Εισαγωγή

<-Πρόλογος

2. Ενωτικές πρωτοβουλίες μέχρι τη Σύνοδο τής Βασιλείας->

Εισαγωγή

Εμφάνιση και ανάπτυξη τού Χριστιανισμού

Ο Στράβων στα Γεωγραφικά του (βλέπε Παράρτημα1), περιγράφοντας την Παλαιστίνη, γράφει:

«Ο Μωυσής έλεγε και δίδασκε ότι οι Αιγύπτιοι έκαναν λάθος παριστώντας το Θείο Όν με τη μορφή θηρίων και βοοειδών, όπως και οι Λίβυες. Και ότι οι Έλληνες έκαναν επίσης λάθος παρουσιάζοντας τούς θεούς με ανθρώπινη μορφή. Κατά τη γνώμη του Θεός είναι μόνο εκείνο που περιλαμβάνει όλους εμάς, και τη στεριά και τη θάλασσα, αυτό που ονομάζουμε ουρανό, κόσμο και φύση όλων όσα υπάρχουν. Ποιος μυαλωμένος άνθρωπος θα ήταν άραγε τόσο τολμηρός, ώστε να επινοήσει εικόνα τού Θεού όμοια με οποιοδήποτε πλάσμα ανάμεσά μας;»

Επειδή ο Στράβων είναι σύγχρονος τού Ιησού,2 η εικόνα που μάς δίνει πιο πάνω είναι από θρησκευτική άποψη ενδιαφέρουσα: εκφράζει κάποια προϊούσα αμφισβήτηση τής ελληνικής (ελληνορωμαϊκής πια) θρησκείας. Ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζει και την παρακμή τής ιουδαϊκής:

«Ο Μωϋσής, αντί για τη χρήση των όπλων, πρόβαλλε ως υπεράσπιση τις θυσίες και το Θείο Όν, έχοντας αποφασίσει ν΄ αναζητήσει μια θέση λατρείας γι΄ Αυτό και υποσχόμενος να παραδώσει στους ανθρώπους είδος λατρείας και είδος τελετουργίας, που δεν θα καταπίεζαν εκείνους που θα συμμετείχαν σε αυτήν, ούτε με έξοδα ούτε με θείες εμμονές ή με άλλα παράλογα προβλήματα. … Εκείνοι που  διαδέχθηκαν τον Μωυσή, ακολούθησαν για κάποια χρόνια την ίδια στάση, φερόμενοι δίκαια και όντας πραγματικά ευσεβείς απέναντι στον Θεό. Ύστερα όμως επικράτησαν στην ιεροσύνη δεισιδαίμονες άνθρωποι και αργότερα τυραννικοί».

Αν η κατάσταση ήταν όπως την περιγράφει ο Στράβων, που πέθανε (σε βαθιά γεράματα) εννέα χρόνια πριν από τον Ιησού, τότε ίσως έχουμε μπροστά μας το αντικειμενικό υπόβαθρο τής εμφάνισης και ανάπτυξης τού Χριστιανισμού.4

Εξετάζοντας τον Χριστιανισμό «απ΄ έξω», όσο μπορούμε φυσικά, αφού βρισκόμαστε μέσα, εξετάζοντάς τον εν πάση περιπτώσει όπως θα εξετάζαμε μια ξένη θρησκεία, τον Ισλαμισμό για παράδειγμα ή τον Ταοϊσμό, ας προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την εξέλιξή του από ιουδαϊκή αίρεση σε οικουμενικό θρησκευτικό, φιλοσοφικό και πολιτικό δόγμα.

Oι μαθητές τού Ιησού, οι Εβραίοι ψαράδες τής λίμνης Γενησαρέτ, ενδεχομένως δεν είχαν από μόνοι τους τη δυνατότητα να συγκροτήσουν το θεολογικό-φιλοσοφικό υπόβαθρο τής νέας τους πίστης. Δύο πράγματα μπορούσαν να συμβούν: ή να δεχτούν την επιφοίτηση τού Αγίου Πνεύματος, όπως πιστεύει η επίσημη θρησκεία, ή ν΄ αναλάβουν το έργο αυτό κάποιοι περισσότερο καταρτισμένοι, κάτι που δεν αρνείται η επίσημη θρησκεία. Αντικειμενικά όμως, αφού οι Απόστολοι δεν μάς άφησαν γραπτά, τη θρησκειολογική συγκρότηση τού Χριστιανισμού ανέλαβαν σοφοί άνδρες, κυρίως στις ελληνόφωνες περιοχές τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δηλαδή στην Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μικρά Ασία.

Το σώμα των ελληνόφωνων θρησκευτικών κειμένων από την εμφάνιση τού Χριστιανισμού, που εκδόθηκε κατά το δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα με παράλληλη λατινική μετάφραση και επιμέλεια τού Γάλλου αββά Jacques Paul Migne, εκτείνεται σε 180 τόμους (της τάξης των χιλίων σελίδων ο καθένας) και ονομάζεται Ελληνική Πατρολογία (Patrologia Graeca). Είναι πιο δύσκολο ν΄ αποδείξουμε ότι δεν ήσαν Έλληνες εκείνοι που γράφουν στους τόμους αυτούς στα ελληνικά, απ΄ όσο ν΄ αποδείξουμε ότι ήσαν.

Χαρακτηριστικά τής νέας θρησκείας

Η νέα θρησκεία αναπτυσσόταν και εύρισκε οπαδούς στην εκτεταμένη επικράτεια τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κυρίαρχη θρησκεία στην οποία ήταν το ελληνικό δωδεκάθεο με τις ρωμαϊκές παραλλαγές, οι οποίες εκλατίνιζαν τα ελληνικά ονόματα των θεών. Έτσι ο Δίας ήταν Γιούπιτερ, ο Ποσειδών Νέπτουν, ο Κρόνος Σάτουρν, η Αθηνά Μινέρβα, η Άρτεμις Ντιάνα, η Αφροδίτη Βένους κλπ.

Οι διδάσκαλοι (doctors) τής Εκκλησίας, οι Πατέρες τής εκκλησίας στη δική μας γλώσσα, είχαν μπροστά τους δύσκολο έργο: έπρεπε να προσφέρουν στους λαούς μια πρωτότυπη μονοθεϊστική θρησκεία διαφορετική από τον Ιουδαϊσμό, αφού ήταν αδιανόητο για τούς Ελληνορωμαίους να κυριαρχηθούν ιδεολογικά από τούς Εβραίους, αλλά ταυτόχρονα ελκυστική, που θα έμοιαζε κατά το δυνατόν περισσότερο με την προηγούμενη θρησκεία τους. Το κατόρθωσαν στην εκπληκτικής σύλληψης και επεξεργασίας έννοια τής τριαδικής θεότητας. Η Αγία Τριάδα, σε γενικές γραμμές το ένα τέταρτο τού δωδεκάθεου, αφού περαιτέρω προσαρμογή προς τον μονοθεϊσμό ίσως δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή, υπήρξε η απάντηση τού ελληνορωμαϊκού κόσμου στον ιουδαϊσμό. Ο Υιός τής Αγίας Τριάδας όχι μόνο είχε πλήρη ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όπως οι θεοί των Ελλήνων, αλλά για τη σωτηρία των ανθρώπων είχε ενανθρωπιστεί: είχε κατέβει στη γη και είχε σταυρωθεί.

