Σημειώσεις στην αφήγηση Δούκα

Σημειώσεις στην αφήγηση Δούκα

[←1]

Δούκας, Historia Byzantina, CSHB (Βόννη, 1834), 31, 212-216.

Επίσης Decline and Fall of Byzantium to the Ottoman Turks by Doukas, An Annotated Translation of "Historia Turco-Byzantina" by Harry J. Magoulias, Wayne State University Press, Detroit 1975.

[←2]

Αυτή την ταπεινωτική συνθήκη διαπραγματεύτηκε ο Ιωάννης Η’ το 1424, όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ ήταν ακόμη ζωντανός αλλά υπέφερε από παραλυτικό εγκεφαλικό επεισόδιο.

[←3]

[Δούκας 29.1] Ὁ βασιλεὺς οὖν Ἰωάννης ποιήσας κατάστασιν καὶ τελείαν εἰρήνην μετὰ τοῦ Μωρὰτ δοὺς αὐτῷ τὰς πόλεις καὶ κώμας, ἅς εἶχεν ἡ Ποντικὴ θάλασσα πλὴν τῶν κάστρων, ὧν οὐκ ἠδυνήθη λαβεῖν ἐν τῇ μάχῃ, οἷον Μεσεμβρίαν, Δέρκους καὶ ἄλλα, καὶ τὸ Ζητούνιον σὺν ταῖς λοιπαῖς χώραις τοῦ Στρυμόνος καὶ κατ’ ἔτος τέλος ἀσπρῶν ,τ εἰρηνεύων κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκάθητο.

[←4]

[Δούκας 29.2] Ὁ δὲ Μωράτ, ὡς ἡ τύχη πρὸς αὐτὸν χαροπὸν ἔβλεψε καὶ πάντας τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ εἰς τέλος ἠφάνισεν καὶ οὐκ εἶχε τὸν φοβήσαντα ἤ τὸν κωλύσαντα, περᾷ τὴν Θρᾴκην καὶ ἐν Προύσῃ γέγονεν· κἀκεῖθεν ἀπάρας καὶ τὴν γέφυραν περάσας τοῦ Λοπαδίου κατῆλθεν εἰς Πέργαμον, ἀπὸ δὲ Περγάμου εἰς Μαγνησίαν ἀφίκετο, ἀπὸ δὲ Μαγνησίας εἰς Σμύρνην, ἀπὸ δὲ Σμύρνης εἰς Θύραια καὶ Ἔφεσον.

[←5]

Ο μεγάλος δούκας Λουκάς Νοταράς ήταν δεύτερος σε δύναμη στην Κωνσταντινούπολη μετά τον αυτοκράτορα, τού οποίου είχε υποστηρίξει την άνοδο στον θρόνο. Τόσο ο Μανουήλ Β’ όσο και ο Ιωάννης Η’ είχαν εντυπωσιαστεί πολύ από τον ρεαλισμό και την ευφυΐα του. Φαίνεται μάλιστα ότι είχε διαμορφώσει τις εξωτερικές σχέσεις τής αυτοκρατορίας κατά τα τελευταία χρόνια τής βασιλείας τού Ιωάννη Η’. Αν και ο Νοταράς ήταν κορυφαίος ανθενωτικός, η θέση του δεν ήταν τόσο άκαμπτη όσο την έχουν παρουσιάσει οι εχθροί του (π.χ. οι ενωτικοί όπως ο Δούκας). Ο Σχολάριος τον εκτιμούσε πολύ και τού βρίσκει μόνο το σφάλμα ότι ήταν πρόθυμος να «διακηρύξει στις εκκλησίες μας ότι ο πάπας έχει το αλάθητο, αλλά εμείς είμαστε ακόμη Ορθόδοξοι, παρόλο που πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πιστεύει ο πάπας και δεν θα μπορούσαμε ποτέ να πιστέψουμε διαφορετικά».

[←6]

Λάζαρ ήταν ο Στέφαν Λαζάρεβιτς (1402-1427). Άρχοντας τής Μυτιλήνης (Λέσβου) ήταν ο Τζάκοπο Γκατελούζο (1401–1427). Η μαόνα των Τζουστινιάνι κυβερνούσε τη Χίο. Και μεγάλος μάγιστρος τής Ρόδου ήταν ο Καταλανός Αντουάν Φλουβιάν (ντε λα Ριβιέρ) (1421-1437).

[←7]

[Δούκας 29.3] Συνέρρεον δὲ τῶν πέριξ ἡγεμόνων ἀποκρισιάριοι, ἀλλὰ καὶ τῶν μακράν. Ἔστειλε γὰρ ὁ βασιλεὺς τὸν κὺρ Λουκᾶν Νοταρᾶν τὸν αὐτοῦ μεσάζοντα σὺν δώροις πολλοῖς, ὁμοίως καὶ Λάζαρος ὁ δεσπότης Σερβίας, ἀλλὰ καὶ Ντάνας ὁ Βλαχίας ἡγεμών, ὁ Μιτυλήνης αὐθέντης καὶ Χῖοι καὶ Ῥόδιοι, ἅπαντες εὐφημήσοντες. Πάντες οὖν ἔλαβον πίστεις παρ’ αὐτοῦ καὶ ἔδωκαν τοῦ εἶναι εἰρηναῖοι καὶ φιλίας μεστοὶ σὺν αὐτῷ καὶ αὐτὸς σὺν αὐτοῖς πλὴν τῶν Βενετικῶν δι’ αἰτίαν τὴν ἥν λέξων ἔρχομαι.

[←8]

Επιληψία. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο Ανδρόνικος υπέφερε από ελεφαντίαση ή λέπρα.

[←9]

Ο άρρωστος εικοσιπεντάχρονος δεσπότης τής Θεσσαλονίκης, ο Ανδρόνικος (1408–1423), δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τη Θεσσαλονίκη από την έντονη πολιορκία των Τούρκων και έτσι αποφασίστηκε να παραχωρηθεί η πόλη στους Ενετούς. Η ασυνήθιστη προσφορά έγινε δεκτή στις 27 Ιουλίου 1423. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1423 οι Ενετοί ανέλαβαν τον έλεγχο τής δεύτερης πόλης τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο ισχυρισμός ότι ο Ανδρόνικος πούλησε στους Ενετούς τα δικαιώματά του επί τής Θεσσαλονίκης για το ποσό των 50.000 χρυσών νομισμάτων φαίνεται να είναι ψευδής. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Μαρτίου 1428.

[←10]

Ο ισχυρισμός τού Δούκα ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη στις αρχές τής δεκαετίας τού 1390 δεν γίνεται γενικά αποδεκτός από τούς σύγχρονους ιστορικούς. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου 1387, όταν η πόλη υποτάχθηκε χωρίς αιματοχυσία. Έχει επίσης προταθεί το 1394 καθώς και το 1391 ως το έτος ανακατάληψης τής Θεσσαλονίκης από τον Βαγιαζήτ. Όμως καμία ημερομηνία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα. Ορισμένοι ιστορικοί συμφωνούν ότι η Θεσσαλονίκη δεν καταλήφθηκε από τους Έλληνες το 1391 ή το 1394 και δεν ανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους. Άλλοι τείνουν να αποδεχθούν την πιθανότητα ανακατάληψής της την άνοιξη του 1394, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι το 1394 ο Βαγιαζήτ υπέβαλε τη Θεσσαλονίκη σε πιο άμεσο και αυστηρό τουρκικό έλεγχο ή ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί μια εξέγερση από την πλευρά των Θεσσαλονικέων. Κάποιοι αποδέχονται τις 12 Απριλίου 1394 ως ημερομηνία ανακατάληψης τής Θεσσαλονίκης από τούς Τούρκους. Ο Δούκας, ωστόσο, εμφανίζεται απόλυτα συνεπής, αν αποδώσουμε τις τουρκικές κατακτήσεις στα έτη 1394-1395.

[←11]

[Δούκας 29.4] Ὁ δεσπότης Ἀνδρόνικος, ὁ μετὰ τὸν βασιλέα Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον τρίτος υἱὸς τοῦ βασιλέως Μανουήλ, ἦν δεσπόζων Θεσσαλονίκης ὅς καὶ ὑπὸ τῆς ἱερᾶς νόσου ἔφθαρτο. Ἐν δὲ τῷ καιρῷ τῆς μάχης τοῦ Μωράτ, λέγω καὶ πρὸ τῆς μάχης τῆς Πόλεως, ἀφ’ οὗ ὁ Μουσταφᾶς ἐξῆλθε τῆς Λήμνου, εἶχε μάχην Θεσσαλονίκη καὶ πάντες οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Θετταλίας, Αἰτωλίας, Φθίας, Θηβῶν καὶ πέρα Ἰωαννίνων συνέθλιβον καὶ ἀπέκλειον Θεσσαλονίκην, οἱ τοῦ Ἀβρανέζη υἱοὶ καὶ ὁ Τουραχὰν καὶ ἕτεροι πλεῖστοι. Ἀγανακτήσαντες οὖν οἱ Θεσσαλονικεῖς τὴν καθ’ ἑκάστην ἔφοδον τῶν Τούρκων, καὶ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα ποθὲν (ἡ γὰρ πόλις ἔφερε τὰ κατ’ αὐτῆς δεινὰ καὶ οὐχ ὑπέφερεν· ἐλίμωττον γὰρ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἐνδείας τῶν ἀναγκαίων), στέλλουσί τινας τῶν ἀρχόντων πρὸς Βενετικοὺς μετὰ βουλῆς, τοῦ δεσπότου θέλοντος ἤ καὶ μὴ θέλοντος, τοῦ παραδοῦναι τὴν Θεσσαλονίκην αὐτοῖς. αὐτοὶ δὲ οἱ Βενετικοὶ ἀσπασίως τὴν ἀγγελίαν δεξάμενοι συνέθεντο τοῦ φυλάξαι καὶ θρέψαι καὶ εὐτυχῆσαι τὴν πόλιν καὶ εἰς δευτέραν Βενετίαν μετασχηματίσαι· καὶ αὐτοὶ Θεσσαλονικαῖοι ἔστερξαν τοῦ εἶναι πιστοὶ ἐν τῇ κοινότητι τῶν Βενετικῶν, ὥσπερ αὐτοὺς τοὺς ἐν Βενετίᾳ καὶ γενηθέντας καὶ τραφέντας. γενομένων οὖν τῶν συνθηκῶν διὰ δέκα τριήρεων ἄγουσι δοῦκαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ εἰσάγουσιν αὐτὸν ἐντὸς, καὶ ἐξάγουσι τὸν δεσπότην Ἀνδρόνικον. Καὶ τὸν νέον δοῦκαν εὐφημήσαντες ὑπέστρεψαν αἱ τριήρεις ἐν Βενετίᾳ, καὶ ἦν ἰδεῖν ἔκτοτε πλῆθος πολέμων, λέγοντες οἱ Τοῦρκοι «ἡ πόλις αὕτη ἡμετέρα ὑπάρχει· εἰ γὰρ ἡμεῖς ταύτην ἀσθενοῦσαν οὐκ ἀπεδείξαμεν, οὐκ ἄν εἰς ὑμᾶς ἀπέκλινεν.» ἐν γὰρ τούτῳ τῷ φρονήματι καρτερὰ μάχη ἐγένετο, καὶ ὑπερίσχυον οἱ Τοῦρκοι, ἐλίμωττον δὲ οἱ Θεσσαλονικεῖς. Οἱ δὲ Λατῖνοι φοβούμενοι μὴ πως οἱ Ῥωμαῖοι στενοχωρηθέντες ποιήσουσιν ἄνταρσιν καὶ εἰσάξουσι τοὺς Τούρκους, τοὺς δὲ Βενετικοὺς διώξουσιν (ἦν γὰρ καὶ προλαβὼν ἡ πόλις τῶν Τούρκων), ἤρξαντο τοὺς τῶν εὐγενῶν Ῥωμαίων οἴκους μεταστέλλειν, τοὺς μὲν εἰς Εὔβοιαν, τοὺς δὲ ἐν Κρήτῃ, ἄλλους ἐν Βενετίᾳ. Ἡ ᾀδομένη οὖν ἐπίπλαστος ἀφορμή, ὅτι τὰ πρὸς χρείαν εἰσὶ σπάνια, οἷον σίτος, κριθαί, ὄσπρια, κρέη καὶ ἄλλο εἴ τι τρόφιμον· διὰ τὸ ἀραιῶσαι οὖν τὰς οἰκίας, μετοικησάτωσαν οἱ προὔχοντες ἕνεκα τῆς στενοχωρίας ταύτης καὶ εἰς τὸ μετέπειτα Θεοῦ ἀρωγοῦντος ἐπανελεύσονται. Μετήγαγον οὖν πλείστους ὦδε κἀκεῖσε καὶ πολλοὺς ἐν τῷ βυθῷ ἔρριψαν, ἄλλους ὡς ἀπίστους ἐκόλαζον, τοὺς δὲ ἐναπολειφθέντας ἐν μυρίαις ἀσελγείαις ἐκάκουν, μετὰ δὲ τὸ ὑποστρέψαι τὸν Μωρὰτ ἐκ τῆς Ἀσίας εἰς Θρᾴκην ἔστειλαν οἱ Βενετικοὶ ἀποκρισιαρίους πρὸς αὐτὸν αἰτοῦντες εἰρήνην. ὁ δὲ οὐκ ἀπόκρισιν παρέσχεν αὐτοῖς, ἀλλὰ μόνον ὅτι
“ἡ πόλις αὕτη πατρικοῦ μου κτὴμά ἐστιν, καὶ ὁ ἐμὸς πάππος Παγιαζὴτ δυνάμει χειρὶ παρὰ τῶν Ῥωμαίων ταύτην ἔλαβεν. εἰ γὰρ ἦσαν Ῥωμαῖοι οἱ δυναστεύοντές μοι, εἶχον ἄν πρόφασιν τοῦ λέγειν ὁ ἀδικῶν. ὑμεῖς δὲ Λατῖνοι ὄντες καὶ ἀπὸ Ἰταλίας, τὶς ἡ προσχώρησις τῶν ὧδε; μετανάστητε, εἰ βούλεσθε· εἰ δὲ μὴ, ἔρχομαι ταχὺ.” στραφέντες οὖν ἄπρακτοι ἔγραψαν τὴν ἀπόκρισιν ἐν Βενετίᾳ σὺν ταῖς τριήρεσι τῆς γαρδίας ἤγουν τῆς παραφυλακῆς.

[←12]

Η Θεσσαλονίκη έπεσε στις 29 Μαρτίου 1430.

