Σημειώσεις Κεφαλαίου 8

Σημειώσεις Κεφαλαίου 8

[←1]

Συρόπουλος 8: Τμῆμα Ηον. Ἐν ᾧ περὶ τῶν ἐν Φλωρεντίᾳ διαλέξεων καὶ ὅπως ἔπαυσεν αὐτὰς ὁ βασιλεὺς καὶ πρὸς ἑνωτικὰς ἐχώρει μεσότητας, καὶ ἐν τούτοις ἐλθόντος πρέσβεως ὑπὲρ βοηθείας τῆς Πόλεως, ὁ βασιλεὺς μετὰ πολλῆς ἀξιώσεως αἰτήσας ὑπὲρ ταύτης τὸν πάπαν ἤνυσεν οὐδὲν καὶ ὅπως ἔσκωψε τὸν Ἡρακλείας· καὶ ὅτι ἐλθὼν ὁ Ἰουλιανὸς εἰς τὸν βασιλέα ἀπέδειξε τὸν μὲν πάπαν ποιοῦντα καὶ πλείω τῶν συμφωνηθέντων, ἡμᾶς δὲ μὴ τηροῦντας τὰς συμφωνίας, καὶ ὅπως ὁ βασιλεὺς συνήρχετο ἰδίως μετά τινων ἀρχιερέων εἰς τὸν πάπαν καὶ ἐσκέπτοντο μυστικῶς περὶ ἑνωτικῶν τρόπων· καὶ ὅπως ἔστειλαν οἱ Λατῖνοι ἔκθεσιν πίστεως πρὸς τοὺς ἡμετέρους καὶ οἱ ἡμέτεροι αὖθις πρὸς ἐκείνους. ἀπομημονευμάτων η.

[←2]

Συρόπουλος 8.1: Μετὰ δὲ τὴν εἰς Φλωρεντίαν ἡμῶν ἐπιδημίαν ἀπεχαρίσαντο ἡμῖν ἠρεμεῖν τῇ πρώτῃ τῶν νηστειῶν ἑβδομάδι· τῇ δ΄ ἐφεξῆς ἡτοίμασαν τὰς διαλέξεις καὶ ἐζήτησαν οἱ Λατῖνοι ἵν΄ ἔχωσι τὸ προτείνειν ἐκεῖνοι· ἐνέδωκε δὲ τοῦτο ὁ βασιλεὺς πρὸ τοῦ κοινώσασθαι τὸ περὶ τούτου τῇ συνόδῳ. μαθόντες δὲ τοῦτο οἱ ἡμέτεροι ἐδήλωσαν τῷ βασιλεῖ, ὅτι· οὐκ ἔστι καλὸν παραιτήσασθαι ἡμᾶς τὸ προτείνειν· ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· προετείνομεν πρῶτον ἡμεῖς, νῦν δὲ δίκαιόν ἐστιν ἵνα προτείνωσιν ἐκεῖνοι. εἶπον δ΄ οἱ ἡμέτεροι· ἡμεῖς ἐσμὲν οἱ ἐνάγοντες καὶ ἐγκαλοῦντες ἐκείνοις, καὶ δεῖ ἡμᾶς λέγειν πρῶτον τὰς ἰδίας δικαιολογίας, καὶ ἕλκειν ἐκείνους εἰς ἀπολογίας. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· χρὴ ἵνα τηρήσωμεν τὴν ἰσότητα ἑκατέροις τοῖς μέρεσι· προετείνομεν οὖν ἐν τοῖς πρώτοις ἡμεῖς, καὶ νῦν δεῖ προτείνειν ἐκείνους. καὶ ἐκύρωσε τοῦτο εἰρηκώς· οὕτω γὰρ ἔνι δίκαιον.

[←3]

Ο Laurent 1971: 390 σημ. 1, παρατηρεί ότι ο Συρόπουλος φαίνεται εδώ να έρχεται σε αντίθεση με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, 227):
«Κι ενώ αυτά έτσι γίνονταν και πέρασε και η Κυριακή τής Τυρινής, την Καθαρή Τετάρτη τής αγίας Σαρακοστής πρόσταξε ο αυτοκράτορας και συγκεντρωθήκαμε στην οικία του, και εξετάζαμε τη συνέχιση πάλι των συνεδριάσεων. Ειδοποιήσαμε μάλιστα τούς Λατίνους ότι είμαστε προετοιμασμένοι και όποτε νομίζουν ότι χρειάζεται, να γίνουν οι συνεδριάσεις μας»
(Τούτων οὕτω γενομένων καὶ τῆς τυρινῆς παρελθούσης, τῇ καθαρᾷ τετράδι τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς ὥρισεν ὁ βασιλεὺς καὶ συνήχθημεν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἐσκεψάμεθα περὶ τῆς προχωρήσεως πάλιν τῶν συνελεύσεων, καὶ δὴ ἐμηνύσαμεν τοῖς Λατίνοις ὅτι ἐσμὲν παρεσκευασμένοι καὶ ὅτε χρήζωσι γενέσθαι τὰς συνελεύσεις ἡμῶν).
Eπομένως, αν και δεν υπήρξαν συνεδριάσεις τής συνόδου κατά τη διάρκεια αυτής τής εβδομάδας, οι Γραικοί προετοιμάζονταν για τις μελλοντικές συναντήσεις με τούς Λατίνους.

[←4]

Την Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου ο αυτοκράτορας γνωστοποίησε στον πάπα την επιθυμία των Γραικών να διεξαχθούν οι συζητήσεις σε μικρές επιτροπές. Αυτό συνέβη την επόμενη μέρα (Laurent 1971: 391 σημ. 2).

[←5]

Συρόπουλος 8.2: Τῇ οὖν ἕκτῃ καὶ εἰκοστῇ φεβρουαρίου τῆς δευτέρας ἰνδικτιῶνος, ἡμέρᾳ πέμπτῃ τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν, γέγονε πρώτη συνέλευσις. καὶ ἤρξατο ὁ Ἰουλιανὸς εἰπεῖν ἐν προοιμίοις, ὅτι· ὁ μακαριώτατος πατὴρ ὁρίζει με ἵνα εἴπω, ὡς, ὅτε συνεβουλευόμεθα μεταθεῖναι τὴν ἱερὰν ταύτην σύνοδον ἐκ Φεραρίας εἰς τὴν Φλωρεντίαν, ἔφη ὁ βασιλεὺς κατὰ πολὺ ἐφίεσθαι τὴν πραγματείαν ταύτην τῆς ἑνώσεως συντελεσθῆναι καὶ συμπερανθῆναι· καὶ ὁ πάπας δεξάμενος τοῦτο ἀσμένως, ἔφη, ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλος τρόπος ἐπιτηδειότερος πρὸς τοῦτο ἤ τὸ διαλέγεσθαι συνεχῶς. καὶ τελευταῖον ἀπεφάνθη ἵνα συνερχώμεθα τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἀπαραιτήτως καὶ παρατείνωνται αἱ διαλέξεις μέχρι τριῶν ὡρῶν ἑκάστη. εἶτα ἔδοξε τῷ βασιλεῖ μᾶλλον εἶναι συμφέρον ἵν΄ ἐκλεχθῶσιν ἐξ ἑκατέρου μέρους τινὲς καὶ σκέψωνται ἰδίᾳ καὶ μυστικῶς εὑρεῖν τρόπον τινά, δι΄ οὗ ἄν ἔλθωμεν εἰς ἕνωσιν· καὶ εἰ μὲν τούτῳ τῷ τρόπῳ δυνηθῶμεν ἑνωθῆναι, ἤδη κατορθωθήσεται ὅπερ προὐθέμεθα· εἰ δὲ οὐχ εὑρεθῇ οὕτως τρόπος ἑνωτικός, ἵνα χωρήσωμεν πρὸς τὴν ἕνωσιν διὰ τῶν διαλέξεων. ἐπεὶ οὖν πρῶτος ὁ βασιλεὺς τοῦτο προέτεινε, δῆλον ὅτι εὗρε καὶ τὸν τρόπον τὸν ἑνωτικόν, καὶ ἀξιοῖ ὁ πάπας, ἵνα ἐμφανίσῃ τοῦτον ἡμῖν.

[←6]

Στο κείμενο, τῆς δευτέρας ἰνδικτιῶνος.

[←7]

Τα Ελληνικά Πρακτικά ονομάζουν επίσης πρώτη αυτή τη συνεδρίαση. Δεν ήταν όμως κανονική συνεδρίαση, όπως την εννοούν τα Λατινικά Πρακτικά, αλλά συνάντηση ειδικών για τον καθορισμού τής προόδου των εργασιών. Πραγματοποιήθηκε στα διαμερίσματα τού πάπα στη Δομινικανή Μονή τής Σάντα Μαρία Νοβέλλα. Σύμφωνα με τα Λατινικά Πρακτικά, έλαβαν μέρος δύο αντιπροσωπίες με σαράντα μέλη η καθεμιά. Ο πατριάρχης, ακινητοποιημένος από το πρήξιμο των ποδιών του, δεν συμμετείχε (Laurent 1971: 391 σημ. 3).

[←8]

Η συνεδρίαση αποτελούσε ουσιαστικά διάλογο μεταξύ τού αυτοκράτορα και τού καρδινάλιου, χωρίς την εμφανή συμμετοχή τού ελληνικού κλήρου (Laurent 1971: 391 σημ. 4).

[←9]

Συρόπουλος 8.3: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη, ὅτι· ἐγὼ ἐρῶ πρῶτον ὅ προεθέμην εἰπεῖν πρὸ τοῦ τὸν καρδηνάλιον εἰρηκέναι ἅπερ εἶπεν, εἶτα καὶ πρὸς τοὺς αὐτοῦ ἀπολογησόμεθα λόγους. λέγω τοίνυν ὅτι ἡμεῖς εἰς τὸ περὶ τῆς προσθήκης εἴπομεν λόγους πολλοὺς καὶ ἀναγκαίους· εἴχομεν δὲ καὶ ἔτι εἰπεῖν πλείονας καὶ ἰσχυροτέρους· παρελίπομεν δὲ τούτους διὰ τὴν ἀξίωσιν ὑμῶν. ἐστὶ δ΄ ἐπ΄ ἐξουσίας ἡμῖν ὅταν θελήσωμεν εἰπεῖν περὶ τούτου· διὸ καὶ ἐφάνει μοι καλὸν προειπεῖν περὶ τούτου, ἵνα εἰ συμβῇ ἐμπεσεῖν εἰς ἐκείνους ἡμᾶς τοὺς λόγους, μὴ δόξωμεν ἐπανέρχεσθαι εἰς ἅ παρῃτησάμεθα. περὶ δὲ τῶν ἄλλων ὧν διηγήσω, σύμφημι καὶ αὐτὸς οὕτως ἔχειν· τρόπον δὲ ἑνώσεως οὔτε εὕρομεν οὔτε ἔχομεν· οὐδὲ γὰρ ἐσκεψάμεθα. εἰ δὲ ἔχητε ὑμεῖς, ἀξιοῦμεν ἵνα ἐμφανίσητε ἡμῖν τοῦτον.

[←10]

Όμως, κατά τον Laurent 1971: 392 σημ. 1, οι Γραικοί βρήκαν τρόπο μετά το τέλος αυτής τής συνεδρίασης. Συγκεντρωμένοι στο διαμέρισμα τού άρρωστου πατριάρχη, μπορούσαν μόνο να σημειώνουν την αδυναμία στην οποία είχαν βρεθεί, προκειμένου να ανακαλύψουν έναν αποδεκτό τρόπο ένωσης και αποφάσισαν να ζητήσουν από τον αυτοκράτορα να επιμείνει παρ΄ όλα αυτά στον πάπα, να παραιτηθεί αυτός από δημόσιες συναντήσεις. Μάλιστα προώθησαν την πρωτοβουλία μέχρι τον διορισμό επταμελούς επιτροπής, που θα ήταν υπεύθυνη για τη διεξαγωγή ιδιωτικών συζητήσεων με τούς Λατίνους, προκαταλαμβάνοντας τη συμφωνία τού Ευγένιου Δ΄ την οποία απέσπασαν. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 249:
«Όταν λοιπόν μάς είπαν να σκεφτούμε κάποια ενδιάμεση λύση που να συμφέρει για την ένωση, αυτό μάς φάνηκε ότι ήταν όχι μόνο μεγάλο, αλλά και πολύ δυσεύρετο. Όταν λοιπόν συγκεντρωθήκαμε στου πατριάρχη (γιατί ήταν άρρωστος), μάς ρώτησε ο αυτοκράτορας τί θα απαντήσουμε σε αυτό, γιατί υπάρχει, είπε ο αυτοκράτορας, ενδιάμεση λύση που οδηγεί σε ευσεβή ομόνοια. Οι αρχιερείς απάντησαν: «Εμείς ούτε έχουμε ενδιάμεση λύση, ούτε μιλάμε για τέτοια. Αλλά επειδή οφείλουμε να δώσουμε απάντηση στους Λατίνους την ημέρα τού Σαββάτου, ας ζητήσει η βασιλεία σου να συγκεντρωθούμε ιδιαιτέρως τα δύο μέρη και ο Θεός θα φροντίσει για τρόπο ένωσης». Και ρώτησε ο αυτοκράτορας: «Και θέλετε όλοι σας να συμμετέχετε σε αυτή την ιδιαίτερη συνεδρίαση;» Και τού απαντήσαμε: «Ειδοποίησε τον πάπα, αν το αποδέχεται αυτό και αν εγκρίνει να γίνουν ιδιαίτερες συνεδριάσεις. Τότε θα εκλέξουμε μερικούς από τούς δικούς μας αποδεκτούς για να πάνε, όσους νομίζει σε αριθμό». Κι ο αυτοκράτορας ζητούσε και πάλι την εκλογή προσώπων που θα επεξεργάζονταν τις [γραπτές] απαντήσεις και θα είχαν τη φροντίδα για όλες τις απαντήσεις στη συζήτηση»
(Εἰπόντων οὖν ἡμῖν βουλευθῆναί τι μέσον τὸ λυσιτελοῦν πρὸς ἑνότητα, τοῦτο οὐ μικρὸν ἔδοξεν ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ λίαν δυσεύρετον. καὶ δὴ συναχθέντες ἐν τῷ πατριάρχῃ (ἦν γὰρ ἀσθενής), ἠρώτησεν ἡμᾶς ὁ βασιλεὺς τί ἄν περὶ τούτου ἀπολογησώμεθα, καὶ ἔστι τι μέσον ἐπάγον εἰς εὐσεβῆ ὁμόνοιαν, φησὶν ὁ βασιλεύς. ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Ἡμεῖς μέσον οὔτ΄ ἔχομεν οὔτε λέγομεν· ἀλλ΄ ἐπειδὴ ὀφείλομεν ἀπολογίαν δοῦναι τοῖς Λατίνοις τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου, ζητησάτω ἡ βασιλεία σου ὅπως συνέλθωμεν άμφότερα τά μέρη ἰδίᾳ, καὶ ὁ θεὸς μεριμνήσει τρόπον ἑνώσεως. ἀπεκρίθη ὁ βασιλεύς· Καὶ πάντες ὑμεῖς βούλεσθε τὴν ἰδίαν ταύτην συνέλευσιν ποιεῖν; καὶ ἀπεκρίθημεν αὐτῷ· Μήνυσον τῷ πάπᾳ εἰ ἀποδέχεται τοῦτο καὶ ἐὰν παραχωρήσῃ κατ΄ ἰδίαν γενέσθαι συνελεύσεις, τότε μέλλομεν ἐκλέξασθαι τῶν ἐγκρίτων τινὰς τῶν ἡμετέρων τοῦ ἀπελθεῖν, ὅσους ἄν δόξῃ τῷ ἀριθμῷ. ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ ἔτι ἐζήτει ἐκλογὴν προσώπων τοῦ βουλεύεσθαι τὰς ἀπολογίας καὶ ἔχειν τὴν μέριμναν πασῶν τῶν ἀποκρίσεων).

[←11]

Συρόπουλος 8.4: Τούτων ἀκροασάμενοι τῶν λόγων, ἀναστάντες ἐπλησίασαν τῷ πάπᾳ καὶ ἐβουλεύσαντο ἠρέμα· εἶτ΄ ἐκάθισαν, καὶ εἶπεν ὁ Ἰουλιανός· γαληνότατε κύριε βασιλεῦ, ἡ γαληνότης σου πέποιθεν ὡς ἔφης, ὅτι τὰ εἰρημένα παρὰ τῶν σῶν περὶ τῆς προσθήκης εἰσὶ γενναῖα καὶ ἰσχυρά, παρελείφθησαν δὲ καὶ ἕτερα πλείω, ἀξιωσάντων ἡμῶν μεταβῆναι εἰς τὰς περὶ τῆς δόξης διαλέξεις, καὶ ἡ γαληνότης σου χαριζομένη ἡμῖν ἐποίησας τοῦτο, οὕτω μέντοι ὥστε, ὅταν δόξῃ τῇ σῇ γαληνότητι, τοὺς λόγους ἐκείνους ἐπαναλαβεῖν. πρὸς μὲν οὖν τὸ πρῶτον δοκεῖ τῷ ἁγιωτάτῳ πατρὶ καὶ πᾶσιν ἡμῖν, ὅτι ἡ περὶ τῆς προσθήκης διαφορὰ ἀνεπτύχθη λαμπρῶς καὶ ἐσαφηνίσθη, καὶ τὰ δοκοῦντα ὑμῖν ἰσχυρὰ σαφῶς διελύθησαν· ἐζητήσαμεν δὲ μεταβῆναι εἰς τὰ περὶ τῆς δόξης, ἵνα μὴ κατατρίβωμεν τὸν καιρόν· καὶ εἰπάτωσαν οἱ ὑμέτεροι νῦν, εἴ τι ἔχουσι λέγειν· ἐσμὲν γὰρ ἕτοιμοι καὶ ἀκοῦσαι καὶ διαλῦσαι τὰ ἐπενεχθησόμενα, Θεοῦ χάριτι. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀπεκρίνατο· τὸ περὶ τῆς προσθήκης εἴπομεν ἵνα ἵσταται μετέωρον, ἐπεὶ οὐδὲ συνεπεράνθη καὶ οὕτω δεῖ ἵστασθαι· περὶ δὲ τρόπου ἑνωτικοῦ οὐκ εἶπον ἵνα σκεψώμεθα μόνοι, ἵνα καὶ ὀφείλωμεν ἡμεῖς ἀπαραιτήτως εὑρεῖν τὸν τρόπον τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ κοινῶς..

[←12]

Οι Γραικοί τελικά αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν να ξαναρχίσουν τις δημόσιες διαλέξεις και να ασχοληθούν χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση με το δογματικό ζήτημα. Διατήρησαν μόνο το δικαίωμα να επανέλθουν σε αυτό τής προσθήκης, σε περίπτωση που τούς φαινόταν σκόπιμο (Laurent 1971: 393 σημ. 2).

[←13]

Για τον Συρόπουλο δεν υπήρχαν εννέα, αλλά δέκα συνεδριάσεις: εκείνη τής 26ης Φεβρουαρίου, οι επτά που ακολούθησαν και τελικά δύο άλλες αφιερωμένες στην εξέταση πατερικών κειμένων. Ο συγγραφέας μας δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, αν αφήσουμε στην άκρη την πρώτη, η οποία, κατά την αίσθηση των ίδιων των συμμετεχόντων, ήταν απλώς προπαρασκευαστική, μπορούμε να μετρήσουμε οκτώ (Laurent 1971: 394 σημ. 1).

[←14]

Συρόπουλος 8.5: Ἐλαλήθησαν οὖν καὶ ἐν ταύτῃ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἑπτὰ ταῖς γενομέναις συνελεύσεσιν ἐν Φλωρεντίᾳ ὅσα περιέχουσι τὰ ὑπομνήματα, ἅ ἐγράφοντο ἐκεῖσε κατὰ μέρος παρὰ τῶν ἀποταχθέντων γραφέων, καὶ εἴ τις ζητείη μαθεῖν, εὑρέσει αὐτὰ ἐκεῖσε. ἐν δὲ τῇ τελευταίᾳ εἶπεν ὁ Ἐφέσου λόγον, προτρέψαντος τοῦ βασιλέως, συνιστῶντα ἀπὸ τῆς θείας γραφῆς καὶ ἀπὸ τῶν ἁγίων τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ εἰλικρινὲς τῆς ἡμετέρας πίστεως καὶ τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. καὶ ἐπέθηκε τέλος· τοῦτο δ΄ ἐποίησεν ὁρῶν τὸ σοφιστικὸν καὶ φίλερι καὶ ἀμετάπειστον τῶν Λατίνων, καὶ μάλιστα τοῦ βασιλέως, ὡς εἴρηται, προτρέψαντος. γεγόνασι δὲ καὶ ἕτεραι δύο συνελεύσεις, καθ΄ ἅς προεκόμισαν οἱ Λατῖνοι ἀπό τινων σχεδαρίων ῥητὰ τῶν δυτικῶν ἁγίων συνιστῶντα δῆθεν τὴν ἑαυτῶν δόξαν ἤγουν τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ ἀπῄτουν ἀπολογίας. οὐκ ἔδωκε δέ τις τῶν ἡμετέρων· εἶπον δὲ μόνον· ἀποκριθησόμεθα ὅταν ἴδωμεν τὰ αὐθεντικά,
καὶ ἐν τούτοις ἔπαυσαν αἱ διαλέξεις.

[←15]

Εκείνη τής 17ης Μαρτίου (Laurent 1971: 394 σημ. 2).

[←16]

Το κείμενο τής μακράς αυτής ομιλίας, στην οποία παρεμβλήθηκαν διάφορες παρεμβάσεις, υπάρχει στο Gill, Acta, σελ. 364-393.

[←17]

Στις 21 και 24 Μαρτίου. Αυτές ήσαν προφανώς δημόσιες συναντήσεις. Ο Μάρκος Εφέσου δεν συμμετείχε, αλλά, σύμφωνα με το Petit, Documents, XVII, σελ. 446, η απουσία του δεν είχε άλλη αιτία από εκείνη που προωθείται εδώ από τον Συρόπουλο, δηλαδή ότι ήταν άρρωστος:
«Γι’ αυτόν τον λόγο σταμάτησα τις ομιλίες προς αυτούς, παίρνοντας τη διαβεβαίωση ότι ή δεν θα ξανασυνεδρίαζα μαζί τους, ή ότι ο ίδιος θα σιωπούσα. Αλλά εκείνοι καλούσαν τούς δικούς μας, θέλοντας και μη, να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους σε εκείνα που έλεγαν, και αφού το έκαναν αυτό, χωρίς να είμαι εγώ παρών λόγω ασθένειας, κατανάλωσαν τις δύο επόμενες συνεδριάσεις μιλώντας μόνον εκείνοι, χωρίς να απαντάει κανένας, φέρνοντας στην πρώτη συνεδρίαση τα ρητά των δικών τους διδασκάλων, στα οποία εξέθεταν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Υιό ακριβώς όπως από τον Πατέρα, και στη δεύτερη διαστρέφοντας μάλλον παρά ανατρέποντας εκείνα που είχα πει εγώ και εκθέτοντας χρήσεις αντίθετες, όπως φαινόταν σε εκείνους, των δικών μας διδασκάλων»
(Ἐπὶ τούτοις κατέλυσα τὰς πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίας, ἤ μηκέτι συνελεύσεσθαι μετ΄ αὐτῶν, ἤ γοῦν αὐτὸς σιωπήσειν βεβαιωσάμενος. Ἀλλ΄ εκεῖνοι προσεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους ἑκόντας ἄκοντας εἰς τὴν τῶν εἰρημένων ἀντίρρησιν, καὶ τοῦτο διαπραξάμενοι, μὴ παρόντος ἐμοῦ διὰ τὴν ἀσθένειαν, δὶς έφεξῆς συνελεύσεις ἀνάλωσαν, αὐτοὶ μόνοι λέγοντες, μηδενὸς ἀπολογουμένου, κατὰ μὲν τὴν πρώτην τὰ ῥητὰ τῶν οἰκείων διδασκάλων προενεγκόντες, ἐν οἷς ἐδείκνυσαν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Υἱοῦ καθάπερ ἐκ τοῦ Πατρός, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ τὰ παρ΄ ἐμοῦ εἰρημένα διαστρέψαντες μᾶλλον ἤ ἀνατρέψαντες καὶ χρήσεις ἐναντίας, ὡς ἐκείνοις ἐδόκει, τῶν παρ΄ ἡμῖν διδασκάλων ἐκτεθεικότες).
Ομιλητής αυτές τις δύο μέρες ήταν ο Τζιοβάννι ντι Μοντενέρο βοηθούμενος από τον Τραβερσάρι, που διάβαζε στην πρωτότυπη γλώσσα το κείμενο τού Έλληνα πατέρα, το οποίο ο Δομινικανός είχε μόλις αναφέρει και εξηγήσει (Laurent 1971: 394 σημ. 4).

[←18]

Δυτικοί ἅγιοι: Οι περισσότεροι ήσαν γνωστοί ονομαστικώς, αλλά, με εξαίρεση τον Άγιο Αυγουστίνο, τον Άγιο Θωμά Ακινάτη και σε ελάχιστο βαθμό τον Άγιο Γρηγόριο τον Μεγάλο, οι Βυζαντινοί δεν είχαν διαβάσει τίποτε, επειδή τα έργα τους δεν είχαν μεταφραστεί. Σε αυτή την περίπτωση είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν να δουν τα πρωτότυπα (Laurent 1971: 395 σημ. 5).

