐναπολειφθέντων εἴς τε ἀγορὰς κυνῶν καὶ εἰς τὰς διατροφὰς αὐτῶν, μόνον δὲ τῶν ἐνδυμάτων τοῦ πατριάρχου ἱσταμένων, ὥρισε καὶ ἐπωλήθησαν καὶ αὐτὰ καὶ ἐξ αὐτῶν ἔδωκαν φλωρία τῷ μεγάλῳ πρωτοσυγκέλλῳ καὶ ἐποίησε μνημόσυνον. πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς συνέταξε τοὺς λειτουργήσοντας, πρῶτον δὲ τὸν Τραπεζοῦντος, ὅς καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἀπηγόρευσε τοῦτο· ὅμως ἐπιτεθέντος τοῦ βασιλέως, ἐπείσθη. ἐφορέσαμεν οὖν εἰς τὸν ναὸν τῆς μονῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου. καὶ ψαλλομένου τοῦ μνημοσύνου μεταξὺ τοῦ Ἀμώμου, ἦλθον λατινεπίσκοπος καὶ λατινοϊερομόναχοι ὀκτώ, καὶ φορέσαντες καὶ αὐτοὶ ἵσταντο μεθ΄ ἡμῶν, κατέχοντες καὶ αὐτοὶ κηρία ὁμοίως ἡμῖν. μετὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ Ἀμώμου καὶ τοῦ κανόνος εἶπον καὶ αὐτοὶ μυστικὴν εὐχὴν καθ΄ ἑαυτούς, καὶ ἀρξαμένης τῆς λειτουργίας, ἐν τῇ πρώτῃ εἰσόδῳ εἰσώδευσαν κἀκεῖνοι μεθ΄ ἡμῶν καὶ ἵσταντο ἐντὸς τοῦ βήματος ὁρῶντες μόνον· καὶ γενομένου τοῦ ἀσπασμοῦ, ἠσπάσαντο κἀκεῖνοι ἀλλήλους, καὶ οὕτως ἐτελέσθη ἡ λειτουργία. κατεσκευάσθη δὲ καὶ τοῦτο παρὰ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου· ἐκεῖνος γὰρ ἠνάγκασέ τινας μὴ λειτουργήσαντας ἐν τῇ εἰς τὸν ἅγιον Μάρκον λειτουργίᾳ καὶ ἐλειτούργησαν ἐν τῷδε τῷ μνημοσύνῳ· ἠνάγκασε δὲ λίαν καὶ τὸν ἄρχοντα τῶν μοναστηρίων καὶ τὸν ἄρχοντα τῶν ἀντιμινσίων, καὶ οὐκ ἐδυνήθη καταπεῖσαι αὐτούς. ἠνώχλησεν οὖν καὶ ἠπείλησεν αὐτοὺς σφόδρα. καὶ ταῦτα μὲν οὕτως.

[←28]

Ψαλμωδία τοῦ Ἀμώμου: Ο Ψαλμός 118 που ονομάζεται έτσι από τη λέξη Ἄμωμοι, στην οποία δίνεται η έμφαση στον πρώτο στίχο: Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου.

[←29]

Το Μέγα Εὐχολόγιον.

[←30]

Συρόπουλος 11.11: Περὶ δὲ τῆς ἐν τῇ πατρίδι ἐπανόδου ἡμῶν ὁ πάπας συνεφώνησε μετὰ τῶν Βενετίκων πραγματευτῶν, ἵνα τὰ δύο κάτεργα τῆς Πραγματείας δέξωνται ἀνὰ ἑκατὸν ἀνθρώπους ἐξ ἡμῶν, ἔστειλε δὲ καὶ ἔξοδον ὑπὲρ τοῦ βασιλικοῦ κατέργου καὶ ὑπὲρ ἑτέρου ἑνός. ἐρρόγευσαν οὖν ναύτας τοῦ ἑνὸς κατέργου, ἐν ᾧ καὶ ὁ δεσπότης εἰσῆλθεν· εἰς δὲ τὸ κάτεργον τοῦ βασιλέως ἔδωκαν ῥόγαν μηνῶν δύο· οὐδεὶς δὲ ναύτης βενέτικος ἠθέλησεν εἰσελθεῖν ἐν αὐτῷ, ἀλλ΄ εἰσήχθησαν ὑποχείριοι Ῥῶσοι καὶ Βούλγαροι, οὐδεμίαν εἴδησιν ναυτικῆς ἔχοντες. ἐλείποντο δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ τεταγμένου ἀριθμοῦ ναῦται ἑξήκοντα· ἡτοιμάσθησαν δ΄ oὖν ὅμως καὶ εἶπον ἡμῖν ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὰ κάτεργα τῇ τετάρτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ ὀκτωβρίου. κατ΄ ἐκείνην δὲ τὴν νύκτα ἐγένετο κλύδων μέγας καὶ βιαίως ἐτάραξε τὴν θάλασσαν καὶ ἐξέκοψε τὰς ἀγκύρας καὶ ἐντὸς τοῦ λιμένος κατέαξε κάτεργα τέσσαρα, ὧν ἦν καὶ τὸ καπιτανίκιν, οὗ ἡμεῖς εἰσήχθημεν· κατεάγη γὰρ ἐξ ἐκείνου τὸ ἥμισυ τῆς βάντας τοῦ ἑνὸς μέρους, καὶ ἐτέκταινον αὐτὸ ἡμέρας τρεῖς. εἶτα εἰσήχθημεν εἰς τὰ κάτεργα, καὶ ὁ ὑποσχόμενος ἐπανασῶσαι ἡμᾶς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν μετὰ πολλῆς ἀναπαύσεως καὶ πολλῶν κατέργων καὶ μετὰ μεγάλης τιμῆς, κατέστησεν ἡμᾶς καὶ εἴχομεν τοιαύτην ἄνεσιν καὶ εὐρυχωρίαν ἐν τοῖς φορτηγοῖς κατέργοις, οἵαν ἔχουσι τὰ ἐκ τοῦ Καφᾶ ἤ ἐκ τοῦ Ἀσπροκάστρου διὰ νηῶν φερόμενα ἀνδράποδα Τζαρκάσιοι τυχὸν ἤ Σκύθαι.

[←31]

Κατά τον Laurent 1971: 532 σημ. 4, η έλλειψη χρημάτων είχε καθυστερήσει την εκμίσθωση των γαλερών που προορίζονταν για τον επαναπατρισμό των Γραικών. Η Ενετική Γερουσία, η οποία είχε δώσει τον λόγο της και ήθελε να τον κρατήσει, πίεσε την 1η Αυγούστου για τον εξοπλισμό. Η υπόθεση συνέχιζε να καθυστερεί και στις 9 Οκτωβρίου η Σινιορία αναγκάστηκε να θέσει στη διάθεση τού αυτοκράτορα τις γαλέρες τής Ρωμανίας, δηλαδή εμπορικά πλοία, στα οποία ανέβασαν και επιβάτες και εμπορεύματα. Όμως οι εμπλεκόμενες δαπάνες παρέμεναν ευθύνη τού αυτοκράτορα «για εκείνο [το πλοίο] στο οποίο θα βρισκόταν» ( in hoc suo accessu).

[←32]

Χωρίς αμφιβολία το πλοίο τού Αντρέα Γκρίττι, στο οποίο η Ενετική Δημοκρατία είχε αναθέσει, στις 9 Οκτωβρίου, να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη, με έξοδα τού πάπα, ένα μέρος τής συνοδείας τού αυτοκράτορα. Αλλά ο Ιωάννης Η΄ είχε επίσης εξασφαλίσει, στις 15 Σεπτεμβρίου, ότι η νηοπομπή θα συνοδευόταν, για μεγαλύτερη ασφάλεια, από δύο ελαφρές οπλισμένες γαλέρες, συμπεριλαμβανομένης τής γαλέρας τής Τάνας (στον μυχό τής Αζοφικής Θάλασσας), τής οποίας το δρομολόγιο είχε εκτραπεί γι΄ αυτόν τον σκοπό (Laurent 1971: 533 σημ. 5).

[←33]

Βάντα: Tο σανίδωμα (le bordage) κατά Laurent 1971: 533.

[←34]

Στο κείμενο Τζαρκάσιοι. Οι Κιρκάσιοι ή Τσερκέζοι, που κατοικούσαν στις περιοχές ανατολικά τού Ευξείνου Πόντου μεταξύ Γεωργίας και Κιμμέριου Βόσπορου.

[←35]

Σκύθες: Εδώ οι κάτοικοι τής περιοχής των αρχαίων Σκυθών, βορείως των εκβολών τού Δούναβη στα δυτικά και κατά μήκος των ακτών τού Ευξείνου Πόντου, μέχρι τούς Κιρκάσιους στα ανατολικά.

[←36]

Καφφᾶς: Το μεσαιωνικό όνομα τής αρχαίας Θεοδοσίας (και σημερινής Φεοντοσίγια) στη νοτιοανατολική ακτή τής Κριμαίας, ενός από τα μεγαλύτερα κέντρα δουλεμπορίου τής εποχής.

[←37]

Ἀσπρόκαστρο: Λιμάνι που ανήκε στην ηγεμονία τής Μολδαβίας και αποτελούσε κέντρο δουλεμπορίου τής εποχής. Βλέπε και σημ. 74 κεφαλαίου β΄.

[←38]