[←13]

[Δούκας 29.5] Ὁ δὲ Μωρὰτ ἔαρος ἀρξαμένου ἀπάρας ἐκ τῆς Ἀδριανοῦ εἰς Σέρρας ἦλθε, κἀκεῖ τὸν στρατὸν συναθροίσας ἐκ τῆς δύσεως ἔγραψε τῷ Χαμζᾷ λαβεῖν τὰς δυνάμεις τῆς ἕω καὶ περᾶσαι τὸν πορθμὸν τοῦ ἐλθεῖν ἐν Θετταλίᾳ. συναφθέντες οὖν ὁμοῦ στέλλει τοῦτον ἐν Θεσσαλονίκῃ σὺν πάσαις ταῖς δυνάμεσιν. ὁ δὲ Μωρὰτ ἦν ἐν Σέρραις κατατρυφῶν τῶν ἐκεῖ ἀγαθῶν· ἦν γὰρ φιλῶν τὰ συμπόσια· νέος γὰρ ὑπῆρχε τότε, ἄγων ἔτος που εἰκοστὸν πέμπτον. ὁ δὲ Χαμζᾶς ἐδίδου σκόλοπα τὸ καθ’ ἑκάστην πολεμίζων Θεσσαλονίκην· οἱ δὲ ἐντὸς ὡς πρὸς τοὺς ἔξω ἦσαν ἑκατὸν πρὸς ἕνα. τότε κατασκευάσας κλίμακας καὶ ἑλεπόλεις πλείστας καὶ κατασκευὰς πολλὰς ἐμήνυσε τῷ Μωρὰτ τοῦ ἐλθεῖν, ἵνα δώσωσιν τὸν πόλεμον. οἱ δὲ ἐντὸς ἵσταντο ἐκδεχόμενοι τὰς τριήρεις ἀπὸ τῆς Βενετίας. καὶ ὁ Μωρὰτ ἦλθε, καὶ τὰ τοῦ πολέμου καλῶς κατεσκεύαστο, καὶ αἱ τριήρεις οὐκ ἦσαν. τότε ὁ Μωρὰτ ἐκήρυξε διὰ τῆς σάλπιγγος, λέγων “ἰδοὺ, δίδωμι πάντα τὰ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὑμᾶς, ἄνδρας γυναῖκας παιδία, ἄργυρον χρυσὸν· μόνον τὴν πόλιν ἐμοὶ ἄφετε”. τότε ἠχησάντων τῶν ὀργάνων καὶ τῶν κλιμάκων τεθέντων (τὶ γὰρ εἶχον πρᾶξαι πεντακόσιοι ἤ χίλιοι ἤ δισχίλιοι ἄνδρες ἐν τοσαύτῃ πόλει; μόλις γὰρ ἐν δέκα προμαχῶσιν εἷς τζαγραβόλος ἵστατο) ἐπιβάντες οὖν ταῖς κλίμαξιν αὐθωρὸν ἐντὸς εὑρέθησαν, καὶ ἀνοίξαντες μίαν πύλην, ὡς σμῆνος μελισσῶν ἅπας ὁ στρατὸς ἐντὸς εἰσῄει. καὶ ἦν ἰδεῖν ξένον τέρας, ἄνδρας καὶ γυναῖκας σὺν νέοις καὶ παρθένοις ἀφήλιξι καὶ βρεφυλλίοις, ὁρμαθοὺς ὁ καθεὶς τῶν ἱππέων ἔχων ἐν χερσὶν ἕλκοντας· αὐτοὶ δὲ οὐαὶ μόνον ἑλκόμενοι ἔκραζον, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐλεὼν οὐδὲ ὀρέγων χεῖρα βοηθείας. ἀπαρχὴ κακὴ καὶ ἀπαίσιος τῶν μελλόντων κακῶν ἐν τῇ βασιλευούσῃ· ἐγυμνώθησαν οἶκοι, ἐρημώθησαν ναοὶ, ἐκκλησιῶν εὐπρέπειαι, κειμήλια ἱερὰ ἐν χερσὶ μιαρῶν, παρθένοι σεμναὶ ἐν ἀγκάλαις ἀσώτων, γυναῖκες εὐγενεῖς ἐν χερσὶν ἀγενῶν, καὶ τὰ πάντα κακὰ· τὶ καὶ πῶς καὶ διὰ τὶ; διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. ἐν μιᾷ οὖν ἡμέρᾳ κενωθεῖσα ἡ τοσαύτη πόλις ἔμεινεν ἔρημος. ὁ δὲ ἡγεμὼν ἀθροίσας ἐκ τῶν πέριξ χωρίων καὶ πόλεων ἐγκατοίκους Τούρκους σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις κατέστησεν, κελεύσας, εἴ τις τῶν Ῥωμαίων ἐξαγορασθείη καὶ ἐλευθερωθείη, ἐχέτω ἄδειαν τοῦ ἐλθεῖν καὶ οἰκῆσαι πάλιν ἐν αὐτῇ τῇ πόλει. τὰ δὲ τῶν μοναστηρίων κρειττότερα, ὧν αἱ φῆμαι πανταχοῦ ἐκηρύττοντο, ἐποίησε βωμοὺς τῆς αὐτῶν θρησκείας, πλὴν τοῦ ναοῦ τοῦ μεγάλου μάρτυρος Δημητρίου· καὶ γὰρ ἐν αὐτῷ εἰσελθὼν καὶ θύσας κριὸν ἕνα οἰκείαις χερσὶν προσηύξατο, εἶτα ἐκέλευσε τοῦ εἶναι ἐν χερσὶ τῶν Χριστιανῶν· πλὴν καὶ τὸν τοῦ τάφου κόσμον καὶ τοῦ ναοῦ καὶ τῶν ἀδύτων ἅπαντα οἱ Τοῦρκοι ἐνοσφίσαντο, τοίχους μόνον ἀφέντες κενοὺς· ἀπάρας δὲ ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης ἦλθεν ἐν Ἀδριανουπόλει, μετ’ όλίγον δὲ οἱ Βενετικοὶ στείλαντες ἀποκρισιαρίους ἐποίησαν εἰρήνην, φοβούμενοι μὴ πως ὀλέσωσι καὶ τὴν Εὔβοιαν.

[←14]

[Δούκας 29.6] Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἠγέρθη τις τῶν υἱῶν τοῦ βεηβόδα Βλαχίας Μίλτζου· εἶχε γὰρ πολλοὺς νόθους ἀσώτως ζῶν. Καὶ ἀπάρας ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἦν γὰρ ἐκεῖ διάγων ἐν τῷ παλατίῳ τοῦ βασιλέως Ἰωάννου ἐν στρατιωτικῷ σχήματι καὶ συνομιλῶν καθ’ ἑκάστην σὺν νεωτέροις καὶ πρὸς τὰ μάχιμα καὶ ἀνταρτικὰ ἐπιδεξίοις· ἦσαν γὰρ καὶ Βλάχοι τινές εὑρισκόμενοι τῷ τότε καιρῷ ἐν τῇ Κωνσταντίνου. Καὶ δὴ λαβόντες αὐτὸν ἀπῄεσαν ἐν ἑνὶ ἄκρῳ Βλαχίας κἀκεῖ ἀθροισθέντες ἱκανοί, τὸ καθ’ ἡμέραν ἠθροίζοντο καὶ παρεμβολὴ κραταιὰ ἐγένετο. Ἦν γὰρ τὸ γένος τῶν Βλάχων ἀσύστατον καὶ πρὸς ἐπιβουλίαν τῶν ἡγεμόνων ρέπον τὴν γνώμην εὐκίνητον.

[←15]

[Δούκας 29.7] Ὁ γὰρ βεηβόδας τοῦ τότε καιροῦ ὑπῆρχεν ἀνεψιὸς τοῦ Μίλτζα, υἱὸς ἀδελφοῦ, Νδάνου ἐπονομαζομένου. Μαθὼν οὖν, ὅτι τέθνηκε Μίλτζας, —ἐκεῖνος δὲ ἦν διάγων σὺν τῷ Μωράτ, ὅτε ἐστράτευσε κατὰ τῆς πόλεως καὶ ὡς ἐν παρατάξει πολέμου ἕτοιμος καὶ αὐτὸς σὺν τοῖς Τούρκοις δραμὼν εἰς ἐνέδραν,— ἔλαθεν εἰσελθὼν ἐν τῇ πόλει. Καὶ ἐμφανῆ ποιήσας ἑαυτὸν τῷ βασιλεῖ ἐξήρχετο σὺν τοῖς Ῥωμαίοις καὶ ἠνδραγάθει κατὰ τῶν Τούρκων. Ὡς οὖν ὁ Μωρὰτ ἀπέστη τῆς πόλεως μὴ τυχών, ὅ ἐν ἐλπίσιν ἦν, ἀλλ’ ἀποτυχὼν τοῦ σκοποῦ, καὶ ὁ Νδάνος προσκυνήσας τῷ βασιλεῖ ἐζήτει ἐλευθερίαν καὶ ὁδὸν εὐθείαν τοῦ ἐλθεῖν εἰς τὰ ἴδια. Ὁ βασιλεὺς φιλοτιμήσας δὲ καὶ εἰς μίαν τῶν μεγίστων νηῶν εἰσάξας ἔστειλεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ Ποντικοῦ Πελάγους εἰς τὸ Ἀσπρόκαστρον. Ἐκεῖ δὲ οἱ τῆς Βλαχίας εὑρισκόμενοι ἄρχοντες εὐφήμησαν αὐτὸν ὡς ἡγεμόνα καὶ εἰς τὴν παππικὴν ἡγεμονίαν ἀπεκατέστησαν, κτείναντες τὸν νόθον υἱὸν τοῦ Μίλτζα. Ὡς δ’ ἐγένετο κύριος πάσης Βλαχίας, ἔστειλεν εἰς τὸν Μωρὰτ ἀποκρισιαρίους εἰρηνεύσων αὐτόν· καὶ ἐγένετο, ἦν γὰρ χρηστὸς τῷ ἤθει καὶ ἥμερος ὁ Μωράτ. Ἐδίδοτο γοῦν παρ’ αὐτοῦ τὸ κατ’ ἔτος τέλος καὶ εἶχε παντοίαν ἀνάπαυσιν καὶ τὴν Βλαχίαν ὁ Νδάνος αὐθέντευεν.

[←16]

[Δούκας 29.8] Ἀλλ’ ἐπανίτω μοι νῦν ὁ λόγος εἰς τὸν Δραγούλιον· οὕτω γὰρ ἐκαλεῖτο, πανοῦργος τοῖς τρόποις ὤν· καὶ γὰρ τὸ Δραγούλιος ὄνομα πονηρὸς ἑρμηνεύεται. Κροτήσας οὖν πόλεμον μετὰ τοῦ Νδάνου ἀπέτεμε τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν καὶ κύριος τῆς ἡγεμονίας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ κατέστη. Ὁ δὲ Μωρὰτ μαθὼν τὸ δρᾶμα βαρέως ἔφερεν· εἶχε γὰρ ἐν χερσὶν ἄλλον ἀδελφὸν τοῦ Νδάνου καί, βουληθεὶς τοῦ καταστῆσαι αὐτὸν ἡγεμόνα ἀντὶ τοῦ φονευθέντος ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἔστειλεν αὐτὸν σὺν δυνάμει ἐν Βλαχίᾳ. Ὁ δὲ Δραγούλιος πόλεμον στερρὸν ἐγείρας κατὰ τῶν ἐπεμβαινόντων, ἔτρεψε καὶ εἰς τέλος ἠφάνισε καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Νδάνου ἔκτεινε καὶ αὐτὸς τὴν ἡγεμονίαν ἐκληρονόμησε.

[←17]

[Δούκας 29.9] Ἐν ἐκείνῳ δὲ τῷ ἔτει ἦλθεν εἷς ἐκ τῶν τοῦ Καραμὰν ἀπαγγέλων τῷ Μωράτ, ὅτι ἐν τοῖς ἵπποις αὐτοῦ ἐστὶν εἷς τῶν Ἀραβικῶν ἵππων ἔν τε πράξει ἔν τε ἡλικίᾳ, ἐν χρώματι, ἐν ἰσότητι τῶν μελῶν τε καὶ ἄρθρων ὡς οὐδεὶς τῶν παρὰ τοῖς Ἄραψι καλῶς καὶ ἐπιμελῶς τρεφομένων καὶ παιδευομένων. Ὁ Μωρὰτ οὖν ἐλθὼν εἰς ἐπιθυμίαν τοῦ ἵππου στέλλει ἕνα τῶν τιμίων αὐτοῦ δούλων καὶ ζητεῖ τὸν ἵππον, ἐλπίζων ὁ Μωρὰτ κατὰ τὴν πρώτην ἀγγελίαν τοῦ δοῦναι τὸν ἵππον χάριν φιλίας ἤ ἀνταλλαγῆς τινος τιμήματος· ἦν γὰρ ὁ Μωρὰτ ἀεὶ δέρων καὶ ἐπαπειλῶν αὐτὸν πάντοτε, ἐκ πατρόθεν καὶ πάππων εὐτυχὴς ὤν κατὰ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Καραμάν. Ἐθάρρει τοίνυν κατὰ πολλοὺς τρόπους τοῦ ἔχειν τὸν ἵππον. Ὁ δὲ Καραμὰν τὰ ἐναντία φρονῶν ἀπελογίσατο τῷ δούλῳ τοῦ Μωράτ· «Δύναται ὁ κύριός σου ἐπιβῆναι τῷ ἵππῳ τούτω;» δεικνύων δακτυλοδείκτως, καὶ τὸν ἵππον. Ὁ δὲ εἶπεν· «Εἰ δύναται ἤ οὐ δύναται, οὐκ ἐμοὶ τυγχάνει τὴν ἀπόκρισιν δοῦναι· αὐτὸς γὰρ δύναται τοῦ ἀνταποκριθῆναί σοι· ἐμοὶ δὲ ἀπόκριναι τὶ τὸ μέλλον ἀνταποκρῖναι τῷ κυρίῳ μου.»
Ὀ δὲ Καραμὰν ἔφη· «Ἀνάγγειλον τῷ κυρίῳ σου, ὅτι· «Οὐ δυνήσῃ καθίσαι ἐν τῷ ἵππῳ, ἀγέρωχος ὑπάρχων· μόλις γὰρ ἐγὼ τὴν ἐπίβασιν τίθημι· καὶ διὰ τοῦτο οὐ πέμπω σοι.» Ὁ δὲ Μωρὰτ ἀκούσας τοὺς λόγους ἐσκληρύνθη καί, σπουδῇ τὰ στρατεύματα συναγαγὼν καὶ περάσας τὸν πορθμόν, εἰς Προῦσαν ἀφίκετο κἀκεῖ μικρὸν ἀναμείνας, ἕως καὶ τὰ τῆς ἀνατολῆς συναχθῶσι.