Όλες οι γνωστές θρησκείες έχουν εθνικοτοπικά χαρακτηριστικά. Τα είχαν από την αρχή, δεν τα απέκτησαν στην πορεία. Έτσι και ο Χριστιανισμός, που μετρά ήδη εικοσιένα αιώνες, έχει εκ των πραγμάτων συνδεθεί άρρηκτα με τον ελληνόφωνο κόσμο τής ελληνορωμαϊκής Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό δεν είναι ούτε παράξενο, ούτε πρωτότυπο. Συνέβη πάντοτε και παντού με όλες τις θρησκείες: με τον Βουδισμό των Κινέζων, με τον Ινδουισμό των Ινδών, με τον Ισλαμισμό των Αράβων. Συνέβη περαιτέρω όταν λαοί ή ομάδες λαών προσπάθησαν να προσδώσουν δικά τους χαρακτηριστικά σε ευρύτερες θρησκείες: οι Γερμανοί Λουθηρανοί, οι Ολλανδοί Καλβινιστές και οι Αγγλικανοί στον Χριστιανισμό, οι Πέρσες Σιίτες στον Ισλαμισμό κλπ. Έχει γραφεί ότι «η θρησκεία αποτελεί το όπιο των λαών». Πλησιέστερα προς την πραγματικότητα θα ήταν και η προσθήκη ότι οι λαοί (και οι εθνικισμοί τους) αποτελούν το «όπιο» των θρησκειών.

Περιοριζόμενοι στο θέμα που εξετάζουμε εδώ, δηλαδή στο χριστιανικό σχίσμα, ας σημειώσουμε τα εξής: Η χριστιανική θρησκεία διαμορφώθηκε οριστικά (κατά τούς Ανατολικούς) στη διάρκεια τού 3ου-4ου αιώνα, κυρίως με το έργο μορφωμένων ανδρών τής ελληνόφωνης Ανατολής (), αρχικά των Αλεξανδρινών πατέρων, καθώς και ελληνόφωνων όπως ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, που είχαν σπουδάσει στις φιλοσοφικές σχολές τού παγκόσμιου πανεπιστήμιου τής εποχής: τής Αθήνας τής Ρωμαϊκής περιόδου. Ανεξάρτητα από τις περί τού αντιθέτου εξαγγελίες της, η χριστιανική θρησκεία ήταν σε θεωρητικό επίπεδο βαθύτατα διαποτισμένη από τον Πλατωνισμό και τον Νεοπλατωνισμό, ενώ σε επίπεδο λατρείας διατηρούσε πολλά από τα χαρακτηριστικά τής πολυθεϊστικής θρησκείας την οποία είχε εκτοπίσει. Παναγία, τοπικοί άγιοι κλπ.

Ίσως υπήρξαν κάποιες ακρότητες στη διαδικασία παγιοποίησης τής νέας θρησκείας, ωστόσο εκτεταμένοι διωγμοί πολυθεϊστών από τούς χριστιανούς δεν αναφέρονται εκείνη την εποχή. Τα περιστατικά που περιγράφει ο Ζώσιμος είναι μάλλον μεμονωμένα και δεν συγκρίνονται με τούς διωγμούς των πρώτων χριστιανών από τούς πολυθεϊστές, ούτε φυσικά από τούς διωγμούς μεταγενέστερων πολυθεϊστών στη χριστιανική δύση. Ο εκχριστιανισμός των Σαξώνων από τον Καρλομάγνο κατά τον 8ο αιώνα βασίστηκε στην εντολή «χριστιανός ή νεκρός». Κόστισε οκτακόσιες χιλιάδες νεκρούς Σάξωνες παγανιστές και πρόσφερε φυσικά στον Καρλομάγνο το στέμμα τού «Ρωμαίου αυτοκράτορα» από τη δυτική χριστιανική εκκλησία. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή αυτή τής μεγάλης σφαγής αναπτύχθηκαν έξι-επτά αιώνες αργότερα οι εντονότερες διαφωνίες προς τη Ρωμαϊκή εκκλησία, που οδήγησαν στο κίνημα τού Λούθηρου. Γι΄ αυτά όμως θα μιλήσουμε αργότερα. Επιστρέφοντας στην επιβολή τού Χριστιανισμού στην Ελληνορωμαϊκή Ανατολή, ας σημειώσουμε εδώ ….
Βισηγότθοι Θεοδόσιος.

Μονοφυσίτες, Αρειανιστές κλπ πρώιμοι χριστιανοί

Η έννοια τής τριαδικής θεότητας δεν ήταν εύληπτη. Οι δύο φύσεις τού Χριστού, η θεία και η ανθρώπινη, εξυπηρετούσαν ίσως την αφομοίωση από τούς Ελληνορωμαίους, που ήσαν εθισμένοι στην παράσταση των θεών με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, βρίσκονταν όμως στα όρια τού αυστηρού μονοθεϊσμού. Ένα κομμάτι τού χριστιανικού κόσμου δέχτηκε τότε (000) ότι ο Θεός είχε μόνο μία φύση: τη θεία. Έμειναν γνωστοί ως μονοφυσίτες (κόπτες) και κυριάρχησαν σε χριστιανικές περιοχές τής Ανατολής που βρέθηκαν αργότερα σε άμεση επαφή με το Ισλάμ (Αρμενία, Αίγυπτος).

Το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό (529 μ.Χ.)

Στο μεταξύ η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με έδρα την Κωνσταντινούπολη ήταν πια μία. Την εποχή τού Ιουστινιανού αγκάλιαζε ολόκληρη σχεδόν τη Μεσόγειο, περιλαμβάνοντας την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, τη Συρία-Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τις βόρειες ακτές τής Αφρικής, παράκτια τμήματα τής Γαλλίας και τής Ισπανίας, ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο νοτίως τής Ραβέννας και τη Σικελία. Επίσημη θρησκεία τής αυτοκρατορίας ήταν ο χριστιανισμός, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακόμη και τότε, τον 6ο αιώνα, ο πολυθεϊσμός είχε ξεριζωθεί.

Καθώς ο χριστιανισμός αποτελούσε βασικό στοιχείο τής πολιτικής τού Ιουστινιανού για την ενοποίηση τής αυτοκρατορίας, εν όψει μάλιστα των συνεχών πολέμων με αλλοθρήσκους στα όριά της, ο αυτοκράτορας διέταξε το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας.5 Οι σχολές αυτές, αρκετούς αιώνες ύστερα από τον θάνατο των ιδρυτών τους, εξακολουθούσαν να λειτουργούν και ν΄ αποτελούν κέντρο γνώσης στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αναφέραμε ήδη ότι εκεί φοίτησαν, μεταξύ άλλων, ο Βασίλειος Καισαρείας και ο φίλος του Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός.

Το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό6 υπήρξε ουσιαστικά η ταφόπετρα στην ιστορία τής διάσημης αυτής πόλης. Η Αθήνα εξαφανίζεται από την ιστορία, στην οποία επανεμφανίζεται δεκατρείς αιώνες αργότερα, όταν επιλέχθηκε ως πρωτεύουσα τού νεοσύστατου ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα. Το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας (529 μ.Χ.) και η ίδρυση την ίδια χρονιά τού μοναστηριού τού Μόντε Κασσίνο στη νότια Ιταλία (529 μ.Χ.) θεωρούνται σχηματικά ως η αφετηρία τού δυτικού Μεσαίωνα. Ίσως η σύνδεση των δύο γεγονότων προσπαθεί να υπονοήσει ότι ο οκτώ αιώνων Μεσαίωνας δεν υπήρξε μόνο δυτικός. Τώρα πια αποτελεί κοινή άποψη ότι στην ελληνορωμαϊκή Ανατολή δεν υπήρξε αντίστοιχο τού δυτικού Μεσαίωνα.

Εμφάνιση και ανάπτυξη τού Ισλαμισμού

Ο 6ος αιώνας σηματοδοτεί το οριστικό τέλος τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση. Η Ρώμη, που είχε γλιτώσει από τούς Ούννους τού Αττίλα το 452 μ.Χ., αλώνεται από τούς Γότθους (546). Την ίδια εποχή στην Ανατολή εμφανίζεται νέα μονοθεϊστική θρησκεία, ο Ισλαμισμός, που θα έπαιζε ιδιαίτερο ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις.