[←19]

Συρόπουλος 8.6: Ὁ δὲ βασιλεὺς συνῆξε πάντας ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ πατριάρχου καὶ εἶπε τῷ Ἐφέσου ἵν΄ ἀπολογήσηται εἰς ἅ προεκόμισαν οἱ Λατῖνοι. ὁ δὲ ἔφη· ὁρῶ ὡς αἱ τοιαῦται διαλέξεις πέρας οὐχ ἕξουσί ποτε, οὐδέ τι ἀγαθὸν προξενήσουσιν ἡμῖν· διὸ οὐ προαιροῦμαι λέγειν εἰκῇ καὶ μάτην διαμάχεσθαι, ἐπεὶ καὶ τούτου χάριν ἔλαβον παρὰ τῆς ἁγίας βασιλείας σου ἔνδοσιν, ἵνα εἴπω ὅσα ἐν τῇ τελευταίᾳ ὁμιλίᾳ εἴρηκα καὶ παύσωμαι. εἰ οὖν ὁρίζεις, εἰπάτω καὶ ἕτερός τις καὶ δότω ἀπολογίαν. τοῦ δὲ βασιλέως ἐπικειμένου αὐτῷ ποιῆσαι τοῦτο, εἶπεν αὖθις· ἐγὼ οὐκ οἶδα εἰ τῶν παρ΄ ἐκείνοις δηλωθέντων ἁγίων εἰσὶ τὰ προσκομισθέντα ῥητά. εἰ οὖν ἀπολογήσομαι, ἐρῶ αὐτὰ νόθα. καὶ εὐθὺς εἶπον αὐτῷ τινες, ὅτι· εἰ εἴποις αὐτὰ νόθα, ὑβρίσεις τοὺς ἁγίους καὶ ἐγερεῖς διχόνοιαν καὶ διαμάχην μεταξὺ τῶν ἀνατολικῶν καὶ τῶν δυτικῶν ἁγίων καὶ γενήσεται σκάνδαλον μέγα. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχ ὑβρίσω τοὺς ἁγίους, ἀλλ΄ ἐπεὶ οὐκ ἔχομεν ἡμεῖς τοὺς λόγους ἐν οἷς εὑρίσκονται ταῦτα τὰ ῥητά, οὐδὲ ἡμῖν εἰσι γνώριμα (οὐδὲ γὰρ ἠκούσαμεν αὐτὰ μέχρι τοῦ νῦν), τὰ μὲν ῥητὰ παραγράψωμαι ὡς ἀμφιβάλλων, ἐπεὶ οὐκ ἤδειν αὐτά, τοῖς δὲ ἁγίοις τὸ ὀφειλόμενον ἀποδώσω σέβας. ἀλλὰ τοῖς περὶ τὸν βασιλέα οὐκ ἤρεσαν οἱ τοιοῦτοι λόγοι. διὸ καὶ μετὰ παραδρομὴν ἡμερῶν δύο ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πατριάρχην· συνήλθομεν δὲ πάλιν καὶ ἡμεῖς ὁρισθέντες ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς λόγοις τε καὶ βουλεύμασι, καὶ πολλῶν αὖθις περὶ τούτου κινηθέντων λόγων, εἶπεν ὁ Ἐφέσου· ὅσα τῶν δυτικῶν ἁγίων ῥητά εἰσι σύμφωνα τῇ πρὸς Μαρῖνον ἐπιστολῇ τοῦ ἁγίου Μαξίμου, δέξομαι ὡς γνήσια· ὅσα δὲ διαφωνοῦσιν, οὐ παραδέξομαι. <οὐκ> ἤρεσε δὲ τοῦτο τῷ μεγάλῳ πρωτοσυγκέλλῳ καὶ τοῖς πλείστοις πλὴν ὀλίγων τινῶν· διὸ καὶ ἀπεδοκιμάσθη. συνήλθομεν αὖθις ἐν τρίτῃ συνελεύσει οἱ αὐτοὶ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς εἰς τὸν πατριάρχην, παρόντος τοῦ βασιλέως καὶ τὸν Ἐφέσου ἀπαιτοῦντος δοῦναι ἀπολογίας εἰς τὰ παρὰ Λατίνων προσκομισθέντα, καὶ λόγων πολλῶν περὶ τούτου κινηθέντων, εἶπεν ὁ Ἐφέσου· δύναμαι ἀποδοῦναι λόγους, δι΄ ὧν κατασκευάσω καὶ ἀποδείξω, ὡς οὐ συνᾴδουσι ταῦτα τὰ ῥητὰ τῇ δόξῃ ἥν εἶχε πᾶσα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἡνωμένη τότε τυγχάνουσα, ὄντων καὶ τῶν νῦν ἀκουσθέντων ἡμῖν ῥητῶν, εἴπερ ἦσαν καὶ τότε. ἠρώτησεν οὖν ὁ βασιλεύς· πόθεν ἕξουσιν αἱ προτάσεις τῶν συλλογισμῶν σου τὸ πιστὸν καὶ τὸ ἔνδοξον; καὶ ἀπεκρίθη· ἀπὸ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων. <οὐκ> ἤρεσεν οὖν τοῦτο τῷ βασιλεῖ καί τισιν ἑτέροις· εἶθ΄ ὡς ἐν βραχεῖ ἀπεδοκιμάσθη, καὶ οὕτως ἀπηλλάγημεν. ἐξερχόμενος δὲ ὁ Νικαίας εἶπεν εἰς ἐπήκοον τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου καὶ πάντων, ὅτι· ἐγὼ ἐρῶ ἀναφανδὸν τὴν γνώμην μου καὶ τὴν δόξαν ἥν ἔχω περὶ τῶν τοιούτων, καὶ εἰ μὲν ἀρέσει καὶ τοῖς ἄλλοις, καλόν· εἰ δ΄ οὐ, ἐγὼ πάλιν ἀκολουθήσω τῇ Ἐκκλησίᾳ μου.

[←20]

Αυτές οι ειδικές συναντήσεις συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια τής Μεγάλης Εβδομάδας, από τη Δευτέρα 30 Μαρτίου μέχρι την Πέμπτη 2 Απριλίου συμπεριλαμβανομένη. Η επόμενη συνάντηση, που καθορίστηκε κατόπιν αιτήματος τού αυτοκράτορα το Σάββατο 4 Απριλίου, δεν θα πραγματοποιούνταν λόγω τής ασθένειας τού πατριάρχη. Πραγματοποιήθηκε μόνο την Παρασκευή τού Πάσχα στις 10 Απριλίου. Λεπτομέρειες στο Gill, Acta, σελ. 399-403. Βλέπε Scholarios, Œuvres, ii, σελ. xxvi, xxvii (Laurent 1971: 395 σημ. 6).

[←21]

Βλέπε Βησσαρίωνα στο Κυροῦ Βησσαρίωνος πρός Ἀλέξιον Λάσκαριν τόν Φιλανθρωπινόν περί τῆς Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ρatrologia Graeca 161, 357BC:
«Στο τέλος έφεραν και τα ρητά των Αγίων Πατέρων, στα οποία φαίνεται καθαρά και με σαφήνεια η αλήθεια εκείνου τού δόγματος. Κι έφεραν ρητά όχι μόνο δυτικών, αλλά εξίσου και ανατολικών διδασκάλων. Μερικά από τα οποία, όσα μού φάνηκαν πιο αναγκαία, στα έχω στείλει τώρα μαζί με αυτό [το γράμμα], ώστε να ακούσεις και τούς ίδιους τούς δυτικούς Πατέρες τι πιστεύουν γι’ αυτό και τι διδάσκουν. Προς τα οποία εμείς δεν είχαμε καμία απάντηση να πούμε, παρά μόνο ότι είναι νόθα και ότι έχουν νοθευτεί από Λατίνους. Έφεραν τον δικό μας Επιφάνιο που θεολογεί σε πολλά σημεία σαφώς το Άγιο Πνεύμα «εκ Πατρός και Υιού». Νόθα λέγαμε ότι ήσαν. Διάβαζαν το προαναφερθέν ρητό στα κατ΄ Ευνομίου τού Μεγάλου Βασιλείου. Κίβδηλο φαινόταν σε εμάς ότι ήταν. Παρουσίασαν τα ρητά των αγίων τής Δύσης. Η μοναδική μας απάντηση ήταν το νόθο και άλλο τίποτε. Ενώ λοιπόν συσκεπτόμασταν ιδιαιτέρως επί πολλές ημέρες και εξετάζαμε τι θα απαντούσαμε σε αυτά, δεν βρίσκαμε καμία απάντηση παρά μόνο αυτήν [νόθα]. Κι αυτήν μάλιστα, ως πολύ παράλογη, δεν μάς φαινόταν καλό να την προσφέρουμε. Πρώτον, επειδή τόσο από τούς επόμενους όσο και από τούς προηγούμενους αυτή η άποψη φαινόταν ότι ήταν τής σκέψης των αγίων. Επίσης, επειδή πολλά και πολύ παλαιά βιβλία το έγραφαν αυτό, δεν μπορούσαμε αυτά να τα παραγράψουμε. Άλλωστε πώς θα τα παραγράφαμε δικαιολογημένα, όταν δεν είχαμε να παρουσιάσουμε κανένα δικό τους βιβλίο, είτε στα ελληνικά γραμμένο είτε στα λατινικά, που να γράφει διαφορετικά από εκείνα που παρουσίαζαν οι Λατίνοι; Γιατί εκείνος που θέλει να παραγράψει, δεν μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς λογικά και ισχυρά επιχειρήματα. Εμείς δεν είχαμε να παρουσιάσουμε άλλους αγίους να λένε το αντίθετο. Καθόλου δεν αποδεικνύαμε ότι οι ίδιοι δυτικοί άγιοι τα έλεγαν διαφορετικά σε άλλο σημείο. Κι αυτό που μπορούσαμε λιγότερο απ’ όλα, ήταν να τούς παρουσιάσουμε [τούς αγίους] ως ψευδόμενους για φυσικούς λόγους. Πουθενά λοιπόν δεν βλέπαμε να έχει απομείνει σε εμάς κάποιο λογικό επιχείρημα. Γι’ αυτό και είχαμε σιωπήσει»
(Τελευταῖον δὲ τὰς ῥήσεις τῶν Πατέρων ἐπήνεγκαν, αἷς σαφῶς τε καὶ διαῥῥήδην ἡ τοῦ δόγματος τούτου ἀλήθεια φαίνεται. Παρήγαγον δὲ οὐ δυτικῶν μόνον, ἀλλ΄ οὐδὲν ἧττον καὶ ἀνατολικῶν διδασκάλων. Ὧν τινα, ὅσα μοι ἀναγκαιότερα ἔδοξε, σὺν τούτοις σοι τανῦν πέπομφα, ὡς ἄν καὶ αὐτοὺς τοὺς δυτικοὺς ἀκούσῃς Πατέρας τί περὶ τούτου φρονοῦσί τε καὶ διδάσκουσι. Πρὸς ἅπερ ἡμεῖς ἀπολογίαν εἰπεῖv εἴχομεν οὐδεμίαν, ἤ ὅτι νόθα εἰσί, καὶ ὑπὸ Λατίνων νενόθευται. Παρήγαγον τὸν ἡμέτερον Ἐπιφάνιον ἐν πολλοῖς τόποις σαφῶς ἐκ Πατρός, καὶ Υἱοῦ θεολογοῦντα τὸ Πνεῦμα. Νόθα ἐλέγομεν εἶναι. Ἀνέγνων τὸ προειρημένον ἐν τοῖς κατ΄ Εὐνομίου τοῦ μεγάλου Βασιλείου ῥητόν· παρέγγραπτον εἶναι ἐδόκει ἡμῖν. Προεκόμισαν τὰ τῶν ἐξ ἑσπέρας ἁγίων· πᾶσα ἡμῶν ἀπολογία τὸ νόθον, καὶ οὐδὲν ἕτερον ἦν. Ἐπὶ πολλὰς οὖν ἡμέρας σκεπτόμενοι καθ΄ ἑαυτοὺς καὶ βουλευόμενοι, τί ἄν πρὸς ταῦτα ἀποκριθείημεν, οὐδεμίαν εὑρίσκομεν ἀπολογίαν ἤ ταύτην. Ταύτην δέ αὖ, ὡς ἄλογον πάνυ, προσενεγκεῖν οὐκ ἐδόκει καλόν. Πρῶτον μὲν ὅτι ἔκ τε τῶν ἑπομένων καὶ ἡγουμένων αὕτη ἡ δόξα ἐφαίνετο τῆς τῶν ἁγίων οὖσα διανοίας· ἔπειτα πλείστων βιβλίων καὶ παλαιοτάτων τοῦτ΄ ἐχόντων, οὐκ ἦν αὐτὰ παραγράψασθαι. Ἄλλως τε καὶ μηδὲν αὐτῶν βιβλίον, οὐχ Ἑλληνικῶς, οὐ Λατινικῶς γεγραμμένον ἔχοντες δεῖξαι, ἄλλως ἔχον, ἤ ὡς Λατῖνοι παρήγαγον, πῶς ἄν εὐλόγως αὐτὰ παρεγραφόμεθα; Ὁ γάρ τινα παραγράψασθαι βουλόμενος, ἄνευ εὐλόγων καὶ ἰσχυρῶν αἰτιῶν, τοῦτο οὐ δύναται. Ἡμεῖς ἄλλους ἁγίους τοὐναντίον λέγοντας οὐκ εἴχομεν δεῖξαι· τοὺς αὐτοὺς δυτικοὺς ἄλλως λέγοντας ἀλλαχοῦ οὐδαμῶς ἀπεδείκνυμεν. Φυσικοῖς λόγοις παραστῆσαι αὐτοὺς ψευδομένους πάντων ἔλαττον ἐδυνάμεθα. Οὐδαμόθεν oὖv εὔλογον αἰτίαν καταλελειμμένην ἡμῖν ἑωρῶμεν· διὰ τοῦτο καὶ σεσιγήκαμεν).

Κατά τον Laurent 1971: 395 σημ. 7, η τακτική αυτή ακολουθήθηκε όχι μόνο για τούς Λατίνους Πατέρες, αλλά και για τούς Γραικούς Πατέρες, όταν η αντιδικούσα πλευρά δεν έχει καμία έγκυρη απάντηση να παράσχει.

[←22]

Παρατηρήσεις που επαναλήφθηκαν από τον Μάρκο Ευγενικό κατά την ομολογία τής πίστης του. Βλέπε Petit, Documents, XV, σελ. 438):
«Τις απόψεις των δυτικών πατέρων και διδασκάλων, οι οποίες παραχωρούν την ευθύνη για το Άγιο Πνεύμα στον Υιό, ούτε τις γνωρίζω (γιατί ποτέ δεν μεταφράστηκαν στη δική μας γλώσσα, ούτε εξετάστηκαν σε οικουμενικές συνόδους), ούτε τις δέχομαι, θεωρώντας ότι είναι παραποιημένες και πλαστές, για πολλούς άλλους λόγους, αλλά και επειδή χτες και πιο πριν παρουσιάστηκε από αυτούς βιβλίο τής έβδομης οικουμενικής συνόδου, που περιείχε την απόφαση μαζί με την προσθήκη στο σύμβολο. Γνωρίζουν οι τότε παρόντες πόση ντροπή έπεσε πάνω σε εκείνους, όταν διαβάστηκε αυτό το βιβλίο. Αλλά ούτε αντίθετα με τις οικουμενικές συνόδους και τα κοινά τους δόγματα, ούτε καθόλου ασύμφωνα με τούς ανατολικούς διδασκάλους έγραψαν οι Πατέρες εκείνοι, ούτε ανακόλουθα με εκείνους, όπως αποδεικνύεται από άλλα πολλά δικά τους ρητά. Γι’ αυτό αρνούμαι τις τέτοιες επικίνδυνες απόψεις για την εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος, και συμφωνώντας με τον Άγιο Δαμασκηνό, δεν λέω «εκ τού Υιού το Πνεύμα», ακόμη κι αν άλλος νομίζει ότι αυτό λέει [ο άγιος], ούτε θεωρώ τον Υιό αίτιο ούτε προβολέα τού Αγίου Πνεύματος, για να μην υπάρχει δεύτερος αίτιος στην Αγία Τριάδα και στο εξής να αναγνωρίζονται δύο αίτιοι και δύο αρχές. Γιατί εδώ δεν είναι ουσιώδες το αίτιο, ώστε να είναι κοινό και στα τρία πρόσωπα, και γι’ αυτό οι Λατίνοι σε καμία περίπτωση και με κανέναν τρόπο δεν θα αποφύγουν τις δύο αρχές, όσο θεωρούν τον Υιό αρχή τού Αγίου Πνεύματος. Γιατί η αρχή είναι κάτι προσωπικό και ξεχωρίζει τα πρόσωπα»
(Τὰς δὲ τῶν δυτικῶν πατέρων καὶ διδασκάλων φωνάς, αἵ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόασιν, οὔτε γνωρίζω (καὶ γὰρ οὐδὲ μετεβλήθησάν ποτε πρὸς τὴν ἡμετέραν γλῶτταν, οὐδ΄ ὑπὸ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐδοκιμάσθησαν), οὔτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ὅτι διεφθαρμέναι εἰσὶ καὶ παρέγγραπτοι διά τε πολλῶν ἄλλων καὶ διὰ τοῦ χθὲς καὶ πρώην προενεχθέντος παρ΄ αὐτῶν βιβλίου τῆς οἰκουμενικῆς ἑβδόμης συνόδου τὸν ὅρον ἔχοντος μετὰ τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης· ὅπερ ἀναγνωσθέν, ὁπόσην αὐτῶν αἰσχύνην κατέχεεν, ἴσασιν οἱ τότε παρόντες. Ἀλλ΄ οὐδ΄ ἄν ἐναντία ταῖς οἰκουμενικαῖς συνόδοις καὶ τοῖς κοινοῖς αὐτῶν δόγμασιν, ούδ΄ ἄν ὅλως ἀσύμφωνα τοῖς ἀνατολικοῖς διδασκάλοις ἔγραψαν οἱ Πατέρες ἐκεῖνοι, οὐδὲ αὐτοῖς ἀνακόλουθα, καθάπερ δι΄ ἄλλων πολλῶν ἐκείνων ῥητῶν ἀποδείκνυται. Διὰ τοῦτο τὰς τοιαύτας ἐπικινδύνους φωνὰς περὶ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως ἀθετῶ, καὶ συμφωνῶν τῷ ἁγίῳ Δαμασκηνῷ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ το Πνεῦμα οὐ λέγω, κἄν ὁστισοῦν ἕτερος τοῦτο λέγειν δοκῇ, οὔτε λέγω τὸν Υἱὸν τοῦ Πνεύματος αἴτιον οὐδὲ προβολέα, ἴνα μὴ δεύτερος αἴτιος ἐν τῇ Τριάδι κἀντεῦθεν δύο αἴτιοι καὶ δύο ἀρχαὶ γνωρισθῶσιν· οὐδὲ γὰρ οὐσιῶδες ἐνταῦθα τὸ αἴτιον, ἵνα κοινὸν καὶ ἐν τοῖς τρισὶ προσώποις ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὰς δύο ἀρχὰς οὐδαμῇ οὐδαμῶς οἱ Λατῖνοι φεύξονται, μέχρις ἄν τὸν Υἱὸν λέγωσιν ἀρχὴν τοῦ Πνεύματος· ἡ δὲ ἀρχὴ προσωπικὸν ὑπάρχει καὶ διακρῖνον τὰ πρόσωπα).

[←23]

Συρόπουλος 8.7: Ἐν τούτοις δὲ ὄντων ἡμῶν, πρέσβις ἐπεδήμησεν εἰς τὸν βασιλέα Καντακουζηνὸς ὁ Φακρασῆς μετὰ γραμμάτων τῶν τε δεσποινῶν καὶ τοῦ δεσπότου καὶ τῶν μεσαζόντων· ἡ δὲ πρεσβεία ἦν, ὅπως· ἔδοξε καλὸν τῇ βουλῇ καὶ λυσιτελέστατον πᾶσι τρόποις, ἵνα περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔαρος εὑρεθῶσιν ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει κάτεργα τοῦ πάπα δύο τὸ ἕλαττον· οὕτω γὰρ ἐπισχεθήσεται ἡ κατὰ τῆς πόλεως ὁρμὴ τοῦ Ἀμηρᾶ. ἀνέφερεν οὖν εἰς πλάτος ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ ἀπῄτει ἐπιμέλειαν γενέσθαι ταχίστην πρὸς τοῦτο· ἤδη γὰρ ἤρξατο ἡ τοῦ ἔαρος ὥρα. καὶ μετ΄ ὀλίγας ἡμέρας εἶπε καυχώμενος ὁ αὐτὸς παρρησίᾳ, ὅπως ἐπανελεύσεται ταχέως μετὰ κατέργων· ἡμῶν δ΄ ἠρέμα πως ὑπομειδιώντων ὡς εἰδότων τὰς ὑπὲρ ἡμῶν προθυμίας τῶν Λατίνων καὶ τὰς βοηθείας, αὖθις εἶπεν ὁ αὐτός· θαρρῶ βεβαίως ὡς πεντεκαιδεκαταῖος ἀποδημήσω ἐντεῦθεν μετὰ κατέργων, οὐκ εἰδὼς ὅτι ἑξαμηνιαῖος ἐξελεύσεται μεθ΄ ἡμῶν πάντων καὶ εἰς τὸ ἐπιὸν ἔαρ φθάσει καὶ αὐτὸς ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει μετὰ τῶν τῆς Πραγματείας κατέργων σὺν ἡμῖν.

[←24]

Καντακουζηνός ὁ Φακρασῆς: Κατά τον Laurent 1971: 396 σημ. 1, μόνο ένας γνωστός χαρακτήρας φέρει αυτό το όνομα στη βυζαντινή προσωπογραφία, ο συγκλητικός Μανουήλ το 1409 (σύμφωνα με αδημοσίευτο έγγραφο). Δεν αποκλείεται να έστειλε η σύγκλητος στη Φλωρεντία έναν άνθρωπο ηλικίας και εμπειρίας, για να υπερασπιστεί την υπόθεση τής πόλης. Μπορεί επίσης να ήταν κάποιος άγνωστος στενός συγγενής του.

[←25]

Την Ελένη Ντράγκας, τη Σέρβα σύζυγο τού Μανουήλ Β΄ και μητέρα των δύο τελευταίων αυτοκρατόρων.

[←26]

Τη Μαρία τής Τραπεζούντος, τρίτη σύζυγο τού Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου.

[←27]

Τον Κωνσταντίνο (ΙΑ΄), αδελφό τού Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου.

[←28]

Τον Δημήτριο Παλαιολόγο Καντακουζηνό και τον Λουκά Νοταρά, που είχαν παραμείνει στην Πόλη.

[←29]

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και το συμβούλιό του πρέπει να είχαν κάνει λάθος για τις πραγματικές προθέσεις τού Μουράτ Β΄, ο οποίος εκείνη την εποχή κινητοποιούσε τον στρατό του, τον οποίο όμως στις αρχές τού καλοκαιριού θα κατεύθυνε όχι προς τον Βόσπορο, αλλά εναντίον τού σερβικού Σμεντερέβο επί τού Δούναβη, οχυρό που σάρωσε στις 18 Αυγούστου 1439 ύστερα από τρεις μήνες πολιορκίας (Laurent 1971: 397 σημ. 5).

[←30]

Συρόπουλος 8.8: Ὅμως ὁ βασιλεὺς ἄσμενος τὴν τοιαύτην πρεσβείαν δεξάμενος, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἦν παραπλήσια προμελετῶν, καὶ ἐξ αὐτῆς ἀφορμὴν πορισάμενος, ἐμήνυσε τῷ πάπᾳ περὶ βοηθείας οὐτωσίν· αἱ συμφωνίαι ἡμῶν, αἵ διὰ τοῦ παρ΄ ὑμῶν γεγονότος δεκρέτου ἐστέρχθησαν καὶ ἐβεβαιώθησαν, μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο διεξίασιν, ὅτι διατριβόντων ἡμῶν ἐν τοῖσδε τοῖς μέρεσιν, εἰ δεήσει σταλῆναι κάτεργα ἐπὶ βοηθείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα στείλῃ ταῦτα ἡ μακαριότης σου ἐξ οἰκείων σου ἀναλωμάτων. νῦν οὖν ἔνι χρεία μεγάλη καὶ ἀνάγκη ἵνα σταλῶσι κάτεργα ἐκεῖσε. ἔχομεν οὖν δίκαιον, ἵνα ἀπαιτήσωμεν τὴν σὴν μακαριότητα καὶ στείλῃς κάτεργα κατὰ τὴν ἐν τῷ δεκρέτῳ συμφωνίαν. ἐγὼ δὲ τοῦτο οὐκ ἀπαιτῶ νῦν· λέγω δὲ ὅτι εἰς τὰς ἐξόδους τῶν τζαγρατόρων καὶ τῶν κατέργων τῶν φυλασσόντων τὴν Κωνσταντινούπολιν ὀφείλεις φλωρίων χιλιάδας ἕνδεκα· τοσαῦτα γὰρ λείπονται τοῖς ἐκεῖσε. δοθήτωσαν οὖν τὰ φλωρία ταῦτα νῦν καὶ οἰκονομηθήτωσαν δι΄ αὐτῶν δύο κάτεργα καὶ ἀπελθέτωσαν εἰς τὴν Πόλιν· ἐγὼ δὲ γράψω ἵνα δοθῶσι ταῦτα τὰ ὀφειλόμενα τοῖς ἐκεῖσε φύλαξι παρὰ τῆς σῆς μακαριότητος κατὰ τὰς συμφωνίας ἡμῶν ἀπὸ τῶν εἰσοδημάτων μου. ταῦτα πολλάκις καὶ ἐν πολλαῖς ἡμέραις μετὰ πολλῆς ἀξιώσεως καὶ μετὰ πολλῶν καὶ καλῶν λόγων διαμηνυσαμένου τοῦ βασιλέως τῷ πάπᾳ, ἤνυσεν οὐδέν. τοιαύτας βοηθείας ὑπὲρ τῆς πατρίδος εὗρεν ὁ βασιλεὺς παρὰ τῶν Λατίνων ἐν κατεπειγούσαις ἀνάγκαις, καὶ ταῦτα αὐτὸς αὐτοπροσώπως ὤν ἐκεῖσε μετὰ τῆς συγκλήτου καὶ τῆς Ἐκκλησίας πάσης καὶ ἀμέσως καθικετεύων καὶ λέγων.

[←31]

Ο Ιωάννης Η΄ ήρθε σε επαφή με τη Βενετία και ζήτησε ξανά να εξοπλιστούν εκεί δύο γαλέρες για την υπεράσπιση τής Κωνσταντινούπολης. Οι συνομιλίες πρέπει να κράτησαν καιρό ή να ξεκίνησαν με κάποια καθυστέρηση, γιατί στις 30 Ιουνίου η Γερουσία εξέταζε και πάλι το ζήτημα που είχε ήδη συζητηθεί στις 23 (Laurent 1971: 397 σημ. 6).