[←18]

[Δούκας 29.10] Καὶ ὁ πρὸ μικροῦ ῥηθεὶς Δραγούλιος, ὁ βεηβόδας Βλαχίας, ἔφθασε διαβὰς τὸν πορθμὸν καὶ ἐν τῇ Προύσῃ τυχὼν τῷ ἀμηρᾷ Μωράτι· καὶ προσκυνήσας αὐτῷ ὑπετάγη ὑποσχεθείς, ὁπόταν δεῃ περᾶσαι ὁ Μωρὰτ ἐν τῇ Οὐγγρίᾳ, αὐτὸς δώσει πόρον, αὐτὸς γενήσεται προοδοποιὸς ἄχρις ὁρίων Ἀλαμανίας τε καὶ Ῥωσίας. Ὁ δὲ Μωρὰτ ἀγασθεὶς ἐπὶ τοῖς ὑποσχεθεῖσι καὶ ὁμοτράπεζον καὶ συμπότην αὐτὸν ποιήσας καὶ λίαν φιλοτιμήσας καὶ δῶρα πλεῖστα αὐτόν τε καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, ἦσαν γὰρ ὑπὲρ τοὺς τριακοσίους, καὶ ἀσπασάμενος ἀπέλυσεν.

[←19]

Αυτό έγινε το 1444.

[←20]

[Δούκας 29.11] Ὁ δὲ Μωρὰτ ἐκ τῆς Προύσης εἰς Κοτυάειον ἐλθών, ἐκεῖθεν ἀπάρας εἰσῆλθεν ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ Καραμάν. Καὶ χειρωσάμενος πόλεις δύο, ἡ μία καλεῖται κατὰ τὴν τῶν Τούρκων γλῶτταν Ἄκσιαρι, ἡ δὲ ἑτέρα Πέγσιαρι· ἦν δὲ ἡ πόλις αὕτη ἐγγὺς Ἰκονίου, ἀπέχουσα δύο ἡμερῶν ὁδόν. Τότε ὁ Καραμὰν μὴ ἔχων τί δρᾶσαι, στέλλει πρὸς αὐτὸν πρέσβεις τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ καὶ χρήματα ἱκανὰ καὶ τὸν ἵππον καὶ τὰς δύο πόλεις, ἅς ἔλαβε, σὺν τοῖς κάμποις καὶ τοῖς χωρίοις μόνον τοῦ στραφῆναι εἰς τὰ ὀπίσω, στείλασα καὶ γραφὰς παρακλητικὰς ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ πρὸς αὐτόν, ἦν γὰρ ὁ Καραμὰν γαμβρὸς ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ Μωράτ. Ὁ δὲ καμφθεὶς ταῖς παρακλήσεσιν αὐτῶν ἐποίησεν εἰρήνην σὺν ὅρκοις καὶ ὑπέστρεψεν.

[←21]

Ο Στέφαν Λαζάρεβιτς πέθανε στις 19 Ιουλίου 1427 και τον διαδέχθηκε ο Γεώργιος (Τζούρατζ) Βούκοβιτς Μπράνκοβιτς, πρώτος ως άρχοντας (1427-1429) και μετά ως δεσπότης Σερβίας (1429-1456). Ο Μπράνκοβιτς παντρεύτηκε την Ειρήνη Καντακουζηνή (περίπου 1400-1457), αδελφή τού Γεώργιου Παλαιολόγου Καντακουζηνού, στις 26 Δεκεμβρίου 1414. Από τα πέντε παιδιά του, τρία αγόρια και δύο κορίτσια, τέσσερα ήσαν πιθανώς παιδιά τού Γεώργιου και τής Ειρήνης, ενώ η Μάρα ήταν κόρη του από προηγούμενη σύζυγο. Το 1435 έδωσε την κόρη του Μάρα (βλ. Nl75) σε γάμο με τον Μουράτ Β’. Το 1446 ο μικρότερος γιος του Λάζαρ παντρεύτηκε μια κόρη τού Θωμά, δεσπότη τού Μοριά, και ο παππούς της Ιωάννης Η’ τού χορήγησε τον τίτλο τού δεσπότη. Ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου 1456 ενώ η Ειρήνη, η οποία είχε υποφέρει τη θλίψη τής τύφλωσης των δύο γιων της από τον Μουράτ Β’ το 1441, πέθανε στις 2-3 Μαΐου 1457.

[←22]

Η Μάρα ή Μαρία Μπράνκοβιτς ήταν η κόρη τού Γεώργιου Μπράνκοβιτς από τον πρώτο του γάμο με μια αδελφή τού Ιωάννη Δ’, αυτοκράτορα τής Τραπεζούντας. Παντρεύτηκε τον Μουράτ Β’ στις 4 Σεπτεμβρίου 1436. Όταν ο Μουράτ πέθανε το 1451, προτάθηκε να παντρευτεί τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ’ Παλαιολόγο, αλλά εκείνη αρνήθηκε, γιατί είχε δώσει όρκο αγνότητας όταν ο Μεχμέτ Β' τής επέτρεψε να επιστρέψει στην πατρίδα της. Τον Μάρτιο τού 1459 ο σουλτάνος τής έδωσε την πλήρη κατοχή τού μοναστηριού τής Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Πέθανε στο μοναστήρι τής Θεοτόκου Εικοσιφοίνισσας (Κοσίνιτσα) κοντά στη Δράμα.

[←23]

Το Σμεντέρεβο (Σεμέντρια), το ισχυρό φρούριο που χτίστηκε από τον Γεώργιο Μπράνκοβιτς στον Δούναβη το 1430, ήταν η τελευταία πρωτεύουσα τής μεσαιωνικής Σερβίας. Ο Μουράτ Β’ το πήρε ύστερα από πολιορκία τριών μηνών στις 18 Αυγούστου 1439. Το 1444 το Σμεντέρεβο επιστράφηκε στον Μπράνκοβιτς.

[←24]

[Δούκας 30.1] Ἐλθὼν δὲ ἐν Ἀδριανουπόλει καὶ μαθὼν ὅτι ὁ δεσπότης Σερβίας, υἱὸς τοῦ Λαζάρου καὶ γυναικαδελφὸς τοῦ Παγιαζήτ, ἀπέθανεν, ὅν ὁ λόγος ἐν τοῖς τοῦ Παγιαζὴτ χρόνοις, τοῦ Ἰλτρὴμ λέγω, ἱστόρησεν, πέμπει πρὸς τὸν αὐτοῦ διάδοχον ἀποκρισιαρίους, ζητῶν τὴν ἅπασαν Σερβίαν. Ἦν γὰρ ὁ ἀποθανὼν μὴ ἔχων κληρονόμον καὶ γὰρ ἄπαις ἐτελεύτησεν. Εἶχεν οὖν ἀδελφιδοῦν ἐκ τῆς Μάρω, τῆς θυγατρὸς Λαζάρου καὶ ἀδελφῆς αὐτοῦ τοῦ τεθνηκότος Στεφάνου· ἦν γὰρ Γεώργιος, υἱὸς Βούλκου καὶ γαμβρὸς Λαζάρου. Ἰδὼν οὖν τοὺς ἀποκρισιαρίους καὶ τιμήσας αὐτούς, ὡς ἐχρῆν, καὶ κατὰ νοῦν λαβὼν τὰς τοῦ δράκοντος ἐπηρείας, ὅτι, εἰ μὲν φάγῃ καὶ κορεσθῇ, μικρὸν ταπεινωθήσεται, εἰ δ’ οὖν, καὶ Σερβίαν καὶ Βουλγαρίαν καὶ τοὺς πατρικοὺς τόπους αὐτοῦ, ἅπαντα χανὼν ῥοφήσει, καὶ πραγματεύεται τὸν καιρὸν καὶ δίδωσιν αὐτῷ τὴν αὐτοῦ θυγατέρα εἰς γάμον καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Σερβίας εἰς προῖκα τάχα, μόνον ἐνόρκως ποιήσωσι τὴν εἰρήνην. Χρυσίου δὲ καὶ ἀργυρίου ταλάντων ἀριθμὸν τίς διηγήσεται; Στέλλει ἀποκρισιαρίους καὶ πείθουσι τὸν ἡγεμόνα· καὶ πέμπει τὸν Σαρητζίαν, ἕνα τῶν βεζιρήδων τοῦ μνηστεῦσαι τὴν κόρην καὶ δοῦναι ὅρκους τῷ Γεωργίῳ καὶ λαβεῖν παρ’ αὐτοῦ ἀσφάλειαν. Ἐντυχὼν οὖν ὁ Σαρητζίας τῷ δεσπότῃ Γεωργίῳ καὶ τελειώσας τὴν τῶν μνήστρων πρᾶξιν ἐπανῆλθεν. Αἰτήσας λύσιν τοῦ οἰκοδομῆσαι πολίχνιον ἐν τῇ ἀκτῇ τοῦ Δανούβεως, δέδωκεν αὐτὴν ὁ Μωράτ· καὶ ἀπελύθη ὁρισμὸς εἰς αὐτὸν καὶ ἤρξατο κτίζειν ὁ δεσπότης τὸ Σμέδροβον.

[←25]

Ο Λάντισλας ή Βλάντισλαβ Γ’, ο νεαρός Γιαγκελλόνιος, ήταν βασιλιάς τής Πολωνίας και κράλης τής Ουγγαρίας (1440-1444).

[←26]

Μέγας δομέστικος ήταν ο βυζαντινός τίτλος για τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων. Αυτός ήταν ο Γιάνος Κορβίνους Χούνιαντι. Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι ήταν νόθος γιος τού Σίγκισμουντ, αυτοκράτορα τής Γερμανίας. Όμως ο Balint Homan τον αποκαλεί μεγαλύτερο γιο τού Βάικ, ενός ιππότη στην αυλή τού Σίγκισμουντ, και μιας Μαγυάρας γυναίκας. Ο Βάικ έγινε Ούγγρος ευγενής και έλαβε το κάστρο τού Χούνιαντ στην Τρανσυλβανία. Το 1439 ο βασιλιάς Άλμπερτ έβαλε τον Γιάνος επικεφαλής τού βανάτου τού Σορένι (Σέβεριν) στον Δούναβη, στη Βλαχία. Υπό τον Βλάντισλαβ Γ’ τής Πολωνίας και τής Ουγγαρίας διορίστηκε βοεβόδας τής Τρανσυλβανίας και έγινε διοικητής των στρατευμάτων που πολεμούσαν τούς Τούρκους. Μετά τον θάνατο τού Βλάντισλαβ Γ’ στη Βάρνα το 1444, ο Χούνιαντι εξελέγη αντιβασιλέας και κυβερνήτης τής Ουγγαρίας, όσο ήταν ανήλικος και απουσίαζε ο Λάντισλας Ε’ Ποστχούμους, γιος τού Άλμπερτ (βλέπε. N212). Στην πράξη ο Χούνιαντι ήταν βασιλιάς ακόμη και μετά την ανάληψη τής βασιλικής εξουσίας από τον Λάντισλας Ε’ Ποστχούμους το 1453, διατηρώντας τη δύναμή του και την εξουσία του ως αντιβασιλέας και στρατιωτικός διοικητής. Ο γιος του, ο Ματίας Κορβίνους Χούνιαντι, έγινε μάλιστα βασιλιάς τής Ουγγαρίας (1458-1490).

[←27]

[Δούκας 30.2] Ὁ δὲ Μωρὰτ ἤδη θέρους ὥρας ἐγγὺς οὔσης στρατεύει εἰς Οὐγγρίαν καὶ περάσας τὸν Δάνουβιν διὰ τῆς Νικοπόλεως, συναντᾷ τοῦτον Δραγούλιος καὶ μετὰ περιχαρείας ἀσπασάμενος σὺν τῷ στρατῷ αὐτοῦ συνοδεύει τῷ Μωράτ. Καὶ εἰσβάσας αὐτὸν ἐντὸς τεττάρων ἡμερῶν πορείαν, εὗρεν ἔρημον τὸν τόπον. Μαθόντες γὰρ οἱ Οὖγγροι τὴν ἐπέλευσιν τοῦ Μωράτ, ἐμετοίκισαν τὰς κώμας καὶ τὰ μικρὰ πολίχνια. Καὶ κατεπάτησαν οἱ Τοῦρκοι γῆν πολλὴν ἔρημον, μὴ κερδήσαντές τι πλὴν ἑνὸς κάστρου σμικροτάτου καὶ αὐτὸ παρ’ ἐλπίδα. Οἱ γὰρ ἄνδρες ἐξελθόντες τοῦ εὑρεῖν τὰ τῶν ἀναγκαίων χρειώδη καὶ μείναντες ἔξω τῆς πόλεως, οἱ Τοῦρκοι πρωΐ παρατρέχοντες εὗρον τὰς πύλας ἀνεῳγμένας καὶ εἰσῆλθον, τινὸς μὴ ὄντος τοῦ ἀντιπαρατάττοντος· λαβόντες δὲ τὴν λεῖαν ἐξήεσαν. Ἐλθόντες δὲ ἄχρι Ζιπηνίου, —αὕτη δὲ ἐστι μία τῶν περιφανῶν πόλεων Οὐγγρίας,— οὐκ ἐτόλμησαν προσεγγίσαι. Οἱ πολῖται δὲ ἀγριωπὸν πρὸς τοὺς Τούρκους βλέψαντες καὶ κατὰ στόμα ἀντιμαχησάμενοι, μὴ κλείσαντες τὰς πύλας, ἦσαν γὰρ ἀνεῳγμέναι, καὶ πολλοὺς τῶν Τούρκων φονεύσαντες, ὀπισθώρμησαν ἔχοντες ἀεὶ τὸν Δραγούλιον προοδοποιὸν· ἐφοβήθη γὰρ ὁ Μωράτ, μήπως ἐνέδρα γένηται κατ’ αὐτοῦ παρὰ τοῦ Δραγουλίου. Καὶ ἐλθόντες ἐν τῇ ἀκτῇ τοῦ ποταμοῦ ἐπέρασαν. Ἦv γὰρ τοῦ τότε καιροῦ ῥὴξ βρεφύλλιον καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐπιτροπεύων. Ὡς εἶδον τοίνυν τὴν τόλμην τῶν Τούρκων, ἔστησεν ἡ ῥήγενα τῶν γενναίων ἕνα μέγα δομέστικον τοῦ φωσάτου, ἄνδρα τολμηρὸν καὶ εὐκάρδιον καὶ πρὸς τὰ πολεμικὰ ἕτερον Ἀχιλλέα ή Ἕκτορα.