Το θεωρητικό υπόβαθρο τής νέας θρησκείας ήταν πιο απλό. Ο Ισλαμισμός δεν είχε κανένα λόγο να επιχειρήσει σύνθετες τριαδικές προσεγγίσεις. Στόχευε κατ΄ αρχάς στην αποδοχή από πληθυσμούς, οι οποίοι, έτσι κι αλλιώς, δεν είχαν βρεθεί ποτέ στο επίκεντρο τού ελληνορωμαϊκού πολυθεϊσμού. Το μήνυμα ήταν σαφές: Ο Θεός είναι ένας. Έστειλε στη γη προφήτες να κηρύξουν τον λόγο του. Προφήτες είναι όλοι εκείνοι τής Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και ο Ιησούς. Οι άνθρωποι όμως δεν είχαν καταλάβει το μήνυμα των προφητών. Έτσι ο Θεός αναγκάστηκε να στείλει έναν ακόμη προφήτη, τον Μωάμεθ. Αφού ο Μωάμεθ είναι ο τελευταίος χρονικά προφήτης, τα λόγια του εκφράζουν πιο πιστά το μήνυμα τού Θεού.

Στη μουσουλμανική παράδοση ο Μωάμεθ (περ. 570-632) θεωρείται λοιπόν ως ο τελευταίος σειράς προφητών. Κατά τα τελευταία 22 χρόνια τής ζωής του, με αφετηρία την ηλικία των 40 το 610 μ.Χ., ο Μωάμεθ ανέφερε αποκαλύψεις που πίστευε ότι προέρχονταν από τον Θεό, ο οποίος τις μετέφερε σε αυτόν μέσω τού αρχαγγέλου Γαβριήλ (Τζιμπρίλ). Το περιεχόμενο αυτών των αποκαλύψεων, που είναι γνωστό ως Κοράνι, απομνημονεύθηκε και καταγράφηκε από τούς συντρόφους του.

Στον ισλαμικό κόσμο διασώζεται η μονοθεϊστική προϊστορία και οι προσωπικότητές της: ο Αβραάμ (Ιμπραήμ), ο Ιακώβ (Γιακούμπ), ο Ιωσήφ (Γιουσούφ), ο Μωυσής (Μούσα), ο Σολωμών (Σουλεϊμάν), ο Ιησούς (Ισά) κλπ.

Φυσικά κι αυτή η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για κοσμικές κατακτήσεις. Πολιορκήθηκε η ίδια η Κωνσταντινούπολη από τούς Άραβες (674-678 μ.Χ.), κατακτήθηκαν οι νότιες και ανατολικές επαρχίες τής αυτοκρατορίας, ενώ τρία από τα πέντε πατριαρχεία τού πρωτοχριστιανικού κόσμου (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) βρίσκονταν πια σε επικράτεια κατακτημένη από τούς Άραβες. Σε ελεύθερη περιοχή παρέμενε το πατριαρχείο στην πρωτεύουσα τής αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη), καθώς και το αρχαιότερο (Ρώμης), που κινδύνευε όμως ανά πάσα στιγμή από τις επιδρομές άλλων βαρβάρων από τον βορρά.

Η εικονομαχική διαμάχη

Η απλότητα τού ισλαμικού μηνύματος επηρέαζε τις περιοχές τής αυτοκρατορίας που βρίσκονταν σε άμεση επαφή με αυτό. Στις περιοχές αυτές αναπτύχθηκαν τάσεις θεολογικού συμβιβασμού. Εκείνη την εποχή, την περίοδο 711-802, τα ηνία τής αυτοκρατορίας ανέλαβε η δυναστεία των Ισαύρων. Αποδείχθηκαν στο σύνολό τους ικανοί αυτοκράτορες. Υπήρξαν επιτυχείς όσον αφορά την υπεράσπιση και την εδραίωση τής αυτοκρατορίας εναντίον τού χαλιφάτου μετά την έφοδο των πρώτων μουσουλμανικών κατακτήσεων, αλλά υπήρξαν λιγότερο επιτυχείς στην Ευρώπη, όπου υπέστησαν πλήγματα από τούς Βουλγάρους, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Εξαρχία τής Ραβέννας και να χάσουν την επιρροή της επί τής Ιταλίας και τού Παπισμού από την αυξανόμενη δύναμη των Φράγκων. Αυτοί όμως οι αυτοκράτορες κατάγονταν από την Ισαυρία (Συρία). Η ελληνορωμαϊκή παράδοση δεν ασκούσε πάνω τους μεγάλη επιρροή. Άλλωστε, αυστηρά μονοθεϊστικά, είχαν δίκιο. Ο Θεός, έστω και με την τριαδική του υπόσταση, ήταν ένας. Δεν έπρεπε να παριστάνεται ο ίδιος σε εικόνες, ενώ, πολύ περισσότερο, δεν έπρεπε να λατρεύονται σε εικόνες οι πολυάριθμοι, ήδη από τότε, άγιοι τής χριστιανικής θρησκείας.

Η εικονομαχική διαμάχη στην αυτοκρατορία κράτησε δύο αιώνες. Οι εικονολάτρες των ελληνορωμαϊκών της περιοχών εύρισκαν σταθερό σύμμαχο στους επισκόπους (πάπες) τής Ρώμης. Οι Ελληνορωμαίοι διεκδικούσαν το αυτονόητο: τη λατρεία των τοπικών τους θεών και ηρώων (αγίων). Τέτοια ήταν η παράδοση αυτών των περιοχών από την εποχή τής λατρείας τού Απόλλωνα, τής Άρτεμης, τής Αθηνάς, τού Ηρακλή, τού Θησέα, τού Ιάσωνα. Οι Ίσαυροι προσπαθούσαν να επιβάλουν το επίσης αυτονόητο: τον μονοθεϊσμό τής χριστιανικής θρησκείας. Η διαμάχη τερματίστηκε το 843 με την οριστική αναστήλωση των εικόνων. Οι Ελληνορωμαίοι είχαν  επικρατήσει. Η αναστήλωση των εικόνων γιορτάζεται από την Ελληνορθόδοξη εκκλησία (και μάλλον μόνο από αυτήν) την Κυριακή τής Ορθοδοξίας (την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής) ως η μεγάλη γιορτή τής Ορθοδοξίας.

Tο σχίσμα των εκκλησιών

Λίγο μετά συνέβη το πρώτο σχίσμα των εκκλησιών, το Φώτειο Σχίσμα (το έτος 867). Μια διαμάχη κατά πόσον ο Ιγνάτιος ή ο Φώτιος ήταν ο νόμιμος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αναφέρθηκε το 000 στη Ρώμη, τής οποίας ο πάπας…. Οι παπικοί λεγάτοι που στάλθηκαν να διερευνήσουν την υπόθεση αποφάσισαν υπέρ τού δεύτερου και ανακήρυξαν τον Ιγνάτιο έκπτωτο. Ο πάπας Νικόλαος Α΄ ακύρωσε την απόφαση (000) και σε τοπική σύνοδο αποφάνθηκε υπέρ τού Ιγνάτιου. Η απόφαση αυτή ήταν εντελώς εναντίον των επιθυμιών τής αυτοκρατορικής αυλής και ο Φώτιος, αξιοποιώντας επίσης την επικρατούσα διαμάχη ευαγγελισμού στη Βουλγαρία και τις διαφορές στις αρχές που υποστήριζαν εκεί οι Λατίνοι και οι Γραικοί ιεραπόστολοι, αποφάσισε να μεταφέρει τον πόλεμο στη χώρα τού εχθρού. Εξέδωσε Εγκύκλιο Επιστολή προς τούς Ανατολικούς πατριάρχες καλώντας τους σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη για να κρίνουν την πίστη και την πρακτική τού πάπα και τής Λατινικής Εκκλησίας. Η σύνοδος συγκλήθηκε το 867 και ανακήρυξε τον Νικόλαο έκπτωτο και αφορισμένο.