[←32]

Ακριβέστερα τη βούλλα τής 20ης Ιουλίου 1437, με την οποία ο Eυγένιος Δ΄ αναλάμβανε να εκπληρώσει όλους τούς όρους τού διατάγματος Sicut pia Mater τής Συνόδου τής Βασιλείας, στο οποίο αυτή πράγματι περιλαμβάνεται. Ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ είχε επίσης αναλάβει παρόμοια δέσμευση (Laurent 1971: 397 σημ. 7).

[←33]

Σύμφωνα με τα παπικά έγγραφα, το κόστος διατήρησης των σκαφών και των βαλλιστών που στάθμευαν στην Κωνσταντινούπολη για την υπεράσπισή της ανερχόταν σε 5.000 δουκάτα τον μήνα. Στη Βενετία εκτιμούσαν, ότι για την αποτελεσματική υπεράσπιση τής Πόλης θα χρειάζονταν όχι δύο ή τρεις, αλλά δέκα γαλέρες (Laurent 1971: 399 σημ. 1).

[←34]

Σημειώστε όμως κατά τον Laurent 1971: 399 σημ. 2, ένα δάνειο 10.000 φλουριών, το οποίο ο Ευγένιος Δ΄ αναγνωρίζει στον δόγη τής Βενετίας στις 5 Ιουνίου 1439. Ο Laurent, ό.π., αναρωτιέται, μήπως το ποσό αυτό προοριζόταν ακριβώς για να εξοπλιστούν οι δύο γαλέρες σύμφωνα με τις προθέσεις τού Ιωάννη Η΄.

[←35]

Συρόπουλος 8.9: Οἱ δὲ Λατῖνοι ἀπῄτουν ἀπολογίας καὶ ἔλεγον, ἤ δεῖ πεισθῆναι τοὺς ἡμετέρους ἐφ΄ οἷς εἶπον ἐκεῖνοι καὶ ἑνωθῆναι, ἤ εἰ ἀμφιβάλλουσιν ἔτι διαλέγεσθαι· ὁ δὲ βασιλεύς, εἰδὼς ὡς, εἰ χωρήσει πρὸς διαλέξεις ὁ Ἐφέσου, διαλέξεται ὅν τρόπον εἴρηται πρότερον ὅτι <ἄν> ἔλεγεν καὶ οὐ καθὼς αὐτὸς ὁ βασιλεὺς βούλεται, οὐκ ἔτι πρὸς διαλέξεις χωρῆσαι ἠθέλησεν, ἀπέβλεπε δὲ πρὸς ἑνωτικούς τινας τρόπους καὶ μεσότητας, καὶ ἐβουλεύετο καθ΄ ἡμέραν ἤ μετὰ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου ἤ τοῦ Ῥωσίας, ἤ τοῦ Νικαίας, ἰδίᾳ ἑκάστου παραγινομένου πρὸς αὐτόν· οἱ δὲ λοιποὶ ἐκάθηντο ἀργοί· εἰ δὲ καί ποτε ὁρισθέντες συνήρχοντο ὡς δῆθεν βουλευσάμενοι, μᾶλλον ἐβάλλοντο σκώμμασι παρὰ τοῦ βασιλέως ὡς ἀπειθεῖς καὶ μὴ συνεργοῦντες τοῖς ἑνωτικοῖς τρόποις μηδὲ προνοούμενοι τοῦ ἐπὶ τῇ συστάσει τῆς πατρίδος δοκοῦντος συμφέροντος. καὶ οἱ μὲν προειρημένοι τρεῖς ὡς τῷ βασιλεῖ ἀεὶ συνιόντες καὶ τὰ αὐτῷ δοκοῦντα συμβουλεύοντες καὶ συνεργοῦντες, ἀναδοχῆς ἠξιοῦντο καὶ εὐμενείας αὐτοί τε καὶ ὅσοι τούτοις παρείποντο· οἱ δὲ λοιποὶ θυμοῦ καὶ βάρους ἐπετύγχανον.

[←36]

Συρόπουλος 8.10: Ἔγραφον δὲ καί τινες ἔκ τε τοῦ Ἀγκῶνος καὶ τῆς Βενετίας τισὶ φίλοις αὐτῶν, ὅτι· ὑμεῖς ἐστε περιωρισμένοι αὐτόθι καὶ οὐ νοεῖτε. ἠθέλησε δὲ καί ποτε ὁ Νικαίας ἐξελθεῖν ἔφιππος χάριν μερικῆς ἀναπαύλης καὶ ὅτε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως ἐπέστη, ἐκώλυαν αὐτὸν οἱ πυλωροὶ εἰπόντες, ὅτι· ὡρίσθημεν ἐκ τῆς Αὐθεντίας ἵνα μὴ ἐάσωμέν τινα Γραικὸν ἐξελθεῖν ἔφιππον. εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ Νικαίας· καὶ τίνα ἄδειαν ἔχει εἰς ἡμᾶς ὴ Αὐθεντία ὑμῶν καὶ ποιεῖ τοῦτον τὸν περιορισμόν; οἱ δὲ εἶπον, ὅτι· οὐ ποιεῖ τοῦτο ἡ Αὐθεντία ἡμῶν, ἀλλ΄ ἡ ὑμετέρα βασιλεία· ὁ βασιλεὺς γὰρ διεμηνύσατο τῇ Αὐθεντίᾳ ποιῆσαι τοῦτο, καὶ ἡ Αὐθεντία ὥρισεν ἡμᾶς καὶ τηροῦμεν αὐτό. ὑπέστρεψεν οὖν καὶ ἄκων ὁ Νικαίας εἰς τὸν πατριάρχην, οἱ δὲ τούτῳ ἑπόμενοι ὑπηρέται εἶπον τὰ συμβάντα πρὸς ἡμᾶς· ἐφ΄ οἷς καὶ σφόδρα ἐλυπήθημεν καὶ ἑταράχθημεν ἤδη τρίτον κατανοήσαντες τὸν περιορισμόν.

[←37]

Συρόπουλος 8.11: Ἐν μιᾷ δὲ τῶν ἡμερῶν συνήλθομεν ὁρισθέντες πάντες εἰς τὸ πατριαρχικὸν οἴκημα καὶ ἐπροοιμιάσατο ὁ βασιλεὺς οὐτωσί· ἐγὼ μέν εἰμι δεφένστωρ τῆς Ἐκκλησίας· τόδε τοῦ δεφένστορος ἔργον, ὅσον μὲν ἐπί τινων ἄλλων διαιρεθείη ἄν καὶ εἰς πλείω, ἐπὶ δὲ τῆς παρούσης ὕλης εἰς δύο ὥς μοι δοκεῖ· ἕν μὲν τὸ τηρεῖν καὶ δεφενδεύειν τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ παρέχειν ἐλευθερίαν τοῖς βουλομένοις λέγειν ὑπὲρ αὐτῶν, ὥστε προφέρειν ἀνεμποδίστως ὅπερ ἄν ὡς ὑγιὲς δόγμα λέγειν προέλωνται καὶ ἐπέχειν καὶ ἀποσκώπτειν τοὺς φιλονείκως καὶ ἐχθρωδῶς ἀντιλέγοντας· ἕτερον δ΄ ἐστὶ τὸ συνέχειν καὶ συντηρεῖν πάντας τοὺς ἡμετέρους ἐν ὁμονοίᾳ, ὡς ἄν ἅπαντες ὑφ΄ ἑνὶ βουλεύματι καὶ μιᾷ συμφωνῶσι γνώμῃ. τοῦτο οὖν ἐστι κατὰ τὸ παρὸν τὸ ἐμὸν ὡς δεφένστορος ἔργον, καὶ διὰ τοῦτο προεῖπον ὑμῖν, ἵν΄ εἰδῆτε, ὡς ὁ ἀντιλέγων καὶ φιλονεικῶν καὶ μὴ τῇ τῶν πλειόνων πειθόμενος ψήφῳ, καὶ βάρος καὶ σκώμματα καὶ ἄλλα ὅσα ἀνήκουσι πρὸς συστολὴν αὐτοῦ καὶ ταπείνωσιν εὑρήσει παρὰ τῆς βασιλείας μου, ὡς ἄν μὴ ἕξῃ αὐτῷ ἀφηνιάζειν ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ τὰ ἴδια μέτρα γινώσκειν καὶ τοῖς πλείοσιν ἕπεσθαι. μετὰ δὲ τὰ τοιαῦτα προοίμια κατεσκεύαζε τὸ δεῖν εὑρεῖν τινα μεσότητα δι΄ ἧς παρακολουθήσει ἡ ἕνωσις.

[←38]

Στο κείμενο δεφένστωρ, στον Creyghton 1660 δεφένδωρ, από τη λατινική λέξη defendor (υπερασπιστής).

[←39]

Συρόπουλος 8.12: Ἐλαλήθησαν οὖν διάφοροι λόγοι περὶ τούτου παρά τινων συνεργούντων τῷ βασιλεῖ· ὧν λεγομένων, ὁ πατριάρχης τῇ συνήθει ὀδύνῃ νυγείς, εἰς τὸν ἴδιον ἀπῆλθε κοιτῶνα. ἔλεγον δὲ περὶ τοῦ ζητουμένου οἱ βουλόμενοι, καὶ μεταξὺ τῶν τοιούτων λόγων ἔφη ὁ βασιλεύς· εἰ εὕροιμεν τοὺς Λατίνους στέργοντας ὅπερ διέξεισιν ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐν τῇ πρὸς Μαρῖνον ἐπιστολῇ περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, οὐ δόξει ὑμῖν καλὸν, ἵνα δι΄ αὐτοῦ ἑνωθῶμεν; ἀντελάβοντο οὖν τοῦ λόγου ὁ Ῥωσίας καὶ ὁ Νικαίας πρὸς δὲ καὶ ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος καὶ ἔσπευδον συστῆσαι τοῦτο ὡς καλὸν καὶ καταπεῖσαι πάντας ἵνα στέρξωσι τοῦτο. ὁ Ἐφέσου δὲ καὶ ὁ Ἡρακλείας καί τινες ὀλίγοι ἀντέλεγον· ἔλεγε γὰρ ὁ Ἐφέσου, ὅτι οἱ Λατῖνοι δοξάζουσι τὸ ἐναντίον, οὗπερ λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος. πῶς οὖν ἑνωθησόμεθα μετ΄ αὐτῶν λόγῳ μόνῳ εἰπόντων ἁπλῶς στέργειν τὸ ῥητὸν τοῦ ἁγίου Μαξίμου, καθ΄ ἑαυτοὺς δὲ τοὐναντίον δοξαζόντων, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπ΄ Ἐκκλησίας κηρυττόντων; ἀλλὰ χρὴ πρῶτον αὐτοὺς τὴν ἡμετέραν ὁμολογῆσαι δόξαν σαφῶς καὶ ἀνενδοιάστως καὶ οὕτως ἑνωθῆναι ἡμῖν. ἔφη δὲ πρὸς τοῦτο ὁ βασιλεύς, ὅτι· τὴν διὰ γλώττης ὁμολογίαν ὀφείλομεν ἀπαιτεῖν ἐξ αὐτῶν καὶ ἀρκεῖσθαι ταύτῃ, οὐ μὴν δ΄ ἐξετάζειν καὶ τὰς ἐν βάθει τῶν καρδιῶν αὐτῶν διανοίας. ὁ δὲ Ἐφέσου εἶπεν, εἰ κατὰ τὰς διανοίας διαφερόμεθα περὶ τὴν πίστιν, οὐδὲ ἑνωθῆναι δυνησόμεθα.

[←40]

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662) λέει:
«Εκείνοι τής Βασιλεύουσας έχουν επιτεθεί στο συνοδικό γράμμα τού παρόντος αγιότατου πάπα [Μαρτίνου Α΄], όχι σε όλα τα κεφάλαια που έχει γράψει σε αυτό, αλλά μόνο σε δύο. Το ένα σχετίζεται με τη θεολογία, γιατί λέει ότι “το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ τού Υιού”. Το άλλο έχει να κάνει με τη θεία ενσάρκωση, γιατί έχει γράψει, ότι “ο Κύριος, ως άνθρωπος, είναι χωρίς προπατορικό αμάρτημα”. Όσον αφορά το πρώτο θέμα, αυτοί [οι τής Ρώμης] έχουν παρουσιάσει τα ομόφωνα αποδεικτικά στοιχεία των Λατίνων πατέρων, καθώς επίσης και τού Κυρίλλου Αλεξανδρείας, από τον ιερό σχολιασμό που συνέθεσε εκείνος για το Ευαγγέλιο τού Αγίου Ιωάννη. Με βάση αυτά τα κείμενα, έχουν δείξει ότι δεν έχουν κάνει τον Υιό αιτία τού Πνεύματος, γιατί ξέρουν στην πραγματικότητα, ότι ο Πατέρας είναι η μόνη αιτία τού Υιού και τού Πνεύματος, ο ένας από γέννηση και το άλλο από εκπόρευση, αλλά (χρησιμοποιούν αυτή την έκφραση) προκειμένου να υποδηλώσουν την αποστολή τού Πνεύματος μέσω αυτού και με τον τρόπο αυτό να καταστήσουν σαφή την ενότητα και την ταυτότητα τής ουσίας»
(Ἀμέλει τοι γοῦν τῶν τοῦ νῦν ἁγιωτάτου πάπα συνοδικῶν, οὐκ ἐν τοσούτοις, ὅσοις γεγράφατε, κεφαλαίοις, οἱ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἐπελάβοντο· δυσὶ δὲ μόνοις, ὧν, τὸ μὲν ὑπάρχει περὶ θεολογίας, ὅτι τε φησὶν εἶπεν, «Ἐκπορεύεσθαι κἀκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον»· τὸ δὲ ἄλλο, περὶ τῆς θείας σαρκώσεως· ὅτιπερ γέγραφε· «Δίχα τὸν Κύριον εἶναι τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας ὡς ἄνθρωπον. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον, συμφώνους παρήγαγον χρήσεις τῶν Ῥωμαίων Πατέρων· ἔτι γε μὴν καὶ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἐκ τῆς πονηθείσης αὐτῷ εἰς τὸν εὐαγγελιστὴν ἅγιον Ἰωάννην ἱερᾶς πραγματείας· ἐξ ὧν οὐκ αἰτίαν τὸν Υἱὸν ποιοῦντας τοῦ Πνεύματος, σφᾶς αὐτοὺς ἀπέδειξαν· μίαν γὰρ ἵσασιν Υἱοῦ καὶ Πνεύματος τὸν Πατέρα αἰτίαν· τοῦ μὲν κατὰ τὴν γέννησιν· τοῦ δὲ, κατά τὴν ἐκπόρευσιν· ἀλλ΄ ἵνα τὸ δι΄ αὐτοῦ προϊέναι δηλώσωσι· καὶ ταύτῃ τὸ συναφὲς τῆς οὐσίας καὶ ἀπαράλλακτον παραστήσωσι).
Τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, Ἴσον ἐπιστολῆς πρός τόν κύριον Μαρῖνον, τόν ἐπίσκοπον τῆς Κύπρου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἅπαντα, Patrologia Graeca, τόμος 91, 134-136.

[←41]

Συρόπουλος 8.13: Μετὰ δὲ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὴν δοκοῦσαν ταύτην γυμνασίαν εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἀρκούντως ἐγυμνάσθη τὸ ζήτημα· δότωσαν γνώμας. ὁ μὲν οὖν Ἐφέσου καὶ ὁ Ἡρακλείας εἶπον, ὡς· οὐκ ἔστιν ἀρκετὸν ἵνα δι΄ αὐτῆς μόνης τῆς ῥήσεως τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἑνωθῶμεν· ὁ δὲ Ῥωσίας, ὁ Νικαίας καὶ ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος εἶπον τὰ ἐναντία καὶ ὡς ἀρκετὸν πάνυ τοῦτ΄ ἀπεφήναντο· ὁ δὲ βασιλεὺς εἰδὼς ὅπως τοὺς πλείους προκατεσκεύαζε τῇ αὐτοῦ ἀκολουθῆσαι γνώμῃ, ὀλίγοι δέ τινες ἐνστήσονται, προσέταξε μὴ λέγειν καθ΄ ἕνα, ἀλλ΄ ὁμοῦ πάντας εἰπεῖν τὸ ἀρέσκει αὐτοῖς, εἰ στέργουσιν ὅσα εἶπον ὁ Ῥωσίας καὶ ὁ Νικαίας. ἐβόησαν οὖν ὀλίγοι τινές· ἀρέσκει καὶ στέργομεν, καὶ ὁ βασιλεὺς ἔφη· εἰπάτωσαν τοῦτο πάντες. καὶ πάλιν εἶπον οἱ πλείους· στἐργομεν, καλόν ἐστιν. ὁ δὲ βασιλεὺς ὁρῶν καὶ προσέχων τοῖς λέγουσιν ἔφησεν αὖθις· κἀκεῖνοι οἱ κατωτέρω καθήμενοι οὐκ ἔχουσι λαλίαν; πῶς οὐκ ἀφιᾶσι φωνήν; εἶπεν οὖν ὁ διεγείρων ἐκείνους στέργειν τὰ δεδογμένα (ὁ Νικομηδείας δὲ οὗτος ἦν)· οἱ πάντες λέγουσι καὶ στέργουσι τοῦτο.

[←42]

Κατά τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 392-393), φαίνεται ότι η συμφωνία ήταν ομόφωνη, χωρίς συζήτηση (Laurent 1971: 403 σημ. 1):
«Όταν λοιπόν διαβάστηκε αυτή η επιστολή, αφήνοντας εκείνα που είχαν γράψει οι Λατίνοι και εγκαταλείποντας όλα τα άλλα, συγκεντρώσαμε το μυαλό μας στην επιστολή τού Αγίου Μαξίμου και είπαμε όλοι μαζί: “Αν οι Λατίνοι συμφωνήσουν με αυτήν την επιστολή, τότε εμείς, χωρίς να ζητήσουμε τίποτε άλλο, θα ενωθούμε μαζί τους”»
(Τῆς οὖν ἐπιστολῆς ταύτης ἀναγνωσθείσης, τὰ γραφέντα παρὰ τῶν Λατίνων ἀφέντες καὶ πάντα καταλιπόντες, ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ ἁγίου Μαξίμου τὸν νοῦν ἐνεβάλλομεν, καὶ εἴπομεν πάντες ὁμοῦ· Ἐὰν οἱ Λατῖνοι ταύτῇ τῇ ἐπιστολῇ πείθωνται, ἡμεῖς ἄλλο τι μὴ ζητήσαντες αὐτοῖς ἑνωθησόμεθα).

[←43]

Συρόπουλος 8.14: Μετὰ τοιούτου τρόπου καὶ τοιαύτης ἐλευθερίας ἔλαβεν ὁ βασιλεὺς τὰς γνώμας πάντων εἰς τὸ δηλωθὲν ζήτημα· εἰ γὰρ καί τινες προσέκειντο τῇ γνώμῃ τοῦ Ἐφέσου καὶ τοῦ Ἡρακλείας, οὐχ εὗρον ἄδειαν εἰπεῖν ὅπερ ἐβούλοντο. εἶτ΄ αὖθις εἰς ἑτέρους ἑνωτικοὺς προεχώρησαν λόγους, οἷς καὶ ἀντέλεγεν ὁ Ἐφέσου καὶ φιλονεικία προέβαινεν. οἱ οὖν ἀντιλέγοντες καὶ ἐν τῇ καθέδρᾳ ἐδείκνυον τὴν διαφοράν· ἐν ταύταις γὰρ ταῖς ἰδίᾳ γενομέναις συνελεύσεσιν ἀπέναντι τοῦ Ἐφέσου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἐκάθηντο. ὁρῶν οὖν ὁ Ἡρακλείας τὸ ἐμπαθὲς καὶ φιλόνεικον τῶν ἀντιλεγόντων τῷ Ἐφέσου, εἶπε πρὸς αὐτούς, ὅτι· μετὰ ἀληθείας πρὸς πάθος λέγετε πάντες ὑμεῖς. ἀκούσαντες δὲ τοῦτο ὅ τε Ῥωσίας καὶ ὁ Νικαίας εἶπον· σκόπει ὡς ὑβρίζεις ἡμᾶς· καὶ τί κακὸν λέγομεν καὶ ὑβριζόμεθα παρά σου; καὶ ἐπεχείρησεν ὁ Ῥωσίας ὀχληρῶς φέρεσθαι κατὰ τοῦ Ἡρακλείας, καὶ ὁ βασιλεὺς σιωπὴν ἐπιτάξας τῷ Ῥωσίας, ὅλως αὐτὸς φέρεται κατὰ τοῦ Ἡρακλείας ἐν θυμῷ. καὶ· ᾧ δέσποτα, ἔφη, πόθεν ἔχεις τὸ λέγειν οὕτω καὶ σκώπτειν καὶ ἀναισχυντεῖν; οὐ γινώσκεις, ὅτι ὕβρισας τοὺς ἀρχιερεῖς; καὶ πόθεν ἔσχες σὺ τὴν ἐξουσίαν ταύτην; οὐκ οἶδας τὰ μέτρα σου, οὐδὲ γινώσκεις μέχρι τίνος φθάνει ἡ γνῶσις καὶ ἡ παίδευσίς σου; ἀλλ΄ ὅτι ὑπάρχεις ἀπαίδευτος καὶ χωρίτης, διὰ τοῦτο προηνέχθης λέγειν τοιαῦτα· εἰ γὰρ ἦσθα φρόνιμος καὶ πεπαιδευμένος, οὐκ ἄν ἔλεγες οὕτως ἀναίδην, οὐδ΄ ἐπὶ τοσοῦτον ἠναισχύντεις ἐνώπιον βασιλέως. καὶ ἕως πότε ἀνέξομαι τῶν τοιούτων σου ἀναισχυντιῶν; μέχρι τίνος καθέξω τὰ σά; ἤ νομίζεις ὡς οὐκ οἶδα, ὅσα λέγεις καὶ κατασκευάζεις πρὸς ἐμποδισμὸν τοῦ θείου τούτου ἔργου τῆς ἑνώσεως; οἶδα ἀκριβῶς πῶς εἰς τοῦτο διάκεισαι καὶ ὅσα κατὰ τῆς ἑνώσεως πράττεις, καὶ μετὰ ἀληθείας πληροφοροῦμαι, ὅτι προείλου ἄν πωλῆσαι καὶ τὸν μανδύαν ὅν φορεῖς πρὸς ἐμποδισμὸν τῆς ἑνώσεως· ἡμεῖς δὲ οὐκ ἤλθομεν ἐνταῦθα ἐπὶ τὸ λέγειν καὶ πράττειν ἕκαστον τὸ δοκοῦν αὐτῷ, ἀλλ΄ ἐπὶ τὸ συμπρᾶξαι πάντας τὸ κοινῇ συμφέρον· σὺ δὲ οὐκ αἰδῇ οὐδὲ συστέλλῃ οὐδὲ δειλιᾷς τἀναντία λέγων καὶ πράττων; ἀλλ΄ ὥσπερ ἐποίησας ὅτε συνήλθομεν εἰς τὴν Παλατιανὴν καὶ εἶπες μοι ἐνώπιον τῆς κυρίας μου τῆς δεσποίνης τῆς μητέρας μου ὅπερ μοι εἶπες, ἐγὼ δὲ μακροθυμήσας ὑπέμεινα, αὐτὸς δὲ οὔτ΄ ἐνόησας οὔτε ἠδέσθης εἰς ὅ εἶπες, οὕτω καὶ νῦν ἀναισχυντῶν λέγεις ἅπερ σοι οὐκ ἔξεστι, διότι ὑπάρχεις ἰδιώτης ἄνθρωπος καὶ ἀπαίδευτος καὶ βάναυσος καὶ χωρίτης, καὶ οὐ γινώσκεις οὐδὲ αἰσθάνῃ ὁποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι σου· αἴτιος δὲ πάντων καὶ ὧν λέγεις καὶ ὧν ποιεῖς εἰμι ἐγώ· εἰ γὰρ ἐποίουν σοι ὅ προσῆκεν εἰς ὅπερ μοι εἶπες ἐνώπιον τῆς κυρίας μου τῆς δεσποίνης, ἦσθα ἄν καὶ αὐτὸς καὶ πᾶς τις ἄλλος ὁ κατὰ σὲ προσεκτικὸς καὶ προμελετῶν τί ἄν εἴποι· νῦν δ΄ ἡ ἡμετέρα μακροθυμία τε καὶ πραότης ἐπὶ πλέον σὲ κατέστησεν ἀπαίδευτον καὶ ἀναιδῆ.

[←44]

Συρόπουλος 8.15: Ταῦτα οὖν καὶ ἕτερα πολλὰ τοιαῦτα ῥήματα θυμοῦ καὶ βάρους πλήρη κατὰ τοῦ Ἡρακλείας ἐρευξάμενος ὁ βασιλεὺς μετ΄ ὀργῆς καὶ ἐπαναλαμβάνων καὶ ἀνακυκλῶν δίς τε καὶ τρὶς τὰ αὐτὰ ἀσχέτῳ ῥύμῃ θυμοῦ, μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐν τοῖς τοιούτοις κατέτριψεν. ὀψὲ δὲ καὶ μόλις παυσαμένῳ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἡρακλείας· εὐχαριστῶ σοι, δέσποτά μου ἅγιε, ὅτι ἀντὶ τῶν δουλειῶν ὧν σοι ἐδούλευσα, καὶ ἀντὶ τῶν κόπων ὧν ἐκοπίασα καὶ ἀντὶ τῶν ταλαιπωριῶν καὶ τῶν κινδύνων καὶ τῶν ἄλλων περιστατικῶν ὧν ὑπέστην ἐκπληρῶν καὶ ἐξυπηρετῶν τὰ καταθύμιά σοι, τοιούτους ὁρισμοὺς ἤκουσα παρὰ τῆς ἁγίας βασιλείας σου καὶ τοιαύτας ἀπέλαβον εὐεργεσίας καὶ ἀμοιβάς. εἶτα ἐπαύσαντο πάντες καὶ ἐφ΄ ἱκανὸν ἑκάθηντο ἄφωνοι· μόλις δέ ποτε ἠξίωσαν τὸν δεσπότην ἐκ τῶν ἀρχιερέων οἱ πλησίον αὐτοῦ καθήμενοι, ἵνα μεσιτεύσῃ καὶ διαλλάξῃ τῷ ΄Ηρακλείας, ὅ καὶ γέγονεν· ἀξιώσαντος γὰρ τοῦ δεσπότου καί τινων ἀρχιερέων, εἴρηκεν ὁ βασιλεύς· ἐγὼ ἤδη ἀφίημι τόγε νῦν ἔχον καὶ συμπαθῶ τὸ περὶ τούτου· αὐτὸν δὲ χρὴ προσέχειν εἰς τὸ ἑξῆς. οὕτως ἐτίμησεν ὁ βασιλεὺς τὸν τοποτηρητὴν τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ πρόεδρον τῶν ὑπερτίμων.