Συρόπουλος 11.12: Ἐξήλθομεν οὖν ἐκ τῆς Βενετίας τῇ ἐνάτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ ὀκτωβρίου καὶ διαπεράσαντες μίλια ἑκατόν, προσωρμίσθημεν εἰς κάστρον παλαιὸν μὲν καὶ ἠμελημένον, ἀστεῖον δὲ ἄλλως κατὰ τὴν θέσιν τοῦ τόπου καὶ νησιδίοις εὐθαλέσι περικυκλούμενον, ἀφθονίαν τε τῶν χρειωδῶν καὶ παντοίων τροφῶν παρεχόμενον· καλεῖται δὲ Πόλα. περιέμειναν οὖν ἐκεῖσε τὰ κάτεργα καὶ ἔλαβον καὶ ἀνθρώπους καὶ χρείας· τὸ δὲ βασιλικὸν κάτεργον ἐξῆλθεν ἐστερημένον ναυτῶν ἑξήκοντα. διηνύομεν δὲ τὸν πλοῦν, καὶ ἐν μιᾷ νυκτὶ προσωρμίσθημεν ἐν λιμένι, καὶ πρωΐας ἀναχθέντες ἐκεῖθεν εὕρομεν τὸν ἄνεμον ἐναντίον, καὶ στραφέντες ἱστάμεθα πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν λιμένα ἡμέρας τρεῖς μηδεμίαν ἐκ τοῦ τόπου παραμυθίαν ἔχοντες. εἶτ΄ αὖ ἐξήλθομεν καὶ εὐφόρου τυχόντες ἀνέμου ἐπ΄ ὀλίγον (μόλις γὰρ ἐπὶ δύο ὥραις ἐπλέομεν καλῶς), περιπεπτώκαμεν αὖθις κλύδωνι αἰφνιδίῳ καὶ βιαίῳ, ὅς ἀτάκτως ὠθήσας τὰ κάτεργα ἐξετόπισε καὶ ἀπήγαγεν εἰς ἔρημον νῆσον καλουμένην Λέσαν· καὶ τὰ μὲν τῶν Βενετίκων κάτεργα ἠδυνήθησαν καὶ εἰσῆλθον ἐν τῷ ἐκεῖσε λιμένι, τὸ δὲ βασιλικὸν ἐστερημένον ὄν καὶ ναυτῶν καὶ ἐπιστημόνων ἀνθρώπων, οὐκ ἠδυνήθη εἰσελθεῖν, ἀλλ΄ ἐξετοπίσθη καὶ οὐκ οἴδαμεν τί γέγονε, καὶ ἐλυπούμεθα πάντες νομίζοντες ὅτι ἐκινδύνευσε καὶ περιεμένομεν ἡμέρας δύο· περὶ δὲ τὴν ἑσπέραν τῆς δευτέρας ἡμέρας ἐμήνυσεν ἡμῖν ὁ βασιλεύς, ὅπως ἡ αὐτοῦ ναῦς ὡρμίσθη ἐν ἑτέρῳ μέρει τῆς αὐτῆς νήσου, καὶ ἐπεὶ πολύ ἐστι τὸ διὰ μέσου διάστημα, ὥρισεν ἵνα ἐξέλθωμεν ἅμα πρωῒ καὶ πλέωμεν ἐξ ὀρθοῦ, ἐλεύσεται δὲ καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους καὶ ἑνωθησόμεθα ἐν τῇ ὁδῷ. καὶ γέγονεν οὕτως. ἐπλέομεν οὖν καὶ πάλιν διαπερῶντες τὸν Ῥαούζιον κόλπον περιπεπτώκαμεν μεγίστῳ καὶ ἀφορήτῳ κλύδωνι, ἐν ᾧ ἀπηλπίσαμεν παντελῶς τὰς ἰδίας ζωάς, οἰμώζοντες καὶ θρηνοῦντες καὶ τῶν φιλτάτων ἀναμιμνησκόμενοι <καὶ ἐλεεινῶς ἀποκλαιόμενοι>. καὶ ἐπὶ τούτοις ὅλη ἡ νὺξ παρέδραμε, καὶ οὐδέτερον κάτεργον ἑώρα τὸ ἕτερον, οὐδὲ οἱ ναυτικοὶ ᾒδεσαν ὅπῃ ἀπήρχοντο· δεδιότες δὲ μόνον μήποτε σκοτίας οὔσης τῇ γῇ προσπελάσαντες, τὰς ναῦς ἀπολέσωσι, πρὸς τὸ πέλαγος αὐτὰς ἴθυνον· τῇ νυκτὶ δ΄ ἐκείνῃ καὶ μία ναῦς ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐρχομένη ἐβυθίσθη ἐν τῷ αὐτῷ πελάγει πλησίον ἡμῶν. ἡμέρας δὲ ἐπιγενομένης, τό τε πνεῦμα ῥᾷον ἐγένετο καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν πολὺ τῆς γῆς ἀπέχοντες καὶ δι΄ ὅλης ἐκείνης τῆς ἡμέρας κατήραμεν εἰς τὴν Ἤπειρον. ἔνθα προσμείναντες τῇ ἐφεξῆς ἡμέρᾳ, παρεγενόμεθα εἰς τὴν Κέρκυραν, κἀκεῖσε δύο ἡμέρας περιεμένομεν τὸν βασιλέα· εἰσῄει γὰρ ἡμᾶς φόβος ἀκούσαντας ὅτι διήρχοντο περὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα κάτεργα τέσσαρα Κατελανικά, μήποτε ἐνέτυχον τῷ βασιλεῖ. ὅμως μετὰ τὰς δύο ἡμέρας ἦλθε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Κέρκυραν..

[←39]

Ο Jorga, Notes, III, σελ. 48, σημ. 2, και πάλι σε αντίθεση με τον Συρόπουλο, λέει ότι ο αυτοκράτορας, που μπήκε στη γαλέρα του στις 15, έφυγε από τη Βενετία στις 18 τού μηνός.

[←40]

Πόλα: Σήμερα Πούλα, η μεγαλύτερη πόλη στη χερσόνησο τής Ιστρίας στην Κροατία.

[←41]

Λέσα: Χωρίς αμφιβολία η Λίσσα (σήμερα Βις, Vis), νησί τού αρχιπελάγους τής Δαλματίας με πολύ ασφαλή κόλπο, νοτιοανατολικά τής Λέσινα (σήμερα Χβαρ, Hvar). Ο Ιωάννης Ευγενικός ἐξώκειλε εκεί τον Σεπτέμβριο τού 1438:
«Ύστερα από δύο μέρες φτάσαμε αργά κοντά στα νησιά τού κόλπου, από τα οποία το ένα ονομάζεται Λίσσα, το μυτερό και μικρό Μελιτζέλιον, ενώ εκείνο ανάμεσά τους ονομάζεται Άγιος Ανδρέας, όπου στα ανατολικά βλέπαμε γύρω και άλλα τέσσερα ιστιοφόρα πλοία να περιπλανιούνται άτακτα στο πέλαγος κοντά μας»
(ἐν τῷ κόλπῳ νησιδίων ὀψὲ μετὰ δύο ἡμέρας ἐγενόμεθα, ὧν τὸ μὲν Λίσσα, τὸ δ΄ ὀξὺ καὶ σμικρὸν Μελιτζέλιον, τὸ δ΄ ἀμφοῖν τούτοιν μέσον Ἅγιος Ἀνδρέας καλεῖται, ἔνθα καὶ ἑτέρας ἐς ἕω τέτταρας περιεσκοποῦμεν ὁλκάδας τῇδε κἀκεῖσε παραπλησίως ἡμῖν ἐν τῷ πελάγει περιπλανωμένας).

Βλέπε Σπ. Π. Λάμπρος, Toῦ Νομοφύλακος Ἰωάννου τοῦ Εὐγενικοῦ λόγος διαλαμβάνων τὸ κατ’ αὐτὸν ἐξαίσιον παρὰ θεοῦ θαῦμα τῆς τοῦ ἐν θαλάσσῃ πικροῦ θανάτου ἀπαλλαγῆς ἀκριβῶς πάντῃ τε καὶ ἀψευδῶς καὶ εὐχαριστήριος ἐν μέρει, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά Ι, Αθήναι 1912, 271-314, εδώ σελ. 280 (Laurent 1971: 553 σημ. 2).

[←42]

Για την καταλανική πειρατεία, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των καταστροφών που διαπράττονταν ακόμη και σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών, βλέπε πιο πάνω, κεφ. δ’, σημ. 31.

[←43]

Συρόπουλος 11.13: Οἱ οὖν ἐκεῖσε χριστιανοὶ καὶ καλοὶ ἄνθρωποι ὅτε μὲν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἀπηρχόμεθα, ἀσπασίως προσήρχοντο καὶ μεγάλως ἐτίμων ἡμᾶς· ὅτε δὲ ὑπεστρέφομεν ἀηδῶς ἄγαν ἡμᾶς ἐδέχοντο καὶ ἔλεγον· κάλλιον ἄν ἦν εἰ οὐκ ἀπήρχεσθε εἰς τὴν σύνοδον. τί καλὸν ἐποιήσατε; εἴθε μὴ ἐθεωροῦμεν ὑμᾶς ἐκεῖσε ἀφιγμένους. προσῆλθε δὲ τῷ βασιλεῖ ὁ ἐκεῖσε πρωτοπαπᾶς μετὰ καὶ ἑτέρων ἱερέων καὶ ἀνέφερον καὶ ἐζήτησαν ἵνα ὁρίσῃ πῶς χρὴ διάγειν αὐτοὺς μετὰ τῶν Λατίνων. ὥρισεν οὖν, ὅτι· διάγετε κατὰ τὴν τάξιν ἥν εἴχετε καὶ πρότερον. ἀνέφερον οὖν, ὅτι· ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν ἐνταῦθα ἐπίσκοπον· ἐποιοῦμεν δὲ ἐξέτασιν εἰς τοὺς ἀναγομένους πρὸς ἱερωσύνην καὶ ἐλαμβάνομεν τὰς μαρτυρίας αὐτῶν, εἶτα ἐστέλλομεν αὐτοὺς καὶ ἐχειροτονοῦντο παρὰ ἡμετέρων ἐπισκόπων. ἐζήτησε οὖν πολλάκις ὁ ἐνταῦθα εὐρισκόμενος λατινεπίσκοπος, ἵνα χειροτονῇ αὐτούς· ἡμεῖς δὲ ἐλέγομεν ὅτι· ἀδύνατόν ἐστιν δέξασθαι ἡμᾶς τὴν χειροτονίαν ὑμῶν, καὶ διὰ τοῦ σχίσματος παρεκρουόμεθα τὸ ζήτημα αὐτοῦ. νῦν δὲ ἐπεὶ ἐγένετο ἡ ἕνωσις, ἐπιτεθήσεται ἡμῖν ἵνα χειροτονῇ· ἡμεῖς δὲ οὐδόλως θέλομεν τοῦτο. ποίαν ἄν εὑρήσομεν εἰς τοῦτο ἀποφυγήν; ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· ἡμεῖς οὕτως ἐποιήσαμεν καὶ ἐστέρξαμεν τὴν ἕνωσιν, ἵν΄ ἔχῃ ἑκάτερον μέρος τὰ ἔθη καὶ τὴν τάξιν, ἥν εἶχε καὶ πρότερον. εἰ οὖν εἴπωσί τι πρὸς ὑμᾶς οἱ Λατῖνοι, εἴπατε ὅτι οὕτως ἐγένετο ἡ ἕνωσις, ἵνα ἔχωμεν τὰ ἔθη καὶ τὴν τάξιν ἡμῶν ὡς τὸ πρότερον, καὶ οὕτως οὐκ ἐνοχλήσουσιν ὑμῖν. οἱ δὲ πάλιν ἀνήνεγκαν, ὅτι· ἡμεῖς ἐσμὲν ἄνθρωποι δεδουλωμένοι εἰς τοὺς Λατίνους, καὶ οὐχ εὑρήσει παραδοχὴν ἐν αὐτοῖς ὁ ἡμέτερος λόγος· ἐροῦσι γάρ, ὅτι πρότερον ἦτε ἐσχισμένοι, νῦν δὲ ἐπεὶ ἡνώθητε καὶ ἐσμὲν ἡνωμένοι πάντες, ἡμῖν ἀνήκουσι καὶ αἱ χειροτονίαι, καὶ οὐκ ἐάσουσί τινα ἀπελθεῖν ἄλλοθί που καὶ χειροτονηθῆναι. τί οὖν ἡμεῖς πρὸς τοῦτο ποιήσομεν; ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεύς, ὅτι· μεταγραφήσεται ὁ ὅρος καὶ δοθήσεται ὑμῖν καὶ ἕξετε τοῦτο εἰς δεφένδευσιν ὧν λέγομεν πρὸς ὑμᾶς. καὶ οὕτως ἀπηλλάγησαν.