Σχεδόν αμέσως, για πολιτικούς λόγους, ο Φώτιος απομακρύνθηκε από την πατριαρχική έδρα, την οποία ξαναπήρε ο Ιγνάτιος. Αλλά η σύνοδος (869-70) που συγκλήθηκε για ν΄ αποκαταστήσει την τάξη δεν πέτυχε τον σκοπό της. Ο αυτοκράτορας δεν ήθελε τίποτε περισσότερο από τη συζήτηση τού παλαιού ζητήματος μεταξύ Ιγνάτιου και Φώτιου. Ο πάπας δεν μπορούσε ν΄ αγνοήσει τη σύνοδο τού Φωτίου και την εκ μέρους της προσβολή τής Αγίας Έδρας. Ο Φώτιος, αν και αρνήθηκε ν΄ απαντήσει στους κατηγόρους του, καταδικάστηκε, αλλά πολύ λίγοι επίσκοποι πήραν μέρος στη διαδικασία, ενώ οι αυστηρές ποινές εναντίον εκείνων που είχαν χειροτονηθεί από τον Φώτιο δεν συνέβαλαν στην ειρήνευση.

Με τον θάνατο τού Ιγνάτιου το 878 ο αυτοκράτορας αποκατέστησε τον Φώτιο στον πατριαρχικό θρόνο, παρά την προηγούμενη καταδίκη του. Για άλλη μια φορά προτάθηκε η διεξαγωγή συνόδου για την εξομάλυνση τής κατάστασης και ο πάπας Ιωάννης Η΄, που χρειαζόταν βοήθεια εναντίον των Σαρακηνών και εξακολουθούσε να ελπίζει για την επιβολή Ρωμαϊκής δικαιοδοσίας επί τής Βουλγαρίας, συμφώνησε. Η σύνοδος συγκλήθηκε το 879-80. Οι απεσταλμένοι τού πάπα είχαν εξουσιοδότηση ν΄ αναγνωρίσουν τη νομιμότητα τής εκλογής τού Φωτίου ως πατριάρχη και τις προηγούμενες χειροτονίες του, αγνοώντας ταυτόχρονα τις προηγούμενες ενέργειές του εναντίον τής Αγίας Έδρας, αν έκανε κάποια χειρονομία καλής θέλησης. Ο Φώτιος αρνήθηκε να το κάνει και τα πρακτικά τής συνόδου περιέχουν περισσότερο προσβολές εναντίον τής Ρώμης παρά σεβασμό. Παρ΄ όλα αυτά ο πάπας Ιωάννης Η΄ τα ενέκρινε, αν και δεν είναι βέβαιο κατά πόσο έλαβε γνώση τού συνόλου τους ή μόνο μιας συντομευμένης και πολύ μετριασμένης σε χαρακτηρισμούς λατινικής μετάφρασης. Μέχρι πρόσφατα πίστευαν συνήθως ότι μετά τη σύνοδο τού 879-80 ο Φώτιος αφορίστηκε και πάλι επισήμως, αλλά αυτή η άποψη τέθηκε αργότερα υπό αμφισβήτηση και δεν θεωρείται γενικά αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει το 899 το σχίσμα είχε τερματιστεί, αλλά είχε δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο, ενώ τα γραπτά τού Φώτιου, που κατηγορούσαν τούς Λατίνους για αίρεση σε σχέση με την εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος, που καταδίκαζαν τα λατινικά έθιμα και την πειθαρχία, και ασκούσαν επίθεση στην πρωτοκαθεδρία τής έδρας τού Πέτρου και εκθείαζαν εναντίον της την «έδρα τού Πρωτόκλητου Ανδρέα», τροφοδοτούσαν ένα οπλοστάσιο έτοιμο για παράδοση σε μελλοντική χρήση.

Εδώ χρειάζεται να εξεταστεί πιο αναλυτικά το υπόβαθρο τού Φώτειου Σχίσματος. Καταρχήν ο Άγιος Φώτιος τής Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας υπήρξε προσωπικότητα που δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν από τούς πάπες εκείνης τουλάχιστον τής εποχής. Ο Φώτιος (810-893) υπήρξε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 858 μέχρι το 867 και από το 877 μέχρι το 886. Θα σημειώσουμε ότι από τα γραπτά έργα τού Φωτίου το πιο γνωστό είναι η Βιβλιοθήκη του ή Μυριόβιβλος, συλλογή αποσπασμάτων και συνόψεων από τόμους 280 κλασικών συγγραφέων,τα πρωτότυπα των οποίων έχουν πια χαθεί σε μεγάλο βαθμό. Στον Φώτιο οφείλουμε σχεδόν όλα όσα διασώζονται από τα έργα τού Κτησία, τού Μέμνονα Ηρακλείας, τού Κόνωνα, από τα χαμένα βιβλία τού Διόδωρου Σικελιώτη και από τα χαμένα γραπτά τού Αρριανού. Άλλο γνωστό έργο τού Φωτίου είναι η Λέξεων  Συναγωγή,ένα λεξικό τής ελληνικής γλώσσας, έργο πολύτιμο, γιατί ο Φώτιος είχε υπόψη του λεξικά που κατόπιν χάθηκαν. Ο Φώτιος λοιπόν υπήρξε ….

Έχει αναγνωριστεί στις ανατολικές ορθόδοξες εκκλησίες ως Άγιος Φώτιος ο Μέγας. Δεν θ΄ ασχοληθούμε εδώ με την εκκλησιαστική ιστορία και τον ρόλο τού Φώτιου στον εκχριστιανισμό των Σλάβων και στο πρώτο Σχίσμα των Εκκλησιών (863-867 μ.Χ.).

πρωτοκαθεδρία τής έδρας τού Πέτρου και εκθείαζαν εναντίον της την «έδρα τού Πρωτόκλητου Ανδρέα»,…..

Επίσης ο Φώτιος έζησε την εποχή τής «αναβίωσης» τής «Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» στη Δυτική Ευρώπη. Ο πάπας Λέων Γ’ (795-816) είχε χρίσει «αυτοκράτορα» τον βασιλιά των Φράγκων Καρλομάγνο (βασ. 768-814) τα Χριστούγεννα τού 800, αφενός για να τον ανταμείψει για τις προσπάθειές του για τον εκχριστιανισμό των βαρβάρων (Σαξώνων) και τη σφαγή οκτακοσίων χιλιάδων από αυτούς, όσων δηλαδή επέμεναν στον παγανισμό, κυρίως όμως για ν΄ αποδεσμευθεί από την πραγματική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη, από τον αυτοκράτορα τής οποίας επικυρωνόταν η εκλογή του ως επισκόπου Ρώμης. Ο πάπας Ζαχαρίας (741–752) ήταν ο τελευταίος πάπας που ανακοίνωσε το 741 σε αυτοκράτορα τού Βυζαντίου την εκλογή του ή ζήτησε από αυτόν την έγκρισή της.9

Η εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος

Σε επίπεδο δογματικής διδασκαλίας ο Φώτιος αμφισβήτησε την υποστηριζόμενη από τούς Λατίνους εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος «και από τον Υιό» (filioque, φιλιόκβε). Το Σύμβολο τής Πίστεως ήταν σαφές για το Άγιο Πνεύμα: «τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον», όχι «τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευόμενον» των Λατίνων. Προφανώς η διερεύνηση τής θεολογικής ορθότητας στις παραπάνω δύο εκφράσεις ξεφεύγει από τούς σκοπούς αυτής τής εισαγωγής, αλλά αποτελεί σημαντικό επιχείρημα των διαφωνιών των Γραικορωμαίων σ΄ εκείνα που ακολούθησαν και περιγράφονται στα Απομνημονεύματα τού Συρόπουλου.