[←45]

Συρόπουλος 8.16: Ἐπὶ τούτοις ἡ ἀργία πάλιν διεδέξατο ἡμᾶς καὶ ἐκαθήμεθα πάσχοντες καὶ ταλαιπωροῦντες· παρέδραμε γὰρ καὶ ἡ προθεσμία, δηλαδὴ ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Γεωργίου, καὶ οὔτε πρᾶξίς τις οὔτε λόγος ἐτελέσθη, ἀλλ΄ οὐδὲ μνήμης τοῦ σιτηρεσίου ἐμνήσθησαν οἱ ὑποσχόμενοι παρέχειν αὐτὸ δὶς τοῦ μηνὸς καὶ ὅτε ἄν ζητήσωμεν· ἤδη παρωχηκότων τριῶν μηνῶν καὶ ἐπέκεινα, πάντες μὲν οὖν ἔπασχον ὑπὸ τῆς ἐνδείας, οἱ δὲ τοῦ βασιλέως γιανίτζαροι καὶ πλέον τῶν ἄλλων ὡς ἐνδεέστεροι καὶ πένητες· διὸ καὶ προσήρχοντο τῷ μεγάλῳ πρωτοσυγκέλλῳ ὡς μεγάλα παρὰ τῷ βασιλεῖ δυναμένῳ καὶ ἠξίουν ἵνα παρακαλῇ τὸν βασιλέα καὶ παρέχῃ τι πρὸς διατροφὴν αὐτῶν. ὁ δὲ παρακαλέσας δὶς καὶ τρίς, ἤνυσεν οὐδέν· τῶν δὲ ἐπιτιθεμένων ἐπὶ πλέον αὐτῷ, ἔδωκεν αὐτοῖς οἴκοθεν φλωρίον ἕν καὶ μεθ΄ ἡμέρας πάλιν ὡσαύτως πεποίηκεν. τῶν δὲ αὖθις ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνδείας προσερχομένων καὶ αἰτούντων ἵνα ἤ ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἤ ἀφ΄ ἑαυτοῦ προνοήσεται αὐτῶν, αὐτὸς τὴν τοῦ βασιλέως εἰδὼς διάθεσιν καὶ τὴν παράκλησιν τὴν πρὸς αὐτὸν ἀποδοκιμάσας, ἔδωκεν αὐτοῖς ἀφ΄ ἑαυτοῦ τὰ ἱερατικὰ αὐτοῦ ἐπιμάνικα καὶ εἶπεν, ὅτι· ἐγὼ οὐκ ἔχω ἄλλο τι δοῦναι ὑμῖν· διὸ λαβόντες ταῦτα πωλήσατε καὶ φάγετε τὸ τίμημα αὐτῶν. οἱ δὲ λαβόντες διήρχοντο καὶ ὑπεδείκνυον ταῦτα τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ ἠξίουν ἐξωνίσασθαι, διηγούμενοι καὶ τὴν πρόνοιαν τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου. μὴ ἔχοντος δέ τινος χρείαν ἐκεῖσε ἐξωνήσασθαι, ἀντέστρεψαν ταῦτα τῷ δεδωκότι· καὶ αὖθις μεθ΄ ἡμέρας τινὰς τῇ ἐνδείᾳ πιεζόμενοι προσῆλθον αὐτῷ τῷ μεγάλῳ πρωτοσυγκέλλῳ καὶ ἀπεκλαίοντο τὴν ἐσχάτην αὐτῶν ἔνδειαν καὶ ὅπως ὁ μὲν διεπράσατο τὰ ὅπλα, ὁ δὲ ἠνεχύρασε τὰ ἐνδύματα, ὁ δὲ ἄλλος ἄλλο τι. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἄπιτε εἰς τὸν Ἐφέσου καὶ εἰς τὸν μέγαν σακελλάριον, ὅτι ἐκεῖνοι ἐμποδίζουσι τὴν ἕνωσιν, καὶ ποιήσατε ὡς οἴδατε μετ΄ αὐτῶν· δι΄ αὐτοὺς γὰρ πάσχετε καὶ ὑμεῖς καὶ πάντες καὶ οὐδὲ δυνησόμεθα ἀπελθεῖν οἴκαδε. οἱ δὲ ἀκούσαντες ἔδραμον εὐθὺς πρὸς τὸν Ἐφέσου ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι ὄντες, καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν· ἐκεῖθεν ἦλθον εἰς τὸν μέγαν σακελλάριον ὡπλισμένοι τῷ θυμῷ καὶ λέγουσι· τίνος χάριν οὐδὲν ἀφίετε γενέσθαι τὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ θέλετε ἵνα ἀποθάνωμεν ἐνταῦθα; καλόν ἐστιν, ἵνα φθαρῶμεν ὑπὸ τοῦ λιμοῦ; ἤ οὐκ οἴδατε, ὅτι οὐκ ἀνεξόμεθα πάσχειν διὰ σὲ καὶ ἄλλον κατὰ σέ; ἐρωτήσαντος δὲ τοῦ μεγάλου σακελλαρίου· καὶ τίς εἶπεν ὅτι ἐκώλυσα ἤ κωλύω ἐγὼ τὴν ἕνωσιν; εἶπον· ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος λέγει, ὅτι σὺ καὶ ὁ Ἐφέσου κωλύετε γενέσθαι τὴν ἕνωσιν, καὶ ἔστειλεν ἡμᾶς πρὸς ὑμᾶς· ὁ δὲ περιδεὴς καὶ σύντρομος γεγονὼς οὐκ εἶχεν ὅ τι καὶ δράσειε· μόλις δέ ποτε ἠδυνήθη δυσωπῆσαι καὶ κατασιγᾶσαι αὐτοὺς συνιέντας ἴσως καὶ αὐτοὺς καὶ καταγνόντας τὸν ἐπιβουλευτικὸν αὐτοῦ τρόπον. ὁ δὲ μέγας σακελλάριος ἦλθεν εἰς τὸν πατριάρχην ἵνα ἐγκλητεύσῃ καὶ κριθῇ συνοδικῶς μετὰ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου ὑπὲρ τῆς ἐπιβουλῆς ταύτης· λόγοις δέ τισιν ἡμεῖς καὶ ἀξιώσει ἐκωλύσαμεν αὐτόν, τὸ τίμιον περιποιούμενοι τῆς ἡμετέρας τάξεως.

[←46]

23 Απριλίου.

[←47]

Στο κείμενο γιανίτζαροι. Bλέπε σημ. 146 κεφαλαίου γ΄.

[←48]

Επιμάνικα: Σκληρά υφάσματα που περιδένονται στα χέρια τού ιερωμένου πιο πάνω από τον καρπό και συγκρατούν τα άκρα τού στιχαρίου μαζί με τα υπόλοιπα άμφια.

[←49]

Στον Μανουήλ Χρυσοκόκκη.

[←50]

Όπως τον απεικονίζει ο Συρόπουλος στα Απομνημονεύματά του, ο μέγας πρωτοσύγγελλος ήταν σίγουρα ικανός να κάνει αυτή την κακή κίνηση, με τη δόλια πρόθεση που τού αποδίδεται εδώ. Όμως, αν πιστέψουμε έναν άλλο σύγχρονο, τον Γεώργιο Τραπεζούντιο, αυτός ο Γρηγόριος ήταν η ίδια η φιλανθρωπία (Laurent 1971: 406 σημ. 4).

[←51]

Συρόπουλος 8.17: Καὶ ἄλλοτε δὲ συγκαθημένων τοῦ τε Νικομηδείας, τοῦ μεγάλου σακελλαρίου, καὶ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου καὶ ἄλλων τινῶν, καὶ ἀνιωμένων ἐπὶ τῇ στερήσει τοῦ σιτηρεσίου καὶ τῇ πολλῇ ἐνδείᾳ τῶν ἡμετέρων, ἔφη ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος, ὅτι· ἐγὼ κατέστησα καὶ ἐκράτησαν τὸ σιτηρέσιον. ὅπερ ἀκούσας ὁ μεγας σακελλάριος καὶ ἐκπλαγεὶς, ἔφη πρὸς αὐτόν· σάβας, σχηματίσας ἅμα καὶ τὸν ἀντίχειρα αὐτοῦ δάκτυλον ἐπὶ βεβαιώσει καὶ ἐπαίνῳ τῆς ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συνδρομῆς αὐτοῦ καὶ προνοίας. ὁ δὲ εἶπε· καὶ τί κακῶς ἐποίησα; θέλετε ἵνα κατεσθίητε τὰ φλωρία τοῦ πάπα ἀργοί, μηδὲν φροντίζοντες περὶ τῆς ἑνώσεως; ὁ δὲ μέγας σακελλάριος ἐκπληττόμενος οὐχ ἧττον ἤ εἰρωνευόμενος ἔφη, ὅτι· καλῶς ἐποίησας καὶ διὰ τοῦτό σοι λέγω σάβας, ἐπαινῶν καὶ θαυμάζων σε, τῆς πρὸς τοὺς συμπατριώτας καὶ ὁμοφύλους συμπαθείας καὶ βοηθείας καὶ τῆς πρὸς τοὺς πενομένους κηδεμονίας. τοιαύτας συμβουλὰς ὑπετίθουν οἱ ἡμέτεροι τοῖς διαφερομένοις ἡμῖν καὶ πᾶσι τρόποις τὴν ἧτταν ἡμῶν πραγματευομένοις καὶ περιγενέσθαι ἡμῶν ἀγωνιζομένοις.

[←52]

Σάβας: Κατά τον Suicerus, Thesaurus Ecclesiasticus e Patribus Graecis (Άμστερνταμ 1728), στήλη 915, πρόκειται για «θριαμβευτική φωνή με χαρά, επιδοκιμασία, έγκριση» (sed vox est triumphantis cum laetitia, applaudentis, approbantis).

[←53]

Συρόπουλος 8.18: Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡμεῖς ἐπὶ πᾶσι δυσχεραίνοντες καὶ ἀναγκαζόμενοι ἐπετέθημεν τῷ πατριάρχῃ καὶ ἱκετεύσαμεν, ἵνα μηνύσῃ καὶ ἀξιώσῃ τὸν βασιλέα, ὅπως ἄν περὶ τοῦ πρακτέου ἐπιμελήσηται καὶ μάλιστα περὶ τῆς ὑποστροφῆς ἡμῶν, ἐπεὶ ἀλυσιτελὲς ἡμῖν ἑωρῶμεν γενήσεσθαι παρὰ Λατίνων συμπέρασμα. μετὰ οὖν δευτέραν καὶ τρίτην ἀξίωσιν ἀπέστειλε τὸν Μολδοβλαχίας, τὸν μέγαν σκευοφύλακα καὶ ἐμὲ εἰς τὸν βασιλέα ἐροῦντας ταυτί· ἡμέραι παρῆλθον πολλαί, καθημένων ἡμῶν ἀργῶν, καὶ ὁρῶ ὡς οὐ γενήσεταί τι ἀγαθόν. πάσχουσιν οὖν καὶ οἱ ἡμέτεροι πάντες καὶ ἐγὼ πλέον τῶν ἄλλων· εἰμὶ γὰρ καὶ ασθενὴς καὶ οὐχ εὑρίσκω ἐνταῦθα τὴν προσήκουσαν ἀνάπαυσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐφίεμαι τῆς ὑποστροφῆς· οὐ γὰρ προαιροῦμαι ἵνα ταφῶ ἐν Ἰταλίᾳ. ὅθεν ἀξιῶ τὴν ἁγίαν βασιλείαν σου ὅπως ἀποβλέψῃς πρὸς τὴν ἐπάνοδον ἡμῶν· οὔτε γὰρ ἐγὼ οὔθ΄ οἱ ἡμέτεροι δύνανται ἐπὶ πλέον προσμένειν ἐνταῦθα καὶ ταλαιπωρεῖν, ἄλλως θ΄ ὅτι οὐδὲ συνορῶμεν γενήσεσθαί τινα διόρθωσιν τῆς περὶ τῆς δόξης διαφορᾶς. λοιπὸν δεῖ καταλιπεῖν τὰ τοιαῦτα καὶ φροντίσαι περὶ ὑποστροφῆς.

[←54]

Συρόπουλος 8.19: Ὡς οὖν ἤκουσε ταῦτα ὁ βασιλεὺς εἶπεν· ἐγὼ οὐ κάθημαι ἀργός, ἀλλ΄ ἀεὶ λέγω καὶ ἀγωνίζομαι περὶ ταύτης τῆς ὕλης· ἀεὶ γὰρ ἔρχονται πρὸς ἐμὲ οἱ ἐκ τοῦ πάπα καὶ λέγουσι καὶ ἀπολογοῦμαι, καὶ ἄλλοι μὲν κοιμῶνται, ἐγὼ δὲ ἀγωνίζομαι. ὅτι δὲ ἀργοῦμεν, καὶ παρῆλθε καὶ ἡ προθεσμία, καθὼς λέγετε, οὐκ ἔστιν ἀπ΄ ἐμοῦ τοῦτο, ἀλλ΄ ἀφ΄ ὑμῶν· ὑμεῖς γὰρ ποιεῖτε τὴν πλημμέλειαν. λέγετε δὲ ὅτι οὐ γενήσεται συμπέρασμα, καὶ διὰ τοῦτο ἵνα φροντίσω περὶ ὑποστροφῆς· τοῦτο δὲ οὔκ ἐστιν ἴδιον ἐμὸν ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας. εἰ οὖν ἐκκόψω τοῦτο καὶ γένηταί τι ἀστόχημα, ἀνενεχθήσεται ἡ μέμψις ὅλη εἰς ἐμέ· καὶ ὅσον μὲν εἰς τὰ ἴδιά μου, εἰς τὰ βασιλικά φημι καὶ τὰ κοσμικά, ὅσα πράττω μετὰ τῶν ἰδικῶν μου, εἰ συμβήσεται ἀστοχία τις καὶ μέμψις, οὐ λογισθήσεταί μοι τόσον δεινόν· αὐτὸ δέ ἐστιν ἐκκλησιαστικὸν καὶ δεῖται μεγάλης σκέψεως καὶ βουλῆς ἐκκλησιαστικῆς. οὐ θέλω τοίνυν ἐγὼ μόνος ἐκκόψαι τοῦτο καὶ λαβεῖν ὄνειδος καὶ μέμψιν ὕστερον παρὰ πολλῶν ἴσως τῶν ἡγησομένων θάτερον μᾶλλον λυσιτελήσειν ἡμῖν· ῥᾴδιον γάρ ἐστιν εἰπεῖν· ἐκκόψωμεν τοῦτο, ἀλλὰ χρὴ σκέψασθαι ὁποίαν δεῖ τὴν τιμὴν ἐπαγαγεῖν καὶ μὴ ἀπότομον καὶ οἷον μετὰ ἀξίνης, ἀλλ΄ ὅσον οἷον τε κούφην καὶ πραεῖαν, εἰ καὶ δεήσει ταύτης. ὅμως ἐγὼ οὐ γνωρίζω τοὺς λόγους τούτους εἶναι τοῦ πατριάρχου λόγους, ἀλλ΄ ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἕτεροί τινες ἐπετέθησαν καὶ ἠνάγκασαν αὐτόν, ἵνα μηνύσῃ μοι ταῦτα· ἐλεύσομαι δὲ ἐγὼ καὶ ἀκούσω παρ΄ αὐτοῦ καὶ ἀποκριθήσομαι καὶ πλατύτερον.

[←55]

Συρόπουλος 8.20: Ὅμως ἐν τούτοις δέδοικα μήποτε διαφύγῃ ἡμᾶς ὅπερ ἔλεγεν ὁ κῦρ Ἰωσὴφ ὁ διδάσκαλος· εἶπε γὰρ πολλάκις, ὡς· εἴπερ εὐδοκήσει ὁ Θεὸς συστῆναι σύνοδον, ἔχω τινὰ λόγον εἰπεῖν ἐκεῖσε, ὅστις ἀναμφιβόλως καὶ ἀναντιρρήτως ἑνώσει ἡμᾶς· ἔστι δὲ ἄληπτος· οὐδὲ γὰρ ἕξει τις ἐπιλαβέσθαι πόθεν αὐτοῦ ὡς ἐναντίου ἤ ὡς ἐπισφαλοῦς. ἀπῃώρητο δὲ εἰς τὸ κελλίον ἐν ᾧ ἐκαθήμεθα ἀπὸ τῆς δοκοῦ σφαιροειδὲς κάτοπτρον, καὶ εἶπεν· ὥσπερ ἐστὶ τὸ κάτοπτρον τοῦτο ἄληπτον (οὐ γὰρ δυνήσεταί τις ἁπλῶς διὰ τῆς ἁφῆς δράξασθαι καὶ κατασχεῖν αὐτό), οὕτως ἐστίν, ἔφη, καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος ἄληπτος καὶ ἑνωτικός. ἠρώτησα γοῦν ἵνα μοι εἴπῃ τὸν λόγον, καὶ οὐκ ἠθέλησεν. εἶπον δὲ αὐτῷ, ὅτι· λέγεις μοι πρᾶγμα μέγα καὶ δυσεύρετον, μᾶλλον δὲ μέχρι τοῦ νῦν ἀνεύρετον, καὶ εἴθε μὲν διαφυλάξαι σε ὁ Θεὸς μέχρι τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἵν΄ εἴπερ τοῦ Θεοῦ ἐστι θέλημα κατορθωθείη τὸ τοσοῦτον ἀγαθὸν διὰ σοῦ· εἰ δὲ τῷ χρεὼν ὡς ἄνθρωπος λειτουργήσεις καὶ οὐ μεταδώσεις ὅ λέγεις τινί, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ἁμαρτίαν ἕξεις καὶ ἡμῖν μεγίστην προξενήσεις ζημίαν. ζητῶ οὖν σε, ἀποκάλυψόν μοι τοῦτο καὶ ἐγὼ φυλάξω ὡς μυστήριον. ἐκεῖνος δὲ οὐκ ἠθέλησεν εἰπεῖν μοι τὸ πρᾶγμα, φήσας· μὴ φρόντιζε περὶ τούτου· ἐγὼ γὰρ καὶ πρὸ τοῦ ἀπελθεῖν με, προνοήσομαι ὅπως ἔχητε ὅ λέγω, ὅταν ἐν χρείᾳ τούτου γένησθε· εὑρεθήσεται γὰρ γεγραμμένον καὶ φροντίσατε καὶ ὑμεῖς μήποτε τὸ τοσοῦτον ἀγαθὸν διαφύγῃ ὑμᾶς.

[←56]

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος.

[←57]

Συρόπουλος 8.21: Τῶν τοίνυν Λατίνων ὁσημέραι ἀπαιτούντων καὶ σφοδρῶς ἐπικειμένων ἤ στέρξαι ἡμᾶς ἅπερ εἰρήκασιν ἐν ταῖς τελευταίαις διαλέξεσι καὶ οὕτως ἑνωθῆναι, ἤ πρὸς διαλέξεις αὖθις χωρεῖν, ἀναγκασθεὶς ὁ βασιλεὺς ἦλθεν εἰς τὸν πατριάρχην, καὶ τίνα μὲν ἐβουλεύσαντο μόνοι οὐκ ἔγνωμεν. τῇ δ΄ ἐπιούσῃ ὥρισε καὶ συνήλθομεν πρὸς αὐτὸν ὁ Ἐφέσου, ὁ Ῥωσίας, ὁ μέγας χαρτοφύλαξ καὶ ἐγώ, καὶ διεμηνύσατο μεθ΄ ἡμῶν τῷ πάπᾳ, ὅτι· ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα καὶ περιεμένομεν μέχρι τοῦ νῦν ἐκδεχόμενοι γενέσθαι σὺν Θεῷ τὴν ἕνωσιν· ἐγένοντο καὶ διαλέξεις ὅσαι δῆτα καὶ γεγόνασι, καὶ εἶπον οἱ ἡμέτεροι καὶ εἰς τὸ περὶ τῆς προσθήκης καὶ εἰς τὸ περὶ τῆς δόξης λόγους πολλοὺς καὶ καλοὺς καὶ ἀναγκαίους, ὁμοίως καὶ οἱ ὑμέτεροι εἶπον πολλά. συνορῶμεν δέ ὅτι οὐ συνελευσόμεθα εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ συμπέρασμα· οὔτε γὰρ ὑμεῖς συντίθεσθε εἰς τὰς παρ΄ ἡμῶν προφερομένας ἀποδείξεις, οὐθ΄ ἡμεῖς τοῖς τῶν ὑμετέρων πειθόμεθα λόγοις, καὶ ὡς ἔχω νοεῖν ἐκ τῶν διαλέξεων, οὐ συμφωνήσομεν εἰς ἕν συμπέρασμα. ἐπεὶ οὖν ἐποιήσαμεν καθὼς περιεῖχον αἱ συμφωνίαι ἡμῶν, ἐκ δὲ τῶν διαλέξεων ἀνεφάνη ὡς οὐ παρακολουθήσει ἕνωσις, ζητοῦμεν λοιπὸν ἵνα ἐξοικονομήσητε ἡμᾶς ἀπελθεῖν εἰς τὰ ἴδια.

[←58]

Στις 10 Απριλίου το βράδυ. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 403, με άλλα λόγια από την αντιπροσωπεία, ακολουθούμενα από την απάντηση τού πάπα, ο οποίος όντως ζήτησε την ένορκη διαδικασία που αμφισβητήθηκε από τούς Γραικούς (στο ίδιο, σελ. 404-406).

[←59]

Συρόπουλος 8.22: Ὡς οὖν ἤκουσε ταῦτα ὁ πάπας, δεινῶς διετέθη· ἀντεμήνυσε δὲ δι΄ ἡμῶν, ὅτι· ἐγὼ νομίζω ὡς οἱ ἡμέτεροι ἀρκούντως ἀπέδειξαν ὅσα προέθεντο. ἔδει οὖν καὶ ὑμᾶς πεισθῆναι οἷς ἠκούσατε λαμπρῶς καὶ ἀληθῶς ἀποδεδειγμένοις· εἰ δὲ καὶ ἔν τισιν ἔχετε ἀμφιβολίας, ζητήσατε ταύτας ἀφ΄ ἡμῶν καὶ οἱ ἡμέτεροι ῥᾷστα ἀποδώσουσιν ἐφ΄ ἑκάστῃ τοὺς λόγους καὶ διασαφήσουσι καὶ διαλύσουσι ταύτας. οὐδὲ γὰρ ἐνέλειψέ ποτε τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκκλησίᾳ οὐδὲ ἐλλείψει δύναμις λόγων ἀρκούντων εἰς σαφήνειαν καὶ λύσιν πάσης ἀπορίας παρ΄ οἱουδήτινος γενομένης ἤ γενησομένης. ὅμως ὡς ἐμοὶ δοκεῖ σαφῶς ἀπέδειξαν οἱ ἡμέτεροι, ὅτι ὅπερ λέγομεν καὶ δοξάζομεν ἀληθής ἐστι δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ συστάσεις παρήγαγον τῶν ῥήσεων τῶν ἁγίων τῶν διδασκάλων αὐτῆς. καὶ λέγω ἵνα ταχθῇ ἡμέρα καὶ συνέλθητε ἐνταῦθα, ὅσοι τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου τυγχάνετε, μετὰ ἑνὸς μεταγλωττιστοῦ, καὶ προκειμένου τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου ἀνεπτυγμένου προσέρχηται ἕκαστος, καὶ ἐπιτιθεὶς τὴν χεῖρα καὶ ὀμνύων ἐπ΄ αὐτῷ, λέγῃ τίνα γνώμην ἔχει εἰς ὅσα ἤκουσε παρὰ τῶν ἡμετέρων, καὶ οὕτως νομίζω συνελθεῖν πάντας εὐκόλως πρὸς τὸ συμπέρασμα. ἄπιτε τοίνυν, εἴπατε ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ τοῖς ὑμετέροις· ἐγὼ δὲ πάλιν μηνύσω καὶ ἄλλα τινὰ μετ΄ ὀλίγον.

[←60]

Συρόπουλος 8.23: Ἐλθόντων δὲ ἡμῶν καὶ ἀπαγγειλάντων ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ τῷ πατριάρχῃ καὶ τοῖς λοιποῖς, οὐ προσεδέξαντο τοὺς τοιούτους λόγους· πῶς γὰρ ἔμελλον ποιεῖν ἐπ΄ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου εὐαγγελίου ὑπ΄ αὐτοῦ κωλυόμενον ἔργον; ὁ δὲ Ῥωσίας ἐπέτρεπε λέγων, ὅτι· εὑρίσκομεν ἐν τῇ γραφῇ ὅτι καὶ ὁ θεὸς ὀμνύει. τοῦτο δὲ τὸ περὶ τοῦ ὅρκου ἐκινήθη πρότερον παρὰ τοῦ Μιτυλήνης· ἐκεῖνος γὰρ πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ἐφεῦρε καὶ ἔλεγε δεῖν γενέσθαι ταύτην τὴν μέθοδον.