[←28]

Ο Ιωάννης Η’ έστειλε τον Γεώργιο Φιλανθρωπηνό στη Σερβία, για να απονείμει στον Γεώργιο Μπράνκοβιτς τα διακριτικά τού αξιώματος τού δεσπότη Σερβίας το 1429. Ο Δούκας τοποθετεί το γεγονός αυτό το 1435, την ίδια χρονιά με το γάμο τής Mάρα με τον Μουρατ Β’, όταν ο Μπράνκοβιτς ήταν ήδη δεσπότης.

[←29]

Ο Μουράτ Β’ συνήψε το 1423 συνθήκη ευνοϊκή για τον εαυτό του με τον Ισφεντιγιάρ, ηγεμόνα Κασταμονής, και παντρεύτηκε την κόρη του. Ο Ισφεντιγιάρ παραχώρησε ταυτόχρονα στον Μουράτ Β’ μια περιοχή πλούσια σε ορυκτά κοιτάσματα.

[←30]

[Δούκας 30.3] Ὁ δὲ Μωρὰτ διαβὰς τὸν ποταμὸν καὶ ἐν Ἀδριανοῦ καταντήσας στέλλει τὸν Σαρητζίαν ὡς νυμφαγωγὸν τοῦ ἀγαγεῖν τὴν νύμφην ἐκ τῆς Σερβίας. Καὶ ἐλθὼν καὶ δεξιωσάμενος αὐτὸν ὁ δεσπότης φιλοτίμως, ἦν γὰρ ἐν ἐκείνῳ τῷ χειμῶνι στεφθείς· ὁ γὰρ βασιλεὺς Ἰωάννης πέμψας Γεώργιον τὸν Φιλανθρωπινὸν σὺν τοῖς παρασήμοις, ἐποίησεν αὐτὸν δεσπότην Σερβίας. Ἀπάρας οὖν ὁ νυμφαγωγὸς σὺν τῇ νύμφῃ, ἔχοντες θησαυροὺς ἀμετρήτους καὶ χρυσοϋφάντους στολάς, ἄγουσα μετ’ αὐτῆς καὶ τοὺς δύο ἀδελφοὺς αὐτῆς, ἐλθόντες δὲ καὶ χαρὰν μεγάλην καὶ γάμους ποιήσαντες, —ἦν γὰρ ἔχων καὶ ἑτέραν προλαβών, τοῦ Σπεντιάρ θυγατέραν, γυναῖκα, ἀλλὰ ταύτην ἐπόθει πλέον ὡραίαν οὖσαν καὶ ψυχῇ καὶ σώματι,— τῶν γάμων δὲ πληρωθέντων καὶ τοὺς γυναικαδέλφους αὐτοῦ ἀσμένως ἀποπέμψας μετὰ δώρων πολλῶν, αὐτὸς ἐν Ἀδριανουπόλει φθινοπώρου ἀρχομένου ἐκάθητο, πῇ μὲν ἐν κυνηγεσίοις ἐξερχόμενος, πῇ δὲ ἐν θεάτροις καὶ πότοις ἀσχολούμενος.

[←31]

Γρηγόριος ήταν το όνομα τού μεγαλύτερου γιου τού Γεωργίου Μπράνκοβιτς. Δεν είναι βέβαιο αν ήταν γιος τού Γεώργιου και προηγούμενης συζύγου ή τής Ειρήνης Καντακουζηνής. Ο Γρηγόριος και ο αδελφός του Στέφαν τυφλώθηκαν από τον Μουράτ Β’ στην Αμάσεια τής Μικράς Ασίας στις 8 Μαΐου 1441. Έτσι ήταν ο μικρότερος γιος Λάζαρ εκείνος που διαδέχθηκε τον πατέρα του που πέθανε τον Δεκέμβριο του 1456. Ο Λάζαρ καταδίωκε τη μητέρα του και τον Γρηγόριο, και όταν η Ειρήνη πέθανε το 1457, ο Γρηγόριος διέφυγε στην αυλή τού σουλτάνου Μεχμέτ Β’. Πέθανε ως μοναχός Γερμανός στη Μονή Χιλανδαρίου στο Άγιο Όρος στις 16-17 Οκτωβρίου 1459. Ο γιος του Βουκ Μπράνκοβιτς ήταν δεσπότης στην Ουγγαρία υπό τον Ματίας Κόρβινους και πέθανε στις 16 Απριλίου 1485.

Ο Θωμάς Καντακουζηνός ήταν αδελφός τής Ειρήνης Καντακουζηνής, συζύγου τού Γεώργιου Μπράνκοβιτς. Μπήκε στην υπηρεσία τού Μπράνκοβιτς το 1414, μετά τον γάμο τής αδελφής του με τον δεσπότη. Όταν πέθανε η αδελφή του το 1457, κατέφυγε στον σουλτάνο στην Αδριανούπολη με την ανιψιά του Μάρα και τον ανιψιό του Γρηγόριο. Πέθανε στις 25 Ιουλίου 1463.

[←32]

Το Νόβο Μπέρντο (Novus Mons ή Novomonte) στη Σερβία που είχε σημαντικά ορυχεία που παρήγαγαν glama ή ασήμι που περιείχε ορισμένο ποσοστό χρυσού. Το Νόβο Μπέρντο έπεσε στους Τούρκους τον Ιούνιο του 1441. Ο Ζαγανός πασάς χρησιμοποίησε επαγγελματίες μεταλλωρύχους από τα αργυρωρυχεία του Νόβο Μπέρντο, για να υπονομεύσει διάφορα μέρη των τειχών τής Κωνσταντινούπολης κατά την τελική πολιορκία τού 1453.

[←33]

[Δούκας 30.4] [30.4] Ἔαρος δὲ ἀρχομένου βουλὴν βουλεύεται πονηρὰν κατὰ τοῦ δεσπότου καὶ πενθεροῦ αὐτοῦ, ἔχων εἰς τοῦτο ἕνα τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ σύμβουλον, ἄνθρωπον κακοποιὸν καὶ τῶν χριστιανῶν ἐχθρὸν ἄσπονδον, ὀνόματι Φαδουλάχ. Οὗτος γὰρ ἦν πρῶτον τῶν εἰσοδημάτων τῆς ἡγεμονίας μέγας χαρτουλάριος· εἶτα ὁρῶν αὐτοῦ τὸ πανούργον ὁ ἡγεμὼν ὀξύ καὶ πρὸς τὰς βουλὰς αὐστηρὸν καὶ κατὰ τῶν χριστιανῶν ἐχθρωδῶς διακείμενον, ποιεῖ αὐτὸν καὶ μεσάζοντα. Καὶ τῷ Μωρὰτ μιᾷ τῶν ἡμερῶν εἴρηκεν «Ἵνα τί, κύριε, τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἡμετέρας πίστεως εἰς τέλος οὐκ ἀφανίζεις; Θεὸς γὰρ διδοὺς τὴν τοσαύτην ἡγεμονίαν, σὺ καταφρονῶν αὐτὴν οὐκ ἐπιβλέπεις εἰς αὐτούς, ὡς τῷ Θεῷ δοκοῦν, ἀλλὰ φιλανθρώπως εἰς μακροθυμίαν τοὺς ἀπίστους περιθάλπεις. Οὐκ ἔστιν οὖν τοῦτο, οὐκ ἔστι Θεῷ βουλητόν, ἀλλ’ ή μάχαιρά σου φαγέτω κρέα τῶν ἀσεβῶν, ἕως οὗ ἐπιστρέψωσιν ἐν τῇ τοῦ μόνου Θεοῦ καὶ τοῦ μεγάλου προφήτου διδασκαλίᾳ. Γίνωσκε οὖν, ὦ ἡγεμών, ὅτι τὸ πολίχνιον, ὅ ἐπῳκοδόμησεν ὁ δεσπότης Σερβίας, οὐκ ἔστι συμφέρον ἡμέτερον. Ἀρθήτω οὖν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἕξομεν αὐτὸ διάβασιν ἀπὸ Σερβίας εἰς Οὐγγρίαν. Ἄρωμεν ἀπ’ αὐτοῦ τὰς πηγὰς τὰς ἀειζώους, τοὺς βρυούσας ὡς ὕδωρ ἀένναον τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσὸν καὶ σὺν αὐτὰς κερδήσομεν Οὐγγρίαν καὶ ἐπέκεινα Ἰταλίας φθάσομεν, ταπεινώσοντες τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἡμετέρας πίστεως.» Ὁ δὲ ἡγεμὼν ἁπλούστατος ὤν καὶ μὴ ἔχων πονηρίαν ἐν καρδία, ἔδωκεν ὦτα τοῖς λόγοις τοῦ Σατανᾶ. Πέμπει οὖν ἀποκρισιαρίους εἰς τὸν δεσπότην Σερβίας ζητῶν τὸ πολίχνιον, ὅ νεωστὶ ἐδείματο, οἷον τὸ Σμέδροβον. Ὁ δὲ ἀνταπέστειλεν αὐτῷ λόγους ἀναμιμνήσκων τοὺς ὅρκους καὶ τὴν συγγένειαν. Ὁ δὲ τύραννος μηδ’ ὁπωσοῦν εἰς νοῦν λαβὼν τὰ τοῦ δεσπότου ῥήματα στρατεύει κατ’ αὐτοῦ. Καὶ δὴ πρῶτον ἔρχεται εἰς Σμέδροβον ὥρᾳ θέρους· ἦν γὰρ ἡ σιτοθήκη τοῦ κάστρου κενὴ καὶ τὰ λοιπὰ τῶν τροφῶν ταμεῖα. Καὶ σκοπήσας καιρὸν ἀπέκλεισε τὸ πολίχνιον καὶ παρακαθίσας αὐτῷ μῆνας τρεῖς, ἀπὸ τῆς ὑστερήσεως τῶν αὐταρκιῶν παρεδόθη, ὅρκους δοὺς καὶ πίστεις τοῦ μὴ ἀδικῆσαί τινα. Ἀνοίξαντες δὲ τὰς θύρας ἐξῆλθον εἰς προσκύνησιν αὐτοῦ. Ἦσαν δὲ ἐντὸς ὁ πρῶτος υἱὸς τοῦ δεσπότου καὶ ὁ πρὸς μητρὸς θεῖος αὐτοῦ Θωμᾶς ὁ Καντακουζηνὸς. Ἔβαλε γοῦν Τούρκους ἱκανοὺς εἰς φύλαξιν, αὐτὸς δὲ ἀπάρας ἐκεῖθεν ἔρχεται εἰς Νοβόπριδον, μητέρα τῶν πόλεων· καὶ καταπολεμήσας εἷλε ταύτην καὶ παρέδωκε Τούρκοις καὶ ὅλην Σερβίαν. Χειμῶνος δὲ φθάσαντος ἐστράφη ἐν τῇ Ἀδριανοῦ· τοὺς δὲ δύο υἱοὺς τοῦ δεσπότου, ἦν γὰρ ὁ εἷς εὑρεθεὶς ἐν Ἀδριανουπόλει, στρατεύοντος ἐν τῷ Σμεδρόβῳ τοῦ Μωράτ, ὁ δὲ ἕτερος συλληφθεὶς ἐν αὐτῷ τῷ πολιχνίῳ ἤχθη ἐν Ἀδριανοῦ, πέμψας οὖν αὐτοὺς δεσμίους ἐν τῇ ἀνατολῇ ἐν Ἀμασείᾳ, ἐξορύττει τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τῶν δύο συμβουλίᾳ τοῦ Φαδουλάχ.

[←34]

[Δούκας 30.5] Ὁ δὲ Δραγούλιος ἐλθὼν εἰς προσκύνησιν αὐτοῦ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ, πέμπει αὐτὸν δέσμιον ἐν Καλλιουπόλει φυλακίσας αὐτὸν ἐν τῷ πύργῳ, εὑρῶν αἰτίαν, ὅτι ἐν τῇ Οὐγγρίᾳ ἔμελλε προδώσειν αὐτόν, ὅτε προωδοποίει, καὶ ἀλλα τινὰ ἐφευρέματα, ἅ διενόει ὁ Φαδουλάχ. Ποιήσας οὖν ἡμέρας πολλὰς ἐν τῷ πύργῳ, ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ὁμήρους· καὶ πέμψας ἔφερε καὶ παρέδωκεν αὐτούς, ἔτι ἀφήλικες ὄντες. Ὁ δὲ λαβὼν αὐτὰ στέλλει ἐν τῇ ἀνατολῇ ἐν Ἀσίᾳ ἐν κάστρῳ τινί, Νύμφαιον ἐπονομαζόμενον, παραγγείλας φυλάττειν ἐπιμελῶς αὐτά. Τὸν δὲ Δραγούλιον, δοὺς ὅρκους καὶ λαβών, ὡς ἔσται πιστὸς ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἀπέλυσεν ἐν Βλαχίᾳ.

[←35]

Αυτός ήταν ο Γερμανός βασιλιάς Σίγκισμουντ, γιος τού Καρόλου Δ΄, ο οποίος ήταν επίσης βασιλιάς τής Ουγγαρίας (1387-1437) και αυτοκράτορας τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1411-1437). Όταν πέθανε ο Στέφαν Λαζάρεβιτς στις 19 Ιουλίου 1427, ο ανιψιός του και διάδοχος Γεώργιος Μπράνκοβιτς έδωσε όρκο πίστης στον βασιλιά Σίγκσμουντ και τού παρέδωσαν το Βελιγράδι.