[←44]

Συρόπουλος 11.14: Ἤδη δὲ διαυγαζούσης τῆς ἐπιούσης ἡμέρας, ἄραντες ἐπλέομεν, μηδόλως φροντίσαντός τινος περὶ τῆς τοῦ ὅρου μεταγραφῆς. καὶ ἵνα τὰ ἐν μέσῳ καὶ αὐτὸς παραδράμω, στάσεις τέ φημι καὶ ἀργίας ματαίας καὶ κινδύνους τινάς, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Μεθώνην, καὶ ἱστάμεθα ἐκεῖσε ἡμέρας πέντε κωλυόμενοι ὑπὸ νότου βιαίου. ὠνείδιζον οὖν ἡμᾶς ὅσοι ἐκ τῶν Μεθωναίων ζηλωταὶ τῆς ἡμετέρας δόξης ἐτύγχανον καὶ ἔλεγον ὅτι· ἡμεῖς πρότερον, ὁσάκις ἐνεπίπτομεν εἰς λόγους μετὰ τῶν Λατίνων τῶν εὑρισκομένων ἐνθάδε, κατεδικάζομεν αὐτούς, μὴ δυναμένων ἀντιλέγειν ἡμῖν· νῦν δὲ οὐκ ἔχομέν τι ἄν λέγοιμεν αὐτοῖς. καλὸν ἄν ἦν εἰ μετεποιεῖτέ τι καὶ ὑμᾶς ἐκ τῶν ἐκείνων, εἴτε μὴ κρεωφαγεῖν τὰς δύο ἡμέρας τῆς τεσσαρακοστῆς, εἴτε μὴ λειτουργεῖν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τρὶς καὶ τετράκις ἐν τῷ αὐτῷ ἀλταρίῳ, εἴτε κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστοῦ γενεθλίων καὶ κατὰ τὴν ἀναστάσιμον μὴ λειτουργεῖν τὸν αὐτὸν καὶ ἕνα ἱερέα ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου μέχρι καὶ τῆς τετάρτης ὥρας τῆς ἡμέρας, ὁσάκις ἄν δυνηθῇ ἱερουργῆσαι, ἤ ἄλλο τι ἐκ τῶν πολλῶν ὧν ἔχουσιν ἀτόπων· εἰ γὰρ μετεποιεῖτέ τι ἐξ ὧν ἔχουσιν οἱ Λατῖνοι, ἴσως εἴχομεν ἄν λέγειν καὶ ἡμεῖς ἐκείνοις, ὅτι καὶ ὑμεῖς ἐσφάλλετε ἐν τοῖσδε καὶ διώρθωσαν ὑμᾶς οἱ ἡμέτεροι. νῦν δὲ οὐδὲ ἀντιβλέψαι αὐτοῖς δυνησόμεθα· μέγα κακὸν εἰργάσασθε ἡμᾶς.

[←45]

Η άφιξη στη Μεθώνη προσδιορίζεται στις 16 Νοεμβρίου σε σύντομο χρονικό: Ἐνθυμήσεων ἤτοι χρονικῶν σημειωμάτων συλλογή πρώτη, Νέος Ἑλληνομνήμων, VII, 1-2, 1910, σελ. 113-313, εδώ 157 (Laurent 1971: 536 σημ. 1):
«Ανάμνηση τής συνόδου. Το έτος 6446 από κτίσεως κόσμου, στις 21 Δεκεμβρίου 1437, ήρθε στη Μεθώνη ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κυρ Ιωσήφ και 29 μητροπολίτες και επίσκοποι, και μαζί τους και κληρικοί τής Αγίας Σοφίας και άλλοι ιερείς, ηγούμενοι και λαϊκοί και ο δεσπότης κυρ Δημήτριος. Όλοι αυτοί ήρθαν με μια αυτοκρατορική γαλέρα και τρεις τού πάπα τής Ρώμης. Έμειναν στη Μεθώνη 14 ημέρες. Στις 28 τού ίδιου μήνα ήρθε ο αυτοκράτορας κυρ Ιωάννης στην Πύλο με τούς στρατιώτες του, ενώ στις 3 Ιανουαρίου βγήκε ο πατριάρχης και η σύνοδος όλη και πήγαν στην Πύλο, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας κυρ Ιωάννης. Στις 16 Νοεμβρίου 1439, με το πλοίο τού κυρίου Γκαμπριέλε Μπαρμπαρίγο, ήρθε ο αυτοκράτορας κυρ Ιωάννης και όλη η σύνοδος στη Μεθώνη και βγήκε ο αυτοκράτορας και ο αδελφός του στη στεριά στη Μαντένη [Μαντινεία]. Και στις 23 Νοεμβρίου, τού ίδιου μήνα, λειτούργησε ο Φράγκος [Λατίνος] επίσκοπος με τούς ιερείς του, ενώ ο Ρωμαίος [Ρωμιός] επίσκοπος και ο κλήρος του δεν λειτούργησαν την ίδια μέρα. Μόνο έκαναν ασπασμό οι Φράγκοι και οι Ρωμαίοι στη φράγκικη λειτουργία. Και στις 24 τού ίδιου μήνα λειτούργησε ο Ρωμαίος επίσκοπος κυρ Ιωσήφ, ο κατά κόσμον Κονταράτος, και όλος ο κλήρος και όλη η χώρα, από μέσα κι από έξω, Φράγκοι και Ρωμιοί, στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, και έφαγαν και αντίδωρο και ο [Ενετός] αφέντης ο καστελάνος και οι [Λατίνοι] άρχοντες όλοι και οι αρχόντισσες, όπως και οι Ρωμιοί. Η ομόνοια τής εκκλησίας έγινε το έτος 1439͵ τον καιρό τού μακαρίου πάπα Ρώμης Ευγένιου. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως πέθανε στη Φλωρεντία, και ο μητροπολίτης Σάρδεων. Χωρίστηκαν από εμάς και διώχτηκαν οι Λατίνοι το έτος 6286 από κτίσεως κόσμου [778 μ.Χ.]»
(Ἐνθύμησις περὶ τῆς συνόδου. Ἔτους ͵ϚυμϚ’ ͵αυλζ’ ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ κα’ ἦλθεν ὁ πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ κὺρ Ἰωσήφ, εἰς τὴν Μεθώνην καὶ κθ’ μητροπολῖται καὶ ἐπίσκοποι, καὶ ἀπὸ τοῦ κλήρου τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ ἕτεροι ἱερεῖς μετ΄ αὐτῶν, ἡγούμενοι καὶ λαϊκοὶ καὶ ὁ δεσπότης ὀ κὺρ Δημήτριος. Οἱ αὐτοὶ ὅλοι ἦλθαν μὲ ἕνα κάτεργα βασιλικὸν καὶ τρία τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης. Ἐστάθησαν μέσα εἰς τὴν Μεθώνην ἡμέρας ιδ’. Τῷ αὐτῷ μηνὶ κη’ ἦλθεν ὁ βασιλεὺς ὁ κὺρ Ἰωάννης εἰς τὴν Πύλαν μὲ τὰ φουσάτα του, καὶ εἰς τὰς γ’ τοῦ Ἰαννουαρίου ἐξέβη ὁ πατριάρχης καὶ ἡ σύνοδος ὅλη καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Πύλαν, ὅπου ἦταν ὁ βασιλεὺς ὁ κὺρ Ἰωάννης. Αυλθ’, ἐν μηνὶ Νοεμβρίῳ ιϚ’, εἰς τὴν ἐγγερίαν τοῦ μισὲρ Γαβριὴλ Μπαρμπαρίγου ἦλθεν ὁ βασιλεὺς ὁ κὺρ Ἰωάννης καὶ ἡ σύνοδος ὅλη εἰς τὴν Μεθώνην, καὶ ἐδιέβη ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ ἀδελφός του τῆς στερεᾶς εἰς τὴν Μαντένην· καὶ εἰς τὰς κγ’ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος ὁ Φράγγος μὲ τοὺς ἱερεῖς του καὶ ὁ ἐπίσκοπος ὁ Ῥωμαῖος καὶ ὁ κλῆρός του οὐδὲν ἐλειτούργησε τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ· μόνον ἐποίησαν ἀσπασμὸν οἱ Φράγκοι καὶ οἱ Ῥωμαῖοι εἰς τὴν λειτουργίαν τὴν φράγγικην. Καὶ εἰς τὰς κδ’ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος ὁ Ῥωμαῖος ὁ κὺρ Ἰωσήφ, ὁ κατὰ κόσμον Κονταράτος καὶ ὅλος ὁ κλῆρος καὶ ὅλη ἡ χώρα ἀπέσω καὶ ἔξω Φράγγοι καὶ Ῥωμαῖοι, εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον, καὶ ἔφαγον καὶ ἀντίδωρον καὶ ὁ αὐθέντης ὁ καστελάνος καὶ οἱ ἄρχοντες ὅλοι καὶ ἡ ἀρχόντισσαις, ὁμοίως καὶ οἱ Ῥωμαῖοι. Ἡ ὁμόνοια τῆς ἐκκλησίας ἐγένετο εἰς ͵αυλθ’, εἰς τὸν καιρὸν τοῦ μακαρίου πάπα Ῥώμης Εὐγενίου. Ὁ πατριάρχης ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἐκοιμήθη εἰς τὴν Φλωρέντζαν, καὶ ὁ μητροπολίτης ὁ Σάρδεων. Ἐχωρίσθησαν ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἐξεβλήθησαν οἱ Λατῖνοι ἐν ἔτει ͵,ϚσπϚ΄).

[←46]

Η νηοπομπή (βλέπε προηγούμενη σημείωση) παρέμεινε στο λιμάνι για δέκα ημέρες. Μαλιστα έγιναν λειτουργίες για την ένωση, αναμφισβήτητα ύστερα από μακρές συνομιλίες και κάποιους δισταγμούς, στις 23 τού μηνός (καθολική λειτουργία) και στις 24 (ορθόδοξη) με αμοιβαία αγκαλιάσματα στην πρώτη περίπτωση και διανομή αντίδωρου στον κυβερνήτη και στους Λατίνους προκρίτους, άνδρες και γυναίκες, στη δεύτερη (Laurent 1971: 553 σημ. 2).

[←47]

Κατά τον Laurent 1971: 536 σημ. 3, αυτή η αντίδραση είναι φυσιολογική και πρέπει να είχε συμβεί σε κάθε μέρος, όπου η τελετή τής Ένωσης ήταν τόσο θεαματική. Ίσως όμως ο Συρόπουλος μεγεθύνει τη σημασία αυτής τής διαμαρτυρίας, επειδή, αν πιστέψουμε την αναφορά που υποβλήθηκε στον Ευγένιο Δ΄, η υποδοχή τού πληθυσμού πρέπει να ήταν μάλλον ενθουσιώδης (magna cum alacritate) στους κύριους τόπους στάθμευσης (Mεθώνη, Κορώνη, Νεγκροπόντε, Πελοπόννησο, σε εδάφη, είναι αλήθεια, ενετικής κυριαρχίας). Βλέπε την επιστολή προς τον πάπα στις 25 Αυγούστου 1440 τού Χριστόφορου Γκαρατόνι, ο οποίος συνόδευσε τούς Γραικούς στην επιστροφή, όπως είχε κάνει και στο ταξίδι μετάβασης. Για την υποδοχή κατά το ταξίδι μετάβασης, με πρωτοβουλία τού πατριάρχη και με τη συμμετοχή τού μητροπολίτη Ιωσήφ Κονταράτου, βλέπε πιο πάνω, κεφ. δ’, παρ. 8.

[←48]

Κατά τον Laurent 1971: 537 σημ. 4, αποτελεί αναμφισβήτητα έθιμο τού παλαιού λατινικού κανονικού δικαίου να περιορίζεται η νηστεία κατά τη Σαρακοστή στις δύο μέρες τής Τετάρτης και τής Παρασκευής, ενώ οι Γραικοί την επέκτειναν σε ολόκληρη την εβδομάδα, εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή.

[←49]

Κατά τον Laurent 1971: 537 σημ. 5, η πρόταση είναι διφορούμενη γιατί μπορούμε να καταλάβουμε είτε ότι ο ίδιος ιερέας ιερουργεί σε απροσδιόριστο αριθμό λειτουργιών είτε ότι αρκετοί ιερείς διαδέχονται ο ένας τον άλλο στον ίδιο βωμό, όπως μπορεί να συμβαίνει και σήμερα.

[←50]

Δηλαδή στις δέκα το πρωί.