Η άποψη των Βυζαντινών ήταν ότι η αδικαιολόγητη προσθήκη τού filioque αναστάτωνε την ευαίσθητη ισορροπία τής Αγίας Τριάδας. Ο ίδιος ο Χριστός, έλεγαν, εξέφραζε την σωστή σχέση των Τριών Ατόμων τής Θεότητας. «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Κατά Ιωάννην 15.26: Όταν έρθει ο Παράκλητος, που θα σάς τον στείλω εγώ από τον Πατέρα, το Πνεύμα τής Αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, αυτό θα ερμηνεύσει την αποστολή μου). Έτσι, το Άγιο Πνεύμα προέρχεται αιώνια από τον Πατέρα και αποστέλλεται χρονικά, δηλαδή, στον χρόνο, στον κόσμο από τον Υιό. Ο Θεός ο Πατέρας γεννά τον Υιό του αιώνια, αλλά το Άγιο Πνεύμα προέρχεται αιώνια από τον Πατέρα. Ο Θεός ο Πατέρας δεν είναι γεννημένος ούτε προέρχεται από οποιοδήποτε από τα άλλα Πρόσωπα. Η άποψη τής Ανατολικής Εκκλησίας για την Αγία Τριάδα ήταν αυτή ενός ισοσκελούς τριγώνου, με τον Θεό Πατέρα στην κορυφή.

Η Δυτική θέση δεν φαινόταν μόνο ότι δεν ήταν σύμφωνη με την Αγία Γραφή, αλλά δημιουργώντας δύο αρχές (Πατέρα και Υιό) από τις οποίες λεγόταν ότι προερχόταν το Άγιο Πνεύμα, το τρίγωνο τής Τριάδας αντιστρεφόταν ανάρμοστα. Διακυβευόταν επίσης όχι μόνο η ορθοδοξία αυτού τού νέου δόγματος αλλά ολόκληρη η δομή τής ηγεσίας τής Εκκλησίας και η σωστή πηγή τού δόγματος! Στη βυζαντινή θεολογία η μόνη εμπνευσμένη δογματική εξουσία ήταν η Οικουμενική Σύνοδος, όπου το Άγιο Πνεύμα προστάτευε τούς Πατέρες από το λάθος και τούς οδηγούσε ασφαλώς προς την αλήθεια. Επιπλέον, οι Πατέρες είχαν απαγορεύσει ρητά οποιαδήποτε προσθήκη ή αφαίρεση από το Σύμβολο τής Πίστεως. Η εισαγωγή τής ρήτρας filioque από τη Λατινική Εκκλησία ήταν προφανής πράξη περιφρόνησης τής αυθεντίας και τής έμπνευσης των Πατέρων τής Εκκλησίας που είχαν συμμετάσχει στις Οικουμενικές Συνόδους. Ένα επόμενο οικουμενικό κογκλάβιο μπορούσε να ενισχύσει τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί σε προηγούμενη σύνοδο, αλλά ήταν αδιανόητο ότι θα μπορούσε να αλλάξει εκείνες τις αποφάσεις. Η παραβίαση μονομερώς τού Συμβόλου ήταν πράξη αίρεσης. Η κλασική λατινική απάντηση ήταν ότι η ρήτρα filioque αποτελούσε απλώς ενίσχυση τού δόγματος, όχι αλλαγή ή προσθήκη. Στη Σύνοδο τής Φλωρεντίας οι Έλληνες δέχτηκαν τελικά αυτή την άποψη και συμφώνησαν με τη συμβιβαστική διατύπωση που ανέφερε ότι το Άγιο Πνεύμα «εκπορεύεται από τον Πατέρα μέσω τού Υιού».

Γιατί εισήγαγαν οι Λατίνοι το «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ»;

Αναφέραμε ήδη για την περίοδο τής Εικονομαχίας, ότι οι Ελληνορωμαίοι δεν αποδέχονταν τροποποιήσεις στα χαρακτηριστικά και τούς όρους λατρείας τής θρησκείας τους, ούτε καν από τούς αυτοκράτορές τους. Mάλλον αυτή είναι η σωστή ερμηνεία και ανάγνωση τής θρησκείας, καθώς και ο μόνος τρόπος απαλλαγής της από κοσμικές σκοπιμότητες και νεωτερισμούς. Το «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» δεν προστέθηκε στο Σύμβολο τής Πίστεως για να πιστοποιήσει τις θεολογικές ερμηνείες τού Θωμά Ακινάτη, που έζησε επτακόσια περίπου χρόνια μετά την προσθήκη του. Προστέθηκε για καθαρά πρακτικούς λόγους: γιατί το ζήτησαν οι Βισηγότθοι. Το 589 η σύνοδος τού Τολέδο, που συγκλήθηκε στην έδρα των προσφάτως εκχριστιανισμένων Βισηγότθων, προσέθεσε το «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» στο σύμβολο, αναθεματίζοντας μάλιστα εκείνους που θ΄ απάγγειλαν το σύμβολο χωρίς την προσθήκη! Προφανώς οι παπικοί τής Ρώμης δεν εύρισκαν κάποιον ιδιαίτερο λόγο ν΄ αντισταθούν σε αυτή την επιμονή. Άλλωστε στα γραπτά των πρώτων πατέρων τής Εκκλησίας υπάρχουν αρκετά «ἐκ τοῦ Πατρός» και «ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ», οπότε και το «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ» δεν έκανε μεγάλη διαφορά, πόσο μάλλον που Πατέρας και Υιός ήταν ένα. Όμως οι παπικοί τής Ρώμης θεωρούσαν σημαντικό τον εκχριστιανισμό των Βισηγότθων, δηλαδή των σημερινών Ισπανών, κι έτσι εγκρίθηκε η προσθήκη.

Ο παπισμός εκείνης τής εποχής, για τη στήριξη των αιτημάτων του για πολιτική εξουσία, δεν είχε διστάσει να χαλκεύσει πλαστό ρωμαϊκό αυτοκρατορικό διάταγμα, τη Δωρεά τού Κωνσταντίνου (Donatio Constantini), με το οποίο δήθεν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, ο Μέγας Κωνσταντίνος, είχε μεταβιβάσει στον πάπα τής Ρώμης την εξουσία επί τής Ρώμης και επί τού δυτικού τμήματος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ίσως ένα πρώτο σχέδιο τής Δωρεάς Κωνσταντίνου φτιάχτηκε λίγο μετά τα μέσα τού 8ου αιώνα, προκειμένου να βοηθήσει τον πάπα Στέφανο Β΄ (752–757) στις διαπραγματεύσεις του με τον βασιλιά των Φράγκων Πιπίνο τον Μικρό (βασ. 751-768). Το 754 ο πάπας Στέφανος Β΄ διέσχισε τις Άλπεις για να χρίσει βασιλιά τον Πιπίνο. Σε αντάλλαγμα για την υποστήριξη τού Στέφανου, ο Πιπίνος έδωσε στον πάπα τα εδάφη στην Ιταλία, τα οποία οι Λομβαρδοί είχαν πάρει το 751 από την αυτοκρατορία τής Κωνσταντινούπολης. Αυτά τα εδάφη (Ρώμη, Ραβέννα κλπ.) θα γίνονταν τα Παπικά Κράτη και θ΄ αποτελούσαν τη βάση τής κοσμικής ισχύος τού παπισμού για τούς επόμενους έντεκα αιώνες.