[←36]

[Δούκας 30.6] Ἔαρος δὲ ἀρξαμένου στρατὸν ἐγείρει μέγα καὶ πολὺ ἔκ τε Ἀσίας καὶ Θρᾴκης καὶ κατὰ τοῦ Πελογράδω ἐστράτευσεν. Ἦν δὲ τὸ Πελογράδω πόλις Σερβίας ὀχυρὰ καὶ δυσάλωτος, ἔχον τοὺς θεμελίους ἀναμέσον ποταμὼν δύο, Δανούβεώς τε καὶ Σάβα. Πρὸ ὀλίγου δὲ αἰτήσας αὐτὴν τὴν πόλιν ὁ κράλης Οὐγγρίας, δέδωκε πρὸς αὐτὸν ὁ δεσπότης Γεώργιος φοβούμενος, μήπως οἱ Τοῦρκοι παραλαβόντες αὐτήν, τὴν περαίαν διαβάντες ἕλωσι τὰς πόλεις Οὔγγρων τε καὶ τοῦ δεσπότου. Ἔχει γὰρ ὁ Σέρβος ἐν τῇ περαίᾳ πόλεις ἱκανάς. Ὡς δυνατωτέρους τοίνυν καὶ μαχιμωτέρους, ἔδωκεν αὐτὴν πρὸς τοὺς Οὔγγρους, ἵνα φυλάττωσιν. Καὶ γὰρ ὁ δεσπότης εἶχε περάσας τὸν Ἴστρον, ὅτε ὁ Μωρὰτ ἐζήτει τὸ Σμέδροβον, καὶ ἦν αὐλιζόμενος ἐν ταῖς αὐτοῦ πόλεσιν, ἔχων φυλλάσσοντας αὐτὸν τοὺς Οὔγγρους. Ἐν τούτῳ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐχθροδῶς διετέθησαν εἰς αὐτόν.

[←37]

Η ανεπιτυχής εξαμηνιαία πολιορκία τού Βελιγραδίου από τον Μουράτ Β’ πραγματοποιήθηκε το 1440.

[←38]

[Δούκας 30.7] Ἐλθὼν δὲ ἐν τῷ Πελογράδω καὶ τὰς σκηνὰς πήξας γύροθεν καὶ πετροβολισμοὺς πολλοὺς κατασκευάσας, μικροὺς τε καὶ μεγάλους, καὶ χώματα ἀνεγείρας καὶ διὰ τοῦ ποταμοῦ τριήρεις ἐπέκεινα τῶν ἑκατὸν πλέειν ἑτοιμάσας, ἐν ὅλοις ἕξ μησὶν παρακαθίσας καὶ διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ τοῦ ποταμοῦ, οὐδὲν ὤνησεν, ἄλλα μᾶλλον ἀπεβάλετο καὶ πολλοὺς τῶν μεγιστάνων καὶ τῶν δούλων αὐτοῦ διά τε τῆς λοιμώδους νόσου καὶ διὰ τῶν μηχανῶν τῶν πεμπομένων ἐκ τοῦ κάστρου. Ἔπεμπον γὰρ εἰς αὐτοὺς βολίδας μολυβδίνας, ὅσον καρύου Ποντικοῦ τὸ μέγεθος, ἀπὸ κατασκευῆς χαλκῆς ἐχούσης ἐντὸς τὰς βολίδας καθ’ ὁρμαθὸν πέντε ἤ καὶ δέκα. Ἐξόπισθεν οὖν τῆς χαλκῆς καλάμου βοτάνης σκευασία ἐκ νίτρου, τεάφης καὶ καρβούνου ἰτέας πλήρης, ὁρμὴν οὖν ἀσπίθης ἤγουν σπινθῆρος πυρὸς εἰ πλησιάσειεν τῇ ἀναμιγῇ ταύτῃ, αἴφνης ἐξάπτει καὶ στενοχωρουμένου τοῦ πνεύματος ὑπὸ τῶν βολίδων ἐξ ἀνάγκης ὠθεῖ τὰς βολίδας καὶ ὠθουμένων ἡ πρὸς τὴν βοτάνην ἐγγὺς ὠθεῖ τὴν πρὸ αὐτῆς, ἡ δ’ αὐτὴ τὴν ἔμπροσθεν. Καὶ οὕτως ἡ δύναμις μέχρι τὴν εἰς τὸ στόμιον προκειμένην βολίδα πέμπεται καὶ ἀποπέμπει ταύτην ἄχρι μιλίου ὁδόν, καὶ τὸν τυχόντα εἴτε ἄνθρωπον εἴτε ζῷον, εἰ καὶ σιδηροφοροῦσιν ἀλλ’ ἡ δύναμις τῆς βοτάνου τόσον ὑπερισχύει, ὅσῳ καὶ περονήσασα ἡ βολὶς τὸν ἕνα οὐ χαυνοῦται πρὸς τὸν ἕτερον· καὶ οὐδὲ ἐν τοῖς δυσὶ σώμασιν ἀτονεῖται ἡ δύναμις, εἰ καὶ σιδηροφόροι καὶ ἔνοπλοι, ἀλλ’ ὅταν ἡ βολὶς τύχη σιδήρου ἤ ἄλλης τινὸς ὕλης ὁπλοποιείων, στενοχωρουμένης, τὸ σφυρῶδες εἰς γραμμὴν μετασχηματίζει καὶ ὥσπερ ἧλος ὁ βόλος γίνεται καὶ διέρχεται τοῖς τῶν ἐγκάτων ἐντέροις καθὰ ποταμὸς πύρινος.

[←39]

Τα κενά βρίσκονται στο αρχικό κείμενο.

[←40]

[Δούκας 31.1] Ἐν δὲ τῷ ἔτει ἐκείνῳ ἔπλει ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ἐν Ἰταλίᾳ, σὺν τῷ πατριάρχῃ κυρίῳ Ἰωσὴφ καὶ λοιποῖς ἐπισκόποις καὶ ἄρχουσι, κροτῆσαι τὴν σύνοδον. ἦν γὰρ προμεμελετηκὼς τὴν ἕνωσιν, καὶ πέμψας ἐν Ῥώμῃ πρέσβεις προλαβὼν τῷ πάπᾳ Εὐγενίῳ, ὑπέσχετο τὴν πᾶσαν καθ΄ ὁδὸν δαπάνην αὐτὸς δοῦναι, καὶ προσόδους ἐν Ἰταλίᾳ τοῖς τοῦ παλατίου καὶ τῆς ἐκκλησίας ἄρχουσι καὶ αὐτῷ βασιλεῖ καὶ τῷ πατριάρχῃ. Οἱ δὲ ἀθροισθέντες ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τῆς Ἀσίας καὶ Θρᾴκης καὶ τῶν τῆς νήσου εὑρισκομένων, τῶν ἐκ τοῦ ἁγίου ὄρους εὑρισκομένων μοναχῶν τὸν ἀριθμὸν ὡς … Καὶ οἱ τοῦ παλατίου σὺν τῷ βασιλεῖ ὡς … Καὶ τριήρεις πέμψας ὁ πάπας ἐξ Ἰταλίας καὶ τὰ πρὸς δαπάνην νομίσματα, εἰσῄεσαν πλέοντες ἀπὸ τῆς Κωνσταντίνου εἰς Βενετίαν. Ἐξελθόντες οὖν εἰς Βενετίαν, ἀσπασίως ἐδέξαντο οἱ Βενετικοὶ τοὺς Ῥωμαίους, τὸν βασιλέα ὡς δεύτερον μονάρχην καὶ προνοητὴν τῆς τῶν ψυχῶν σωτηρίας, ὁμοίως καὶ τὸν πατριάρχην καὶ τοὺς λοιποὺς ἀρχιερεῖς. ἔδωκαν οὖν αὐτοῖς καὶ ἱερὸν τέμενος, καὶ εἰσῆλθον ἐκτελέσοντες τὴν ἀναίμακτον θυσίαν. ἠθροίσθησαν γοῦν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἅπαντες οἱ ἐν τῇ πόλει ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες τοῦ ἰδεῖν καὶ ἐνωτίσασθαι θείαν καὶ ἱερὰν μυσταγωγίαν κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας. Καὶ ἰδόντες καὶ δακρύσαντες, καὶ ἐκ βάθους ψυχῆς κράξαντες τὸ «κύριε, σὺ φύλαξον τὴν ἐκκλησίαν σου ἄτρωτον ἀπὸ τῶν βελῶν τοῦ πονηροῦ, σὺ εἰς ἕν σύναψον, σὺ τὰ σκάνδαλα ἐκ μέσου διάρρηξον· ἡμεῖς γὰρ οἱ μήπω ἑωρακότες Γραικούς, οὔτε τὴν αὐτῶν τάξιν εἰδότες, ἠκούομεν ἐξ ἄκρας φωνῆς καὶ ὡς βαρβάρους ἐλογιζόμεθα. νῦν δὲ οἴδαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν ὅτι οὗτοί εἰσιν οἱ πρωτότοκοι τῆς ἐκκλησίας υἱοί, καὶ πνεῦμα θεοῦ ἐστι τὸ λαλοῦν ἐν αὐτοῖς.»

[←41]

[Δούκας 31.2] Ἀπάραντες οὖν ἐκ Βενετίας διὰ ξηρᾶς ἔλθασιν ἐν Φεραρίᾳ. Κἀκεῖ ἀρξάμενοι τὰ τῆς συνόδου, κατέλαβε θανατηφόρος ἐν Φεραρίᾳ νόσος· κἀκεῖθεν ἀπάραντες ἦλθον ἐν Φλωρεντίᾳ, ἐν δὲ τῇ Φλωρεντίᾳ ἐπληρώθη ἡ σύνοδος.

[←42]

Ο καρδινάλιος Τζουλιάνο Τσεζαρίνι θα υποκινούσε αργότερα τη σταυροφορία που οδήγησε στην καταστροφή στη Βάρνα στις 10 Νοεμβρίου 1444. Έχασε τη ζωή του στην ίδια μάχη με τον Βλάντισλαβ Γ’.

[←43]

Δηλαδή, κλασική ελληνική ή προχριστιανική ελληνική γνώση.

[←44]

Πρώην μαθητής τού Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος, ο Βησσαρίων καταγόταν από την ελληνική αυτοκρατορία τής Τραπεζούντας. Έγινε αρχιεπίσκοπος Νικαίας και τελικά καρδινάλιος τής Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Υπήρξε επιφανής λόγιος και μεγάλος ανθρωπιστής και η Ιταλική Αναγέννηση επωφελήθηκε πολύ από το έργο του. Η βιβλιοθήκη του έγινε ο πυρήνας τής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία.

[←45]

Ο Ισίδωρος, ηγούμενος τού μοναστηριού τού Αγίου Δημητρίου στην Κωνσταντινούπολη, προήχθη στην Έδρα τού Κιέβου και όλης τής Ρωσίας το 1436. Όταν ο Ισίδωρος, μετά τη Σύνοδο τής Φλωρεντίας στην οποία υπέγραψε την Πράξη τής Ένωσης, επέστρεψε στη Μόσχα το 1441 ως παπικός λεγάτος, εκθρονίστηκε αμέσως και συνελήφθη από τον μεγάλο δούκα Βασίλειο Β΄, επειδή πρόδωσε την πίστη. Αργότερα έγινε καρδινάλιος τής Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Στο εξής ο μητροπολίτης Ρωσίας θα ήταν Ρώσος.

[←46]

Ο Μιχαήλ Βαλσαμών, ο μεγάλος χαρτοφύλακας, επιλέχθηκε ως ένας από τούς έξι ομιλητές που θα εκπροσωπούσαν την Ελληνική Εκκλησία στη Σύνοδο τής Φλωρεντίας. Υπέγραψε το διάταγμα τής Ένωσης, αλλά μόνο κάτω από την πίεση και «απειλές για την αυτοκρατορική δυσαρέσκεια», και τελικά παραιτήθηκε από το αξίωμά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο Μιχαήλ Βαλσαμών καταγόταν πιθανώς από την οικογένεια τού μεγάλου νομικού τού εκκλησιαστικού δικαίου τού 12ου αιώνα Θεόδωρου Βαλσαμώνος, ο οποίος υπηρέτησε διαδοχικά ως διάκονος τής Αγίας Σοφίας, νομοφύλαξ και χαρτοφύλαξ και εξελέγη πατριάρχης Αντιοχείας κάπου μεταξύ 1185 και 1191 σε ηλικία ογδόντα ετών. Όμως δεν έφυγε ποτέ από την Κωνσταντινούπολη και πέθανε πριν από το 1195.

[←47]

Ο διάσημος Έλληνας ανθρωπιστής Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων τού Μυστρά. Έβλεπε τη σωτηρία τού ελληνικού έθνους στην αναγέννηση τού Ελληνισμού και βάσιζε το σύνταγμα τής ουτοπίας του στην Πολιτεία τού Πλάτωνα. Προσκλήθηκε στη Φλωρεντία από τον Κόσιμο Μέδικο για να αναβιώσει τη μελέτη τού Πλατωνισμού στην Ιταλία, στη νεοσύστατη Πλατωνική Ακαδημία.

[←48]

Ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος (περίπου 1403-1472), ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την άλωση (1453-1456, 1462-1463, 1464-1465), θα μετάνιωνε για τη συμμετοχή του στη Σύνοδο τής Ένωσης. Ήταν πολιτικά δραστήριος κατά τη βασιλεία τού Ιωάννη Η’, έχοντας υπηρετήσει ως γενικός δικαστής, πρώτος γραμματέας και επίσημος κήρυκας στην αυλή. Στην ακαδημαϊκή αρένα αντιτασσόταν πεισματικά στα ειδωλολατρικά δόγματα τού Πλατωνιστή Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνος, υποστηρίζοντας την Αριστοτελική φιλοσοφία. Το 1444–1445 δημοσίευσε την Υπεράσπισή του στον Αριστοτέλη. Ο Σχολάριος ήθελε να επεκταθεί η πολιτιστική κληρονομιά τού Βυζαντίου, ώστε να συμπεριλάβει τις προόδους που επέφερε ο δυτικός σχολαστισμός, ιδιαίτερα το επίτευγμα των Θωμιστών που συμφιλίωνε τον Αριστοτέλη με τη χριστιανική αποκάλυψη.

Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος μεταρρύθμισε το βυζαντινό δικαστικό σώμα το 1329, δημιουργώντας ένα ανώτατο δικαστήριο τεσσάρων ανδρών, δύο εκκλησιαστικών και δύο λαϊκών, γνωστών ως Γενικών Δικαστών (Καθολικών Κριτών) των Ρωμαίων. Αποτελούσαν ανώτατο δικαστήριο και οι αποφάσεις τους θεωρούνταν οριστικές και αμετάκλητες. Αν και αποδείχθηκαν εξαγοραζόμενοι, ο θεσμός συνέχισε να υφίσταται μέχρι το 1453. Αργότερα διορίστηκαν τοπικοί επικεφαλής δικαστές για τον Μοριά, τη Θεσσαλονίκη και τη Λήμνο.