[←51]

Συρόπουλος 11.15: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐκ τῆς Μεθώνης ἐξελθὼν ἀπῆλθεν ἔφιππος κατόπιν καταλιπὼν καὶ τὴν Κορώνην διάστημα ἡμερήσιον, κἀκεῖσέ πῃ λιμένα καταλαβὼν ὀλίγον προσέμεινεν· αἱ δὲ τριήρεις ἐκ τῆς Μεθώνης εἰς τὴν Κορώνην παραγενόμεναι, κἀκεῖσε ἡμίσειάν τε καὶ μίαν ἡμέραν προσμείνασαι (ἔνθα καὶ οἱ τῶν Λατίνων ἱερεῖς μετὰ τῶν Γραικῶν καὶ μεθ΄ ἑκατέρων τῶν ἐπισκόπων, τοῦ Λατίνου δηλονότι καὶ τοῦ Γραικοῦ, συμφορέσαντες ἐλιτάνευσαν σύνδυο ἐρχόμενοι, Γραικοῦ μὲν τοῦ ἑνὸς ὄντος, Λατίνου δὲ τοῦ ἑτέρου, καὶ οὕτω τὴν ἕνωσιν παραδεικνύοντες) τῇ ἐφεξῆς ἄρασαι καὶ μετὰ τοῦ βασιλέως ἑνωθεῖσαι, ὡς τῆς βασιλικῆς τριήρεως πρὸς αὐτὸν εὐθὺς ἀπελθούσης καὶ τὸν βασιλέα εἰσδεξαμένης, τὸν πλοῦν διήνυον, καὶ διέβημεν τὴν Μονεμβασίαν καὶ πολύ μέρος τῆς Πελοποννήσου. μεσούσης δὲ ἤδη τῆς νυκτός, σφοδρὸς ἐγείρεται ἄνεμος καὶ κλύδων μέγας καὶ σκότος πολὺ καὶ βιαία φορὰ τῶν νηῶν, καὶ πάλιν ἐκινδυνεύσαμεν· ἤδη δὲ διαυγαζούσης τῆς ἡμέρας εὑρέθημεν παρ΄ ἐλπίδα εἰς τὰς περὶ τὰς Αθήνας ἱσταμένας κίονας τὰς παρὰ τοῖς ἐκεῖσε ὀνομαζομένας Κολώνας, αἵ δὴ καὶ ὡράθησαν ἡμῖν ὡς πάντων ἀγαθῶν ἄγγελοι. ἀρξαμένης δὲ τῆς ἡμέρας καὶ τὸ πνεῦμα πράως ἐφέρετο καὶ ἡ θάλασσα γαλήνην ἦγε καὶ ἡμέρως ἡμᾶς παρέπεμπε καὶ διὰ δύο ἡμερῶν ἐφθάσαμεν εἰς Εὔβοιαν, οὗ καὶ ὄμβροι καὶ ἄνεμοι βίαιοι κατέλαβον ἡμᾶς, καὶ ἱστάμεθα εὔφορον καιρὸν ἐκδεχόμενοι.

[←52]

Το προαναφερθέν χρονικό (βλέπε πιο πάνω, σημ. 30) λέει ότι ο αυτοκράτορας και ο αδελφός του Δημήτριος αποχώρησαν από τη Mεθώνη με άλογα για τη Μαντινεία (εἰς τήν Μαντένην), η οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με τη Μεγάλη Μαντινεία πολύ βορειότερα, ούτε με τη Μικρή Μαντινεία από την άλλη πλευρά τού Μεσσηνιακού Κόλπου, στη Λακωνία. Ξεκινώντας από την Κορώνη, οι αναβάτες θα χρειάζονταν περισσότερο από μια μέρα για να φτάσει στη μία ή την άλλη από αυτές τις δύο τοποθεσίες (Laurent 1971: 537 σημ. 7).

[←53]

Εδώ ο Χριστόφορος Γκαρατόνι βρισκόταν στον τόπο του. Ἐπρεπε λοιπόν να μπει επικεφαλής τής τελετής μαζί με τον Έλληνα ομόλογό του, αναμφισβήτητα αυτόν τον Μακάριο, ο οποίος, μαζί με τον Σάρδεων Διονύσιο (επομένως λίγο πριν τον Νοέμβριο τού 1437), είχε βάλει τον αυτοκράτορα να καταστείλει τις πράξεις κάποιου Γιουβενάλ. Βλέπε Scholarios, Œuvres, IV, σελ. 478, επιστολή Γεωργίου Σχολάριου προς τον Μανουήλ Ραούλ:
«Και τα άλλα τα αφήνω. Αλλά αυτόν τον τρισκατάρατο Γιουβενάλ, όταν έμαθα ότι στην Αίνο είχε διαφθείρει πολλούς, κακό για το οποίο μού είχαν μιλήσει οι ίδιοι οι κάτοικοι τής Αίνου που παρέμεναν ευσεβείς, έγραψα στον Γκατελούζο, τον άρχοντα τής πόλης, συμβουλεύοντάς τον πολλές φορές ή να φυλακίσει τον αλιτήριο ή να τον διώξει από την πόλη. Κι εκείνος τον έδιωξε χωρίς καθυστέρηση, ενώ αν δεν γινόταν έτσι, ολόκληρη η Αίνος θα είχε διαφθαρεί από εκείνον. Όμως με το διώξιμό του πολλοί σώθηκαν χωρίς να πάθουν κακό. … Επίσης περιερχόμενος τα μοναστήρια, μιλώντας εναντίον τής παρθενίας και τής σεμνότητας τού αξιώματος των μοναχών και λέγοντας κι άλλες τέτοιες ηλιθιότητες, διέφθειρε τούς πιο απλοϊκούς. Όταν το έμαθε αυτό ο επίσκοπος Κορώνης κυρ Μακάριος και ο Σάρδεων Διονύσιος, χρησιμοποιώντας εμένα συνεργό σε αυτό προσέφυγαν στον αυτοκράτορα και έδιωξαν τον καταραμένο από την πόλη»
(Καὶ τὰ μὲν ἄλλα ἐῶ. Ἀλλὰ τόν τρισκατάρατον τοῦτον Ἰουβενάλιον πυθόμενος ἐν τῆ Αἴνῳ διαφθαρκέναι πολλούς, αὐτῶν Αἰνειτῶν τῶν ἔτι εὐσεβούντων ἐξειπόντων μοι τό δεινόν, γράψας τῷ τῆς πόλεως ἄρχοντι Γατελιούζῳ πολλάκις συνεβούλευον ἤ καθειργνύναι ἤ ἐξελαύνειν τόν ἀλιτήριον. Κἀκεῖνος ἐξήλαυνεν οὐδέν μελλήσας, καί εἰ μή οὕτως ἐγένετο, κἄν ἡ σύμπασα Αἶνος διέφθαρτο ὑπ’ ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐξωσθέντος, ἀπαθεῖς πολλοί διεσώθησαν. … Τὰ δὲ μοναστήρια περιϊών, κατὰ τῆς παρθενίας καὶ τοῦ σεμνοῦ τῶν μοναχῶν σχήματος καὶ ἄλλ΄ ἄττα ληρῶν, τοὺς ἁπλουστέρους διέφθειρε. Τοῦτο μαθὼν ὁ Κορώνης ἐκεῖνος κῦρ Μακάριος καὶ ὁ Σάρδεων Διονύσιος, ἐμοὶ πρὸς τοῦτο συνεργῷ κεχρημένοι, τῷ βασιλεῖ προσελθόντες, τὸν ἐναγῆ τῆς πόλεως ἐξελαύνουσιν).

Βλέπε και Zakythinos, Despotat, II, σελ. 280, σημ. 5. Η κατοικία τού Βυζαντινού επίσκοπου, που βρισκόταν παραδοσιακά 4 ή 5 μίλια από το ενετικό λιμάνι τής Κορώνης, μεταφέρθηκε και πάλι τον Δεκέμβριο τού 1437 σ΄ ένα μοναστήρι στα προάστια (Laurent 1971: 537 σημ. 8).

[←54]

Κάβο Κολώνες: Το Σούνιο. Ονομαζόταν έτσι από τούς λευκούς κίονες τού ναού τού Ποσειδώνα, τούς οποίους βλέπει ο ναυτικός από τη θάλασσα χωρίς δυσκολία.

[←55]

Δηλαδή στη Χαλκίδα (Νεγκροπόντε).

[←56]

Συρόπουλος 11.16: Ἐνταῦθα δὴ πάλιν οἱ Λατῖνοι μετὰ τῶν Γραικῶν ἐλιτάνευσαν σύνδυο ἐρχόμενοι Γραικός τε καὶ Λατῖνος, τοῦ Μιτυλήνης ἐξάρχοντος καὶ μετὰ Λατίνων ἐν ναῷ αὐτῶν λειτουργήσαντος. οἱ δὲ ἐν τῇ νήσῳ ἡμέτεροι ἱερεῖς λυπούμενοι σφόδρα πρὸς ἡμᾶς ἔλεγον· μέγα κακὸν εἰργάσασθε εἰς ἡμᾶς· οἱ γὰρ Λατῖνοι καὶ πρότερον ἐπετίθεντο λειτουργεῖν ἐν τοῖς ναοῖς ἡμῶν, καὶ ἀπεσοβοῦμεν αὐτοὺς ὡς σχισματικούς· νῦν δὲ ἐλεύσονται ἀδιακρίτως ἐκ πρωΐας ὅταν βουληθῶσι καὶ λειτουργήσουσι, καὶ ἡμεῖς οὐδὲ διᾶραι στόμα τολμήσομεν· φυλάξομεν δὲ μόνον τὸ μὴ λειτουργῆσαι κατ΄ ἐκείνην τὴν ἡμέραν· καὶ εἰ βουληθῶσιν, ἀργήσουσιν ἡμᾶς παντελῶς λειτουργοῦντες καθ΄ ἑκάστην.

[←57]

Συρόπουλος 11.17: Μετὰ δὲ παραδρομὴν ἡμερῶν δέκα, εὐφόρου καιροῦ γεγονότος, ἄραντες ἐπλέομεν. τῆς δὲ βασιλικῆς τριήρεως ἑτοιμασθείσης προηγεῖσθαι κατὰ τὸ ἔθος, ἐπέταξεν ὁ βασιλεὺς προσμεῖναι μικρόν· ἐξεδέχετο γὰρ ἀγγελίας τινὰς μαθεῖν ἐκ τῆς Πόλεως ἤδη ἐλθούσας ὡς ἤκουσε. καὶ ὡς ἐν ὀλίγῳ ἀντιπνεύσαντος τοῦ ἀνέμου ἐξελθεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἡμεῖς δὲ πλέοντες ὅλην τὴν ἡμέραν, ἑσπέρας εἴς τινα λιμένα κατήχθημεν, καὶ τῇ ἐπιούσῃ πάλιν ἀναχθέντες καὶ πλεύσαντες ἱκανῶς, πρὸς ἑσπέραν εἰς Ὡρεὸν τὰς ναῦς ὡρμίσαμεν κἀκεῖσε ἱστάμενοι τὸν βασιλέα περιεμένομεν, ἀλγοῦντες ἐπὶ τῇ αὐτοῦ ἀπουσίᾳ καὶ τῷ τοῦ πλοὸς ἐμποδισμῷ· ἦν γὰρ ὁ καιρὸς ἐπιτηδειότατος πρὸς τὴν ἐπάνοδον. οἱ δ΄ ἐν ταῖς ναυσὶν ἔμποροι ἐκκακήσαντες, ἐπεὶ οὐκ ἠδύναντο καταπεῖσαι τὸν καπιτάνον διανύειν τὸν πλοῦν, εἶχον δὲ πολλὰς ἐξόδους εἰς τὰ κάτεργα βραδύνοντες καὶ πρὸς τούτοις ἐκινδύνευον, ἐποίησαν προτέστον τῷ καπιτάνῳ, ἵνα τηρήσῃ αὐτοὺς ἀζημίους· ὁ δὲ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸ κουμουσίον ὅ ἔδωκαν αὐτῷ ἐκ τῆς Βενετίας, προστάσσον αὐτὸν μηδόλως διΐστασθαι τοῦ βασιλέως, καὶ οὕτως ἔσκωψε καὶ ἀπέπεμψεν αὐτούς.