[←61]

Συρόπουλος 8.24: Ὁ δὲ βασιλεὺς ἦλθεν εἰς τὸν πατριάρχην· συνήλθομεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖσε ὁρισμῷ αὐτοῦ. καὶ ἔστειλεν ὁ πάπας καρδηναλίους τρεῖς, τὸν καμαρέριον, τὸν Ἰουλιανὸν καὶ τὸν Φιρμάνον, καὶ ἐπισκόπους δέκα. ἤρξατο οὖν ὁ Ἰουλιανὸς καὶ εἶπε τὰ ἀπ΄ ἀρχῆς ἄχρι τέλους πρὸς τὸν βασιλέα μετὰ παρρησίας καὶ δεινότητος καὶ φιλοτιμίας ῥητορικῆς· ῥητέον δ΄ ἐκ τῶν λόγων ἐκείνου, ὅσα εἰς μνήμην ἡμῶν ἐστιν, εἰ καὶ μὴ οἷόν τε κατὰ λέξιν αὐτοὺς ἐκθεῖναι. εἴρηκε τοίνυν ὡς ἀπὸ τοῦ παπα, ὅτι· ὁ μακαριώτατος πάπας ἔστειλε κάτεργα κατὰ τὰς συμφωνίας, ἅ καὶ ἔφθασαν ἐκεῖσε εἰς ὑμᾶς κατὰ τὸν σεπτέμβριον μῆνα, καὶ ἐνὸν ἐλθεῖν ὑμᾶς ἐνταῦθα δι΄ ἐκείνων δι΄ ὅλου τοῦ νοεμβρίου, ἤλθετε κατὰ τὸν φεβρουάριον. κἀντεῦθεν ἐγένετο ἀναλώματα πλεῖστα διὰ τὴν τοιαύτην βραδύτητα. εἶτα ἐλθόντων ὑμῶν ἐν τῇ Φεραρίᾳ εἴπομεν ἵνα γένηται ἡ ἀνακήρυξις τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου, καὶ κατετρίψατε πλέον μηνὸς εἰς τοῦτο· ἐζητήσαμεν ἵνα χωρήσωμεν εἰς διαλέξεις, καὶ οὐκ ἐθελήσατε, ἀλλ΄ ἐζητήσατε διωρίαν μηνῶν τεσσάρων καὶ μετ΄ αὐτοὺς ἵνα διαλέγησθε, καὶ ἀντὶ τῶν τεσσάρων παρῆλθον ἑπτὰ, καὶ οὐκ ἐθελήσατε ἐλθεῖν εἰς διαλέξεις, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν συνεφωνήσατε, ἵνα συνέρχησθε μεθ΄ ἡμῶν δὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ λέγωμεν περὶ τῶν μεταξὺ ἡμῶν διαφορῶν καὶ ἐποιήσατε ἡμῖν καὶ γράμμα εἰς τοῦτο· συνήλθετε δὲ ὅμως ὀκτάκις, εἶτα ἐπαύσασθε. ἐτάχθη ἵνα διαλεγώμεθα εἰς τὴν σύνοδον τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἀπαραιτήτως, καὶ οὐδὲ τοῦτο ἐτηρήσατε, ἀλλ΄ ἐκ διαλειμμάτων συνήρχεσθε, εἶτα παρῃτήσασθε καὶ αὐτό. ἔδοξε καλὸν ἵνα ἔλθωμεν εἰς τὴν Φλωρεντίαν, καὶ εἰδότες ἡμεῖς τὰς ἀναβολὰς καὶ ὑπερθέσεις ὑμῶν ἐζητήσαμεν ἔτι ὄντες ἐν τῇ Φεραρίᾳ καὶ ὑπεσχέθητε ἐγγράφως ἵν΄ ἀπαραιτήτως διαλεγώμεθα τρὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ μηδεμία αἰτία ἤ ἀσθένεια τοῦ βασιλέως ἤ τοῦ πατριάρχου ἤ τοῦ προσδιαλεγομένου ἐμποδίσῃ τὴν ἀποτεταγμένην καὶ ὡρισμένην συνέλευσιν καὶ διάλεξιν. εἰ δὲ καὶ ὁ προσδιαλεγόμενος ὑπ΄ ἀσθενείας ἐμποδισθῇ, ἵνα ἀναπληροῖ ἕτερος τὴν διάλεξιν αὐτοῦ· κἄν ἐπισήμου ἁγίου ἑορτὴ τύχῃ ἐν τῇ ἀποταχθείσῃ ἡμέρᾳ, ἵνα τῇ ἐπιούσῃ γένηται ἡ διάλεξις, ἵνα ταχέως ἔλθωμεν εἰς συμπέρασμα· ὑμεῖς δὲ οὐδὲ αὐτὴν τὴν ἔγγραφον ὑμῶν ἐτηρήσατε συμφωνίαν, ἀλλ΄ ἐν ὀλίγαις συνελεύσεσιν ἐπαύσασθε μὴ συμπεράναντες. ὁ μὲν οὖν μακαριώτατος πατὴρ ἐπλήρωσε καὶ πληροῖ ὅσα συνεφώνησε, μᾶλλον δὲ πολλαπλάσια· ὑμεῖς δὲ οὔτε τὴν πρώτην ἐτηρήσατε συμφωνίαν, ἥν ἐγγράφως ἐν τῇ ἀποκαταστάσει τῆς ἀνακηρύξεως ὑπεσχέθητε, οὔτε τὴν δευτέραν, ὅτε εἰς τὰς διαλέξεις κατέστητε, οὔτε τὴν τρίτην, ἥν ἐγγράφως ἐδώκατε τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένης μεταβάσεως· καὶ νῦν μετὰ τὰς ἐνταῦθα διαλέξεις τί ἄλλο ἤ τὴν ἀργίαν ἀσπάζεσθε, ἴσως ὡς λυσιτελούσης ὑμῖν ταύτης ἀντεχόμενοι; λέγομεν τοίνυν ὅτι οἱ ἡμέτεροι ἀπέδειξαν λαμπρῶς καὶ σαφέστατα, ὅπως ὅ λέγομεν ἡμεῖς ἐστιν ἀληθὴς δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν αὐτῆς ἁγίων διδασκάλων· καὶ εἰ μὲν ἐπείσθητε ἐξ ὧν ἠκούσατε, ἔλθετε πρὸς τὸ συμπέρασμα· εἰ δὲ καὶ ἔτι ἀμφιβάλλετε, χωρήσατε αὖθις πρὸς τὰς διαλέξεις.

[←62]

Η ίδια αυτοκρατορική επιτροπή είχε πάει στις 12 Απριλίου, την Κυριακή μετά το Πάσχα, στον πάπα ο οποίος, αντί να τής απαντήσει, τής ανακοίνωσε ότι θα στείλει αντιπροσωπεία για να εξηγηθεί ενώπιον τής συνέλευσης των Γραικών. Εκείνοι πραγματοποίησαν συνεδρίαση τη Δευτέρα 13 και την Τρίτη 14 Απριλίου. Τότε ήταν που ο Βησσαρίων έδωσε τη μεγάλη δέκα σημείων ομιλία του για την Ένωση, ομιλία που συγκράτησε με ευκολία ο Τραβερσάρι (βλέπε επιστολή τής 21ης Απριλίου 1439 από Τραβερσάρι προς Τσεζαρίνι) και η οποία θα έκανε το ακροατήριο να κλαίει, αλλά για την οποία ο Συρόπουλος δεν κάνει καμία αναφορά. Ο συγγραφέας μας δεν μιλάει περισσότερο για εκείνα που έκανε με την ίδια ευκαιρία (14 Απριλίου) και για το ίδιο θέμα ο Σχολάριος (Scholarios, Œuvres, I, σελ. 296-306 και II, σελ. xvi Laurent 1971: 410 σημ. 1).

[←63]

Ο Φραντσέσκο Κοντουλμέρ (βλέπε πιο κάτω, κεφ. ιβ’ σημ. 46), παπικός ταμίας (camerlengo) από το 1431 μέχρι το 1440.

[←64]

Την Τετάρτη, 15 Απριλίου 1439. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 408: τῇ τετάρτῃ οὖν τῆς ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ. Η Κυριακή τού Θωμά (βλέπε προηγούμενη σημείωση) έπεφτε στις 12 Απριλίου.

[←65]

Κατά τον Laurent 1971: 411 σημ. 5, οι βασικές ιδέες αυτής τής ομιλίας βρίσκονται σε μια προσφώνηση, την οποία τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 422-424) έβαλαν στα χείλη τού πάπα.

[←66]

Συρόπουλος 8.25: Οὗτος μὲν οὖν ἦν ὁ σκοπὸς καὶ ὁ καρπὸς τῶν λόγων τοῦ Ἰουλιανοῦ, πεπλατυσμένως ἄγαν εἰρηκότος αὐτοῦ καὶ ῥητορικῶς, πλέον λέγων τῶν δύο ὡρῶν, ὑπερεκδικῶν τὸν πάπαν καὶ ἐξαίρων, ἡμᾶς δὲ ὀνειδίζων καὶ διελέγχων ὡς μηδὲν ποιοῦντας ὧν συνεφωνήσαμεν. ἐφιλοτιμήθη οὖν ὁ βασιλεὺς ἀπολογήσασθαι καὶ αὐτὸς ῥητορικῶς πρὸς τοὺς λόγους καὶ ἦν θέων πεζὸς παρὰ Λύδιον ἅρμα· ὅμως κατέληξε τὸν λόγον εἰς τὴν παραίτησιν τῶν διαλέξεων, προσθεὶς ὡς· ἐπεὶ κατέλαβον ὅτι ἐκ τῶν διαλέξεων οὐ συνελευσόμεθα εἰς συμπέρασμα, διὰ τοῦτο παρῃτησάμην αὐτάς. ἀνεσκεύαζε δὲ ὁ Ἰουλιανὸς τὰ παρὰ τοῦ βασιλέως εἰρημένα καὶ συνέστησεν αὖθις ὅτι διὰ τῶν διαλέξεων ἐλευσόμεθα εἰς συμπέρασμα· ὁ δὲ βασιλεὺς εἶπε πάλιν, ὅτι· ἐκ τῶν διαλέξεων συμπέρασμα οὐχ ἕξομεν, καὶ οἶδα τοῦτο ἀκριβῶς καὶ πληροφορῶ ὑμᾶς· ἴσως δι΄ ἑτέρου τινὸς τρόπου δυνατόν ἐστι συνελθεῖν ἡμᾶς εἰς συμπέρασμα. εἶτ΄ αὖθις ἀντεῖπε καὶ ταῦτα ὁ Ἰουλιανός, προσθεὶς καὶ μετὰ τῶν ἄλλων, ὅτι· ὅ λέγει ἡ γαληνότης σου, ὡς διὰ τῶν διαλέξεων οὐ καταλήξομεν εἰς συμπέρασμα, τοῦτο δέεται προφήτου· ἡμεῖς δὲ οὐκ οἴδαμεν τὴν ἁγίαν βασιλείαν σου προφήτην. εἶτα καὶ ἑτέροις πλείοσι λόγοις ἀπέδειξε καὶ ἀπεφήνατο ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους τὰς διαλέξεις καὶ τὸν βασιλέα ὀφείλοντα πράττειν τὰ πρὸς αὐτὰς συντείνοντα, καὶ ἐπὶ τούτοις διελύθη ὁ σύλλογος.

[←67]

Ακολούθησε μια διαμάχη, για την οποία τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 410-412) αναφέρουν κάποια στοιχεία.

[←68]

Επειδή στην αρχαιότητα ήσαν περίφημα τα άρματα τής Λυδίας, η παροιμία «πεζός παρά Λύδιον ἅρμα» δηλώνει τη διαφορά δυναμικότητας δύο ανταγωνιζόμενων. Την παροιμία αναφέρει πρώτος ο Πίνδαρος (κατά τον Πλούταρχο), έπειτα ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι, Νικίας, 1) και ο Γρηγοριος Ναζιανζηνός (Λόγος 43.22, Patrologia Graeca, τόμος 36, σελ. 525). Βλέπε επίσης Ernst Ludwig von Leutsch, ‎Friedrich Wilhelm Schneidewin (επιμ.), Corpus paroemiographorum Graecorum, Ι (Γκέττινγκεν 1839), 367 και πρβλ. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, 6:
«Μόλις το έμαθε ο Τατίκιος, έσπευσε ξωπίσω τους. Αλλά ήταν, όπως λένε, «πεζός δίπλα σε Λυδικό άρμα». Γιατί οι Σκύθες πρόλαβαν και πέρασαν τη Σιδηρά πριν από αυτόν. Αυτό ήταν το όνομα τής κοιλάδας»
(Αἰσθόμενος δὲ ὁ Τατίκιος τούτου παραχρῆμα κατόπιν αὐτῶν ἤλαυνεν· ἀλλὰ πεζός φασι παρὰ Λύδιον ἅρμα. Προφθάσαντες γὰρ οἱ Σκύθαι διῆλθον τὴν Σιδηρᾶν. τέμπη δʼ οὕτως εἰσὶ κατονομαζόμενα).

[←69]

Συρόπουλος 8.26: Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πατριάρχην καὶ ὡμίλησεν αὐτῷ ἐφ΄ ἱκανὸν μόνος, εἶτ΄ ἀπῆλθε καὶ εἰς τὸν πάπαν. μετὰ δὲ ταῦτα πάλιν ἦλθε εἰς τὸν πατριάρχην, καὶ συνελθόντων καὶ ἡμῶν ὁρισμῷ αὐτοῦ ὡδί πως ἐδημηγόρησεν· ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα διὰ τὸ θεῖον ἔργον τῆς ἑνώσεως, ὡς ἄν, τούτου γενομένου, συναιρομένου Θεοῦ, ἐπακολουθήσῃ τῇ πατρίδι τι ἀγαθόν. ἐθαρροῦμεν οὖν ὅτι διὰ τῶν διαλέξεων ἐλευσόμεθα εἰς συμπέρασμα ἑνωτικόν· εἰς τοὐναντίον δ΄ ἐξέβη, διὸ καὶ παρῃτησάμεθα ταύτας, εἰ καὶ οἱ Λατῖνοι ἐπιτίθενται καὶ ἀπαιτοῦσιν ἡμᾶς διαλέγεσθαι. ἔδοξε δέ μοι καλὸν ἄλλους τινὰς τρόπους ἐπιζητῆσαι, δι΄ ὧν ἐνδέχεται εὑρεθῆναί τινα μεσότητα καὶ ἑνωθῆναι δι΄ αὐτῆς, καὶ ἐκοινωσάμην τοῦτο καὶ τῷ πάπᾳ· καὶ περιεστήσαμεν ἵν΄ ἐκλέξηται ἐκεῖνος δέκα ἐκ τῶν ἰδίων οὕς θέλει καὶ ἐγὼ δέκα ἐκ τῶν ἀρχιερέων, καὶ καθ΄ ἡμέραν ἀπέρχομαι κἀγὼ μετ΄ αὐτῶν καὶ τοῦ μεταγλωττιστοῦ καὶ καθήμεθα ἰδίᾳ εἰς κελλίον τοῦ πάπα, καὶ εἰς μίαν μὲν συνέλευσιν εἴπῃ εἷς ἐξ ἐκείνων τυχὸν ἤ ἐκ τῶν ἡμετέρων λόγους καὶ τρόπους ὡς ἀφ΄ ἑαυτοῦ, δι΄ ὧν ἄν νομίσῃ προχωρῆσαι τὴν ἕνωσιν, καὶ τῇ μετ΄ ἐκείνην ἄλλος, τῇ δ΄ ἐφεξῆς ἕτερος, εἶτ΄ ἄλλος, καὶ μεταξὺ τῶν τοιούτων λόγων καὶ τρόπων ἐνδέχεται εὑρεθῆναί τινα τρόπον καλόν, δι΄ οὗ ἑνωθησόμεθα· ἕκαστος δὲ τῶν λεγόντων ἵνα προαναφωνῇ καὶ διαμαρτύρηται καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ἐν τῷ τέλει τῶν λόγων αὐτοῦ, ὡς ἀφ΄ ἑαυτοῦ ἐστιν ἅ λέγει, καὶ δεῖ πάντας τοὺς ἀκούοντας ὡς ἴδια αὐτοῦ ταῦτα λογίζεσθαι, ἔστ΄ ἄν ἀκουστὰ γένωνται καὶ τοῖς λοιποῖς τοῖς μὴ παροῦσι καὶ ἀρεστὰ φανῶσιν, ἤ μή· καὶ εἰ ἀρεστὰ φανῶσι τοῖς σύμπασι, τότε δι΄ αὐτοῦ ἑνωθῆναι. ὀφεὶλουσι δὲ ἀναγγέλλεσθαι καθ΄ ἑκάστην τοῖς μὴ παροῦσιν ἐκεῖσε τὰ καθ΄ ἑκάστην λαλούμενα. ταῦτα εἰπὼν ἀπῆλθεν ὁ βασιλεύς.

[←70]

Την Παρασκευή, 17 Απριλίου. Βλέπε. Gill, Acta, σελ. 411:
«Πέρασαν οι μέρες μέχρι την Παρασκευή. Και την Παρασκευή έφυγε ο αυτοκράτορας πηγαίνοντας στον πάπα, για να τού μιλήσει από κοντά»
(παρῆλθον ἡμέραι ἕως τῆς παρασκευῆς, καὶ τῇ παρασκευῇ ἀπῆλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πάπαν, ὅπως διὰ ζώσης φωνῆς ὁμιλήσῃ αὐτῷ).

[←71]

Αγκαλιάζοντας όλες τις συναντήσεις κατά τις οποίες συζητήθηκαν τα εκκρεμή ζητήματα, ο αυτόπτης μάρτυρας Βαλλαρέσσο δήλωνε ότι οι διορισμένοι επίτροποι μειώνονταν σε αριθμό: 40, 20, 10 –αυτό συμβαίνει εδώ– και στη συνέχεια 8 (Laurent 1971: 414 σημ. 1).

[←72]

Συρόπουλος 8.27: Ἐξελέξατο δὲ τὸν Ἡρακλείας, τὸν Ἐφέσου, τὸν Ῥωσίας, τὸν Μονεμβασίας, τὸν Τραπεζοῦντος, τὸν Κυζίκου, τὸν Νικαίας καὶ ἑτέρους μέχρι τῶν δέκα καὶ ἀπῆλθε μετ΄ αὐτῶν εἰς τὸν πάπαν τέσσαρας ἤ πέντε συνελεύσεις, καὶ οὕτως ἐπαύσαντο, τοῦ βασιλέως ἰδόντος καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἄκαρπον· ἡμῖν δὲ οὐδὲ τὸ τυχὸν ἀπηγγέλθη ἐκ τῶν εἰρημένων ἐκεῖσε κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν. ἡμεῖς δὲ ἐξετάσαντες, ἐμάθομεν ὅπως ἐν μὲν τῇ πρώτῃ συνελεύσει κατεσκεύασεν ὁ Νικαίας πολλοῖς λόγοις, ὅτι χρὴ δέξασθαι ἑκάτερα τὰ μέρη ὅπερ φησὶν ὁ ἅγιος Μάξιμος περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ πρὸς Μαρῖνον ἐπιστολῇ καὶ ἑνωθῆναι κατὰ τὸν νοῦν τοῦ ῥητοῦ ἐκείνου· οἱ δὲ Λατῖνοι οὐδ΄ ὅλως κατεδέξαντο τοῦτο. ἐν δὲ ἑτέρᾳ συνελεύσει εἶπεν ὁ Ἐφέσου, ὅτι, εἰ ἐκβληθῇ ἡ προσθήκη ἀπὸ τοῦ ἁγίου συμβόλου, δυνατόν ἐστιν ἑνωθῆναι ἡμᾶς, ὅπερ οὐδ΄ ἄκροις ὠσὶ παρεδέξαντο. περισσότερόν τι τούτων οὐδὲν ἐμάθομεν, οὐδ΄ εἰ οἱ Λατῖνοι εἶπόν τινας τρόπους περὶ τῶν τοιούτων ἠκούσαμεν..

[←73]

Η αντιπροσωπεία των Γραικών περιλάμβανε μόνο επισκόπους. Εκείνη των Λατίνων ήταν πολύ ανάμικτη. Περιλάμβανε δύο καρδινάλιους, δύο αρχιεπίσκοπους, δύο ηγούμενους, δύο θεολόγους, δύο ιερείς. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 411:
«Οι μεν Λατίνοι επέλεξαν δύο από τούς καρδινάλιους, δύο από τούς μητροπολίτες, δύο από τούς ηγούμενους, δύο από τούς φιλόσοφους, και δύο από τούς ιερείς. Οι δε Γραικοί που συγκεντρώθηκαν ήσαν όλοι μητροπολίτες, τούς οποίους διόρισε ο αυτοκράτορας, δέκα στον αριθμό, και αναχώρησαν για μια συνεδρίαση»
(καὶ οἱ μὲν Λατῖνοι ἐκλέξαντο ἀπὸ τῶν καρδιναλίων β’, ἀπὸ τῶν μητροπολιτῶν β’, ἀπὸ τῶν ἀββάδων β’, ἀπὸ τῶν φιλοσόφων β’, καὶ ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων β’. οἱ δὲ Γραικοὶ συνήχθησαν πάντες μητροπολῖται, οὕς ὅρισεν ὁ βασιλεὺς ἕως τῶν δέκα, καὶ ἀπῆλθον μίαν συνέλευσιν).

[←74]

Υπήρξαν συνολικά πέντε συναντήσεις, αλλά από τη δεύτερη οι Γραικοί είχαν ήδη εγκαταλείψει και χρειάστηκε η παρέμβαση τού πάπα για να τούς κάνει να δεχτούν τη συνέχιση αυτών των ιδιωτικών συναντήσεων (Laurent 1971: 415 σημ. 3).

[←75]

Τα Ελληνικά Πρακτικά διευκρινίζουν ότι ο Βησσαρίων έκανε την πρόταση αυτή κατά την πρώτη συνάντηση, αλλά ότι οι Λατίνοι έκριναν ανεπαρκή τον τρόπο έκφρασής τους από τον Άγιο Μάξιμο. Προσθέτουν ότι στη δεύτερη σύνοδο ο τύπος διά τοῦ Υἱοῦ τού Ταρασίου είχε την ίδια μοίρα. Αντιμέτωποι με αυτό το διπλό τέλος μη αποδοχής, οι Γραικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αίσθηση ότι είχαν ήδη κάνει την τελευταία παραχώρηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι επόμενες συναντήσεις, τις οποίες υπέφεραν μάλλον παρά επιθυμούσαν, έπρεπε να μείνουν και παρέμειναν άκαρπες (Laurent 1971: 415 σημ. 4).

[←76]

Ο Αντρέ ντε Σάντα Κρότσε φαίνεται ότι είχε μάθει λίγο περισσότερα από τούς Λατίνους επιτρόπους. Δυστυχώς προσθέτει και πάλι ότι δεν θα πει τίποτε γι΄ αυτό, γιατί οι συζητήσεις έλαβαν χώρα σε προσωπικό επίπεδο και ότι πρόθεσή του είναι να αναφέρει μόνο ό,τι ειπώθηκε ή έγινε δημόσια (Laurent 1971: 415 σημ. 5).

[←77]

Συρόπουλος 8.28: Ἐν ὅσῳ δὲ τὰ τοιαῦτα ἐπράττετο, συνηθροισμένων ποτὲ ἡμῶν εἰς τὸν πατριάρχην κατὰ τὸ εἰωθὸς καὶ ἁπλῶς ὁμιλούντων, ἔφη πατριάρχης, ὅτι· ἡ ἕνωσις καὶ ἡ εἰρήνη τῶν Ἐκκλησιῶν λίαν ἐστὶν ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος ἡμῖν. δεῖ οὖν καὶ ἡμᾶς χρήσασθαι οἰκονομίᾳ τινί, ὡς ἄν εὕρωμεν αὐτήν· εἰ γὰρ ποιήσαιμεν μερικήν τινα συγκατάβασιν καὶ δι΄ αὐτῆς εὕροιμεν πρᾶγμα ἐσόμενον εἰς μεγάλην βοήθειαν ἡμῶν καὶ εἰς σύστασιν καὶ αὔξησιν τῆς πατρίδος, ὅ καὶ ἀκούσαντες καὶ οἱ εχθροὶ ἡμῶν δειλιάσουσι καὶ συσταλήσονται καὶ φρίξουσι καὶ πρὸς τὸ θεραπεύειν ἡμᾶς καὶ τὴν φιλίαν ἡμῶν πραγματεύεσθαι τραπήσονται. οὐδὲν ἀδικήσει ἡμᾶς, εἰ καὶ μέρος τι ποιήσαιμεν συγκαταβάσεως. εἰρηκότων δὲ ἡμῶν ὅτι εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις (ἡ γὰρ συγκατάβασις ἐλάττωσιν ἐργάζεται τῆς πίστεως), ἔφη ὁ πατριάρχης· ὅτι μὲν ἐλάττωσίν τινα ποιεῖ ἡ συγκατάβασις, οὕτως ἔχει· ἄν δὲ πρὸς τὸ κέρδος ὅ κερδανοῦμεν διὰ τῆς συγκαταβάσεως ἀποβλέψωμεν, οὐδεμίαν εὑρήσομεν ἐλάττωσιν· εἰ γὰρ συγκαταβῶμεν ἕν ἐκ τῶν εἴκοσι τεσσάρων κοκκίων, πάλιν τὰ εἴκοσι τρία ἀναπληροῦσι τὸ ὑστέρημα τοῦ ἑνός, καὶ διὰ τῆς συγκαταβάσεως τοῦ ἑνὸς τούτου εὑρήσομεν τὸ μέγα κέρδος ἐκεῖνο ὅπερ ἔσται εἰς μεγάλην βοήθειαν καὶ ὠφέλειαν τοῦ γένους ἡμῶν. καὶ ἄλλοτε δὲ δίς τε καὶ τρὶς εἴρηκε τοιαῦτά τινα ὁ πατριάρχης προβιβάζων τοὺς πειθομένους αὐτῷ πρὸς συγκατάθεσιν τοῦ λατινισμοῦ.

[←78]

Στο κείμενο κοκκίων, στον Creyghton 1660 κεφαλαίων. Ο Laurent 1971: 416 σημ. 1, σημειώνει ότι το κοκκίον ήταν υποδιαίρεση τού υπερπύρου, τού χρυσού δηλαδή νομίσματος τής αυτοκρατορίας. Ένα υπέρπυρο είχε 24 κοκκία.