[←49]

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ενωτικός, μετακόμισε στην Ιταλία και έγινε ένας από τούς εμπνευστές των ελληνικών φιλολογικών σπουδών. Ήταν δάσκαλος γραμματικής στην Κωνσταντινούπολη και δίδαξε ελληνικά στην Πάδουα. Το 1456 ο Κόσιμο Μέδικος τον διόρισε καθηγητή αρχαίων ελληνικών στο πανεπιστήμιο τής Φλωρεντίας. Προσκλήθηκε στη Ρώμη από τον πάπα Σίξτο Δ’, όπου και πέθανε στις 26 Ιουνίου 1487 σε δυσχερείς συνθήκες. Vacalopoulos, OGN, pp. 245-47.

[←50]

[Δούκας 31.3] Ἦν δὲ ἔξαρχος τοῦ μέρους τῶν Γραικῶν ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων ὁ Ἐφέσου Μάρκος, ἀπὸ δὲ τοῦ μέρους τῶν Ἰταλῶν ὁ καδδηνάλιος τοῦ τιμίου σταυροῦ Ἰουλιανός, μέγας ἐν τῇ ἔξω σοφίᾳ καὶ ἐν τοῖς δόγμασι τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως. Ὁ Ἐφέσου Μάρκος ἐν Ἑλληνικοῖς μαθήμασιν καὶ ὁρίοις τῶν ἁγίων συνόδων κανὼν καὶ στάθμη ἀπαρέκβατος. Ὁ Βησσαρίων Νικαίας καὶ ὁ Ῥωσίας Ἰσίδωρος. Οὗτοι δὲ ἦσαν οἱ λογιώτεροι τῶν ἀρχιερέων, καὶ μέγας χαρτοφύλαξ ὁ Βαλσαμὼν καὶ ἀρχιδιάκονος. ἀπὸ δὲ τῆς συγκλήτου ὁ Γεμιστὸς ἐκ Λακεδαιμονίας, Γεώργιος ὁ σχολάριος καὶ καθολικὸς κριτής, καὶ Ἀργυρόπουλος· οὗτοι δὲ ἦσαν οἱ μετέχοντες λόγου, ἐκ μέρους δὲ καὶ Ῥωμαϊκοῦ μαθήματος· ἀπὸ δὲ τοῦ μέρους τῶν Λατίνων πολλοί.

[←51]

Για τη λατινική προσθήκη τής ρήτρας filioque (και εκ τού Υιου) στο Σύμβολο τής Πίστεως των Συνόδων Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως βλέπε στην Εισαγωγή αυτού τού βιβλίου.

[←52]

Αναφορά στον ύμνο που ψάλλεται στην Ελληνική Εκκλησία και συνέθεσε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α’ σε προσπάθεια να καθησυχάσει τούς Μονοφυσίτες.

[←53]

[Δούκας 31.4] Ἐγεγόνεισαν δὲ συνελεύσεις πολλαί. Τέλος παυσαμένης τῆς φιλονεικίας, εἰς ἕν ὁμονοήσαντες Ἰταλοὶ καὶ Γραικοὶ πλὴν Μάρκου, ὑπεστρώθη ὅρος, ὀμόσαντες καὶ ἀρὰς ἐπιθέντες, ὡς οὐκ ἐναντιολογήσουσι πώποτε. Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ ὅρου, ὅτι τὸ πνεῦμα ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ πατρὸς καὶ υἱοῦ ὡς ἐκ μιᾶς ἀρχῆς καὶ μοναδικῆς προβολῆς, τὸ ὅπερ λέγουσιν οἱ Γραικοὶ ἐκ πατρὸς δι΄ υἱοῦ. Πάντες οὖν ὑπογράψαντες ἐν αὐτῇ τῇ ὁμολογίᾳ, ἐξηλθον ἐκ τῆς Φλωρεντίας συλλειτουργήσαντες πρῶτον καὶ συγκοινωνήσαντες καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους, πλὴν Μάρκου, τὸ δὲ κνίζον τοῦ Μάρκου ἦν ἡ προσθήκη τοῦ συμβόλου, λέγων «ἀπαλείψατε αὐτὴν ἐκ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως, καὶ ὅπου ἄν βούλησθε τιθέσθω, καὶ ᾀδέσθω ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, ὡς ἐν ἄλλοτε τὸ ὁ μονογενὴς υἱὸς καὶ λόγος τοῦ θεοῦ ἀθάνατος ὑπάρχων.» οἱ δὲ Λατῖνοι ἀντέλεγον «εἰ ἔχει τὸ βλάσφημον ἡ προσθήκη, δεῖξον, καὶ ἀπαλείψομεν αὐτὸ καὶ ἀπὸ τοῦ ἁγίου συμβόλου καὶ ἀπὸ πάντων βίβλων ὧν ἐθεολόγησαν οἱ πατέρες, λέγω Κύριλλος, Ἀμβρόσιος, Γρηγόριος καὶ Γρηγόριος, Βασίλειος, Ἱερώνυμος, Αὐγουστῖνος καὶ ὁ Χρυσόστομος καὶ ἕτεροι πλεῖστοι. Εἰ δὲ ὁμολογοῦντες ἡμεῖς οἱ Λατῖνοι μίαν ἀρχὴν καὶ αἰτίαν καὶ πηγὴν καὶ ῥίζαν τὸν πατέρα τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ πνεύματος, μὴ ποιοῦντες δύο ἀρχάς, τίς ἡ χρεία τοῦ ἀπαλείφειν προσθήκην; καὶ γὰρ ἡμεῖς οὐ προσθήκην ταύτην καλοῦμεν, ἀλλὰ σαφήνειαν καὶ ἀνάπτυξιν.»

[←54]

Ο Ιωσήφ Β’, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1416-1439), γεννήθηκε περί το 1360 στη Βουλγαρία, όντας ίσως νόθος γιος τού μελλοντικού Βουλγάρου τσάρου Σισμάν και Ελληνίδας μητέρας. Έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στις 21 Μαΐου 1416, αφού υπηρέτησε ως μητροπολίτης Εφέσου. Ήταν λοιπόν σχεδόν ογδόντα ετών, όταν πέθανε. Η ημερομηνία που παρέχεται για τον θάνατο τού πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ είναι η 10η Ιουνίου 1439. Την επόμενη ημέρα θάφτηκε στη Δομινικανή εκκλησία τής Σάντα Μαρία Νοβέλλα, νότια του σκευοφυλάκιου.

[←55]

[Δούκας 31.5] Ἐκοιμήθη οὖν καὶ ὁ πατριάρχης μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ.

[←56]

[Δούκας 31.6] Ἀπάραντες δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ σύνοδος ἤλθοσαν ἐν Βενετίᾳ διὰ ξηρᾶς σὺν ἀναλώμασι καὶ δαπάναις τοῦ πάπα, ἀπὸ δὲ Βενετίας ἐν Βοιωτίᾳ σὺν τριήρεσι τῶν Βενετικῶν δι΄ ὁρισμοῦ τοῦ πάπα, καὶ ἀπὸ Βοιωτίας εἰς Κωνσταντινούπολιν σὺν τριήρεσι βασιλικαῖς καὶ τῶν Βενετικῶν.

[←57]

Ο Δούκας αγνοεί το γεγονός ότι ο Δημήτριος συνόδευσε τον αδελφό του, τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’, στη Φλωρεντία. Σίγουρα δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η σύζυγος του Δημητρίου πρέπει να ονομάζεται αυτοκράτειρα, βασίλισσα όπως είναι στο κείμενο. Στην πραγματικότητα ο Δημήτριος δεν έγινε δεσπότης τού Μοριά, παρά μόνο μετά τον θάνατο τού Ιωάννη Η’. Με την άνοδό του στον θρόνο το 1449, ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ διόρισε τούς δύο αδελφούς του, τον Δημήτριο και τον Θωμά, από κοινού δεσπότες τού Μοριά (1449-1460). Ο Θωμάς κυβερνούσε το βορειοδυτικό τμήμα τού δεσποτάτου με την Αχαΐα και τις πόλεις τής Πάτρας και τής Γλαρέντζας. Ο Δημήτριος κυβερνούσε τα υπόλοιπα μέρη από τον Μυστρά. Ο Δημήτριος είναι γνωστό ότι είχε παντρευτεί δύο φορές. Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Ζωή, κόρη τού Μεγάλου Δούκα Παρασπονδύλη. Η δεύτερη ήταν η Θεοδώρα, η κόρη τού Παύλου Ασάν. Ο Δημήτριος και η Θεοδώρα είχαν μια κόρη, την Ελένη, η οποία, αν και οδηγήθηκε στο χαρέμι τού σουλτάνου μετά την Άλωση, διατήρησε την παρθενιά της. Πέθανε στην Αδριανούπολη, αφήνοντας τα υπάρχοντά της στο Πατριαρχείο.

[←58]

[Δούκας 31.7] Ἐλθόντες δὲ εὗρον τὴν δέσποιναν Κυραμαρίαν τεθνηκυῖαν τοῦ βασιλέως Ἰωάννου, καὶ τὴν βασίλισσαν τοῦ δεσπότου Δημητρίου ἀδελφοῦ τοῦ βασιλέως.

[←59]

Φραγκία εδώ είναι η Ιταλία. Το να γίνεις Φράγκος σήμαινε ότι είχε προσηλυτιστεί στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Αυτή η έκφραση χρησιμοποιείται στην Ελλάδα μέχρι σήμερα.

[←60]

Στην πραγματικότητα ο Ιωάννης Η’ παρέμεινε πιστός στην Ένωση τής Φερράρας-Φλωρεντίας και κατά συνέπεια, όταν πέθανε, τού αρνήθηκαν τις τελετές της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

[←61]

[Δούκας 31.8] Ὁ δὲ βασιλεὺς πέμπει πρέσβεις πρὸς τὸν Μωρὰτ δεικνύων εὐγνωμοσύνην καὶ ἀκραιφνῆ φιλίαν εἰς αὐτόν. ἦν προκατειλημμένος ὁ λογισμὸς αὐτοῦ ὡς διαβὰς ἐν Φραγκίᾳ ὁ βασιλεὺς ἐποίησεν ὁμόνοιαν σὺν τοῖς Φράγκοις καὶ ἐγεγόνει Φράγκος, καὶ μέλλουσι στρατεῦσαι κατὰ τοῦ Μουρὰτ ἀπὸ γῆς καὶ θαλάσσης τοῦ ἐξᾶραι αὐτὸν ἐκ τῆς δύσεως. Οἱ δὲ πρέσβεις ἀπαγγείλαντες αὐτῷ καὶ παραστήσαντες ὅτι περὶ τῶν ὧν ἠκούσθησαν ῥημάτων οὐκ ἐπέρασεν ὁ βασιλεὺς ἐν Ἰταλίᾳ, ἀλλὰ περὶ διαφορᾶς δογμάτων τῆς αὐτῶν πίστεως, ἱλαρώθη τῇ γνώμῃ.

[←62]

Μια πολύ απτή διαφορά μεταξύ τού λατινικού και τού ελληνικού χριστιανισμού ήταν η χρήση στην Αγία Κοινωνία άζυμης όστιας (άζυμα) από τούς Λατίνους και ζυμωμένου ψωμιού (ένζυμο) από τούς Έλληνες. Ο όρος Αζυμίτης ισοδυναμούσε με προδοσία τής πίστης τού Ελληνικού Ορθόδοξου Χριστιανισμού και προσηλυτισμό στον Ρωμαιοκαθολικισμό.

[←63]

Ψαλμός 78:21.

[←64]

[Δούκας 31.9] Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς εὐθέως ἀπὸ τῶν τριήρεων ἀποβάντες, καὶ οἱ τῆς Κωνσταντίνου κατά τὸ σύνηθες ἠσπάζοντο αὐτοὺς, ἐρωτῶντες “πῶς τὰ ὑμέτερα; πῶς τὰ τῆς συνόδου; εἰ ἄρα ἐτύχομεν τὴν νικῶσαν;” οἱ δὲ ἀπεκρίνοντο “πεπράκαμεν τὴν πίστιν ἡμῶν, ἀντηλλάξαμεν τῇ ἀσεβείᾳ τὴν εὐσέβειαν, προδόντες τὴν καθαράν θυσίαν ἀζυμῖται γεγόναμεν”. ταῦτα καὶ ἄλλα αἰσχρότερα καὶ ῥερυπασμένα λόγια, καὶ ταῦτα τίνες; οἱ ὑπογράψαντες ἐν τῷ ὅρῳ, ὁ Ἡρακλείας Ἀντώνιος καὶ οἱ πάντες. εἰ γὰρ τις πρὸς αὐτοὺς ἤρετο “καί διὰ τι ὑπεγράφετε;” ἔλεγον “φοβούμενοι τοὺς Φράγκους”. καὶ πάλιν ἐρωτῶντες αὐτοὺς εἰ ἐβασάνισαν οἱ Φράγκοι τινά, εἰ ἐμαστίγωσαν, εἰ εἰς φυλακήν ἔβαλον, οὐχί. ἀλλὰ πῶς; “ἡ δεξιά αὕτη ὑπέγραψεν” ἔλεγον “κοπήτω· ἡ γλῶττα ὡμολόγησεν, ἐκριζούσθω”. Οὐκ ἄλλο εἶχον τὶ λέγειν· καὶ γὰρ ἦσὰν τινες τῶν ἀρχιερέων ἐν τῷ ὑπογράφειν λέγοντες «οὐχ ὑπογράφομεν, ἐὰν μὴ τὸ ἱκανὸν ἡμῖν τῆς προσόδου παράσχητε». Οἱ δὲ ἔδιδον, καὶ ἐβάπτετο κάλαμος, ὑπέρ ἀριθμὸν γὰρ ἦσαν τὰ δαπανηθέντα εἰς αὐτοὺς νομίσματα καὶ τὰ ἐν χερσὶ μετρηθέντα ἑκάστου τῶν πατέρων· εἶτα μεταμεληθέντες οὐδὲ τὰ ἀργύρια μετέστρεψαν. Πρὸς τὴν φωνὴν οὖν αὐτῶν ὅτι τὴν πίστιν αὐτῶν πέπρακαν, καὶ ἐπέκεινα τοῦ Ἰούδα ἥμαρτον τοῦ στρέψαντος τὰ ἀργύρια. ἀλλ΄ οἶδε κύριος, καὶ ἀνεβάλλετο· καὶ πῦρ ἀνήφθη ἐν Ἰακώβ, καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.

[←65]

Πρωτοστράτωρ είναι το βυζαντινό αξίωμα τού αρχηγού τού ιππικού, που ισοδυναμεί με το βαθμό τού στρατάρχη και βρίσκεται κάτω από εκείνο τού μεγάλου δομέστικου. Γιάνος είναι ο Γιάνος Κορβίνους Χούνιαντι.