[←58]

Στο κείμενο προτέστο. Bλέπε σημ. 215 κεφαλαίου β΄.

[←59]

Στο κείμενο κουμουσίον, από τη λατινική λέξη commissiο.

[←60]

Συρόπουλος 11.18: Ἐκεῖσε οὖν ἱσταμένων ἡμῶν, ἐτελεύτησε καὶ ὁ πρωτέκδικος διάκονος κῦρ Γεώργιος ὁ Καππάδοξ, πολυημέρῳ νόσῳ κατεργασθείς, καὶ ἐτάφη ἐν νησιδίῳ σμικρῷ ναὸν ἔχοντι λατινικὸν τοῦ ἁγίου Γεωργίου· ἡμέραι παρῆλθον ἐπέκεινα τῶν δέκα, καὶ οὐκ ἦλθεν ὁ βασιλεύς· διὸ καὶ ἀναγκασθέντες ὑπεστρέψαμεν εἰς τὴν Εὔβοιαν καὶ εὕρομεν αὐτὸν ἐκεῖσε. ἐπεγένοντο δὲ ἄνεμοι ἐναντίοι, ὄμβροι τε καὶ χιόνες καὶ παγετοί, καὶ ἱστάμεθα αὖθις ἐκεῖ ἡμέρας πεντεκαίδεκα. τότε ἠκούσαμεν ὅτι ἐνόσει καὶ ἡ δέσποινα τὰ πρὸς θάνατον. παυσαμένου δὲ τοῦ χειμῶνος καὶ ἑτοιμασθέντων ἐξελθεῖν τοῦ λιμένος τέθνηκε Παλαιολόγος ὁ Κασανδρινός. μηδενὸς οὖν τῶν ἡμετέρων καταλιμπανομένου ἐπὶ τῷ τῆς κηδείας φροντίσαι τοῦ Παλαιολόγου, δεδώκασιν ἔξοδον τῷ Σεκουνδινῷ τῷ μεταγλωττιστῇ ἵνα κηδεύσῃ καὶ ἐνταφιάσῃ ἐκεῖνον ἐντίμως.

[←61]

Άγιος Γεώργιος: Στη νησίδα Μονολιά, στο μεγαλύτερο από τα Λιχαδονήσια, που βρίσκονται απέναντι από το βορειοδυτικό άκρο τής Εύβοιας, ανάμεσα στον Μαλιακό και τον Βόρειο Ευβοϊκό κόλπο.

[←62]

Παλαιολόγος Κασσανδρινός: Αυτός ο άρχοντας, σύμμαχος τής βασιλικής οικογένειας, είναι κατά τα άλλα άγνωστος.

[←63]

Ο Σεκουνδινός, που καταγόταν από το νησί, αποβιβάστηκε εκεί για να συναντήσει την οικογένειά του, αλλά δεν θα παρέμενε εκεί. Βλέπε πιο πάνω, σημ. 18 κεφ. ε΄.

[←64]

Συρόπουλος 11.19: Ἡμεῖς δὲ ἀναχθέντες ἐπλέομεν, Σκίαθόν τε παραμείψαντες καὶ Σκῦρον καὶ Σκόπελον, εἰς τοὺς Διαδρόμους κατήραμεν. πάλιν ἐκεῖσε τοῦ ἀνέμου δεινῶς ἀντιπνεύσαντος, ἀπεκλείσθημεν πολλὰς ἡμέρας, κατεδηδωκότες σιτία πάντα, καὶ οὐδὲ ὕδωρ ηὑρίσκομεν. διὸ καὶ ἔστειλαν τὸ κάτεργον τῆς βίγλας εἰς τὸν Σκόπελον ἵνα φέρῃ σιτία, καὶ μεθ΄ ἡμέρας δύο ἐκόμισεν ἄρτους ἑπτακαίδεκα καὶ ἕνα ἀγρίονον, σύβαριν τῶν κυνῶν· μεγάλη γὰρ φροντὶς ἐγένετο ἀεὶ ὑπὲρ τῆς τῶν κυνῶν ἐπιμελείας. ἐσκέπτοντο οὖν ἵνα ἤ εἰς Εὔριπον αὖθις ὑποστρέψωσιν, ἤ εἰς Κρήτην, ἤ εἰς Μιτυλήνην ὁρμήσωσι· μόλις δέ ποτε εὐφόρου καιροῦ γενομένου, αὖθις ἐπλέομεν καὶ τῷ λιμένι τοῦ Γυμνοπελαγησίου πλησιάζοντες εἴδομεν τὴν βασιλικὴν τριήρη πρὸς τὸ ἔνδον τοῦ λιμένος οἰακιζομένην· ὅπερ ἰδόντες οἱ τῶν λοιπῶν κατέργων ναυτικοὶ ἐδυσχέραινον καὶ κατεβόων, καὶ οἱ κόμητες τῷ ἐν τῷ βασιλικῷ ἐφώνουν κόμητι καὶ ταῖν χεροῖν ἔνευον καὶ ὡδήγουν ἄλλην βαδίζειν· ὁ δὲ νεύμασι τὴν αἰτίαν ἀνετίθει τῷ βασιλεῖ καὶ ὅτι ἄκων εἰσῆλθεν εἰς τὸν λιμένα. ἠκολούθησαν δὲ ἐξ ἀνάγκης καὶ τὰ λοιπὰ κάτεργα, μὴ βουλομένων πάντων τῶν ἐν αὐτοῖς. ἡ δὲ ἡ τοῦ λιμένος ἐκείνου εἴσοδος τοσοῦτον εὖρος ἔχουσα, ὅσον μόλις δίοδον τῷ κατέργῳ παρέχειν, ἐντὸς δὲ εὐρύχωρος μετρίως καὶ νηνεμίαν ἔχων πολλήν, μικρός τε ὤν καὶ ὑπὸ υψηλῶν ὀρέων περικυκλούμενος. δυσχεραινόντων οὖν πάντων πῶς ἐκεῖσε εἰσήχθημεν, ἔφη ὁ βασιλεύς· ταχὺ ἐξελευσόμεθα καὶ μὴ ἀλγείτωσαν. ἀκούσας δὲ ὁ τοῦ καπιτανικίου γραμματικὸς εἶπεν· οὐκ ἐξελευσόμεθα ἐντεῦθεν εἰ μὴ μετὰ παραδρομὴν μιᾶς ἑβδομάδος καὶ μόλις. ὅ καὶ γέγονεν· ἐναντιουμένων γὰρ τῶν ἀνέμων τὴν ἐξέλευσιν, ἱστάμεθα ὥσπερ ἐν εἰρκτῇ ταλαιπωρούμενοι καὶ ἀλγοῦντες καὶ μηδὲ ὕδατος ἐμφορούμενοι· οὐδόλως γὰρ εὑρίσκεται ὕδωρ ἐν παντὶ τῷ νησιδίῳ ἐκείνῳ. Μόλις δέ ποτε μετὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν τε καὶ ὥραν ἐνδόντος τοῦ ἀνέμου ἄραντες σὺν μεγίστῃ σπουδῇ καὶ ὁρμῇ καὶ βοῇ τάχιστα διεπερῶμεν τὴν δίοδον, τοῦ καπιτάνου ὥσπερ ἐπιλαθομένου τοῦ ἑαυτοῦ γήρως καὶ δίκην κόμητος ἐπὶ τοῦ κατέργου ἁλλομένου καὶ διατρέχοντος καὶ τοὺς ναύτας ἀδελφοὺς ἀποκαλοῦντος καὶ διεγείροντος καὶ δύο ἀμφορεῖς οἴνου ὑποσχομένου δοῦναι αὐτοῖς καὶ δακτυλοδεικτοῦντος ἐφ΄ ὕψους καὶ διαπρυσίως κηρύττοντος, καὶ οὕτως ἐξῆλθεν ἡ καπιτανικὴ ναῦς μετὰ βίας μεγάλης· ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ λοιπὴ μετ΄ αὐτήν, τοῦ καπιτάνου αὖθις πρὸς αὐτὴν ἀποβλέποντος καὶ νεύμασι καὶ σχήμασι καὶ φωναῖς ταύτην ἐφελκομένου. ὅτε δὲ καὶ αὐτὴν εἶδε ἐξελθοῦσαν, τὰς χεῖρας ἄρας δόξαν καὶ εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ ἀνέπεμψεν. ἀλλ΄ ἡ βασιλικὴ ναῦς κατόπιν ἐλθοῦσα ἐξελθεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἀντιπνεύσαντος τοῦ ἀνέμου καὶ σκληρύναντος τὴν θάλασσαν καὶ κύματα ἐγείραντος τὴν ἔξοδον κωλύοντα. ἔμειναν οὖν ἐκεῖσε αἱ δύο τριήρεις, ἡ βασιλικὴ καὶ ἡ τοῦ δεσπότου· αἱ δὲ ἐξελθοῦσαι δύο ἔστησαν πρὸς τὸ ἕτερον μέρος τοῦ νησιδίου, καὶ διενυκτερεύσαμεν ἐκεῖ. ἡμέρας δ΄ ἐπιγενομένης ἐξῆλθον καὶ ἐκεῖναι αἱ τριήρεις καὶ ἡνώθησαν μεθ΄ ἡμῶν, καὶ εὐθὺς τῆς Λήμνου ἐπλέομεν καὶ ἐλθόντες ἔστημεν εἰς τὸν Κότζινον ἡμέρας πέντε, καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς ἐσχόλαζεν ἐν κυνηγεσίοις, οἱ δ΄ ἐκ τῶν Βενετίκων κατέργων τὰ τῶν Λημνίων ἐληίζοντο καὶ μεγάλην φθορὰν ἐκεῖσε ἐποίησαν.

[←65]

Κατά τον Laurent 1971: 540 σημ. 1, ο συγγραφέας, κάπως μπερδεμένος με τη γεωγραφία, βάζει τη Σκύρο πριν από τη Σκόπελο. Από την άλλη πλευρά, η θάλασσα έπρεπε να ήταν πολύ άσχημη για να κάνουν τα πλοία ένα τέτοιο τεράστιο ημικύκλιο γύρω από το βόρειο τμήμα τής Εύβοιας.

[←66]

Διαδρόμοι: Η Αλόνησος. Πρβλ. Π. Ζερλέντης, Φ. Κατσουρός, Νησιωτική Επετηρίς, Ερμούπολις Σύρου 1918, ανατύπωση Νότη Καραβία, Αθήνα 1987, σελ. 59.

[←67]

Βίγλα: Περιπολία. Η γαλέρα τής ενετικής περιπολίας κατά μήκος τής εμπορικής διαδρομής.

[←68]

Κατά τον Laurent 1971: 541 σημ. 3, ο Συρόπουλος εδώ πρέπει να κάνει λάθος. Πιθανότατα είχε κατά νου μάλλον το νησί τής Χίου, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως διάλειμμα στην ελαφρώς εκτρεπόμενη διαδρομή από τη Λήμνο, όπου η συνοδεία έπρεπε να πιάσει, επειδή μερικά από τα ενετικά πλοία έπρεπε να εγκαταλείψουν την υπηρεσία τού αυτοκράτορα. Βλέπε πιο πάνω, σημ. 5 κεφαλαίου ια΄.