Η λατινική προσθήκη τής ρήτρας filioque (καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ) στο Σύμβολο τής Πίστεως των Συνόδων Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως ήταν το θέμα. Όπως συντάχθηκε αρχικά από τούς Πατέρες της Εκκλησίας που συμμετείχαν στην Πρώτη και τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο, το δόγμα δηλώνει ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα. Ωστόσο, τον 6ο αιώνα στην Ισπανία, η θεολογική διαμάχη μεταξύ των Ισπανών Καθολικών και των Αρειανιστών Βησιγότθων ήταν έντονη. Για να υπερασπιστούν την Ορθόδοξη θέση ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα, σε αντίθεση με την Αρειανή θέση ότι ήταν θεοποιημένο πλάσμα, δηλαδή όχι τής ίδιας ουσίας με τον Πατέρα και, επομένως, κατώτερος και υποδεέστερος, οι Καθολικοί εισήγαγαν τη διατύπωση του filioque στο Σύμβολο, έτσι που να γράφει: «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευόμενον…». Όταν οι Αρειανοί Βησιγότθοι μετατράπηκαν τελικά σε Ορθόδοξους Καθολικούς Χριστιανούς υπό τον βασιλιά τους Ρεκκαρέντ το 589 στη Σύνοδο τού Τολέδο, το filioque διατηρήθηκε στο Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Από την Ισπανία το filioque πέρασε στην αυλή τού Καρλομάγνου στο Αιξ λα-Σαπέλ, όπου βρήκε πρόθυμο συνήγορο τον Καρλομάγνο, τού οποίου πρόθεση ήταν να δυσφημίσει τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες. Η Σύνοδος τής Φρανκφούρτης το 794 ενέκρινε επίσημα το filioque, αλλά χωρίς παπική επικύρωση. Ωστόσο, χάρη στο κύρος τού Καρλομάγνου, το filioque υιοθετήθηκε σταδιακά στη Γερμανία, τη Λωρραίνη και σε μέρη τής Γαλλίας κατά τον 9ο αιώνα. Στις αρχές τού 11ου αιώνα, όταν ο Γερμανός Ερρίκος Β’ στέφθηκε αυτοκράτορας στη Ρώμη (1009), το Σύμβολο διαβάστηκε με την προσθήκη τού filioque.

Οι Τούρκοι

Δυο ποτάμια μαζεύουν τα νερά που κυλούν από τις δυτικές πλαγιές των Ιμαλαΐων και τα οδηγούν στη λίμνη Αράλη: ο Αμού Ντάρια και ο Σουρ Ντάρια. Τα αρχαία ονόματά τους είναι Ὦξος και Ἰαξάρτης. Παραδοσιακά έχουν θεωρηθεί ως το σύνορο ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα.10 Νότια και δυτικά από τα ποτάμια αυτά πάτησαν όλοι οι γνωστοί αρχαίοι πολιτισμοί: οι Πέρσες, οι Μακεδόνες τού Αλέξανδρου, οι Ρωμαίοι. Βόρεια και ανατολικά, στις στέππες τού Τουρκμενιστάν, τού Ουζμπεκιστάν, τού Καζακστάν, ζούσαν νομαδικοί λαοί. Δεν έχτιζαν πόλεις. Ζούσαν σε αντίσκηνα. Κινούνταν μέσα στις αχανείς εκτάσεις μαζί με τα κοπάδια τους. Πήγαιναν όπου υπήρχε τροφή για τα ζώα. Ήσαν απολύτως εξοικειωμένοι με τα άλογα. Καρφωμένοι πάνω στη ράχη τού ζώου, τόξευαν καλπάζοντας. Μιλώντας για τούς Σκύθες ο Ηρόδοτος (βλέπε Παράρτημα11) έχει δώσει περιγραφή, η οποία έχει ενδεχομένως παρερμηνευτεί γεωγραφικά.

Κατά μία ερμηνεία αυτού τού αποσπάσματος τού Ηροδότου, τα ψηλά βουνά στους πρόποδες των οποίων κατοικούσαν οι φαλακροί Αργιππαίοι με τις πλακουτσωτές μύτες και τα μεγάλα πηγούνια, που ζούσαν από τούς καρπούς των δένδρων και κάτω από αυτά, ήσαν τα Ουράλια.12 Προφανώς όμως, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατοικεί στους πρόποδες των Ουραλίων «κάτω από δέντρο, το οποίο καλύπτει τον χειμώνα με λευκό πανί».13 Αν όμως κατέβουμε νοτιότερα, στους πρόποδες των Ιμαλαΐων, και συγκρίνουμε τούς πρωτοβουδιστές μοναχούς εκείνης τής εποχής με τούς Αργιππαίους τού Ηροδότου, βρίσκουμε πολλά κοινά.14 Αν οι Αργιππαίοι ήσαν οι πρωτοβουδιστές μοναχοί στους πρόποδες των Ιμαλαΐων, τότε οι Ιύρκαι, που ζούσαν στην άκρη τής περιοχής των Σκυθών, πριν από τούς Αργιππαίους, δεν μπορεί να είναι άλλοι από κάποιους προγόνους των Τούρκων. Πέρα από την ομοιότητα στο όνομα, υπάρχει επίσης η περιγραφόμενη από τον Ηρόδοτο σχέση τους με τα άλογα, που έκανε εντύπωση και σε μεταγενέστερους ιστορικούς.

Στις όχθες τού Ώξου και τού Ιαξάρτη οι νομάδες κτηνοτρόφοι τής μιας πλευράς άρχισαν να συναλλάσσονται με τούς εμπόρους τής άλλης. Κάπως έτσι προσηλυτίστηκαν στον Ισλαμισμό γύρω στον 8ο αιώνα. Κάποιοι πέρασαν στη Βαγδάτη, στην υπηρεσία των Αββασιδών. Κι όταν παρήκμασε η δυναστεία των …., πήραν την εξουσία και ίδρυσαν το κράτος των Μεγάλων Σελτζούκων….

Οι νεαροί στέλνονταν στα σύνορα…. Ποιοι ήσαν όμως οι ΄αποδώ΄;

Η μάχη τού Μαντζικέρτ (1071)

Οι Γραικορωμαίοι γνώριζαν τούς Τούρκους πριν από τη Μάχη τού Μαντζικέρτ (1071) και την ήττα που οδήγησε στην εισβολή των Τούρκων στην Ανατολία. Μάλιστα στον στρατό υπό τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ Διογένη που πολέμησε και ηττήθηκε στο Μαντζικέρτ, υπήρχε στρατιωτικό σώμα, οι Τουρκόπουλοι,…

Το Μαντζικέρτ (1071) υπήρξε περισσότερο πολιτική αποτυχία παρά στρατιωτική καταστροφή. Σημαντική μάχη δεν υπήρξε, αφού οι Δούκα, οι αντίπαλοι τού Ρωμανού, τον είχαν εγκαταλείψει πριν από τη μάχη. Τον εγκατέλειψαν επίσης οι δυτικοί μισθοφόροι του, καθώς και οι Τουρκόπουλοι, όπως προαναφέραμε. Η πολιτική αποτυχία οφειλόταν στο γεγονός, ότι με αφορμή θρησκευτικούς λόγους αλλά και πάλι για λόγους πολιτικής ενοποίησης, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος (0000) μετά τις νικηφόρες εκστρατείες του στην Ανατολή, διέταξε να μετακινηθούν νοτιότερα οι μονοφυσίτες (κόπτες) Αρμένιοι τού παραμεθόριου θέματός του. Οι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν λοιπόν στην Κιλίκια Αρμενία, απέναντι από την Κύπρο, αλλά απογυμνώθηκε το ανάχωμα που συγκροτούσαν αυτοί στα σύνορα τής αυτοκρατορίας με τούς Μεγάλους Σελτζούκους. Μερικές δεκαετίες αργότερα ….

Εισβολή των Τούρκων στην Ανατολία μετά τη μάχη τού Μαντζικέρτ

Αποτέλεσμα τής ήττας τού Μαντζικέρτ υπήρξε η αθρόα είσοδος Τούρκων στην Ανατολία. …..

Γιατί άραγε έφευγαν οι Τούρκοι με ραγδαίους ρυθμούς από τις πατρογονικές τους εστίες πέρα από τον Ώξο και τον Ιαξάρτη; Γιατί μάλιστα, αφού είχαν κυριαρχήσει επί τού σουλτανάτου των Αββασιδών (?) κατέχοντας τη Βαγδάτη κι έχοντας κτίσει μεγάλη αυτοκρατορία γύρω από αυτήν, έσπευδαν στο υψίπεδο τής Ανατολίας;

Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Τούρκοι ήσαν εγκατεστημένοι πάνω στη «λεωφόρο», μέσω τής οποίας ξεκίνησαν από τον … αιώνα οι επιδρομές των Μογγόλων προς τη Δύση.