[←66]

Στη μάχη τού Ιζλάντι (Ζλάτικα) στις 12 Δεκεμβρίου 1443 οι Σταυροφόροι αντιμετώπισαν τόσο σκληρή αντίσταση, που αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω, συνεχίζοντας ωστόσο να πετυχαίνουν νίκες επί τού εχθρού κατά τη διάρκεια τής υποχώρησής τους.

[←67]

Οι Οθωμανοί υπέστησαν σοβαρή οπισθοδρόμηση στις αρχές του 1444 στο βουνό τής Kουνοβίτσα.

[←68]

Λόγω αυτής τής ευνοϊκής παραχώρησης ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς δεν συμμετείχε στη Σταυροφορία τής Βάρνας.

[←69]

Ο Δούκας έχει μπερδέψει εντελώς τις προσωπικότητες και τα γεγονότα που περιγράφει εδώ! Ταυτίζει λανθασμένα τον Βλάντισλαβ Γ΄ πρώτα με τον Λάντισλας Ε’ Ποστχούμους και έπειτα με τον «βασιλιά των Σαξόνων». Μια σύντομη συζήτηση για τις περίπλοκες υποθέσεις τής Ουγγαρίας εκείνη την εποχή θα είναι χρήσιμη για να ξεμπερδευτεί η ασαφής διήγηση τού Δούκα.

Ο Γιαγκελλόνιος (Βλάντισλαβ Β΄), βασιλιάς τής Πολωνίας, πέθανε στις 31 Μαΐου 1434 σε ηλικία ογδονταέξι ετών. Είχε νικήσει το Τευτονικό Τάγμα Ιπποτών στη μάχη τού Τάννενμπεργκ το 1410. Τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος γιος της τέταρτης συζύγου του, ο Βλάντισλαβ Γ΄, ο οποίος ήταν δέκα ετών. Καθώς ήταν πολύ νέος για να κυβερνήσει, διορίστηκε αντιβασιλεία αποτελούμενη από τούς ευγενείς της Μικρής Πολωνίας, τις οικογένειες Τετσύνσκι και Ολεσνίτσκι, με τον Ζμπίγκνιεφ, επίσκοπο Κρακοβίας, επικεφαλής τους. Αν και στέφθηκε το 1434, ο Βλάντισλαβ Γ΄ δεν ανέλαβε τα ηνία τής κυβέρνησης μέχρι το 1439, όταν έγινε δεκαπέντε ετών.

Με τον θάνατο τού Σίγκσμουντ, τού Αγίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα, μια πλειοψηφία των Μαγυάρων ευγενών έδωσε το στέμμα τής Ουγγαρίας στον Βλάντισλαβ Γ΄ τής Πολωνίας. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, επειδή τέσσερις μήνες μετά τον θάνατο τού βασιλιά Αλβέρτου των Αψβούργων, γεννήθηκε ο μεταθανάτιος (ποστχούμους) γιος του τον Φεβρουάριο τού 1440. Η χήρα τού Αλβέρτου, η Ελισάβετ, ήταν κόρη τού Σίγκισμουντ και έθεσε το βρέφος γιο της, τον Λάντισλας Β’ Ποστχούμους, υπό την κηδεμονία τού θείου του, τού Γερμανού βασιλιά Φρειδερίκου Γ’ τής Στυρίας. Στις 14 Μαΐου 1440 ο Λάντισλας Ε’ στέφθηκε βασιλιάς τής Ουγγαρίας από την παράταξη των Αψβούργων, μέσω νόμιμης κληρορονομιάς. Η παράταξη των Γιαγκελλόνιων από την άλλη πλευρά, ανέβασε τον Βλάντισλαβ Γ΄ τής Πολωνίας στον θρόνο τής Ουγγαρίας με εκλογή. Μόνο όταν ο τελευταίος σκοτώθηκε στη Βάρνα το 1444, η Μαγυάρικη Δίαιτα αναγνώρισε τον Λάντισλας Ε’ Ποστχούμους ως βασιλιά τής Ουγγαρίας. Ο Φρειδερίκος Γ’ αρνήθηκε να παραδώσει το αγόρι, επειδή ήταν επίσης διάδοχος τής Βοημίας και τής Αυστρίας. Οι Μαγυάροι προχώρησαν στον αποκλεισμό τού Φρειδερίκου από τις ουγγρικές υποθέσεις και έκαναν τον Γιάνος Χούνιαντι αντιβασιλέα και διοικητή τής Ουγγαρίας. Το 1446 ο Χούνιαντι εισέβαλε στην Αυστρία, αλλά ο Γερμανός βασιλιάς ήταν πεισματικά προσκολλημένος στην κηδεμονία του. Τελικά ο Φρειδερίκος Γ’ αναγκάστηκε να παραδώσει τον νεαρό βασιλιά, όταν ο Ούλριχ τού Τσίλλι, εξάδελφος τού Λάντισλας, ηγήθηκε εξέγερσης Αυστριακών γαιοκτημόνων εναντίον του. Το 1453 ο Λάντισλας Ε’ στέφθηκε βασιλιάς τής Ουγγαρίας και έλαβε το στέμμα τής Βοημίας στην Πράγα, όπου πέθανε από την πανούκλα στις 23 Νοεμβρίου 1457. Οι Πολωνοί θεωρούσαν ότι ο Βλάντισλαβ Γ΄ ήταν ζωντανός μετά την καταστροφή τής Βάρνας και ως εκ τούτου ακολούθησε διάστημα μεσοβασιλείας (1444-1447). Τελικά ο Κάζιμιρ Δ’ (1447–1492), ο μικρότερος αδελφός τού Βλάντισλαβ, εξελέγη νέος βασιλιάς τής Πολωνίας.

Τα πολλά λάθη τού Δούκα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Το 1444, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη τού Σέγκεντιν, ο Λάντισλας Ε’ Ποστχούμους ήταν τεσσάρων ετών, ενώ ο Βλάντισλαβ Γ΄ ήταν είκοσι. Η συνθήκη δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων των Τούρκων με τον «βασιλιά των Σαξόνων», δηλαδή τον Φρειδερίκο Γ’ ως κηδεμόνα τού Λάντισλας Ε’, αλλά με τον Βλάντισλαβ Γ΄ ως βασιλιά τής Ουγγαρίας και τής Πολωνίας. Ο Δούκας αργότερα αναφέρεται λανθασμένα στον Βλάντισλαβ Γ΄ στη μάχη τής Βάρνας ως «ο Σάξονας βασιλιάς»!

[←70]

[Δούκας 32.1] Ὁ δὲ προρρηθεὶς δεσπότης Γεώργιος ἰδὼν τὴν αὐτοῦ γυμνωθεῖσαν δεσποτείαν, καὶ μὴ ἔχων ἑτέραν ἐλπίδα πλὴν ὀλίγων πολιχνίων κειμένων ἐν τῇ Οὐγγρίᾳ, καὶ στενάζων τὸ καθ’ ἑκάστην, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐλεῶν, ἔρχεται πρὸς κράλην Οὐγγρίας (ἦν γὰρ νέος πάνυ˙ πλὴν τὰ πάντα ἐκυβερνῶντο διὰ χειρὸς τῆς ῥηγένης τῆς μητρὸς αὐτοῦ καὶ Ἰάγγου τοῦ πρωτοστράτορος) καὶ παρακαλεῖ καὶ ὀδύρεται τοῦ τυχεῖν ἐλέους. ἡ δὲ ῥήγενα καμφθεῖσα, μᾶλλον καὶ φοβηθεῖσα μὴ πως ἐρήμη καταλιμπανομένη Σερβία καὶ εἰς Οὐγγρίαν ὁ φθορεὺς φθάσει, κελεύει τὸν στρατηγὸν σὺν τοῖς ἀναλώμασι Γεωργίου τοῦ βοηθῆσαι˙ ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα, καὶ δὴ ῥογεύσας καὶ λαβὼν ἱππεῖς καὶ τοξότας ἄχρι χιλιάδας εἴκοσι πέντε περᾷ τὸν ποταμὸν, καὶ ταχυδρομήσαντες ἕως τῆς πόλεως τῆς καλουμένης Σοφίας καὶ πῦρ βάλλοντες ἐνέπρησαν, καὶ τὰς πέριξ πάσας πόλεις καὶ κώμας, μηδὲν ἀφέντες˙ τὴν δὲ λείαν πᾶσαν πέμψαντες ἐν τῷ ποταμῷ διεπέρασαν, οἱ δὲ πρὸς τὴν Φιλιππόπολιν ἤλαυνον. Ὁ δὲ Μουρὰτ τὸν τῆς δύσεως στρατὸν ἀθροίσας (ούκ εἶχε γὰρ εὐχερίαν τοῦ μετακαλέσασθαι καὶ τὰ τῆς ἀνατολῆς φωσάτα) ἦλθεν εἰς τὴν Φιλιππόπολιν. Οἱ δὲ Οὖγγροι σὺν τῷ δεσπότῃ ἐλθόντες μέχρι τῆς κώμης τῆς καλουμένης Ἰζλατὴ κατὰ τὴν τῶν Βουλγάρων γλῶτταν, ὅ ἑρμηνεύεται χρυσῆ, ἦν γὰρ τὸ χωρίον ἀνὰ μέσον Σοφίας καὶ Φιλιππουπόλεως, ἐν δὲ τῷ μεταξύ ὄρη καὶ δρυμῶνες δύσβατοι ἕως ἐγγὺς Φιλίππου. Ἐβούλοντο γὰρ περᾶσαι τὰ ὄρη, πλὴν διὰ πελεκυφόρων καὶ δενδροτόμων ἀνδρῶν ποιῆσαι πορείαν πρῶτον, εἶτα εἰσελθεῖν. Οἱ δὲ Τοῦρκοι περάσαντες τὰ δύσβατα καὶ ἐλθόντες ἄντικρυ τοῦ φωσάτου τῶν Οὔγγρων, δειλιάσαντες οὐ κατῆλθον ἐκ τοῦ ὄρους ἐν τῷ πεδίῳ. Οἱ δὲ Οὖγγροι καὶ μάλα θαρσαλέως ἀνέβησαν ἕως ἡμίσεος τοῦ ὄρους. Οἱ δὲ Τοῦρκοι τοξοβολοῦντες οὐκ ἐπαύοντο, πλὴν οὐδὲν ἤνυον. Τέλος ὁρῶντες τὰ δύο μέρη μηδὲν ἀρεϊκὸν πράττοντες διὰ τὴν δυσκολίαν τοῦ τόπου, ἐστράφησαν ὄπισθεν ὅθεν ἦλθεν ὁ καθείς. Τότε ὁ Μουρὰτ ἐδειλίασεν, βαλὼν κατὰ νοῦν ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ οὐκ ἴδεν δύναμιν Οὔγγρων διαβῆναι τὸν ποταμόν, καὶ νῦν ὁ δεσπότης τοῦτο ἐνήργησε. πέμπει ἀποκρισιάριον εἰς τὸν δεσπότην, καὶ δίδωσι τὰς πόλεις ἁπάσας αὐτοῦ καὶ τὸν Σμέδροβον. Πέμπει οὖν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ τυφλοὺς ὄντας, καὶ τοῦ Δραγουλίου ὁμοίως, καὶ ποιεῖ συνθήκας ἐνόρκους. Καὶ μηνύει ἐν Οὐγγρίᾳ τῇ ῥηγένῃ καὶ τῷ τοποτηρητῇ τῆς βασιλείας. ἦν γὰρ πρωτοστράτωρ ὁ Ἰάγγος, ὁ δὲ τοποτηρητὴς τοῦ κράλη Οὐγγρίας ἦν ὁ ῥὴξ τῶν Σάξων˙ μετεκαλέσαντο γὰρ αὐτὸν καὶ ἐποίησαν ἐπίτροπον διὰ τὸ εἶναι νέον τὸν καθολικὸν κράλην˙ ἦν γὰρ τότε πεντεκαιδέκατον ἄγων ἔτος. Καὶ ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι ἐν Οὐγγρίᾳ, ἤγουν οἱ πρέσβεις, καὶ δίδωσιν ὅρκους τῷ ῥηγί Σαξων, καὶ λαμβάνουσιν ὅρκους τοῦ εἶναι φίλοι καὶ ἠγαπημένοι˙ μήτε οἱ Οὖγγροι περάσουσι τὸν ποταμὸν τοῦ ἐλθεῖν κατὰ τοῦ Μουρὰτ, μήτε οἱ Τοῦρκοι κατὰ τῶν Οὔγγρων. Ὁ δὲ Ἰάγγος οὐκ ὤμοσεν λέγων «ἐγὼ δεσπόζομαι, οὐ δεσπόζω».