[←69]

Γυμνοπελαγήσιον: Το ακατοίκητο νησί Κυρά Παναγιά στα βόρεια τής Αλονήσου. Το νησί, που αναφέρεται σε έγγραφα ήδη από το δεύτερο μισό τού δέκατου αιώνα (το 973, το 989 και το 993), ανήκε τότε σε μοναχούς οι οποίοι, όταν Άραβες πειρατές λεηλάτησαν τα αγαθά τους, το πούλησαν στο αγιορείτικο μοναστήρι τής Μεγίστης Λαύρας (Laurent 1971: 541 σημ. 4).

[←70]

Στο κείμενο κόμητες.

[←71]

Το υψηλότερο σημείο είναι στα 350 μέτρα (1.050 πόδια).

[←72]

Κατά τον Laurent 1971: 541 σημ. 6, πράγματι, στο ακατοίκητο νησί Κυρά Παναγιά δεν υπάρχει νερό, εκτός από την περίοδο των βροχών. Όμως στο βόρειο τμήμα του υπάρχει πολύ καλό λιμάνι, πράγμα που εξηγεί γιατί, αν και ήταν κάποτε ιδανικός τόπος απομόνωσης για μετανοούντες μοναχούς, το νησί ήταν άλλοτε και στέκι πειρατών και λαθρεμπόρων, ενώ, ανά πάσα στιγμή, αποτελούσε σημείο ανάπαυλας τού θαλασσινού ταξιδιού.

[←73]

Στο κείμενο ἀμφορεῖς.

[←74]

Κότζινος: Σήμερα Κότσινας, ήταν στη μέση περίοδο τής αυτοκρατορίας το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο λιμάνι τής Λήμνου σε κόλπο τής βόρειας ακτής τού νησιού, στην ανατολική ακτή τού κόλπου Πουρνιά, απέναντι από τον κόλπο τού Μούδρου. Το καλοκαίρι τού 1442 ο δεσπότης Κωνσταντίνος [ΙΑ΄] Παλαιολόγος, ερχόμενος σε βοήθεια τής Πόλης και έχοντας πιάσει εκεί, θα δεχόταν επίθεση από τον τουρκικό στόλο. Πρβλ Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1049 B:
«Τον Ιούλιο τού ίδιου έτους ο αφέντης μου και δεσπότης κυρ Κωνσταντίνος, ερχόμενος σε βοήθεια τής Πόλης πέρασε από τη Μυτιλήνη και παίρνοντας τη σύζυγό του τη βασίλισσα έφτασε στη Λήμνο. Ενώ βρισκόταν εκεί, πολιορκήθηκε στον Κότζινο για πολλές ημέρες από ολόκληρο τον τουρκικό στόλο. Με τη βοήθεια τού Θεού ο στόλος αποχώρησε άπρακτος, αλλά η βασίλισσα αρρώστησε κάτω από αυτές τις συνθήκες, απέβαλε τον Αύγουστο τού ίδιου έτους και πέθανε στο Παλαιόκαστρο, στο ίδιο νησί τής Λήμνου, όπου θάφτηκε»
(Καὶ τὸν Ἰούλιον μῆνα τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐρχομένου τοῦ αὐθεντός μου καὶ δεσπότου κυροῦ Κωνσταντίνου εἰς βοήθειαν τῆς πόλεως καὶ διὰ τῆς Μιτυλήνης διελθόντος καὶ λαβόντος καὶ τὴν αὑτοῦ γυναῖκα τὴν βασίλισσαν, εἰς τὴν Λῆμνον ἦλθε· καὶ εὑρεθέντος ἐκεῖσε ἐπολεμήθη εἰς τὸν Κότζηνον ἡμέρας πολλὰς ὑπὸ τοῦ στόλου παντὸς τῶν Τουρκῶν. Ἀπελθόντος δ΄ ἀπράκτου τοῦ στόλου βοηθείᾳ θεοῦ, ἡ βασίλισσα ἀπὸ τῆς περιστάσεως ἀσθενήσασα καὶ ἐκτρωθεῖσα τὸν Αὔγουστον τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἰς τὸ Παλεόκαστρον τοῦ αὐτοῦ νησίου τῆς Λήμνου ἀπέθανε καὶ ἐτάφη).

[←75]

Γι΄ αυτή τη θανατηφόρα συνήθεια των ενετικών πληρωμάτων βλέπε πιο πάνω, σημ. 20 κεφαλαίου δ΄.

[←76]

Συρόπουλος 11.20: Ἐκεῖ ἠγγέλθη ἡμῖν καὶ ὁ θάνατος τῆς δεσποίνης κυρᾶς Μαρίας τῆς συμβίου τοῦ βασιλέως, καὶ εὐθὺς ἀνεμνήσθημεν τῶν σημείων τῶν φανέντων ἡμῖν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ. κατὰ γὰρ τὸν καιρὸν τοῦ μαΐου καὶ τοῦ ἰουνίου ἐφαίνοντο δύο ἄστρα, ὀλίγον ἀλλήλων διϊστάμενα καὶ καπνὸν ἀποπέμποντα, τὸ μὲν μεῖζον καὶ πλείονα καπνὸν ἐκπέμπον, τὸ δὲ ἧττον καὶ ἧττον καπνίζον· ἀνεμιμνησκόμεθα δὲ καὶ τοῦ μεγάλου ἄστρου τοῦ καπνίζοντος ἐπὶ πλεῖστον πρὸ τῆς ἁλώσεως καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Παγιαζίτου ἀμηρᾶ, ὅπως προεδήλωσε τὸν θάνατον ἐκείνου, καὶ ἐλέγομεν ὅτι ταῦτα δηλωτικά εἰσι θανάτων αὐθεντικῶν. ἀκούσαντες δὲ τὸν θάνατον τῆς δεσποίνης, εἶτα καὶ τῆς δεσποίνης κυρᾶς Εὐγενίας, ἔτι δὲ καὶ τῆς βασιλίσσης τῆς τοῦ δεσπότου συζύγου, εἴπομεν ὅτι τοῦ θανάτου τούτων ἦσαν δηλωτικὰ τὰ καπνίζοντα ἄστρα ἐκεῖνα. ἔστειλαν δὲ πλοῖον ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἔγραψαν ἵνα εἴπωσι τῷ βασιλεῖ ἐκεῖσε περὶ τοῦ θανάτου τῆς δεσποίνης· γενομένης δὲ βουλῆς, ἐνενόησαν ὅτι, εἰ ἀκούσει τοῦτο ἐνταῦθα ὁ βασιλεύς, λυπηθήσεται καὶ πενθήσει ὑπὲρ τὰς πεντεκαίδεκα ἡμέρας καὶ τίς καταπείσει αὐτὸν ἐξελθεῖν ἐντεῦθεν; καὶ ἄλλα πολλὰ εὑρῶντες, δι΄ ἅ ἐφάνη βέλτιον ἵνα μηδαμῶς εἴπωσι τῷ βασιλεῖ περὶ τούτου, ἐφύλαξαν αὐτό.

[←77]

Η Μαρία Μεγάλη Κομνηνή, κόρη τού αυτοκράτορα Τραπεζούντος Αλεξίου Δ΄ και τρίτη σύζυγος τού Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου, πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1439 και θάφτηκε στο μοναστήρι τού Παντοκράτορα. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1048:
«Στις 17 Δεκεμβρίου 6948 [1439] πέθανε η δέσποινα κυρά Μαρία από την Τραπεζούντα. Την 1η Ιανουαρίου τού ίδιου έτους [1440] πέθανε η δέσποινα Ευγενία, η κόρη τού Γκατελούζο. Θάφτηκαν στη Μονή Παντοκράτορος κατά τη διάρκεια φοβερής χειμερινής καταιγίδας»
(Καὶ Δεκεμβρίῳ ιζ-ῃ τοῦ μη-ου ἔτους ἀπέθανεν ἡ δέσποινα κυρὰ Μαρία ἡ ἀπὸ Τραπεζοῦντας· καὶ τῇ α-ῃ Ἰαννουρίου μηνὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπέθανεν ἡ δέσποινα Εὐγενία, ἡ τοῦ Γατελιούζη θυγάτηρ· αἱ καὶ ἐτάφησαν ἐν τῇ τοῦ Παντοκράτορος μονῇ, καὶ σφοδροῦ εἴ πέρ ποτε χειμῶνος τότε γενομένου).

[←78]

Στο κείμενο Παγιαζίτης. Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ ο Κεραυνός (Γιλντιρίμ, βασ. 1389-1402) νικήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τον Ταμερλάνο (Τιμούρ) στη Μάχη τής Άγκυρας το 1402 και πέθανε στην αιχμαλωσία. Την παρέμβαση τού Ταμερλάνου είχαν προκαλέσει οι Τουρκομάνοι εμίρηδες τής Ανατολίας (Αϊντίν, Μεντεσέ, Τεκκέ, Σαρουχάν κλπ.), επειδή ο Βαγιαζήτ με τον ιερό του πόλεμο (τζιχάντ) δεν κατακτούσε μόνο εδάφη απίστων, δηλαδή χριστιανών, αλλά είχε προσαρτήσει και τα μικρασιατικά τους εμιράτα στο οθωμανικό. Ο Ταμερλάνος, ύστερα από τη νίκη του, επανέφερε το στάτους κβο, όπως αυτό υπήρχε πριν από τις τελευταίες κατακτήσεις τού Βαγιαζήτ. Από την κατάσταση επωφελήθηκε και η αυτοκρατορία, τής οποίας η ζωή παρατάθηκε για άλλα πενήντα χρόνια. Όμως η δύναμη των Οθωμανών, καθώς και η αδυναμία των χριστιανών και Τουρκομάνων αντιπάλων τους, ουσιαστικά δεν αναχαιτίστηκε. Απλώς μετατέθηκε για λίγα χρόνια η πλήρης επικράτησή τους. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος πληροφορήθηκε την ήττα και την αιχμαλωσία τού Βαγιαζήτ ενώ βρισκόταν στο Παρίσι. Είχε μεταβεί εκεί, καθώς και στο Λονδίνο, σε ύστατη προσπάθεια συγκέντρωσης βοήθειας. Μάλιστα για τον ίδιο σκοπό είχε στείλει και τον άρχοντα Βρανά στην Παμπλόνα τής Ισπανίας, πρωτεύουσα τού βασιλείου τής Ναβάρρας. Στον απόηχο τής συντριβἠς από τον Ταμερλάνο, οι γιοι τού Βαγιαζήτ επιδίωξαν κάποιο συμβιβασμό με τούς χριστιανούς. Στους εσωτερικούς πολέμους διαδοχής που ακολούθησαν ανάμεσα στους τέσσερις αδελφούς, τον Σουλεϊμάν, τον Μούσα, τον Ισά και τον Μωάμεθ, επικράτησε το 1413 ο τελευταίος. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Α΄ (βασ. 1413-1421) διατήρησε καλές σχέσεις με την αυτοκρατορία. Τα πράγματα άλλαξαν με τον θάνατό του και την άνοδο στον θρόνο τού γιού του, τού Μουράτ Β΄ (βασ. 1421-1444, 1446-1451), τού Αμηρά τού βιβλίου. Ο Ταμερλάνος (1336-1405) δεν ασχολήθηκε ξανά με τη Μικρά Ασία. Τρία χρόνια μετά τη Μάχη τής Άγκυρας, πέθανε το 1405 στο Οτράρ, καθ΄ οδόν σε εκστρατεία εναντίον τής Κίνας τής δυναστείας των Μινγκ.