,,,, ντανιζμέντ

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι έκαναν πρωτεύουσά τους τη Νίκαια (Ιζνίκ) τής Βιθυνίας, μια πόλη που φιγουράρει σε κάθε σχεδόν σημαντικό γεγονός τής ιστορίας τής περιοχής.

….

Τότε τα ηνία στην Κωνσταντινούπολη ανέλαβε για εκατό περίπου χρόνια η τελευταία νικηφόρα δυναστεία τής αυτοκρατορίας, οι Κομνηνοί, με πρώτο αυτοκράτορα τον Αλέξιο Α΄ (βασ. 1081-1118). Ο Αλέξιος ανέβηκε στον θρόνο δέκα χρόνια μετά το Μαντζικέρτ (1071) και δεκαπέντε χρόνια πριν από την 1η Σταυροφορία (1096-99). Από δω και πέρα τις τύχες τής αυτοκρατορίας θα καθόριζαν, με το ίδιο τελικά θλιβερό αποτέλεσμα, από τη μια πλευρά ο τουρκικός επεκτατισμός με όχημα το Ισλάμ και τον ιερό πόλεμο (τζιχάντ) και από την άλλη οι τυχοδιώκτες σταυροφόροι, καθώς και οι δυτικοί συμπατριώτες και συνεργάτες τους, με όχημα τον σταυρό και τη Δυτική Εκκλησία.

Η άλωση τής Πόλης από τούς “σταυροφόρους” τής 4ης Σταυροφορίας (1204)

Η 4η Σταυροφορία, δηλαδή η εκστρατεία που κάλεσε ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄, είχε ως δηλωμένο σκοπό την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ, η οποία βρισκόταν τότε υπό τον έλεγχο των μουσουλμάνων, νικώντας το ισχυρό αιγυπτιακό σουλτανάτο των Αγιουβιδών. Όμως, αντί για την κατάκτηση της Αιγύπτου όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί, οικονομικά και πολιτικά γεγονότα οδήγησαν τον στρατό των “σταυροφόρων” αρχικά στην πολιορκία τής Ζάρας (1202) και στη συνέχεια στη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (1204).

Ενώ ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ αφόρισε τούς “σταυροφόρους” όταν αυτοί άλωσαν την καθολική πόλη τής Ζάρας (το Ζάνταρ τής Κροατίας), αργότερα (βλέπε Παράρτημα15) ήρε τη βούλλα τού αφορισμού και δικαιολόγησε την άλωση τής Κωνσταντινούπολης με σχετική επιστολή.

Οι “σταυροφόροι”, αφού λεηλάτησαν την Πόλη καταστρέφοντας τις αρχαιότητες (βλέπε Παράρτημα16) και κλέβοντας τα ιερά λείψανα (βλέπε Παράρτημα17), δημοσιεύοντας μάλιστα και κατάλογο των κλοπιμαίων (βλέπε Παράρτημα18), προχώρησαν στη διαίρεση τής αυτοκρατορίας και στην εγκαθίδρυση τής Λατινικής Αυτοκρατορίας τής Κωνσταντινούπολης.

Η Λατινική Αυτοκρατορία τής Κωνσταντινούπολης (1204-1261)

Η Λατινική Αυτοκρατορία τής Κωνσταντινούπολης ήταν ένα φεουδαρχικό σταυροφορικό κράτος που ιδρύθηκε το 1204 μετά τη λεηλασία τής πόλης από την Δ΄ Σταυροφορία, αντικαθιστώντας την Ανατολική Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία. Διήρκεσε 57 χρόνια μέχρι το 1261 και κυβερνήθηκε από διαδοχή Λατίνων αυτοκρατόρων, ξεκινώντας με τον Βαλδουίνο Α΄ (βασ. 1204-1205), ο οποίος εκλέχθηκε για να κυβερνήσει εδάφη που είχαν μοιραστεί μεταξύ των σταυροφόρων και των Ενετών. Η αυτοκρατορία αυτή υπήρξε βραχύβια και στρατιωτικά αδύναμη, καταρρέοντας τελικά επί Βαλδουίνου Β΄ (βασ. 1228 – 1261), με την απόκατάσταση (1261) τής Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ουσιαστικά διαιρέθηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Δ’ Σταυροφορία το 1204, με τη συνθήκη Partitio terrarum imperii Romaniae να διαιρεί τα εδάφη της μεταξύ των σταυροφόρων και της Βενετίας. Ενώ αυτή η συνθήκη κήρυξε τη διαίρεσή της, οι σταυροφόροι δεν έλεγξαν ποτέ το μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας, οδηγώντας στην ίδρυση μιας Λατινικής Αυτοκρατορίας και πολυάριθμων ελληνικών διαδόχων κρατών, όπως η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Τελικά, η αναστηλωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τη Νίκαια το 1261, ήταν μικρότερη και ασθενέστερη, υποκύπτοντας τελικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η επιστολή τού Ιωάννη Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄19

Τον Μάρτιο τού 1237, όταν πέθανε ο Λατίνος αυτοκράτορας Ιωάννης τής Μπριέν, ο διάδοχός του, ο νεαρός Βαλδουΐνος Β’ τού Κουρτεναί, βρισκόταν στη Γαλλία και στη Φλάνδρα διεκδικώντας τα δικαιώματά του στο μεγάλο κάστρο τής Ναμύρ ενάντια σε αντίθετες αξιώσεις. Οι τής Νικαίας είχαν κάθε λόγο να ρίχνουν αισιόδοξες ματιές στα δυνατά τείχη τής Κωνσταντινούπολης.

Στις 21 Μαΐου, πριν μάθει για τον θάνατο τού Μπριέν, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ έγραφε από το Βιτέρμπο υπεροπτικό γράμμα «στον ευγενή Βατάτζη», ανακοινώνοντας μεγάλη σταυροφορία για την προστασία των Αγίων Τόπων και, αν χρειαζόταν, για βοήθεια προς τη Λατινική «αυτοκρατορία τής Ρωμανίας», την οποία απειλούσε ο Βατάτζης. Ο πάπας προειδοποιούσε τον Βατάτζη να μην ακολουθεί εχθρική πολιτική απέναντι στον Ιωάννη τής Μπριέν και τούς Λατίνους τής Κωνσταντινούπολης και απαιτούσε τη «βοήθεια, συμβουλή και υποστήριξή του» για τούς Λατίνους.

Η επιστολή τού Γρηγορίου είχε τόσο υπεροπτικό ύφος, που ο Βατάτζης απαντώντας ομολογούσε ότι δεν πίστευε ότι προερχόταν πραγματικά από τον ίδιο τον πάπα. Απαντούσε παρ΄ όλα αυτά, με ακόμη μικρότερη αυτοσυγκράτηση από εκείνη που είχε επιδείξει η παπική κούρτη, σαν να ξεπλήρωνε κάποια παλιά μνησικακία. Δήλωνε ότι η επισκοπική έδρα τής Ρώμης δεν ήταν κατά κανένα τρόπο διαφορετική από τις άλλες αρχαίες επισκοπές και ότι αυτός ο ίδιος και όχι κανένας άλλος Λατίνος σφετεριστής ήταν ο άμεσος διάδοχος τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, των Δούκα και των Κομνηνών. Ο παπισμός κακώς είχε παραβλέψει τη λατινική κατάληψη τής Κωνσταντινούπολης και κακώς επίσης είχε συμμετάσχει στην εκλογή τού εκλιπόντος Ιωάννη τής Μπριέν. Οι Γραικοί, αποσυρόμενοι από την πρωτεύουσά τους, είχαν απλώς υποκύψει στην ωμή βία. Η συμπεριφορά των Λατίνων και η ύπαρξη τής υποτιθέμενης αυτοκρατορίας τους ήταν ασυμβίβαστη με την παπική ελπίδα τής απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων. Η συνέχιση τού αγώνα εναντίον τού Ιωάννη τής Μπριέν, τώρα πια «προ πολλού (πάλαι) νεκρού», τον οποίο ο πάπας είχε ζητήσει από τον Βατάτζη ν΄ αφησει στην ησυχία του, αποτελούσε ιερό καθήκον για την ανακατάκτηση τής Κωνσταντινούπολης. Ενώ ο Βατάτζης ήταν διατεθειμένος να σεβαστεί τα δικαιώματα τού πάπα, ο τελευταίος έπρεπε επίσης ν΄ αναγνωρίσει εκείνα τού Ρωμιού αυτοκράτορα. Ας δούμε την επιστολή τού Βατάτζη:20