[←79]

Συρόπουλος 8.29: Παυσαμενων δὲ καὶ τῶν εἰρημένων συνελεύσεων, ἔγραψαν ἔκθεσιν οἱ Λατῖνοι ἀνακηρύττουσαν λαμπρῶς τὴν δόξαν αὐτῶν, καὶ στείλαντες αὐτὴν τῷ βασιλεῖ διεμηνύοντο, ὡς· εἰ δέξοισθε καὶ στέρξοιτε τὰ ἐν αὐτῇ, ἤδη ἑνωθησόμεθα. παρῆλθον ἡμέραι τινές, νοσηλευομένου τοῦ βασιλέως· ἤρξαντο δὲ λαλεῖσθαι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει παρά τινων καὶ ἐξέπληττον καὶ ἐτάραττον πάντας. ἐλαλεῖτο δ΄ αὖ ὡς καὶ ὁ βασιλεὺς βούλεται συναθροῖσαι πάντας καὶ ἀποπειράσασθαι, καὶ λαβεῖν ἐγγράφως γνώμην ἑκάστου πρὸς τὸ τίνα ἄν συγκατάβασιν ποιήσοι ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος· εἶτα συγκαλεσαμένου τοῦ βασιλέως τὸν πατριάρχην καὶ ἡμᾶς, συνήλθομεν. ὁ δ΄ ἐπὶ τοσοῦτον ἠγανάκτει, ὡς μηδὲ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ δύνασθαι ἀποκινῆσαι ἐκ τοῦ προσκεφαλαίου, καὶ ὁ ἀεὶ μὲν ἀρρωστῶν, ἀεὶ δὲ φάσκων ὡς καλῶς ἔχει, τότε μόνον εἶπεν, ὡς· ἀγανακτῶ, καὶ οὐκ οἶδεν εἰ δυνήσεται εἰπεῖν ὅ θέλει μετ΄ ἐλευθερίας· ἔφη δὲ ὅμως, ὅτι· οἱ Λατῖνοι ἔστειλαν ἡμῖν ἔκθεσιν, ἵνα εἴπερ ἀρέσει, ἑνωθῶμεν δι΄ αὐτῆς· διότι δὲ ἠγανάκτουν, ἐπλημμέλησαν ἡμέραι, ἐκεῖνοι δὲ ἐπιτίθενται ζητοῦντες ἀπόκρισιν, ὅθεν καὶ ἐφάνη μοι καλόν ἵνα συνέλθητε ἐνταῦθα καὶ ἴδητε τὴν ἔκθεσιν, καὶ εἰ μὲν ἀρέσει ὑμῖν, ἵνα ἑνωθῶμεν δι΄ αὐτῆς εἴπητε, εἰ δὲ φανῇ ὑμῖν καλὸν ἵνα μεταποιήσητέ τινας λέξεις καὶ οὕτω στέρξαι αὐτὴν καὶ ἑνωθῆναι, εἰ στέρξουσι τοῦτο καὶ οἱ Λατῖνοι, μεταποιηθήτωσαν· εἰ δὲ δοκεῖ ὑμῖν μὴ θεραπευθῆναι δι΄ ὀλίγης ἐναλλαγῆς, ποιήσατε ὑμεῖς ἔκθεσιν ἀρέσουσαν ἡμῖν τε κἀκείνοις, ἵνα ἑνωθῶμεν, εἰ ἐνδέχεται, διὰ τοιάυτης ἐκθέσεως. ὥρισεν οὖν καὶ δεδώκασιν ἡμῖν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ λέξεως ἔχουσαν οὕτως·

[←80]

Αυτές οι πέντε συναντήσεις ‒από τις οκτώ προγραμματισμένες από τον αυτοκράτορα‒ έλαβαν χώρα όλη την εβδομάδα από τις 17 έως τις 25 Απριλίου και δεν έληξαν μέχρι την Κυριακή 26 Απριλίου (Laurent 1971: 417 σημ. 2).

[←81]

Φαίνεται ότι αυτή η νέα διαδικασία υιοθετήθηκε με πρωτοβουλία των Γραικών, κουρασμένων από τις ατελείωτες ομιλίες των Λατίνων, από τούς οποίους θα ζητούσαν να τούς δώσουν γραπτή δήλωση (Laurent 1971: 417 σημ. 3).

[←82]

Σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 413 σημείωση), οι Λατίνοι είχαν δώσει δύο εκθέσεις, τη μία μετά την άλλη. Ο Συρόπουλος και τα Λατινικά Πρακτικά αναφέρουν μόνο μία (Laurent 1971: 417 σημ. 4).

[←83]

Την Τετάρτη 29 Απριλίου. Βλέπε Gill, Acta, σελ. 414:
«Όταν οι Λατίνοι έγραψαν αυτά και τα εστειλαν στους Γραικούς, στις 29 Απριλίου, ημέρα Τετάρτη τού Παραλύτου συγεκντρώθηκαν στην οικία τού αυτοκράτορα οι Γραικοί, γιατί ο αυτοκράτορας ήταν άρρωστος, συνεδρίασαν μαζί με τον πατριάρχη και σκέφτονταν με ποιον τρόπο θα απαντούσαν στο γράμμα»
(Ταῦτα τῶν Λατίνων γραψάντων καὶ τοῖς Γραικοῖς στειλάντων, τῇ κθ΄ τοῦ άπριλίου μηνός, ἡμέρᾳ δ΄ τοῦ παραλύτου, συνήχθησαν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ βασιλέως οἱ Γραικοί, ὁ γὰρ βασιλεὺς ἦν ἀσθενῶν, καὶ ἐποίησαν σύνοδον ἅμα τῷ πατριάρχῃ, καὶ ἐβουλεύσαντο πῶς ἀπολογήσονται τῷ γράμματι).

[←84]

Συρόπουλος 8.30: «Ἐπειδὴ ἐν ταύτῃ τῇ ἱερᾷ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ τῇ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ χάριτι ἡμεῖς οἱ Λατῖνοι καὶ οἱ Γραικοὶ συνήλθομεν ὑπὲρ τοῦ μεταξὺ ἡμῶν τὴν ἁγίαν ἕνωσιν τελεσθῆναι, σπουδὴν ἀλλήλοις ἐθέμεθα ὥστε τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τὸ περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετὰ μεγάλης ἀκριβείας καὶ συνεχοῦς διασκέψεως ἐξετασθῆναι. προκομισθέντων δὲ λόγων ἀπὸ τῶν θείων γραφῶν καὶ πολλῶν ῥήσεων ἁγίων διδασκάλων ἀνατολικῶν τε καὶ δυτικῶν, ἡμεῖς οἱ Γραικοὶ ἀποφαινόμεθα, ὅτι τοῦθ΄ ὅπερ λέγομεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι, οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ φαμέν, ὥστε ἡμᾶς ἀποκλείειν τὸν Υἱόν, ἐξ οὗ οὐκ ἀρνούμεθα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀϊδίως ἐκπορεύεσθαι καὶ τὴν οὐσίαν ἔχειν καθάπερ ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ διότι ὑπελάβομεν τοὺς Λατίνους λέγειν Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ὡς ἀπὸ δύο ἀρχῶν καὶ δύο πνεύσεων, ἀπὸ τοῦδε τοῦ τρόπου τῆς ὁμιλίας, τοῦτ΄ ἔστιν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται, ἐφυλάχθημεν· ἡμεῖς δὲ οἱ Λατῖνοι διισχυριζόμεθα ὅτι τοῦθ΄ ὅπερ λέγομεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι, οὐ ταύτῃ φαμὲν τῇ διανοίᾳ, ὥστε ἡμᾶς ἀποκλείειν τὸν Πατέρα τοῦ εἶναι πηγὴν καὶ ἀρχὴν ὅλης τῆς θεότητος, τοῦ Υἱοῦ δηλονότι καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἤ τοῦθ΄ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται, τὸν Υἱὸν μὴ ἔχειν παρὰ τοῦ Πατρός, ἤ ὅτι δύο ἀποφαινόμεθα εἶναι ἀρχὰς ἤ δύο προβολὰς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ μίαν μόνην ἀρχὴν καὶ μοναδικὴν προβολήν. ἐν τῷ ὀνόματι τοίνυν τῆς ἁγίας Τριάδος τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐν ταύτῃ τελευταῖον τῇ ἁγίᾳ καὶ θεοφιλεῖ ἑνώσει τῷ αὐτῷ νοΐ, τῇ αὐτῇ ψυχῇ καὶ τῇ αὐτῇ διανοίᾳ ἡμεῖς, οἵ τε Λατῖνοι καὶ οἱ Γραικοί, ἀλλήλοις συντιθέμεθα καὶ ὁμονοοῦμεν, ὡς ἄν παρὰ πάντων τῶν χριστιανῶν αὕτη ἡ τῆς πίστεως ἀλήθεια πιστεύηταί τε καὶ στέργηται, καὶ οὕτως ὁμολογῶμεν, δηλονότι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἀϊδίως ἐστί, καὶ τὴν ἑαυτοῦ οὐσίαν καὶ τὸ ὑπαρκτικὸν εἶναι ἔχει ἐκ τοῦ Πατρὸς ἅμα καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἐξ ἀμφοτέρων ἀϊδίως ὡς ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς καὶ μοναδικῆς προβολῆς ἐκπορεύεται. καὶ ἐπεὶ πάντα ὅσα ἐστὶ τοῦ Πατρός, αὐτὸς ὁ Πατὴρ τῷ μονογενεῖ αὐτοῦ Υἱῷ ἐν τῷ γεννᾶν δέδωκε, πλὴν τοῦ εἶναι Πατέρᾳ, τοῦτ΄ αὐτό, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται, αὐτὸς ὁ Υἱὸς παρὰ τοῦ πατρὸς ἀϊδίως ἔχει, αφ΄ οὗ ἀϊδίως καὶ γεγένηται.»

[←85]

Το λατινικό κείμενο θα αναπαραχθεί, αλλά θα τροποποιηθεί, στο τελικό διάταγμα (Gill, Acta, σελ. 461-462).

[←86]

Συρόπουλος 8.31: Ἀναγνωσθείσης οὖν ταύτης, ἀκούσαντες πάντες ἀπεδυσπέτησαν· πλὴν γὰρ τοῦ Ῥωσίας, τοῦ Νικαίας, τοῦ Μιτυλήνης καὶ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου ἀκουσάντων καὶ σιωπησάντων, οἱ ἄλλοι πάντες ἀπηγόρευσαν εἰπόντες· πῶς δεξόμεθα ταύτην, ἐπεὶ διαλαμβάνει τὸ ἐναντίον οὗ δοξάζει ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία; εἶπον δὲ οἱ δηλωθέντες· καὶ ἐὰν ἐναλλάξωμέν τι τῶν ἐγκειμένων αὐτῇ, οὐ δεξώμεθα αὐτήν; οἱ δὲ ἡμέτεροι εἶπον· καὶ ποία τις ἐναλλαγὴ διωρθώσειε ταύτην; ἀδιώρθωτός ἐστι. καὶ ἐπεχείρησαν λέγειν ὁ Ῥωσίας καὶ ὁ Νικαίας ὅτι οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι λέγουσι τὸ διὰ τοῦ Υἱοῦ, οἱ δὲ δυτικοὶ λέγουσι τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ καὶ συμφωνοῦσιν· ἐπὶ γὰρ τῆς αὐτῆς ἐννοίας λέγουσιν οἱ μὲν διὰ τοῦ Υἱοῦ, οἱ δ΄ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. ὁ δ΄ Ἐφέσου εἶπεν, ὡς· οὐ λέγουσι τοῦτο ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας· ἄλλην γὰρ ἔννοιαν δηλοῖ ἡ ἐκ καὶ ἀλλην ἡ διά.

[←87]

Συρόπουλος 8.32: Ἐνέπεσον δὲ εἰς αὐτὴν τὴν διαφορὰν, καὶ πολὺς λόγος καὶ ἀγὼν ἐγένετο περὶ ταύτης, τοῦ μὲν Ῥωσίας, τοῦ Νικαίας καὶ τοῦ μεγάλου πρωτοσυγκέλλου τὴν αὐτὴν ἔννοιαν δηλοῦν τὰς προθέσεις ταύτας λεγόντων, τοῦ δ΄ Ἐφέσου ἑτέραν δηλοῦν ἀποδεικνύοντος. ὁ μὲν οὖν πατριάρχης μικρὸν ἐν τοῖς λόγοις προσμείνας ἀπῆλθεν ὡς ἀγανακτῶν εἰς τὴν κατούναν τοῦ Φιλανθρωπινοῦ, ὁ δὲ βασιλεὺς κείμενος ἐθεώρει καὶ ἀκριβῶς προσεῖχε τοῖς λέγουσιν καὶ ἐστοχάζετο τὰς διαθέσεις τῶν ἀκουόντων φθεγγόμενός τινα καὶ αὐτὸς ἀμυδρῶς, ἐν οἷς προσέταξεν, ὅτι· ὅ βούλεται εἰπεῖν ἕκαστος μὴ λεγέτω ἁπλῶς, ἀλλ΄ ὡς ἀποδώσων καὶ τὸν λόγον δι΄ ὅν λέγει, ὅπερ δοκεῖ αὐτῷ ἁρμόδιον καὶ προσῆκον· καὶ ἔτι ὥρισεν, ὅτι· γινωσκέτω ἕκαστος ὅτι δώσει τὴν γνώμην αὐτοῦ γεγραμμένην μετὰ καὶ τοῦ λόγου αὐτῆς. πρὸς τοῦτο οὖν εἶπεν ὁ Ἡρακλείας· καὶ τίνος χάριν δώσω τὴν γνώμην μου γεγραμμένην; σύνοδός ἐστιν οἰκουμενικὴ ἡ παροῦσα. εἰ οὖν γέγονε τοῦτο καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις οἰκουμενικαῖς συνόδοις, ποιήσομεν τοῦτο καὶ ἡμεῖς· εἰ δ΄ οὐκ ἐγένετο, οὐδ΄ ἡμεῖς ποιήσομεν. ὁ δὲ βασιλεὺς εἶπεν· ἀλλ΄ ἐγὼ οὕτω γενέσθαι θέλω· θέλω γὰρ ἵνα κατέχω γεγραμμένην τὴν γνώμην ἑκάστου, ἵνα μὴ ἐξῇ τινι μετὰ καιρὸν διαβάλλειν αὐτήν.

[←88]

Κατά τον Laurent 1971: 419 σημ. 2, η άφθονη λεπτομέρεια που καταγράφει εδώ ο Συρόπουλος για τις εσωτερικές διαιρέσεις των Γραικών, κρύβει τις διαπραγματεύσεις με τούς Λατίνους, που συνεχίζονταν στις αρχές Μαΐου (μετά τις 3 τού μηνός). Βλέπε για το θέμα αυτό τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 413 κ.ε.). Από τη λατινική πλευρά η κούραση ήταν επίσης τόσο μεγάλη, που ενέπνευσε στον Τραβερσάρι τις ακόλουθες σκέψεις:
«Σχεδόν όλοι οι ιεράρχες, έχοντας επηρεαστεί από τη μονοτονία, δεν μπορούν να περιμένουν, αλλά ούτε επιτρέπεται να αποχωρήσουν»
(Praelati ferme omnes adficiuntur taedio qui neque opperiri possunt, neque permittuntur abscedere).

[←89]

Συρόπουλος 8.33: Ὁ δὲ λόγος ὁ περὶ τῶν προθέσεων ἐπλατύνετο καὶ εἰς ἀγῶνα μέγαν κατέστη. ὁρῶν οὖν ὁ Λακεδαιμονίας ὡς οὐδὲν ἰσχύουσιν οἱ ἀντιλέγοντες τῷ Ἐφέσου, εἶπεν ὑπ΄ ὀδόντα· καλὸν ἄν ἦν, εἴπερ εἰσήγοντο ἐνταῦθα καὶ οἱ λοιποὶ γραμματικοί, εἰς συμμαχίαν τῶν κατὰ τοῦ Ἐφέσου αὐτοὺς προσκαλούμενος. καὶ μετ΄ ὀλίγον τὰ αὐτὰ πάλιν εἶπε. τοῦ δὲ πρωτεκδίκου καθημένου ἐγγὺς τούτου καὶ ἀλγοῦντος ἐπὶ τῷ κατὰ τοῦ Ἐφέσου, μᾶλλον δ΄ ἐπὶ τῷ κατὰ τῆς ἀληθείας ἀγῶνι, καὶ τῷ Λακεδαιμονίας ψιθυρίσαντος· εἰπὲ σὺ τοῦτο ἐκδηλότερον καὶ γενήσεται, εὐθὺς στοχασάμενος τοῦτον ὁ βασιλεὺς καὶ βλοσυρὸν ἀτενίσας, ἐμβριθῶς εἴρηκε· τί λέγει οὗτος; τοῦ δ΄ ἐκπλαγέντος σὺν τοῖς παρακαθημένοις αὐτῷ καὶ μηδὲν ἀποκριναμένου, πάλιν ἠρώτησε· τί ἐστιν ὅπερ ἔφη; καὶ ἀνέφερον ἐγὼ ὅ πρὸς τὸν Λακεδαιμονίας εἴρηκεν. οὕτω κείμενος καὶ ὀδυνώμενος ὁ βασιλεὺς ἐστοχάζετο καὶ προσεῖχεν ἑκάστῳ, καὶ οὐδεὶς εἶχεν ἄδειαν εἰπεῖν ἤ ἀκοῦσαι παρ΄ ἄλλου ἤ ἐρωτῆσαι ἤ σκέψασθαι τὸ τυχόν.

[←90]

Συρόπουλος 8.34: Τῶν δὲ λόγων ἐπ΄ ἄπειρον προχωρούντων καὶ τῆς ὥρας ἐπὶ πλεῖστον παραταθείσης, εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἄπιτε, ἀναπαύσασθε καὶ ἀριστήσαντες πάλιν ἔλθετε ἐνταῦθα. ὅ καὶ ἐποιήσαμεν. καὶ ἐλθοντων ἡμῶν, συνεισήχθεισαν ἡμῖν καὶ ὁ Γεμιστὸς καὶ ὁ Σχολάριος καὶ ὁ Ἀμηρούτζης καὶ οἱ τοῦ πατριάρχου γραμματικοί· ὁ δὲ πατριάρχης ηὑρίσκετο εἰς τὴν κατούναν τοῦ Φιλανθρωπινοῦ. ἐκινήθησαν δ΄ αὖθις οἱ περὶ τῶν προθέσεων λόγοι, τοῦ μὲν Ῥωσίας, τοῦ Νικαίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀντιλεγόντων τῷ Ἐφέσου, συνεργούντων αὐτοῖς καὶ ἄλλων, μάλιστα δὲ τοῦ Ἀμηρούτζη, τοῦ δ΄ Ἐφέσου μόνου αὐτοῖς ἀντιπαραταττομένου καὶ πλείστας μαρτυρίας ἐκ τῶν ἁγίων εἰς σύστασιν τῶν ἑαυτοῦ λόγων προφέροντος, μεθ΄ ὧν καὶ τὸ τοῦ ἁγίου Μαξίμου ῥητὸν προεκόμισεν· πρὸς ὅπερ ὁ Νικαίας ἔφη· οὐ δεχόμεθα αὐτὸ, ἐπεὶ οὐχ εὑρίσκεται τελεῖα ἡ ἐπιστολή. εἶτα προήγαγε τὸ τοῦ θείου Δαμασκηνοῦ τὸ· οὐχ ὡς ἐξ αὐτοῦ ἀλλ΄ ὡς δι΄ αὐτοῦ ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον· μόνος γὰρ αἴτιος ὁ Πατήρ, καὶ μετὰ ἐπεξεργασίας ἀρίστης τὴν διαφορὰν τῆς ἐκ καὶ τῆς διὰ ἀπεδείκνυεν· ὁ δὲ Νικαίας ἔφη καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι· εἷς ἐστὶν ὁ λέγων αὐτὸ καὶ οὐχὶ καινοποιούμεθα ἀπὸ μαρτυρίας ἑνός· προκόμισον καὶ ἑτέρων, εἰ ἔχεις.

[←91]

Βλέπε πιο πάνω, σημ. 27 σε αυτό το κεφάλαιο.

[←92]

Ἰωάννης Δαμασκηνός (675-749):
«Ο Πατέρας είναι πηγή και αιτία τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος. Είναι Πατέρας μόνο τού Υιού και προβολέας τού Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός είναι Υιός: Λόγος, σοφία, δύναμη, εικόνα, απαύγασμα, χαρακτήρας τού Πατέρα και από τον Πατέρα. Αλλά το Άγιο Πνεύμα δεν είναι Υιός τού Πατέρα. Είναι Πνεύμα τού Πατέρα, που εκπορεύεται από τον Πατέρα. Γιατί δεν υπάρχει καμία ορμή χωρίς Πνεύμα. Και το Πνεύμα είναι και τού Υιού. Όχι λοιπόν «από» αυτόν, αλλά «μέσω» αυτού, από τον Πατέρα εκπορευόμενο. Γιατί μόνος αίτιος είναι ο Πατέρας»
(Ὁ Πατὴρ, πηγὴ καὶ αὶτία Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος· Πατὴρ δὲ Υἱοῦ μόνου, καὶ προβολεὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Υἱός, Υἱός, Λόγος, σοφία, δύναμις, εἰκών, ἀπαύγασμα, χαρακτὴρ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Πατρός. Οὐχ Υἱὸς δὲ τοῦ Πατρὸς, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς, ὡς ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον. Οὐδεμία γὰρ ὁρμὴ ἄνευ Πνεύματος· καὶ Υἱοῦ δὲ Πνεῦμα, οὐχ ὡς ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ΄ ὡς δι΄ αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον. Μόνος γὰρ αἴτιος ὁ Πατήρ).
Ἰωάννου τοῦ μοναχοῦ καί πρεσβυτέρου Ἱεροσολύμων τά εὑρισκόμενα πάντα, Patrologia Graeca, τόμος 94, σελ. 849.

[←93]

Συρόπουλος 8.35: Ἔλεγον δ΄ ἐκ μέρους τινὰ καὶ οἱ τῷ Ἐφέσου προσκείμενοι· ἔφη δὲ καὶ ὁ Ἡρακλείας πρὸς τὸν βασιλέα, ὅτι· ἡμεῖς ἀκούομεν καὶ τὰ λεγόμενα καὶ καταλαμβάνομεν καὶ τὰς διαθέσεις τῶν λεγόντων καὶ γνωμοδοτήσομεν ὅταν δεήσῃ, πλὴν εἰ καὶ φθάσας εἶπον, ὡς οὐ γράψω τὴν γνώμην μου, ἀλλ΄ ἤδη λέγω, ὅτι εἰ καὶ ἰδιώτης εἰμί, ἀλλὰ οὖν κατὰ τὸν ὁρισμόν σου γράψω, ὅσον ἄν ἡ γνῶσίς μου καὶ ἡ συνείδησις χορηγήσει μοι· οὐδὲ γὰρ ὀφείλω πλέον τῷ Θεῷ καὶ οὐ νομίζω δεινόν, εἴπερ σολοικίσω ἤ βαρβαρίσω, ἀλλ΄ ἐκθήσομαι ἰδιωτικῶς ὅσον εἰς τὸ πρᾶγμα νοῶ, καὶ οὕτω μοι δοκεῖ δεῖν ποιῆσαι καὶ τοὺς λοιπούς. ἐγένετο δὲ ἀγὼν πολὺς μέχρι τῆς ἑσπέρας· αὐτὴ γὰρ διέλυσε μόλις τὸν σύλλογον. καὶ ἐπέταξεν ὁ βασιλεύς, ἵν΄ ἐκ πρωΐας συνέλθωμεν· οὗ γεγονότος, οἱ αὐτοὶ πάλιν ἐκινήθησαν λόγοι καὶ πᾶσαν σπουδὴν ἐποιοῦντο οἱ προειρημένοι, ἵν΄ ἤ καταπείσωσιν ἤ κατασιγάσωσι τὸν Ἐφέσου· ὁ δὲ ἐνίστατο ῥήσεις προκομίζων τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων καὶ δι΄ αὐτῶν συνιστῶν τὰ παρ΄ αὐτοῦ λεγόμενα, εἰ καὶ οὐκ ἐπείθοντο οἱ ἀντιλέγοντες, ὅτε δὴ μετὰ τῶν ἄλλων τῶν πρὸς σύστασιν τῶν ἑαυτοῦ λόγων, ἵνα δείξῃ ὁ Ἐφέσου ὅπως χρῶνται οἱ ἅγιοι τῇ τε διὰ καὶ τῇ μετὰ προήνεγκε τὸ τοῦ Νύσης θείου Γρηγορίου ῥητὸν τὸ φάσκον· πατὴρ μὲν ἄναρχος καὶ ἀγέννητος, καὶ ἀεὶ πατὴρ νοεῖται· ἐξ αὐτοῦ δὲ κατὰ τὸ προσεχὲς ἀδιαστάτως ὁ μονογενὴς Υἱὸς τῷ Πατρὶ συνεπινοεῖται, δι΄ αὐτοῦ δὲ καὶ μετ΄ αὐτοῦ πρίν τι κενὸν καὶ ἀνυπόστατον διαμέσου παρεμπεσεῖν νόημα, εὐθὺς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον συνημμένως καταλαμβάνεται, οὐχ ὑστερίζον κατὰ τὴν ὕπαρξιν μετὰ τὸν Υἱόν, ὥστε ποτὲ τὸν μονογενῆ δίχα τοῦ Πνεύματος νοηθῆναι, ἀλλ΄ ἐκ μὲν τοῦ Θεοῦ τῶν ὄλων καὶ αὐτὸ τὴν αἰτίαν ἔχον τοῦ εἶναι, ὅθεν καὶ τὸ μονογενές ἐστι φῶς, διὰ δὲ τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς ἐκλάμψαν, οὔτε διαστήματι, οὔτε φύσεως ἑτερότητι τοῦ Πατρὸς ἤ τοῦ Μονογενοῦς ἀποτέμνεται.

[←94]

Γρηγόριος Νύσσης (335-395): Πρός Εὐνόμιον Ἀντιρρητικός Λόγος Πρῶτος, Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου ἐπισκόπου Νύσσης τά εὑρισκόμενα πάντα, Patrologia Graeca, τόμος 45, στηλ. 369Α:
πατὴρ μὲν ἄναρχος καὶ ἀγέννητος, καὶ ἀεὶ πατὴρ νοεῖται· ἐξ αὐτοῦ δὲ κατὰ τὸ προσεχές ἀδιαστάτως ὁ μονογενὴς Υἱὸς τῷ Πατρὶ συνεπινοεῖται, δι΄ αὐτοῦ δὲ καὶ μετ΄ αὐτοῦ πρὶν τι κενὸν καὶ ἀνυπόστατον διαμέσου παρεμπεσεῖν νόημα, εὐθὺς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον συνημμένως καταλαμβάνεται, οὐχ ὑστερίζον κατὰ τὴν ὕπαρξιν μετὰ τὸν Υἱόν, ὥστε ποτὲ τὸν μονογενῆ δίχα τοῦ Πνεύματος νοηθῆναι, ἀλλ΄ ἐκ μὲν τοῦ Θεοῦ τῶν ὄλων καὶ αὐτὸ τὴν αἰτίαν ἔχον τοῦ εἶναι, ὅθεν καὶ τὸ μονογενές ἐστι φῶς, διὰ δὲ τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς ἐκλάμψαν, οὔτε διαστήματι, οὔτε φύσεως ἑτερότητι τοῦ Πατρὸς ἤ τοῦ Μονογενοῦς ἀποτέμνεται.
Βλέπε το σχεδόν ταυτόσημο κείμενο τού Συρόπουλου στην προηγούμενη υποσημείωση.