[←79]

Η Ειρήνη Γκαττελούζο, γεννημένη ως Ευγενία Γκαττελούζο, που πέθανε την 1η Ιουνίου 1440, ήταν σύζυγος τού Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγου, ανηψιού τού Μανουήλ Β΄. Ο Ιωάννης Ζ΄ υπήρξε αυτοκράτορας για πέντε μήνες το 1390 (βλέπε και σημ. 56 κεφαλαίου γ΄). Η Ευγενία ήταν κόρη τού Φραντσέσκο Β΄ Γκαττελούζο τής Λέσβου (εγγονού από μητέρα τού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου) και τής Βαλεντίνα Ντόρια.

[←80]

Η Ζωή, κόρη τού μεγάλου δούκα Παρασπονδύλη, παντρεύτηκε τον δεσπότη Δημήτριο Παλαιολόγο στα τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου 1436. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1045Α:
«Στις 25 Μαρτίου τού ίδιου έτους [1436] ήρθε στην Πόλη η Ζωή, η κόρη τού μεγάλου δούκα Παρασπονδύλη, με αυτοκρατορική γαλέρα που είχε σταλεί μαζί με τον Μανουήλ Παλαιολόγο για να τη φέρει. Λίγες ημέρες αργότερα παντρεύτηκε τον δεσπότη κυρ Δημήτριο»
(Καὶ τῇ κε-ῃ Μαρτίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἦλθεν εἰς τὴν Πόλιν καὶ ἡ τοῦ Παρασπονδύλου μεγάλου δουκὸς θυγατέρα Ζωὴ μετὰ κατέργου βασιλικοῦ, ὁποῦ ἐστάλη μετὰ Παλαιολόγον τὸν Μανουήλ, ἵνα φέρωσιν αὐτήν· ἣν δὴ καὶ μετά τινας ἡμέρας εὐλογήθη αὐτὴν ὁ δεσπότης κὺρ ∆ημήτριος).
Η Ζωή πέθανε στις 17 Ιανουαρίου 1440 κατά τον Σφραντζή, ό.π. 1048:
«Στις 17 Ιανουαρίου πέθανε η βασίλισσα κυρά Ζωή [σύζυγος τού δεσπότη κυρ Δημήτριου] και θάφτηκε στη Μονή Κυραμάρθας»
(καὶ τῇ ιζ-ῃ τοῦ αὐτοῦ Ἰαννουαρίου μηνὸς [τοῦ μ-ου ἔτους] ἀπέθανεν ἡ βασίλισσα κυρὰ Ζωὴ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ τῆς Κυραμάρθας μονῇ).
Όμως κατά τον Ψευδο-Σφραντζή, Patrologia Graeca 156, 796Α, πέθανε τον Ιούνιο:
«Στις 17 τού ίδιου μηνα [Ιουνίου] πέθανε και η βασίλισσα κυρά Ζωή και θάφτηκε στη Μονή τής Κυραμάρθας»
(καὶ τῇ ιζ-ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς [Ἰουνίου] τὸ κοινὸν χρέος ἐπλήρωσε καὶ ἡ κυρία Ζωὴ ἡ βασίλισσα καὶ ἐτάφη ἐν τῇ τῆς κυρίας Μάρθας μονῇ).

[←81]

Συρόπουλος 11.21: Μετὰ δὲ τὸ ἐμπλησθῆναι τοὺς ἐν ταῖς τριήρεσι τῶν Λημνίων λαφύρων, ἄραντες ἐκ τοῦ Κοτζίνου καὶ μικρὸν παραπλεύσαντες, ἐν τόπῳ γενόμενοι, ὅς ὁ Σωτὴρ καλεῖται, κλύδωνι αὖθις περιπεπτώκαμεν δεινῷ καὶ τότε τῷ ὄντι τελείως ἀπηλπίσαμεν ἑαυτούς. ἠγγέλθη δὲ ἡμῖν καὶ τότε παραμυθία ἡ ἐν τοῖς τοιούτοις κινδύνοις φαινομένη γλυκυτάτη θεία φωταγωγία, ἥ καὶ τότε ἡμῖν ἐπεφάνη. γενομένης δὲ ἡμέρας, ὁ ἄνεμος ἡμερώτερον ἔπνει, καὶ οἱ μὲν Βενέτικοι πλέειν ἐβούλοντο, ὁ δὲ βασιλεὺς ὁρῶν τὴν θάλασσαν κυμαινομένην ἐδειλία καὶ ἵστατο. παρελθούσης οὖν τῆς ἡμέρας ἐκείνης σὺν τῇ ἐπιούσῃ νυκτί, τῇ ὑστεραίᾳ ἰδόντες τὸ πνεῦμα πραότερον, λύσαντες ἀνηγόμεθα καὶ τὸ βόρειον μέρος τῆς νήσου παραμείψαντες καὶ τοῦ πελάγους ἁψάμενοι, νότῳ ἐνετύχομεν βιαίῳ· ἡ γὰρ νῆσος πρότερον ἀπεῖργεν αὐτόν. ἐφέροντο οὖν αἱ νῆες βιαίως πάνυ. ἐν τούτοις δὲ ὁ ἱστὸς ἐτετρίγει καὶ δραμόντες οἱ ναυτικοὶ εἶδον αὐτὸν κάτωθεν ἀρξάμενον ρήγνυσθαι, καὶ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι βούλονται χαλᾶσαι τὰ ἱστία· οἱ δὲ ἀναβάντες εἰς τὸν ἱστὸν ἐν τοσαύτῃ βίᾳ καὶ σφοδρότητι τοῦ ἀνέμου καὶ σχοίνους μεγίστους τοῦ ἱστοῦ ἐξαρτήσαντες ἐν τρισὶ τόποις ἀπὸ τῆς κορυφῆς καὶ κατωτέρω, εἰς τὰ μέρη τῆς πρύμνης τούτους ἐδέσμευσαν. εἶτα στρέβλαις αὐτοὺς συστρέψαντες καὶ ἐντείναντες κατωχύρωσαν καὶ ἀσφαλῶς πλέειν παρεσκεύασαν.

[←82]

Σωτήρ: Το ακρωτήριο Σωτήρας στη βορειοανατολική Λήμνο, το ανατολικό ακρωτήριο τού κόλπου Πουρνιάς.

[←83]

Συρόπουλος 11.22: Ἐν τέσσαρσιν οὖν ὥραις ἐκ τῆς Λήμνου ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Στενόν, οὗ καὶ εὕρομεν νῆα στρογγύλην φορτηγὸν ἐξελθοῦσαν ἐκ τῆς Βενετίας πεντεκαίδεκα ἡμέρας πρότερον ἡμῶν, εἰς ἥν εἰσῆξεν ὁ βασιλεὺς ἀνθρώπους τινὰς καὶ λέοντας καὶ κύνας, ἵνα διακομίσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Πόλιν· ἐκεῖ δὲ ἐνεσχέθη πέτρᾳ ὑφάλῳ καὶ ἐκάθητο ἀκίνητος. ἡμεῖς δὲ μικρὸν παραδραμόντες αὐτήν, ἐκεῖσε πῃ ἐμείναμεν, καὶ τὴν μετ΄ αὐτὴν ἡμέραν τε καὶ νύκτα διαγαγόντες· τῇ δ΄ ἐπιούσῃ ἄραντες ἐπλέομεν, καὶ ἐν τῷ παραπλέειν ἡμᾶς τὴν Καλλιούπολιν, ἔστειλεν ὁ τῆς Καλλιουπόλεως ἄρχων ἕνα ἐκ τῶν ἑαυτοῦ ἀνθρώπων τῶν Ἁγαρηνῶν προσεροῦντα τῷ βασιλεῖ· προσεκαλέσατο δὲ δι΄ αὐτοῦ τὸν βασιλέα διαμηνυσάμενος, ὡς εἴπερ ὁρίσει, ἵνα ἀναπαύσηται εἰς τὸ κάστρον ἤ εἰς τόπον τοῦ ἀμηρᾶ, ἔστιν εἰς τὸν ὁρισμὸν αὐτοῦ. ἀπεδέξατο δὲ τοῦτο ὁ βασιλεὺς καὶ ἔστειλεν αὐτῷ δῶρον μαστραπᾶν ἀργυροῦν μετὰ τοῦ Λάσκαρι τοῦ Μάμαλη..

[←84]

Στενό: Ο Ελλήσποντος (Δαρδανέλλια).

[←85]

Στο κείμενο στρογγύλη ναῦς: Εμπορικό πλοίο που ταξίδευε με πανιά, χωρίς κωπηλάτες.

[←86]

Στο κείμενο λέοντας και κύνας: Τι ζώα ήσαν άραγε οι λέοντες; Ο Laurent 1971: 545 μεταφράζει επίσης «λιοντάρια και σκύλους» (des lions et des chiens).

[←87]

Στο κείμενο μαστραπᾶν, από το τουρκικό maşrapa.

[←88]

Λάσκαρις Μάμαλης: Άγνωστος κατά τον Laurent 1971: 544 σημ. 1, ο οποίος παραπέμπει στους Miklosich et F. Miller, Acta et diplomala graeca Medii Aevi, II, σ. 374, 375, 543, για άλλα μέλη αυτής τής αρκετά δραστήριας οικογένειας στις αρχές τού 15ου αιώνα και σημειώνει ότι ο Νικόλαος, που μπορεί να είχε κάποια σχέση με το υπόψη άτομο, ήταν πρεσβευτής τού Βυζαντίου στην Κρήτη το 1406.

[←89]

Συρόπουλος 11.23: Ἔκτοτε οὖν δευτεραῖοι πρὸς ἑσπέραν παρεπλέομεν τὸ προάστειον τῆς Πόλεως τὸν Θεολόγον, ἔνθα ἡ κεφαλὴ τῆς Πόλεως, ὁ Ἀσὰν κῦρ Παῦλος, μετ΄ ὀλίγων πάνυ ἐλθὼν προσεκύνησε τὸν βασιλέα, καὶ περὶ δευτέραν ὥραν τῆς νυκτὸς κατελάβομεν τὴν Χρυσείαν Πύλην καὶ ἔστημεν εἰς τὴν λεγομένην Ἐξάρτησιν, οὗ ἦλθον πολλοὶ τῶν ἀρχόντων καὶ προσεκύνησαν τὸν βασιλέα. τῇ δ΄ ἐπιούσῃ ἥτις ἦν πρὠτη τοῦ φεβρουαρίου τῆς τρίτης ἰνδικτιῶνος, ἡμέρᾳ δευτέρᾳ τῆς Τυροφάγου, ἅμα πρωΐ ἦλθεν ὁ δεσπότης κῦρ Κωνσταντῖνος μετὰ κατέργου εἰς ὑπαντὴν τοῦ βασιλέως καὶ ἕτεροι πολλοὶ τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν Γενουιτῶν καὶ τῶν Βενετίκων· καὶ ἐπεὶ οὐκ ἔδοξε καλὸν τοῖς πρότερον βουλευσαμένοις, ἵν΄ εἴπωσι τῷ βασιλεῖ περὶ τοῦ θανάτου τῆς δεσποίνης, διὰ τοῦτο οὐδὲ τότε ἔδειξάν τι λυπηρόν. ὅθεν καὶ προπέμποντες καὶ δορυφοροῦντες μετὰ κρότων καὶ σαλπίγγων καὶ παιάνων, ἀπέσωσαν αὐτὸν εἰς τὸν αἰγιαλὸν τοῦ Κυνηγοῦ. ἐξελθόντες οὖν τῶν νηῶν ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ δεσπότης κῦρ Δημήτριος, προηγουμένου καὶ τοῦ δεσπότου κῦρ Κωνσταντίνου, ἀπήρχοντο εἰς τὰ βασίλεια ἔφιπποι. καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς ὡς φθάσας καὶ μαθὼν τὸν θάνατον τῆς βασιλίσσης, οὐ μὴν δὲ τὸν τῆς δεσποίνης, μὴ ὁρῶν σημεῖά τινα χαροποιὰ εἰς τὰς τῶν βασιλείων ὑπανοίξεις, ἐνόμισεν ὅτι γίνεται τοῦτο διὰ τον θάνατον τῆς βασιλίσσης. ὁμοίως δὲ καὶ ὁ δεσπότης προμαθὼν μὲν τὸν θάνατον τῆς δεσποίνης, ἀγνοῶν δὲ τὴν ἑαυτοῦ χηρείαν· ὅθεν καὶ ἑκάτερος τῇ τοῦ ἑτέρου χηρείᾳ τὰ λυπηρὰ ἀπένεμεν. ὅτε δ΄ ἐντὸς τῶν βασιλικῶν κελλίων παρεγένοντο, εὑρέθησαν καὶ ἄμφω χηρεύοντες, τῆς μητρὸς αὐτῶν τῆς ἁγίας δεσποίνης ἀναγγειλάσης αὐτοῖς ὁμοῦ τὸ συμβάν, καὶ ἐπένθησαν ἑκάτερος τὴν ἰδίαν λύπην. οὕτω μὲν ἐπανήλθομεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν μετὰ πολλῶν κόπων καὶ κινδύνων καὶ ταλαιπωρίας μεγίστης, καὶ ταῦτα τῶν καιριωτέρων μνησθέντος τοῦ λόγου καὶ καταλιπόντος τὰ μερικώτερα· ὀλίγα δέ τινα τὰ περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐνδημίας ἡμῶν προσθείς, τὴν φίλην ἀσπάσεται σιωπήν.