Η ανάκτηση τής Κωνσταντινούπολης (1261) και η Ένωση των Εκκλησιών για την αντιμετώπιση τού Τουρκικού κινδύνου

Η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ολοκληρώθηκε το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, ο οποίος ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη από τη Λατινική Αυτοκρατορία. Αυτό το γεγονός, η «Ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης», επιτεύχθηκε από τις δυνάμεις της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, ενός διαδόχου κράτους, και σηματοδότησε το τέλος μιας 57χρονης κατοχής. Ο Μιχαήλ Η΄ ίδρυσε τη δυναστεία των Παλαιολόγων και ξεκίνησε μια νέα, αν και μειωμένη, εποχή για την αυτοκρατορία.

Η Δεύτερη Σύνοδος της Λυών ήταν μια οικουμενική σύνοδος που συγκλήθηκε από τον Πάπα Γρηγόριο Ι΄ το 1274 για να ασχοληθεί με την εκκλησιαστική μεταρρύθμιση, την επανένωση των Ανατολικών και Δυτικών Εκκλησιών και τις προετοιμασίες για μια σταυροφορία. Αν και πέτυχε μια προσωρινή ένωση και θέσπισε κανονισμούς για τα παπικά κονκλάβια και τα θρησκευτικά τάγματα, η επανένωση με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία τελικά απέτυχε λόγω πολιτικής και θρησκευτικής αντιπολίτευσης.

Παρά όλα τα εμπόδια, η ένωση τελικά διακηρύχθηκε στη Δεύτερη Σύνοδο της Λυών το 1274. Η Ορθόδοξη Ανατολή εξαναγκάστηκε να αποδεχτεί την ένωση. Αμέσως μετά τον θάνατο του Μιχαήλ (1282), ωστόσο, η ελληνική εκκλησία κήρυξε την ένωση άκυρη. Οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν για τη σύνοδο με το σκεπτικό ότι δεν ήταν παρόντες όλοι οι Ανατολικοί Πατριάρχες ή οι εκπρόσωποί τους, ότι δεν είχε γίνει καμία συζήτηση για τα προβλήματα που χώριζαν τις δύο εκκλησίες και ότι καμία μεταγενέστερη σύνοδος δεν είχε κηρύξει αυτή της Λυών οικουμενική. Παρ’ όλα αυτά, για πολιτικούς λόγους, ο Μιχαήλ αγωνίστηκε να διατηρήσει την ένωση. Αλλά, όταν ο Κάρολος του Ανζού κατάφερε τελικά να ενθρονίσει τον δικό του υποψήφιο, Μαρτίνο Δ’, ως πάπα το 1281, ο Μαρτίνος αμέσως αφόρισε τον Μιχαήλ και ταυτόχρονα χαρακτήρισε την σχεδιαζόμενη εκστρατεία του Καρόλου κατά του Βυζαντίου ως «Ιερά Σταυροφορία» εναντίον των «σχισματικών» Ελλήνων. Στο τεράστιο δίκτυο συμμαχιών που δημιούργησε ο Κάρολος για να κατακτήσει την ελληνική Ανατολή συμπεριλήφθηκαν όχι μόνο η Σικελία, μέρη της Ιταλίας, Έλληνες Λασκαρίδες αντιφρονούντες, διάφοροι Σλάβοι των Βαλκανίων, ο Βαλδουίνος, η Γαλλία και η Βενετία, αλλά και ο παπισμός. Στόχος της Βενετίας ειδικότερα ήταν να ανακτήσει τα ευρεία εμπορικά προνόμια που είχε ασκήσει κατά την εποχή της Λατινικής αυτοκρατορίας και να εκδιώξει τον άσπονδο εχθρό της, τους Γενουάτες, από τις επικερδείς ελληνικές αγορές.

Η διπλωματική μονομαχία μεταξύ Καρόλου και Μιχαήλ εντάθηκε, με τον Κάρολο να αγωνίζεται αδιάκοπα να προετοιμάσει τα στρατεύματα και το ναυτικό του. Μάλιστα, εξαπέλυσε επίθεση πέρα ​​από την Αδριατική στο Βέρατο (στη σύγχρονη Αλβανία) υπό τον Γάλλο στρατηγό Συλύ, αλλά απωθήθηκε από τον Μιχαήλ. Αυτό που είχε με το μέρος του ο Μιχαήλ – αποτέλεσμα της άψογης διπλωματικής του ικανότητας – ήταν (για ένα διάστημα) η παπική συμμαχία, μια μυστική συμφωνία με τους υποστηρικτές των Χοενστάουφεν στη Σικελία, η υποστήριξη της Γένοβας και, το πιο σημαντικό, μια μυστική συμμαχία με τον γαμπρό του Μάνφρεντ, βασιλιά Πέτρο Γ΄ της Αραγωνίας. Η λύση σε αυτή την αξιοσημείωτη διαμάχη ήταν το ξέσπασμα στις 30/31 Μαρτίου 1282 του Σικελικού Εσπερινού, της σφαγής των Γάλλων που σηματοδότησε την επανάσταση εναντίον του Καρόλου. Το Βυζάντιο σώθηκε από μια δεύτερη κατοχή από τους Λατίνους.

Προφανώς υπήρξε έντονη «διπλωματική» δραστηριότητα για την προσέλκυση των Γραικών στη φιλοπαπική ή την αντιπαπική σύνοδο τής δυτικής Εκκλησίας. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή τού Γεώργιου Τραπεζούντιου21 από την Ιταλία προς τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο (βλέπε Παράρτημα22), που τον προτρέπει, ύστερα και από συζήτηση με τον πάπα Ευγένιο Δ΄ (βλέπε Παράρτημα23), όπως αναφέρεται στην επιστολή, να προτιμήσει την παπική σύνοδο.

Η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας

Οι λεπτομέρειες τής Συνόδου παρουσιάζονται στα Απομνημονεύματα του Συρόπουλου. Στο Παράρτημα αυτού τού βιβλίου υπάρχει η απόφαση τής Συνόδου τής Φλωρεντίας,24 καθώς και περιγραφή μια ημέρας τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου στην Ιταλία25 προερχόμενη από ιταλικό χειρόγραφο τής εποχής.26 Για τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και τα γεγονότα που προηγήθηκαν ή επακολούθησαν περιλαμβάνονται επίσης στο Παράρτημα τού βιβλίου κεφάλαια προερχόμενα από το έργο των ιστορικών Δούκα,27 Χαλκοκονδύλη28 και Σφραντζή.29

 

Ας προχωρήσουμε τώρα στα Απομνημονεύματα τού Συρόπουλου ξεκινώντας από το Δεύτερο Κεφάλαιο, αφού το Πρώτο δεν διασώζεται.

 

<-Πρόλογος

2. Ενωτικές πρωτοβουλίες μέχρι τη Σύνοδο τής Βασιλείας->

error: Content is protected !!
Scroll to Top