[←95]

Συρόπουλος 8.36: Καὶ εὐθὺς ἔφη ὁ Νικαίας· προκόμισον καὶ ἄλλα ῥητὰ σύμφωνα τούτῳ, εἴπερ ἔχεις, καὶ τότε στέρξομεν καὶ ὅ νῦν προήνεγκας. καὶ στραφεὶς πρὸς ἡμᾶς ἔφη· περισσόν ἐστιν ὅ ποιοῦμεν νῦν καὶ φιλονεικοῦμεν μετὰ τοῦ Ἐφέσου· αὐτὸς γὰρ συνεχώρησε τοῖς Λατίνοις τὴν δόξαν. πρὸς ὅν ἐγὼ καὶ πότ΄ ἔφην τοῦτ΄ ἐγένετο; ὁ δ΄ εἴρηκεν· ὅτε μετὰ τοῦ βασιλέως εἰς τὸν πάπαν ἰδίᾳ συνηρχόμεθα. ἐγὼ δ΄ ἔφην· ἀλλ΄ ἡμεῖς οὔτε ἠκούσαμεν, οὔτ΄ ἐστέρξαμεν τοῦτο· οὐδὲ γὰρ ἀνάγκην ἔχομεν στέργειν ὅ τι ἄν εἴποι ὁ Ἐφέσου. καὶ ὁ Νικαίας· ἀλλ΄ οὕτως ἐξελέγημεν, ἵνα πᾶν ὅπερ ἄν εἴπωμεν, στέργηται παρὰ πάντων. ἐγὼ δ΄ ἐξελέγητε μέν, ἔφην, ἵν΄ εἴ τι ἐνθυμηθῇ καλὸν ἕκαστος, λέγῃ τοῦτο ὡς ἀφ΄ ἑαυτοῦ τοῖς Λατίνοις, καὶ εἰ προσδεχθῇ παρ΄ ἐκείνοις, τότε ἵνα κοινοποιῆται καὶ πρὸς ἡμᾶς τοῦτο, καὶ εἰ ἀρέσει πᾶσιν, οὕτως ἵνα στέργηται. τοῦ δ΄ ἐπὶ τούτοις δυσχεράναντος καὶ εἰπόντος· περισσὸν ἦν λοιπὸν ἵνα συνερχώμεθα καὶ κοπιῶμεν καὶ λέγομεν μάτην, μὴ στερξόντων ὑμῶν ἅ ἐλέγομεν, ἔφην, ὡς· ὅπερ λέγω ἀναντίρρητόν ἐστιν, ἐπεὶ οὕτως ἐτάχθη παρὰ τοῦ αὐθέντου ἡμῶν τοῦ βασιλέως ἐνώπιον πάντων ἡμῶν, καὶ οὕτως ὡρίσθητε, ἵνα καὶ ἐν προοιμίοις καὶ ἐν ἐπιλόγοις λέγῃ καὶ διαμαρτύρηται ἕκαστος τῶν λεγόντων, ὡς ἀφ΄ ἑαυτοῦ λέγει, εἴ τι ἄν εἴποι, καὶ οὐκ οἶδεν εἰ καὶ πᾶσιν ἀρεστὸν φανῇ. ὅμως ὁ Ἐφέσου πρὸς ταῦτ΄ ἀπελογήσατο ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ πάντων ἡμῶν ἀνυποστόλως, ὡς· ἔστησα ἐκβληθῆναι τὴν προσθήκην ἐκ τοῦ ἁγίου συμβόλου, εἰδὼς ὡς ἀδύνατον τοῦτο γενέσθαι παρὰ τῶν Λατίνων· εἰ δὲ καὶ ἐγένετο, οὐκ ἄλλως ἐγένετο ἄν, εἰ μὴ πρότερον καταγνόντων τῶν Λατίνων τὴν ἑαυτῶν δόξαν. αὐτὴ γάρ ἐστιν ἡ κηρυττομένη διὰ τῆς προσθήκης ἐν τῷ συμβόλῳ, ἧς ἐκβληθείσης, συναπόλλυτο ἄν καὶ ἡ δόξα, καὶ οὕτως καλὸν ἄν ἦν, εἰ ἡνούμεθα μετὰ τούτου τοῦ τρόπου· εἰ δὲ καὶ ὑπελείποντό τινες δοξάζοντες ταύτην τὴν δόξαν, τοῦτο οὐδὲν ἄν ἦν πρὸς τὸ καθόλου πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας· μὴ κηρυττούσης γὰρ αὐτῆς αὐτὴν διὰ τοῦ συμβόλου, ἐσβέννυτο ἄν κατὰ μικρὸν καὶ ἀπὸ τῆς πάντων διανοίας, ἤ καὶ μετ΄ ὀλίγου κόπου ἡ Ἐκκλησία κατήργει ἄν αὐτήν. ταῦτα εἶπεν ὁ Ἐφέσου παρρησίᾳ πλατύτερον μετὰ κατασκευῶν καὶ ἀναγκαίων ἐπιχειρημάτων, καὶ οὔτε παρὰ τοῦ βασιλέως οὔτε παρὰ τοῦ Νικαίας ἠλέγχθη ὡς ἑτέρως εἰρηκὼς ταῦτα πρὸς τοὺς Λατίνους ἤ ὡς ἁπλῶς συγχωρήσας τὴν δόξαν ὡς καλήν. οἱ δὲ καὶ αὖθις ἐπὶ τοὺς προτέρους ἐπανῆλθον λόγους· ἐφ΄ οἷς ὁ βασιλεὺς δυσχεράνας ἔφη· ὁρῶ προβαίνοντας τοὺς λόγους εἰς ἄπειρον καὶ <οὐκ> ἀποδέχομαι τοῦτο· καλὸν γὰρ ἄν ἦν, εἰ καὶ πρότερον οὕτως ἐγίνετο. νῦν δὲ ἐπεὶ ἀνάγκην ἔχομεν στῆσαι τι ἄν εἴποιμεν πρὸς Λατίνους, στήσατε τὴν πρὸς Λατίνους ἀπολογίαν, τοὺς δὲ τοιούτους λόγους εἰς τὸ ἑξῆς ταμιεύσατε.

[←96]

Συρόπουλος 8.37: Καὶ εὐθὺς ἔφη ὁ Ῥωσίας· εἰ εὑρεθῶσιν ἀνατολικῶν ἁγίων ῥητὰ συμβιβάσοντα ἡμᾶς, οὐκ ἔσται καλὸν; ἐὰν οἱ ἡμέτεροι ἅγιοι λέγωσι περὶ τούτου, οὐ μὴ στέρξομεν αὐτούς; εἰπόντων δὲ πολλῶν· λίαν ἐστὶ καλόν, προτραπεὶς παρὰ τοῦ βασιλέως, ἐξέβαλεν ἐκ τῶν ἰδίων κόλπων σχεδοβίβλιόν τι πάσης παραφθορᾶς ἀνάμεστον, ὅ ἦν συντεθειμένον παρὰ τοῦ Βέκκου καὶ ἀνέγνω ῥητά, τινὰ μὲν παρεφθαρμένα, ἕτερα δὲ κεκολοβωμένα καὶ οἷον ἡμίτομα, καὶ ἐνηβρύνετο ὡς· ὅλον τὸ βιβλίον τοιούτων ῥητῶν ἐστὶ μεστόν. ἤρεσε τοῦτο τῷ βασιλεῖ καὶ ὥρισεν· ἄφετε τὰ πολλὰ καὶ ἐκλέξασθαι ἕν ἤ δύο, ἵνα δι΄ αὐτῶν ποιήσητε ἔκθεσιν. ἐξελέξαντο τοίνυν τὸ ῥητὸν τῆς πρώτης συνόδου τὸ φάσκον, ὡς ὁ Βέκκος δολίως αὐτὸ περιέκοψε καὶ ὁ Ῥωσίας προεκόμισε· «κἀκεῖνο δὲ νοητέον, ᾧ φίλε λοιπὸν τῆς ἀληθείας φιλόσοφε, εὕρηται τὸ Πνεῦμα ἐκπορευόμενον μὲν ἐκ τοῦ Πατρός, ἴδιον δὲ τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀναβλύζον», ὅπερ ἑτέρως ἡ ἁγία ἐκείνη ἐκδέδωκε σύνοδος. ὡσαύτως ἐξελέξαντο καὶ τὸ ῥητὸν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου τὸ λέγον «οὐσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν ἤγουν ἐκ Πατρὸς δι΄ Υἱοῦ προερχόμενον Πνεῦμα» καὶ εἶπον ὅτι· στέργετε ταῦτα τὰ ῥητὰ ἤ οὐ στέργετε; ἰδού τῶν ἡμετέρων ἁγίων εἰσὶ ταῦτα, καὶ οὐκ ἔστι καλὸν εἴπερ ὁμοφωνήσομεν καὶ ἑνωθῶμεν δι΄ αὐτῶν;

[←97]

Τις Επιγραφές τού πατριάρχη Ιωάννη ΙΑ΄ Βέκκου (1275-1282), που είναι η πιο πλήρης συλλογή πατερικών κειμένων ευνοϊκών για το Filioque, όπως αυτή δημιουργήθηκε από τη διαμάχη. Διατηρείται σε πολλά αντίγραφα που αντιπροσωπεύουν δύο ανασκοπήσεις. Το κείμενο τής μιας από αυτές υπάρχει στην Ρatrologia Graeca 141, στηλ. 613-724. Η αντίκρουσή τους από τον Γρηγόριο Παλαμά και η υπεράσπιση τού Βέκκου από τον Βησσαρίωνα εναντίον τού Παλαμά στην Ρatrologia Graeca 141, στηλ. 244-287 (Laurent 1971: 424 σημ. 1).

[←98]

Βλέπε Ρatrologia Graeca 141, 616C-617B (Ἐπιγραφαί): 616C:
«Στα Πρακτικά τής πρώτης συνόδου στη Νίκαια, στα οποία μίλησαν οι Πατέρες προς τον φιλόσοφο διά τού επισκόπου Λεοντίου, τα οποία λόγια ξεκινούν ως εξής: “Κι εκείνο λοιπόν να γίνει κατανοητό, φίλε και τής αλήθειας φιλόσοφε: το Άγιο Πνεύμα το βρίσκει κανείς να εκπορεύεται από τον Πατέρα, αλλά να είναι χαρακτηριστικό τού Υιού και να αναβλύζει από αυτόν”»
(Ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τῆς ἐν Νικαίᾳ πρώτης συνόδου, ἐν οἷς εἶπον οἱ Πατέρες πρὸς τὸν φιλόσοφον διὰ τοῦ ἐπισκόπου Λεοντίου, ὧν ῥητῶν ἡ ἀρχή, «Κἀκεῖνο δὲ νοητέον, ὦ φίλε, λοιπὸν τῆς ἀληθείας, φιλόσοφε· εὕρηται τὸ Πνεῦμα ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Πατρός, ἴδιον δὲ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀναβλύζον»).
Και 617B:
«Ο Άγιος Κύριλλος, στην προς Παλλάδιο ομιλία με ερωτήσεις και απαντήσεις, πολύ κοντά στην αρχή, λέει: “Το Άγιο Πνεύμα δεν υπόκειται σε καμία αλλαγή. Αν όμως υποφέρει από μεταβλητότητα, η κηλίδα θα ανατρέχει στην ίδια τη θεία φύση, αφού είναι τού Θεού και Πατέρα, αλλά και τού ίδιου τού Υιού, το Άγιο Πνεύμα που στην ουσία ξεχύνεται και από τούς δύο, δηλαδή από τον Πατέρα μέσω τού Υιού”»
(Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐν τοῖς πρὸς Παλλάδιον κατὰ πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν λόγοις ἕγγιστα τῆς ἀρχῆς φησιν· «Τρεπτὸν δὲ οὔτε που τὸ Πνεῦμά ἐστιν· ἤ εἴπερ τὸ τρέπεσθαι νοσεῖ, ἐπ΄ αὐτὴν ὁ μῶμος τὴν θείαν ἀναδραμεῖται φύσιν, εἴπερ ἐστὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ μὴν καὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ οὐσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν, ἤγουν ἐκ Πατρὸς δι΄ Υἱοῦ προχεόμενον Πνεῦμα»).

Ο Laurent 1971: 425 σημ. 3, παραθέτει τα ανωτέρω και σημειώνει: Η συνολική παράθεση περιορίζεται εδώ στα δύο άκρα της, χωρίς να επηρεάζεται το νόημα.

[←99]

Προς υποστήριξη των ενωτικών του απόψεων, ο πατριάρχης Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Βέκκος (βλέπε πιο κάτω, σημ. 21 κεφαλαίου θ΄) συνέταξε τις Επιγραφές, όπου, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
«Επιγραφή έβδομη. Επειδή μερικοί, όταν ακούν ότι το Άγιο Πνεύμα υπάρχει, αναβλύζει και προέρχεται εκ τού Υιού, υπερβάλλουν ότι δεν εννοείται ότι η φύση τού Πνεύματος πηγάζει και αναβλύζει από την ουσία τού Υιού, αλλά ότι το πνευματικό χάρισμα, που αποκτούν οι άξιοι, γεννιέται από την ενοίκηση σε αυτούς τής πανταχού παρούσας θεότητας τού Αγίου Πνεύματος, δηλαδή με τέτοιον τρόπο αντιλαμβάνονται αυτό το χάρισμα, σαν να γινόταν κατανοητό το Πνεύμα ως διαχωρισμένο από τη θεία ουσία, γι΄ αυτό συγκεντρώθηκαν τα παρακάτω παραδείγματα, από τα οποία μπορεί κανείς ν΄ αντιληφθεί, ότι ακόμη και η επερχόμενη στους άξιους ενοίκηση τού Αγίου Πνεύματος είναι προσωρινή καί πέρα από περιγραφή. Αλλά επειδή η εύνοια τού Θεού προσφέρεται εκεί όπου η θεία φύση τού Πνεύματος θα εγκατασταθεί προσωρινά, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, το ένα και συμπληρωτικό μέρος τής Αγίας Τριάδας, το οποίο αποτελεί θεία φύση καί τον ολοκληρωμένο Θεό, όπως ο Πατέρας και ο Υιός, αυτό δηλώνεται όταν λέει κάποιος, ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται, αναβλύζει και υπάρχει εκ τού Υιού»
(Ἐπιγραφή ἑβδόμη. Ἐπειδή τινες ἀκούοντες τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὑπάρχον καί ἀναβλύζον καί προϊόν, οὐχί τήν φύσιν τοῦ Πνεύματος ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ πηγάζειν καί ἀναβλύζειν τερατολογοῦσιν, ἀλλά τό πνευματικόν χάρισμα τό τοῖς ἀξίοις ἐπιγινόμενον, διά τό τήν ἐγγινομένην αὐτοῖς ἐνοίκησιν τῆς πανταχοῦ παρούσης θεότητος τοῦ ἁγίου Πνεύματος σχετικῶς γίνεσθαι, οὕτω τό τοιοῦτον ἐκλαμβάνοντες χάρισμα, ὥσπερ ἄν εἰ ἀποδιῃρημένον τῆς θείας οὐσίας νοοῖτο τοῦ Πνεύματος, συνελέγησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, ἐξ ὧν ἔχει τις διαγνῶναι, ὡς κἄν ἡ ἐγγινομένη τοῖς ἀξίοις ἐνοίκησις τοῦ παναγίου Πνεύματος σχετική ἐστιν ἀρρήτως καί ὑπέρ λόγον, ἀλλ᾿ ἐπεί ἐκεῖ τά χαρίσματα προχέονται, ὅπου ἡ θεία φύσις αὐτοῦ σχετικῶς ἐνοικήσει, αὐτό τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό ἕν τῆς Τριάδος καί συμπληρωτικόν, ὅπερ ἐστί θεία φύσις καί τέλειος Θεός, ὡς ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός, δηλοῦται, ὅταν τις λέγῃ τό Πνεῦμα τό ἅγιον προϊόν καί ἀναβλύζον καί ὑπάρχον ἐκ τοῦ Υἱοῦ).

Κωνσταντίνου Βέκκου, Ἐπιγραφαί, Εἰς τά παρ΄ αὐτοῦ συνειληγμένα ἐκ τῶν ἁγίων ῥητά περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Patrologia Graeca, τόμος 141, 67. Για ν΄ αντικρούσει τις απόψεις τού Βέκκου, ο αγιορείτης μοναχός και αργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμάς (1296–1359) συνέταξε τις Ἀντεπιγραφές, Patrologia Graeca, τόμος 161, 243-268.

[←100]

Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (378-444):
οὐσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν ἤγουν ἐκ Πατρὸς δι΄ Υἱοῦ προερχόμενον Πνεῦμα.
Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Κυρίλλου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καί λατρείας Λόγος Πρῶτος, Patrologia Graeca, τόμος 68, 148.

[←101]

Συρόπουλος 8.38: Εἰπόντων δέ τινων ὅτι λίαν ἐστὶ καλόν, τῶν πλειόνων δὲ σιωπώντων, εἶπεν ὁ βασιλεύς· δότωσαν γνώμας καὶ ἕκαστος λεγέτω ὡς θέλει, εἴτε στέργει τὰ ῥητὰ ταῦτα, εἴτε οὐ στέργει. ὥρισε δὲ καὶ τὸν ὑπομνηματογράφον, ἵνα γράφῃ τὰς γνώμας καὶ γράφῃ μόνον· ὁ δεῖνα στέργει, ὁ δεῖνα οὐ στέργει· μετὰ γὰρ τὸ εἰπεῖν τοὺς πρώτους τέσσαρας ἤ πέντε ὅπερ αὐτοσχεδίως ἔδωκεν ἡ ὥρα, ἐπέταξε τοῖς λοιποῖς καταλιπεῖν τὰ περισσὰ καὶ λέγειν μόνον στέργει ἤ οὐ στέργει. εἶπον οὖν οἱ πολλοὶ ἁπλῶς, ὅτι στέργουσι ταῦτα. ἔφην δὲ καὶ αὐτός, ὅτι· στέργω μὲν τὰ ῥητὰ ταῦτα· πῶς γὰρ ἄν ἔχω μὴ στέργειν ῥητὸν πρώτης συνόδου ἤ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου τῶν τῆς εὐσεβείας ἡμῶν διδασκάλων εὐσεβεῖν εὐχόμενος; ἀλλ΄ ἐπεὶ διπλῆν τινα τὴν ἐξἡγησιν αὐτῶν ἀποδιδόασί τινες καὶ, εἰ δοθῶσι πρὸς Λατίνους, ἀπαιτήσουσι πάντως ἐκεῖνοι, κατὰ τίνα τρόπον ἐξηγοῦνται αὐτὰ οἱ ἡμέτεροι, καὶ ἐξηγήσονται ταῦτα ἀπαραιτήτως, παρακαλῶ ἵνα ὁρισθῶσιν οἱ μέλλοντες ἐξηγήσεσθαι ταῦτα καὶ εἴπωσι νῦν τὴν ἐξἡγησιν· καὶ εἰ μὲν συμφωνήσομεν εἰς αὐτὴν πάντες, τότε λέγω ἵνα δοθῶσι καὶ τὰ ῥητά· εἰ δὲ μή, οὐ λέγω ἵνα δοθῶσιν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· τὶ εἰσὶν οὗτοι οἱ λόγοι; εἰπὲ δι΄ ὀλίγου ἵνα γραφῇ τὸ στέργεις ἤ οὐ στέργεις; ἐγὼ δὲ παρακαλῶ, ἔφην, ἵνα γραφῶσι ὅσα εἶπον, ἐπεὶ καὶ πρότερον ὥρισας, ἵνα εἴπῃ ἕκαστος ὅ βούλεται καὶ τὸν λόγον δι΄ ὅν λέγει ὡδί πως· διὸ καὶ μᾶλλον παρακαλῶ γραφῆναι ἅτινα εἶπον. ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεύς· οὐ δυνήσεται ὁ γραμματικὸς ἀναμνησθῆναι καὶ γράψαι ταῦτα· εἰπὲ κατὰ τοὺς ἄλλους, στέργεις ἤ οὐ. εἶπον· λοιπὸν οὐ στέργω δοθῆναι. ὡς οὖν προσέσχον τοῖς ἐμοῖς λόγοις ὁ Ἀγχιάλου καὶ ὁ Μολδοβλαχίας, εὐθὺς εἶπον· καὶ τί βούλονται κειμένης τῆς προσθήκης; οὐδὲ ἡμεῖς στέργομεν ταῦτα. ἠκολούθησε τῇ ἐμῇ γνώμῃ καὶ ὁ πρωτέκδικος καὶ οἱ κρείττους τῶν ἡγουμένων.

[←102]

Ὑπομνηματογράφος: πατριαρχικός αξιωματούχος τής δεύτερης πεντάδας (Laurent 1971: 425 σημ. 5).

[←103]

Συρόπουλος 8.39: ὅμως ἐκυρώθη τῶν πλειόνων ἡ ψῆφος, καὶ ὥρισεν ὁ βασιλεύς· ἐκλεχθήτωσαν οἱ ποιήσοντες ἔκθεσιν διὰ τῶν τοιούτων ῥητῶν, καὶ ἔστωσαν ὁ Ῥωσίας, ὁ Νικαίας, ὁ μέγας χαρτοφύλαξ, ὁ Γεμιστὸς καὶ ὁ Σχολάριος. μὴ οὔσης δὲ τῆς ὥρας ἐγκαίρου, ἀπῆλθον εἰς τὸ ἀριστῆσαι, καὶ μετ΄ αὐτὸ συναχθέντες ἐκάθισαν ἰδίᾳ γράψαι τὴν ἔκθεσιν. προτιμώντων δὲ ἄλλου ἄλλον εἰς τὸ ἄρξασθαι, ἔφη ὁ Σχολάριος· συνέθηκά τι ἐγὼ πρὸ ὀλίγου σκεψάμενος, καὶ εἰ δοκεῖ ὑμῖν, ἀκούσατε τοῦτο, καὶ εἰ μὲν ἀρέσει, ἐμφανισθήτω καὶ εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἰς τὴν σύναξιν, εἰ δὲ μὴ, γραφήτω ἕτερον. ἀνεγνώσθη οὖν παρὰ τοῦ Σχολαρίου καὶ ἀπεδέξαντο αὐτὸ ὁ Ῥωσίας καὶ ὁ Νικαίας καὶ ἐπῄνεσαν καὶ ἔστερξαν· ὁ δὲ Γεμιστὸς καὶ ὁ μέγας χαρτοφύλαξ οὐκ ἔστερξαν αὐτό. ὅμως ἔφερον αὐτὸ καὶ ἀνεγνώσθη ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ πάντων ἡμῶν. εἶχε δ΄ ἐπὶ λέξεως οὕτως·

[←104]

Αναδημοσιεύθηκε στο Scholarios, Œuvres, I, σελ. 375. Όπως παρατηρεί ο Gill, Council, σελ. 228, 229, ο Σχολάριος οριοθετεί επιδέξια την μορφή που προτείνεται παραπάνω από τούς Λατίνους, μορφή την οποία αναπαράγει στην επιστολή σε νέα διάταξη και στην οποία απλώς φιλοξενεί τη θεολογία τού δικού του γούστου. Κατά την κρίση τού Μάρκου τής Εφέσου, σε αυτό το απογυμνωμένο δεν έμενε τίποτε: ούτε λατινικό, ούτε ελληνικό. Βλἐπε Petit, Documents, XVII, σελ. 447 και Patrologia Graeca XCIV, στηλ. 253 (Laurent 1971: 426 σημ. 1):
«Σε αυτό το σημείο άρχισαν να μιλούν για οικονομία και συγκατάβαση, ενώ ένας από τούς δικούς μας προσπάθησε να πει ότι θα είναι καλό να ασπαστούμε την ειρήνη και να αποδείξουμε ότι οι άγιοι συμφωνούν μεταξύ τους, ώστε να μη φαίνονται οι δυτικοί ότι λένε αντίθετα από τούς ανατολικούς. Μάλιστα κάποιος άρχισε να φιλοσοφεί και για την πρόθεση «διά», που υπάρχει στους δικούς μας διδασκάλους, ότι μπορεί να είναι ίδια με την «εκ» και να δίνει την αιτία τού Αγίου Πνεύματος στον Υιό. Έτσι λίγο-λίγο ο λατινισμός επεκτεινόταν και επιβαλλόταν, ενώ άρχισαν να ασχολούνται και με τον τρόπο τής ένωσης και να εξετάζουν διάφορα ρητά, με τα οποία θα ενώνονταν, ρητά που θα βρίσκονταν στο ενδιάμεσο και που θα μπορούσε η κάθε πλευρά να χρησιμοποιεί με τον δικό της τρόπο, σαν κόθορνο [σαν τα παπούτσια στο αρχαίο θέατρο, για τούς ηθοποιούς που άλλαζαν συνεχώς θέση]. Αυτό τούς φάνηκε ότι εξυπηρετούσε πολύ τον σκοπό τους, αφού έτσι θα επηρεάζονταν εύκολα οι δικοί μας, ενώ, όπως έλπιζαν, θα το αποδέχονταν εύκολα και ανεξέταστα και οι απέναντι. Και αφού συνέταξαν έγγραφο που περιείχε τέτοιες συμβιβαστικές θέσεις, στο οποίο όμως παρουσιαζόταν ξεκάθαρα το δόγμα των άλλων, το έστειλαν σε εκείνους, ώστε μέσω αυτού να κάνουν την ένωση»
(Ἐντεῦθεν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως ῥήματα, καί τις τῶν ἡμετέρων ἐπεχείρησε λέγειν, ὡς καλόν ἐστι τὴν εἰρήνην ἁσπάσασθαι καὶ τοὺς ἁγίους συμφώνους ἀποδεῖξαι πρὸς ἑαυτούς, ἵνα μὴ δοκῶσιν οἱ δυτικοὶ τοῖς ἀνατολικοῖς ἀντιφθέγγεσθαι· ἤδη δέ τις καὶ περὶ τῆς διὰ φιλοσοφεῖν ἤρξατο παρὰ τοῖς ἡμετέροις διδασκάλοις εὑρισκομένης, ὡς ταὐτὸν τῇ ἐκ δυναμένης καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδούσης. Οὕτω κατὰ μικρὸν ὁ λατινισμὸς ἐξερράγη, καὶ περὶ τοῦ τρόπου λοιπὸν τῆς ἑνώσεως ἤρξαντο πραγματεύεσθαι καί τινα ῥητὰ περιεργάζεσθαι, δι΄ ὧν ἑνωθήσονται, μέσην ἐπέχοντα χώραν καὶ δυνάμενα κατ΄ ἀμφοτέρας τὰς δόξας λαμβάνεσθαι καθάπερ τις κόθορνος· τοῦτο γὰρ αὐτοῖς πρὸς τὴν ἐπίνοιαν ἔδοξε σφόδρα συμβάλλεσθαι, τῶν τε ἡμετέρων δι΄ αὐτῶν ῥᾷον προσαγομένων καὶ τῶν ἐναντίων ἐλπιζομένων ἀνεξετάστως αὐτὰ παραδέξαθαι. Καὶ δή τι συνθέντες γραμμάτιον τοιαῦτά τινα περιέχον, τὴν ἐκείνων δὲ δόξαν ὅμως καθαρῶς ἐκτιθέμενον, ἐξαπέστειλαν αὐτοῖς ὡς διὰ τούτου τὴν ἕνωσιν ποιησόμενοι).