[←90]

Θεολόγος: Το Έβδομον, ένα από τα σημαντικότερα προάστια τής Κωνσταντινούπολης στην Προποντίδα, 10 περίπου χιλιόμετρα δυτικά από το Μίλιον. Στη θέση τού Εβδόμου τής αυτοκρατορίας βρισκόταν μέχρι το 1922 η ελληνική κοινότητα Μακροχωρίου, ενώ σήμερα στον ίδιο χώρο υπάρχει ο οικισμός Μπακιρκιόϊ.

[←91]

Παῦλος Ἀσάν: Ανώτατος διπλωμάτης στην υπηρεσία τής αυτοκρατορίας, τότε διοικητής τής πρωτεύουσας κατά τη διάρκεια τής συνόδου. Πήγε στην Πελοπόννησο μαζί με τον αδελφό τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄, τον Δημήτριο, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη τού Ασάν Θεοδώρα στις 16 Απριλίου 1441. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, στηλ. C48:
«Την ίδια μέρα ο Παύλος Ασάν, παίρνοντας την κόρη του Θεοδώρα Ασάνινα, έφυγε από την Πόλη, πήγε στη Μεσημβρία και την έδωσε ως νόμιμη σύζυγο στον δεσπότη κυρ Δημήτριο»
(Καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ [ιϚ-ῃ Ἀπριλλίου τοῦ τοῦ μθ-ου ἔτους] λαβὼν τὴν αὑτοῦ θυγατέραν Ἀσανῖναν τὴν Θεοδώραν Παῦλος ὁ Ἀσάνης ἔφυγεν ἀπὸ τῆς Πόλεως καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Μεσέμβριαν καὶ δέδωκεν αὐτὴν εἰς νόμιμον γυναῖκα τῷ δεσπότῃ κὺρ Δημητρίῳ).
Αργότερα το ίδιο έτος πέθανε από επίθεση αποπληξίας. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, στηλ. 1049Α:
«Κατά τη διάρκεια τού ίδιου μήνα ο Παύλος Ασάνης υπέστη τρομερό εγκεφαλικό επεισόδιο και παρέδωσε το πνεύμα»
(Ἐν ᾧ μηνὶ [Ὀκτωβρίῳ τοῦ ν-ου ἔτους] καὶ ἀποπληξίᾳ δεινῇ περιπεσὼν Παῦλος ὁ Ἀσάνης ἐναπέψυξεν).

[←92]

Χρυσή Πύλη: Η κεντρική πύλη των χερσαίων τειχών τής Πόλης. Βρισκόταν (και βρίσκεται) στο νότιο άκρο των τειχών, κοντά στη συμβολή τους με τα τείχη τής Προποντίδας. Από αυτήν περνούσε ο νοτιοδυτικός κλάδος τής Μέσης Οδού τής πόλης, οδηγώντας προς τη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα κατά μήκος τής βόρειας ακτής τής Προποντίδας.

[←93]

Εξάρθηση: Κατά τον Laurent 1971: 545 σημ. 4, προφανώς δεν πρόκειται για την Εξάρτυση τού Κεράτιου κόλπου, στην ακτή τού Γαλατά, απέναντι από την εκκλησία τής Αγίας Θεοδοσίας που βρισκόταν στην απέναντι όχθη. Το εδώ απόσπασμα μάς επιτρέπει να σκεφτούμε ότι η Εξάρθηση βρισκόταν στο λιμάνι τής Χρυσής Πύλης ή κοντά σε ναύσταθμο εργασιών, αφού ο αυτοκράτορας μπήκε στην πόλη από πύλη τής Προποντίδας και όχι από αντίστοιχη τού Κεράτιου.

[←94]

Στο κείμενο, τῆς τρίτης ἰνδικτιῶνος. Βλέπε πίνακα μετατροπής στη σημ. 25 τού κεφαλαίου β΄. Κατά τον Laurent 1971: 545 σημ. 5, όπως σημειώνει ο πάπας Ευγένιος Δ΄ σε επιστολή του προς τον Χριστόφορο Γκαρατόνι, η αυτοκρατορική νηοπομπή έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Ιανουαρίου 1440 το βράδυ, ύστερα από τρεισήμισι μήνες σκληρού ταξιδιού στη θάλασσα. Αυτή η υπερβολική βραδύτητα φαινόταν στον πάπα ως απειλή για την Ένωση, απειλή την οποία θα επιδείνωνε η καθυστέρηση στη δημοσίευση τής απόφασης τής Συνόδου τής Φλωρεντίας (Laurent 1971: 545 σημ. 5).

[←95]

Σφραντζής, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1048:
«Τον Φεβρουάριο τού ίδιου έτους, επέστρεψαν από την Ιταλία ο αυτοκράτορας μας, ο δεσπότης [Δημήτριος] και ολόκληρη η αντιπροσωπεία μας, εκτός από τον πατριάρχη και τον στενό μου φίλο, τον ευγενή μητροπολίτη Σάρδεων. Ο τελευταίος πέθανε στη Φερράρα και ο πατριάρχης αργότερα στη Φλωρεντία»
(Καὶ τὸν Φευρουάριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐπανέστρεψαν εἰς τὴν Πόλιν ἀπὸ τῆς συνόδου ὅ τε βασιλεὺς καὶ ὁ δεσπότης καὶ οἱ ἀπελθόντες πάντες ἄλλοι, τοῦ πατριάρχου καὶ μόνον καὶ τοῦ καλοῦ καγαθοῦ Σάρδεων κἀμοὶ πλεῖστα φίλων ἐκεῖσε τελευτησάντων, τούτου μὲν εἰς Φεῤῥαρίαν, τοῦ δὲ πατριάρχου ἐν Φλωρεντίᾳ ὕστερον).

[←96]

Επειδή πολύς κόσμος στο βιβλίο πέθανε από βουβωνική πανούκλα, ας δούμε πώς περιγράφει την ασθένεια εκείνης τής εποχής ο Κριτόβουλος, De Rebus Gestis Mechemetis, Fragmenta Historicorum Graecorum, τομ. 5 (Παρίσι 1873) 160-161:
«Θα μιλήσω λοιπόν και για τα ίδια τα συμπτώματα τής ασθένειας. Το κακό οπωσδήποτε εμφανιζόταν πρώτα στη βουβωνική χώρα και τα σημάδια εκεί εμφανίζονταν λίγο-πολύ. Έπειτα η ασθένεια προσέβαλλε βίαια το κεφάλι, προκαλώντας σε αυτό υψηλό πυρετό, φλεγμονές στις κοιλίες τού εγκεφάλου, στους υμένες και τα μηνίγγια, και ερεθισμούς και κοκκινίλες στο πρόσωπο. Στη συνέχεια σε κάποιους προκαλούσε αναισθησία, βαρύ ύπνο και λήθαργο, ενώ σε άλλους αντιθέτως φρενίτιδα, ημιπληγία και αϋπνία. Έπειτα εμφανιζόταν ο πόνος όλος γύρω από την καρδιά, με άγριο και πολύ ψηλό πυρετό, που κατέκαιγε τα εσωτερικά όργανα και προκαλούσε σε αυτήν έντονες φλεγμονές, υπερθέρμανση όλου τού αίματος, καταστροφή και φοβερούς πόνους από αυτό, έντονες οδύνες και φωνές εκείνων που χάνονταν, συνεχή ταχυπαλμία, αναπνοή βαριά και κάκοσμη, φοβερά ρίγη, κρυάδες, νέκρωση των άκρων και τελικά θάνατο. Τέτοια ήταν λοιπόν τα κύρια συμπτώματα τής ασθένειας, όπως αναφέρθηκαν σε μένα, παραλείποντας τα υπόλοιπα»
(XVIII. Λέξω δὲ καὶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς νόσου. τὰ μὲν γὰρ πρῶτα περὶ τοὺς βουβῶνας ἐστηρίζετο τὸ δεινὸν ὁποιδήποτε, καὶ τὸ σημεῖον ἐν τούτοις ἐδείκνυτο ἤ μείζον ἤ ἔλαττον· ἔπειτα προσέβαλλε σφοδρῶς τῇ κεφαλῇ, καὶ θέρμας ἰσχυρὰς ἐνεποίει ταύτῃ καὶ φλεγμονὰς περὶ τε τὰς κοιλίας τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τοὺς ὑμένας καὶ μήνιγγας, καὶ φλογώσεις καὶ ἐρυθήματα τοῦ προσώπου· κἀκ τούτου τισὶ μὲν ἀναισθησίαν ἐνειργάζετο καὶ ὕπνον βαρὺν καὶ καταφορὰν, τισὶ δὲ καὶ τοὐναντίον φρενῖτιν καὶ παραπληξίαν καὶ ἀγρυπνίαν ἐπέφερεν· εἶτα ἐστηρίζετο περὶ τὴν καρδίαν ὁ πόνος ὅλος καὶ τὸ δεινὸν μετὰ πυρετοῦ λάβρου τε καὶ διακαοῦς τὰ τε ἔνδον ξυμφλέγοντος καὶ ξυγκαίοντος καὶ φλεγμονὰς έμποιοῦντος αὐτῇ σφοδροτάτας, καὶ ἐξόπτησιν τοῦ ὅλου αἵματος καὶ φθορὰν καὶ ὀδύνας ἰσχυρὰς ἐκ τούτου καὶ ἀλγηδόνας δριμείας καὶ βοὰς τῶν ἀπολωλότων, καὶ παλμοὺς ξυνεχεῖς καὶ ὀξεῖς καὶ ἄσθμα βαρὺ καὶ δυσῶδες καὶ φρίκην δεινὴν καὶ ψύξιν καὶ νέκρωσιν τῶν ἄκρων καὶ τελευταῖον θάνατον. τοιοῦτον δὴ τι καὶ τὸ εἶδος τῆς νόσου, ὡς ἐμοὶ γε κατεφάνη εἶναι τὰ πλεῖστα παραλιπόντι).

error: Content is protected !!
Scroll to Top