[←105]

Γνωρίζουμε επίσης από τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 408, 428), ότι ο Σχολάριος επανειλημμένα παρέδωσε γραπτά υπέρ τής Ένωσης στις 13 και 14 Απριλίου:
«Ύστερα από αυτή την ομιλία [τού Βησσαρίωνος] και ο κυρ Γεώργιος Σχολάριος μάς έδωσε τρεις συμβουλευτικές ομιλίες για την ένωση, συμβουλεύοντας και ενθαρρύνοντάς μας να ενωθούμε…»
(Μετὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ ὁ σχολάριος κύρις Γεώργιος προσέφερεν ἡμῖν τρεῖς λόγους συμβουλευτικοὺς περὶ τῆς ἑνώσεως, συμβουλεύων καὶ παραθαρρύνων ἡμᾶς ἑνωθῆναι…),
ενώ στις 30 Μαΐου 1439 (Laurent 1971: 427 σημ. 2):
«Το Σάββατο το πρωί, ενώ είχαμε συγκεντρωθεί στο σπίτι τού πατριάρχη μαζί με τον αυτοκράτορά μας, ήρθε και ο κυρ Γεώργιος Σχολάριος καί είπε στον αυτοκράτορα τα εξής: «Άριστε ισχυρότατε αυτοκράτορα, η γνώμη στην οποία κατέληξα και έχω για το υπόψη ζήτημα τής ένωσης φαίνεται από την ομιλία που σχεδίασα και εκφώνησα ενώπιον αυτής τής ιερής συνεδρίασης. Στην οποία παρότρυνα αυτούς τούς άγιους πατέρες για την ένωση και για την υποβοήθηση των υποθέσεων τής Κωνσταντινούπολης. Αυτό αποδεικνύεται και από τα δύο βιβλία, τα οποία, έχοντας συντάξει από πριν, παραδίδω τώρα στην παρούσα συνεδρίαση. Το ένα από αυτά αποτελεί συμβουλή για την ένωση και για τούς τρόπους με τούς οποίους θα γίνει αυτή, καθώς και για διάφορα άλλα σχετικά ζητήματα»
(Τῷ δὲ σαββάτῳ πρωΐ συναχθέντες ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατριάρχου ἅμα τῷ βασιλεῖ ἡμῶν, ἦλθε καὶ ὁ κύρις Γεώργιος ὁ Σχολάριος, καὶ ἀνέφερε πρὸς τὸν βασιλέα ταῦτα. Ἄριστε κράτιστε βασιλεῦ, ἧς μὲν γνώμης γέγονα καί εἰμι περὶ τὴν προκειμένην τῆς ἑνώσεως ὕλην, ὁ πρὸς τὴν ἱερὰν ταύτην σύνοδον σχεδιασθείς μοι και πεμφθεὶς λόγος δηλοῖ· ἐν ᾧ πρός τε τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν βοήθειαν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πραγμάτων τοὺς ἱεροὺς τούτους προετρεπόμην πατέρας· μαρτυροῦσι δὲ καὶ τὰ δύο βιβλία, ἅπερ πρότερον συνθείς, νῦν ἐγχειρίζω τῇ παρούσῃ συνόδῳ· ὧν τό μέν ἐστι συμβουλὴ περί τε ἑνώσεως καὶ τρόπων αὐτῆς καὶ ὅσα ἄλλα πρὸς ταύτην ἁρμόττει τὴν ὕλην).

[←106]

Συρόπουλος 8.40: «Ἐπειδὴ ὑπελαμβάνομεν πρότερον ἡμεῖς οἱ Γραικοὶ τοὺς Λατίνους λέγειν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι ὡς ἀπὸ δύο ἀρχῶν καὶ δύο πνεύσεων, ἔτι μὴ λέγειν τὸν Πατέρα ἀρχὴν καὶ πηγὴν ὄλης τῆς θεότητος, τοῦ Υἱοῦ δηλονότι καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης ἤ ἀναπτύξεως αὐτῶν, ὡσαύτως δὲ καὶ τῆς κοινωνίας αὐτῶν ἐφυλάχθημεν, νῦν ἐν ταύτῃ τῇ ἱερᾷ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ συνελθόντες Θεοῦ χάριτι ὑπὲρ τῆς ἁγίας ἑνώσεως, πολλῶν γενομένων συζητήσεων καὶ διαλέξεων καὶ προσκομιδῆς ῥητῶν ἀπό τε τῆς ἱερᾶς γραφῆς καὶ τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ἡμεῖς μὲν οἱ Λατῖνοι διισχυριζόμεθα ὅτι τοῦθ΄ ὅπερ λέγομεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι, οὐ ταύτῃ φαμὲν τῇ διανοίᾳ ὥστε ἡμᾶς ἀποκλείειν τὸν Πατέρα εἶναι ἀρχὴν καὶ πηγὴν ὅλης τῆς θεότητος, τοῦ Υἱοῦ δηλονότι καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἤ τοῦθ΄ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται, τὸν Υἱὸν μὴ ἔχειν παρὰ τοῦ Πατρός, ἤ ὅτι δύο ἀποφαινόμεθα εἶναι ἀρχὰς εἴτε δύο προβολὰς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀλλ΄ ὁμολογοῦμεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, ὡς ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς καὶ μοναδικῆς προβολῆς ἐκπορεύεσθαι· ἡμεῖς δὲ οἱ Γραικοὶ ὁμολογοῦμεν μὲν καὶ πιστεύομεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι, ἴδιον δὲ τοῦ Υἱοῦ εἶναι καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀναβλύζειν καὶ οὐσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν ἤγουν ἐκ Πατρὸς δι΄ Υἱοῦ προχεῖσθαι διισχυριζόμεθά τε καὶ πιστεύομεν. καὶ ἤδη ἑνούμεθα ἀλλήλοις καὶ θεοφιλῶς συναπτόμεθα, πεῖραν δεδωκότες ἀλλήλοις τῆς ἰδίας πίστεως καὶ ὁμολογίας, καὶ οὐδέτεροι ἀπὸ τῆς ἑτέρων ἑνώσεως ἤ κοινωνίας φυλάττεσθαι λοιπὸν διακρίνομεν, ἀλλὰ πάλιν συντιθέμεθα ἀλλήλοις καὶ ὁμονοοῦμεν καὶ εἰς μίαν Ἐκκλησίαν Θεοῦ χάριτι πάντες ἀποκαθιστάμεθα».

[←107]

Συρόπουλος 8.41: Ἀναγνωσθέντος οὖν τούτου, οἱ πλείονες ἐπῄνεσαν τοῦτο ὡς καλόν, τινὲς δ΄ ἀντέλεγον καὶ λόγοι πολλοὶ ἐκινήθησαν παρὰ τῶν ἀγωνιζομένων συστῆσαι τοῦτο καὶ ἐσπούδαζον πεῖσαι πάντας. τότε εἶπεν ὁ Ἡρακλείας· ὅπερ ὥρισεν ὴ ἁγία βασιλεία σου, ἵνα ἵσταται τὸ περὶ τῆς προσθήκης καὶ ἔχωμεν αὐτὸ εἰς μεγάλην βοήθειαν, νῦν πῶς μέλλομεν ἔχειν, εἰ στέρξομεν ταύτην τὴν ἔκθεσιν; ὁ δὲ βασιλεὺς ἔφη· καὶ πάλιν ἔχομεν αὐτό. καὶ ὁ Ἡρακλείας· καὶ πῶς ἄν ἔχοιμεν αὐτό, δέσποτά μου ἅγιε, ἐπεὶ προδιδόαμεν πάντα δι΄ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως; καὶ ὁ βασιλεὺς εἶπε· καὶ ἔχε αὐτὸ σύ. καὶ ὁ Ἡρακλείας· καὶ πῶς ἄν ἔχοιμι ἐγὼ τὸ παρὰ πάντων προδιδόμενον; ἔφη δὲ ὁ βασιλεύς· καὶ ἔχε αὐτὸ εἰς τὸ εἰκονοστάσιν σου. τότε καταλαβὼν καὶ ὁ Μονεμβασίας τὸν σκοπὸν τοῦ βασιλέως κατὰ τοὺς λόγους τῶν συνεργούντων αὐτῷ, εἶπε· παρακαλῶ, δέσποτά μου ἅγιε, πρόσεχε, ἵνα μὴ ποιήσῃς καὶ νῦν ὥσπερ ἐποίησε ὁ βασιλεὺς κῦρ Μιχαήλ ὁ λατινόφρων. ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἀπεκρίθη. μετὰ δὲ τοὺς πολλοὺς λόγους καὶ τὰς κατασκευὰς τῶν ἀγωνιζομένων συστῆσαι τὴν ἔκθεσιν, εἶπεν ὁ βασιλεὺς· δότωσαν γνώμας.

[←108]

Σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Gill, Acta, σελ. 416-417), υπήρχαν έξι (και όχι επτά όπως γράφει ο Laurent 1971: 428 σημ. 1) διαφωνούντες: τέσσερις επίσκοποι (Αντώνιος Ηρακλείας, Μάρκος Εφέσου, Δωρόθεος Μονεμβασίας και Σοφρώνιος Αγχιάλου) και δύο εκκλησιαστικοί άρχοντες (ο μέγας χαρτοφύλαξ και ο πρωτέκδικος):
«Όταν μάς ειδοποίησαν για αυτά οι Λατίνοι, εμείς αρχίσαμε να γογγύζουμε και να βάζουμε τέλος στην υπόθεση λέγοντας: «Αυτό που κάναμε ήταν μεγάλο και πολύ, αλλά και αντίθετο με την άποψη των τοποτηρητών μας και των τριών. Γιατί ο Ηρακλείας, ο Εφέσου, ο Μονεμβασίας και ο Αγχιάλου δεν συμφώνησαν με το γράμμα τής ομολογίας που στάλθηκε, αλλά και από τούς εκκλησιαστικούς άρχοντες ούτε ο μέγας χαρτοφύλακας και ο πρωτέκδικος». Είπαμε ότι τίποτε άλλο δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς»
(Ταῦτα μηνυσάντων τῶν Λατίνων ἡμῖν, ἡμεῖς ἠρξάμεθα γογγύζειν καὶ τέλος τῷ πράγματι ἐπιθεῖναι, λέγοντες· Ὅσον ἐποιήσαμεν ὑπῆρχε μέγα καὶ πολύ, ἀλλὰ καὶ παρὰ γνώμην τῶν τοποτηρητῶν ἡμῶν καὶ τῶν τριῶν. ὁ γὰρ Ἡρακλείας καὶ ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ Μονεμβασίας καὶ ὁ Ἀγχιάλου οὐκ ἔδωκαν γνώμας ἐν τῷ σταλέντι τῆς ὁμολογίας γράμματι· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῶν κληρικῶν, ὁ μέγας χαρτοφύλαξ καὶ ὁ πρωτέκδικος. λοιπὸν εἴπομεν, ἄλλον οὐ δυνάμεθα ποιῆσαι ἡμεῖς).

Κατά τον Laurent ό. π., εκπλήσσεται κανείς μη βλέποντας να κατονομάζεται δίπλα σε αυτούς και ο Συρόπουλος.

[←109]

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (βασ. 1259-1282) υπήρξε ιδρυτής τής δυναστείας των Παλαιολόγων. Ξεκίνησε την καριέρα του ως στρατιωτικός και εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση που ακολούθησε τον θάνατο τού Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρι (βασ. 1254-1258) τής αυτοκρατορίας τής Νικαίας, ανέβηκε στον θρόνο. Στις 13 Ιουλίου 1261 ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη από τούς Λατίνους τής 4ης Σταυροφορίας και στέφθηκε αυτοκράτορας. Ικανός διπλωμάτης αλλά και στρατιωτικός, διεξήγαγε νικηφόρους πολέμους, ενώ αναδιοργάνωσε την άμυνα τής Κωνσταντινούπολης. Ανέλαβε προσπάθειες για την επανένωση των εκκλησιών, πιστεύοντας ότι έτσι μόνο θα διασφάλιζε τη βιωσιμότητα τού κράτους του. Επί βασιλείας του και επί παπικής θητείας (1271-1276) τού Γρηγορίου Ι΄ διακηρύχθηκε η πρώτη «ένωση» των εκκλησιών στη Β΄ Σύνοδο τής Λυών (1274). Η «ένωση» αυτή οδήγησε σε αντιδράσεις στην Κωνσταντινούπολη και τελικά αποκηρύχθηκε μετά τον θάνατό του από τον διάδοχό του, τον γιο του Ανδρόνικο Β΄ (συναυτοκράτορα την περίοδο 1260-1282 και αυτοκράτορα την περίοδο 1282-1328). Ο Μιχαήλ πέθανε ως μοναχός στη Θράκη τον Δεκέμβριο τού 1282. Ενταφιάστηκε χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία, αφού είχε πεθάνει λατινόφρων.

[←110]

Συρόπουλος 8.42: Εἶπον οὖν οἱ μὲν τὸ στέργω, οἱ δὲ τὸ οὐ στέργω, ἐν οἷς ἦν καὶ αὐτὸς καὶ ἐγράφοντο αἱ γνῶμαι. εἶτα εἶπεν ὁ Λακεδαιμονίας πρὸς τὸν βασιλέα· δέσποτά μου, ὅρισον ἵνα εἴπωσι καὶ οἱ γραμματικοὶ γνώμας. ἔφη δὲ ὁ βασιλεὺς· εἰπάτωσαν· καὶ ὁ Λακεδαιμονίας εὐθὺς ἔφη· εὐεργετεῖ τοῦτο, καὶ εἴπατε. καὶ εὐθὺς ἕκαστος αὐτῶν ἔκραξε τὸ στέργω. ἦσαν δὲ δώδεκα οἱ μὴ στέρξαντες, καὶ τέσσαρες καὶ εἴκοσι μετὰ τῶν γραμματικῶν οἱ στέρξαντες. εἶτα ἔστειλεν ὁ βασιλεὺς τὸν Νικομηδείας καὶ τὸν μέγαν χαρτοφύλακα εἰς τὴν κατούναν τοῦ Φιλανθρωπινοῦ, ἵνα διαμηνύσῃ μετ΄ αὐτῶν καὶ ὁ πατριάρχης τὴν γνώμην αὐτοῦ· οἵ καὶ ὑποστρέψαντες διεκόμισαν, ὅπως στέργει ὁ πατριάρχης ταύτην τὴν ἔκθεσιν. λέγει δὲ καὶ τοῦτο· θαυμάζω πῶς οὐκ ἔστερξαν αὐτὴν πάντες· ἐγὼ γὰρ οὐ νοῶ τι ἐναντίον ἐν αὐτῇ καὶ ἀπορῶ διὰ τί οὐ στέργουσι ταύτην τινές. ἐκυρώθη οὖν ἵνα σταλῇ αὐτὴ πρὸς τὸν πάπαν, καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς· διακομισάτωσαν αὐτὴν δύο ἀρχιερεῖς μετὰ τοῦ μεγάλου χαρτοφύλακος καὶ τοῦ μεγάλου ἐκκλησιάρχου· καὶ πρὶν τελεσθῆναι τὸν λόγον καὶ ἡμᾶς ἀπολογήσασθαι, εἶπεν ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος· καὶ πῶς διακομίσουσιν οἱ μὴ στέργοντες; ὅρισον ἑτέρους. καὶ ἐδεφένδευσεν ἡμᾶς εἰς ὅπερ ἐβουλόμεθα. ὥρισεν οὖν τὸν μέγαν σακελλάριον καὶ τὸν μέγαν σκευοφύλακα, οἵ οὐδὲ ἐστάλησάν ποτε εἰς τὸν πάπαν ἰδίως ἕως τότε, καὶ δύο ἀρχιερεῖς, καὶ διεκόμισαν τὴν ἔκθεσιν.

[←111]

Συρόπουλος 8.43: Οἱ δὲ Λατῖνοι ταύτην ἰδόντες καὶ διασκεψάμενοι οὐ προσδεκτέαν ἐνόμισαν, ἀλλ΄ ἐζήτησαν ἤ στερχθῆναι τὴν παρ΄ ἐκείνων πεμφθεῖσαν ἤ ἐξήγησιν λαβεῖν ταύτης τῆς συντεθείσης παρὰ τῶν ἡμετέρων, ὡς προεῖπον καὶ αὐτός, καὶ γράψαντες ἐζήτησαν ἀπορίας δώδεκα, αἵ καὶ ἔχουσιν οὕτως· <α΄>. Ἐπεὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ γραμματίου ὑμῶν περιέχεται ὅτι, ἐπειδὴ ὑπελαμβάνετε τοὺς Λατίνους λέγειν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι ὡς ἀπὸ δύο ἀρχῶν καὶ τ΄ ἄλλα διὰ τοῦτο ἐφυλάχθητε ἀπὸ τῆς προσθήκης ἤ ἀναπτύξεως τῆς γενομένης ἐν τῷ συμβόλῳ, καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἡμῶν, ἀλλ΄ ἐπειδὴ ἐπληροφορήθητε τοὺς Λατίνους κρατεῖν τοὐναντίον, οὐκ ἔτι ὀφείλετε ἤδη φυλάττεσθαι τὴν προειρημένην προσθήκην ἤ ἀνάπτυξιν· καὶ γὰρ τῆς αἰτίας ἀργούσης ἀργεῖν ὀφείλει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα. ἐπὶ τόδε οὖν ζητοῦμεν ἀπολογίαν. <β΄>. Ἐκτίθεσθε τὴν τῶν Λατίνων πίστιν. αἰτοῦμεν ἵνα ἀποκριθῆτε ἄν ταύτην νομίζητε ἀληθῆ καὶ τῇδε θέλητε συνθέσθαι. <γ΄>. Ἐκτιθέατε τὴν πίστιν ὑμῶν, λέγοντες πιστεύειν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι. ζητοῦμεν ἵνα ἀποκριθῆτε, ἄν πιστεύητε ἀϊδίως ἐκπορεύεσθαι ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου, οὐχι δὲ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. <δ΄>. Λέγετε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἴδιον εἶναι τοῦ Υἱοῦ. ζητοῦμεν ἵνα διευκρινήσητε, πότερον ἴδιον νοεῖτε, τουτέστιν ὁμοούσιον μόνον, ἤ ἰδιον, τουτέστιν ἔχον ἀϊδίως τὸ εἶναι ἐξ αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ καθάπερ ἐκ τοῦ Πατρός. <ε΄>. Λέγετε ἐξ αὐτοῦ ἀναβλύζειν. ζητοῦμεν σαφήνειαν, πότερον ἡ λέξις ἥδε τὸ ἐξ αὐτοῦ πρὸς τὸν Πατέρα ἀναφέρεται ἤ πρὸς τὸν Υἱόν. <στ΄>. Eἰ πρὸς τὸν Υἱὸν ἀναφέρεται, πότερον ἀναβλύζειν ἀϊδίως νοεῖτε καὶ οὐσιωδῶς καὶ προσωπικῶς ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἤ οὐ; <ζ΄>. Ζητοῦμεν διασάφησιν τί ἄν σημαίνοι παρ΄ ὑμῖν τὸ ῥῆμα τοῦ ἀναβλύζειν· εἰ τὴν οὐσίαν δηλονότι καὶ τὸ ὑποστατικὸν εἶναι ἔχει τε λαμβάνειν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ, καὶ εἰ ταὐτὸν σημαίνοι τῷ ἐκπορεύεσθαι, καὶ εἰ ἔν τινι διαφέρει, καὶ ἐν τίνι. <η΄>. Λέγετε οὐσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν, ἤγουν ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ προχεῖσθαι. ζητοῦμεν διασάφησιν, ἄν οὐσιωδῶς νοῆτε καὶ ἀϊδίως. <θ΄>. Τὶ ἄν σημαίνοι τὸ οὐσιωδῶς καὶ ἀϊδίως προχεῖσθαι ἐξ ἀμφοῖν, εἰ δηλονότι τὴν οὐσίαν ἔχειν καὶ λαμβάνειν ἐξ ἀμφοῖν, καὶ εἰ ἐν τῷδε τῷ πράγματι ταὐτόν ἐστι τὸ προχεῖσθαι καὶ ἐκπορεύεσθαι, καὶ εἰ ἔν τινι διαφέρουσι καὶ ἐν τίνι. <ι΄>. Ἄν ἡ πρότασις αὕτη ᾗ ἀληθής· τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον προχεῖται καὶ ἐκπορεύεται ἀϊδίως ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, ἄνευ ταύτης τῆς ἐξηγήσεως ἐκ Πατρὸς δι΄ Υἱοῦ, ἤ ἑτέρας ἐξηγήσεως. <ια΄>. Ἡνίκα λέγετε δι΄ Υἱοῦ, ἄν ἡ λέξις αὕτη γε ἡ διὰ κατά γε τὴν ὑμετέραν ἔννοιαν λέγῃ καὶ τὸν Υἱὸν αἰτίαν εἶναι καὶ ἀρχὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. <ιβ΄>. Λέγετε ἤδη ἑνούμεθα καὶ θεοφιλῶς συναπτόμεθα. ἐρωτῶμεν οὖν λαβεῖν σαφήνειαν, ἐν τίνι ἑνούμεθα καὶ συναπτόμεθα; πότερον ἐν ᾧ λέγομεν ἡμεῖς ἤ ἐν ᾧ ὑμεῖς λέγετε; καὶ ἡνίκα κατέχωμεν ὡς ἐκρατοῦμεν, καὶ ὑμεῖς κρατεῖτε ὅπερ κρατεῖτε, ἀλλὰ μὴν τὸ τελευταῖον οὐ δυνατὸν συνίστασθαι εἴπερ ἀπ΄ ἀλλήλων διαφερόμεθα· ἐν γὰρ καὶ ταὐτὸν δεῖ ὑπάρχειν ἐν ᾧ ἄν γένοιτο δύο διχονοούντων ἕνωσις, ἤ ἵνα ἡμεῖς μὲν κρατῶμεν τὴν ἡμετέραν ἅμα καὶ ὑμετέραν ὁμολογίαν, ὑμεῖς δὲ τήν τε ὑμετέραν καὶ ἡμετέραν, οὐδὲ τοῦτο δυνατὸν συνίστασθαι· καὶ γὰρ εἰ διανοίᾳ καὶ τῷ σκοπῷ αὗται αἱ ὁμολογίαι διαφωνοῦσι, τίνι τρόπῳ ἅμα τἀναντία κρατήσομεν; ἐπεὶ δὲ τῶν ἐναντίων θάτερον δεῖ ψεῦδος εἶναι, πῶς τὸ κρατεῖν τὸ ψεῦδος ὁμοῦ μετὰ τῆς ἀληθείας ἐν τοῖς τῆς πίστεως πράγμασι γένοιτ΄ ἄν θεοφιλὴς σύνδεσμος. ἀλλ΄ ἴσως τὴν ἕνωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ μόνῃ νοεῖτε, ὡς τὰ ἑπόμενα τοῦ γραμματίου ὑμῶν ὑπεμφαίνει. ἀλλὰ τίς ποτ΄ ἄν εἴη ἥδε ἡ ἕνωσις, συναναστρέφεσθαι μὲν ἅμα τῷ σώματι, διαφωνεῖν δὲ τῇ διανοίᾳ καὶ τοῖς ῥήμασιν ἐν τοῖς τῆς πίστεως καὶ πρὸς σωτηρίαν ἀναγκαίοις; προσῆκον οὖν δοκεῖ καὶ ἀναγκαῖον τὸ τῶν Λατίνων γραμμάτιον, ἐν ᾧ πρότερον ἐκτίθεται ἡ τῶν ἀμφοτέρων μερῶν διάνοια, κἀντεῦθεν τίθεται ἡ ἀληθὴς καὶ κοινὴ τῆς αὐτῆς πίστεως ὁμολογία ἐν τῇ αὐτῇ διανοίᾳ καὶ τοῖς αὐτοῖς ῥήμασι. παρακαλοῦμεν οὖν καὶ αἰτοῦμεν, ἵνα κατὰ μέρος ἐφ΄ ἕκαστον τῶν προειρημένων κεφαλαίων ἄνευ τῆς τῶν ῥημάτων ἀμφισβητήσεως, δόσητε τὴν ἀπολογίαν καὶ διευκρινήσητε τὴν διάνοιαν ὑμῶν ὡς τάχιον δυνατὸν γενέσθαι, ἤγουν ἁπλῶς τὸ γραμμάτιον ἐκεῖνο ὅπερ ὑμῖν ἐδεδώκειμεν δέξησθε.

error: Content is protected !!
Scroll to Top