[←71]

Οι Οθωμανοί μπορεί να έβλεπαν καχύποπτα την Ένωση τής Φερράρας-Φλωρεντίας το 1439 μεταξύ των δύο Εκκλησιών επειδή φοβούνταν πιθανή στρατιωτική βοήθεια στο Βυζάντιο, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος προερχόταν από την Ουγγαρία. Ο Γιάνος Κορβίνους Χούνιαντι, ο βοεβόδας τής Τρανσυλβανίας, κέρδιζε λαμπρές νίκες απέναντι στους Τούρκους στη Σερβία και τη Βλαχία. Ο Βλάντισλαβ Γ’, ο Γιαγκελλόνιος βασιλιάς τής Πολωνίας και τής Ουγγαρίας, μαζί με τον Χούνιαντι και τον εκθρονισμένο δεσπότη τής Σερβίας, τον Τζούρατζ Μπράνκοβιτς, οδήγησαν στρατό δύναμης 25.000 στρατιωτών. Οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν την επίθεσή τους το 1443. Νίκησαν τον Τούρκο κυβερνήτη τής Ρούμελης στη Νις και μετά πήραν τη Σόφια. Στις αρχές τού 1444 οι Σταυροφόροι επέφεραν σοβαρή ήττα στους Οθωμανούς στο όρος Κουνόβιτσα. Οι Οθωμανοί αμύνονταν τώρα. Ο Γεώργιος Καστριώτης, ο αρχηγός τής Αλβανίας, ηγήθηκε ηρωικά μιας εξέγερσης εναντίον ανώτερων οθωμανικών δυνάμεων προς θαυμασμό των γειτόνων του. Ταυτόχρονα στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος, ο από κοινού δεσπότης τού Μυστρᾶ, ο οποίος είχε επισκευάσει το κατεδαφισμένο τείχος τού Εξαμιλίου στο Ισθμό τής Κορίνθου, κατέλαβε τόσο την Αθήνα όσο και τη Θήβα. Ακόμη και ο Λατίνος δούκας τής Αθήνας, ο Nέριο Β’ Ατσαγιόλι (1435-1439, 1441-1451), μέχρι τώρα υποτελής τού σουλτάνου, αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως άρχοντά του και τού πλήρωνε φόρο υποτέλειας. Οι επιτυχίες των χριστιανών έπεισαν τον Μουράτ Β’ να συμβιβαστεί με τούς αντιπάλους του τον Ιούνιο τού 1444. Ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς και ο Γιάνος Χούνιαντι, ως εκπρόσωποι τού βασιλιά Βλάντισλαβ, ήρθαν στην Αδριανούπολη και στις 12 Ιουνίου 1444 συμφώνησαν σε ευνοϊκή ανακωχή για δέκα χρόνια. Στη συνέχεια μια τουρκική πρεσβεία συνόδευσε τούς χριστιανούς απεσταλμένους στο Σέγκεντιν, για να επιβεβαιώσει ο Βλάντισλαβ ενόρκως τη συνθήκη. Δεν έχει επιλυθεί οριστικά από τούς ιστορικούς αν ο Βλάντισλαβ, βασιλιάς τής Πολωνίας-Ουγγαρίας, υπέγραψε πραγματικά τη Συνθήκη τού Σέγκεντιν στις 15 Ιουλίου 1444. Η παραδοσιακή άποψη είναι ότι ο Βλάντισλαβ υπέγραψε, με την έγκριση των Χούνιαντι και Μπράνκοβιτς, αλλά χωρίς τη γνώση τού καρδινάλιου Τζουλιάνο Τσεζαρίνι. Έτσι όχι μόνο υπήρχε ειρήνη δέκα ετών, επιβεβαιωμένη μεταξύ Ουγγαρίας και Μουράτ Β’, αλλά η Ουγγαρία διατηρούσε επίσης τη Βλαχία, η Σερβία είχε επιστραφεί στον Μπράνκοβιτς και ο Μουράτ Β’ κατείχε τη Βουλγαρία. Όμως ο παπισμός ήταν απογοητευμένος με αυτή την εξέλιξη των γεγονότων, επειδή φαινόταν ότι οι Τούρκοι θα μπορούσαν να απομακρυνθούν εντελώς από τα Βαλκάνια. Κατά συνέπεια, ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι απάλλάξε τον Βλάντισλαβ από τον όρκο του με έναν άπιστο και οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν νέα εκστρατεία τον Σεπτέμβριο, αν και σημαντικά αποδυναμωμένοι, επειδή ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς από τους όρους τής συνθήκης είχε εξασφαλίσει την επιστροφή του στη Σερβία. Όμως άλλοι υποστηρίζουν ότι η Συνθήκη τού Σέγκεντιν είναι μόνο θρύλος και ότι ο νεαρός Βλάντισλαβ δεν ήταν ένοχος για παραβίαση τού όρκου του.

[←72]

Ο μεγαλύτερος αδελφός τού Mεχμέτ Β’, ο Αλά εντ-Ντιν, δολοφονήθηκε μυστηριωδώς στην Aμάσεια το 1443.

[←73]

[Δούκας 32.2] Τότε εἰρηνεύσαντες οἱ Τοῦρκοι, ὁμοίως καὶ Οὖγγροι καὶ Σέρβοι, αὐτὸς κατὰ τοῦ Καραμὰν ποιεῖται τὴν παρασκευήν. Καὶ συναθροίσας πᾶσαν τὴν τῆς Θρᾴκης καὶ Θετταλίας δύναμιν καὶ διαβὰς τὸν πορθμόν, πήξας τὰς σκηνὰς ἐν τῇ Προύσῃ παρεσκεύαζε καὶ τὰ ἀνατολικὰ στρατεύματα. Ὁμοίως πέμπει καὶ πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν πρῶτον, Ἀλατήνην ὀνόματι, τοῦ συλλέξαι στρατὸν ἐκ τῆς Ἀμασείας καὶ ἐλθεῖν ἐν Ἰκονίῳ· ὅ καὶ πεποίηκεν. Ὁ γὰρ Καραμάν, ὅτε ὁ δεσπότης σὺν τῷ Ἰάγγῳ ἤλθασιν κατὰ τοῦ Μωράτ, εὑρῶν καὶ οὗτος χώραν κατῆλθε καὶ ἔλαβε τὰς πόλεις αὐτοῦ, ἅς προλαβὼν εἷλεν ὁ Μωράτ· καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ αἰτία τῆς μάχης. Ἀπάρας δὲ ἐκ Προύσης ἦλθεν εἰς Κοτυάειον, ἐκεῖθεν ἐν Σαλουταρίᾳ· κἀκεῖ ποιήσας παρασκευὴν ικανήν, ἔρχεται εἰς Ἰκόνιον. Ὁ δὲ Καραμὰν φυγὼν σὺν τῷ στρατεύματι εἰσῆλθεν ἐν τοῖς ὁρίοις τοῖς πρὸς Συρίαν ἐν ὄρεσιν ὀχυροῖς. Μωρὰτ δὲ τὸ Ἰκόνιον ἀφειδῶς κουρσεύσας καὶ χρυσὸν καὶ ἄργυρον ἱκανὸν ἐκεῖθεν κομίσας, ἐν τῇ τῶν Λαρανδῶν ἔρχεται πόλει κἀκεῖ πάνδεινα κακὰ ἐργασάμενος τοῖς Λαρανδινοῖς, ἐστράφη λεηλατῶν καὶ κουρσεύων πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν τοῦ Καραμάν, τὴν ζημίαν ποιῶν ὁμοίοις αὐτοῦ Τούρκοις. Βουλόμενος δὲ ἐξελθεῖν ἐκ τῆς γῆς τοῦ Καραμὰν ἀπέλυσε τὸν υἱὸν αὐτοῦ σὺν τῷ στρατῷ· καὶ ἐστράφη εἰς Ἀμάσειαν, αὐτὸς δὲ κατελθὼν ἐν τῇ Προύσῃ ἐπέρασεν εἰς Θρᾴκην θέρους ἤδη παρερχομένου. Ὁ δὲ Καραμὰν ἐστράφη πάλιν ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτοῦ τόποις.

[←74]

Στην πραγματικότητα ο Μουράτ Β’ παραιτήθηκε υπέρ τού Μεχμέτ Β’ μετά τη νίκη του στη Βάρνα. Πήγε στη Μαγνησία (Μανίσα) κάποια στιγμή τον Δεκέμβριο του 1444 ή τον Ιανουάριο του 1445. Το 1444 ο Μεχμέτ Β’ ήταν μόλις δώδεκα ετών.

[←75]

[Δούκας 32.3] Χειμῶνος δὲ ἄρξαντος ἦλθεν ἐξ Ἀμασείας εἷς τῶν δούλων τοῦ Ἀλατὴν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ μηνύων τὸν αὐτοῦ θάνατον. Ὁ δὲ Μωρὰτ μέγα πένθος ποιήσας, ἦν γὰρ ὁ Ἀλατὴν ἄγων ἔτος ὀκτωκαιδέκατον, ὡραῖος πάνυ καὶ εὔτολμος, μετὰ δὲ τὸ πένθος καλέσας πάντας τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ σατράπας αὐτοῦ ἀπέδειξεν ἡγεμόνα καὶ ἀρχηγὸν τοῦ ὑπηκόου παντὸς τὸν δεύτερον υἱὸν αὐτοῦ τὸν Μεχεμέτ, ἀφήλιξ ἔτι καὶ παιδίον νέον ὑπάρχων. Αὐτὸς δὲ περάσας ἐν τῇ ἀνατολῇ, ἰδιωτεύων ἐν Προύσῃ ἐκάθητο.

[←76]

Ο Σαρουτζά πασάς ήταν βοηθός βεζύρης τού Χαλίλ πασά.

[←77]

Ο Μουράτ Β’ συνάντησε τον χριστιανικό στρατό κοντά στη Βάρνα τής Βουλγαρίας, κοντά στις ακτές τού Ευξείνου Πόντου, στις 10 Νοεμβρίου 1444. Τόσο ο βασιλιάς Βλάντισλαβ όσο και ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι έπεσαν και οι Σταυροφόροι εξοντώθηκαν. Ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος έστειλε συγχαρητήρια και δώρα στον σουλτάνο.

[←78]

[Δούκας 32.4] Ἔαρος δὲ ἀρξαμένου ἤλθασι κατάσκοποι ἐκ τῶν τῆς Οὐγγρίας μερῶν ἀπαγγέλλοντες τῷ νέῳ ἡγεμόνι καὶ τοῖς φροντίζουσιν αὐτῷ, Χαλίλ, Σαρητζία καὶ Ζαγανός, ὅτι ἐν ταῖς ὄχθαις τοῦ Ἴστρου συνάγεται πλῆθος Οὔγγρων καὶ Βλάχων πολύ. Ὁ δὲ Μεχεμὲτ μηνύει τῷ πατρὶ αὐτοῦ. Ὁ δὲ Μωρὰτ θαυμάσας ἐπὶ τῇ παραβάσει τῶν ὅρκων ἐλογίζετο, τὶ ἄρα μέλλει γενέσθαι. Θέρους οὖν ἀρχομένου ἐκάλει πρὸς αὐτὸν τὰς ἁπανταχοῦ δυνάμεις τῆς ἕω, πρὸς τὰς τοῦ κυνὸς ἐπιτολάς. Καὶ ἐξ Αἰγαίου Πελάγους ἀνεφάνησαν τριήρεις εἴκοσι πέντε καὶ ἐλθοῦσαι ἄντικρυ Καλλιουπόλεως ἐκώλυον τὸν πόρον. Ὁμοίως καὶ μέρος τῶν αὐτῶν τριήρεων ἔπλεεν μέχρι τοῦ Ἱεροῦ Στομίου κωλύουσαι τὰς ἐκεῖ πορείας. Οἱ δὲ Οὖγγροι περάσαντες τὸν πόρον τοῦ Δανούβεως ἤρχοντο ἀδεῶς· καθαίροντες τὴν ὁδὸν καὶ λαμβάνοντες τὰ κάστρα ἤλθοσαν οὖν μέχρι Βάρνας. Ὁ δὲ Μωρὰτ μὴ εὑρίσκων πορείαν ἤσχαλλεν, οἱ δὲ τοῦ Μεχεμὲτ ἐν ἀπορίᾳ ὄντες ἀθύμουν. Τότε ἀναβὰς πρὸς τὸ τοῦ Ἱεροῦ Στόμιον ἐγγὺς καὶ εὑρῶν ἄδειαν ἀπὸ τῶν τριήρεων ἐπέρασε καὶ αὐτὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ. Οἱ δὲ τοῦ Μεχεμὲτ κρατῶντες βίγλας καὶ μαθόντες τὴν διάβασιν τοῦ Μωράτ, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἡνώθησαν καὶ δι’ ἑτέρας δύο ἡμέρας ἔφθασαν ἐν τῇ Βάρνῃ. Καὶ τῇ ἐπιούσῃ συνάψαντες πόλεμον φοβερὸν καὶ φρικώδη, ἀπὸ πρωΐας ἕως ὥρας ἐννάτης κατέκοπτον ἀφειδῶς οἱ χριστιανοὶ τοὺς Τούρκους. Περὶ δὲ ὥραν δεκάτην, μείνας μόνος σὺν πεντακοσίοις ἤ πλέον ἤ ἕλαττον, στρέφει τὰς ἡνίας τοῦ ἵππου ὁ ῥὴξ Σάξων κατ’ αὐτοῦ. Ὁ δὲ Ἰάγγος ἐκώλυεν· αὐτὸς δὲ οὐκ ἐπείσθη. Καὶ προσεγγίσας, καιρίαν δέχεται ὁ ἵππος τὴν πληγὴν καὶ τὸν ἀναβάτην κύμβαχον ἐφαπλοῖ· καὶ καρατομοῦσιν αὐτὸν παρευθύ. Ὁ δὲ Ἰάγγος ἰσθεὶς τὸ γεγονός, ἦν γὰρ ἡ κεφαλὴ ἀπῃωρημένη τῷ δόρει καὶ κραυγαὶ καὶ ἀλαλαγμοὶ καὶ «ὁ φεύγων φυγέτω», κατέκοψαν οὖν οἱ Τοῦρκοι πλείστους καὶ ἡ νὺξ κατέλαβε καὶ ὁ Ἰάγγος μόλις διασωθεὶς ἐπέρασε τὸν ποταμόν, οἱ δὲ Τοῦρκοι νικηταὶ τροπαιοῦχοι ἐπανέζευξαν. Τότε ὁ εὐτυχής Μωράτ πάλιν τὴν περαίαν περᾷ, καὶ ἐν Μαγνησίᾳ ἀφικνεῖται, κἀκεῖ τὴν κατοίκησιν ἐμπορεύεται.

[←79]

Ο Χαλίλ πασάς ανησυχούσε, γιατί οι γενίτσαροι προκαλούσαν δυσκολίες στον νεαρό Μεχμέτ Β’. Επιπλέον, τόσο ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο ηγέτης τού Μυστρά στην Πελοπόννησο, όσο και ο Γιάνος Χούνιαντι ήσαν στρατιωτικά δραστήριοι. Τον Αύγουστο τού 1446 ο Μουράτ Β’ ήταν και πάλι σουλτάνος και ο Μεχμέτ Β' στάλθηκε στη Μαγνησία.

[←80]

[Δούκας 32.5] Ἀλλ’ οἱ χριστιανοί μήπω νοήσαντες αἱ ἁμαρτίαι ἡμῶν εἰσιν οἱ ἐμπεδοῦντες ἡμᾶς καὶ αἱ κακίαι ἡμῶν εἰσιν οἱ τὰ κακά προξενοῦντες, πάλιν ἑτέραν ἀφίησι καθ’ ἡμῶν ὀργήν ἡ τύχη. ὁ γὰρ Χαλὶλ πρακτικός ὑπάρχων περὶ τὰ τῆς ἀρχῆς μεθοδεύματα, καὶ ὅτι ὁ νέος οὐκ εὐτυχήσει ποτέ, ἄγεται πάλιν παρ’ αὐτοῦ ὁ Μουράτ ἐν τῷ παλατίῳ τῆς Ἀδριανοῦ καὶ εὐφημίζεται ὡς ἡγεμών. ὁ δὲ νέος ἡγεμών Μεχεμέτ ὁ υἱός αὐτοῦ στέλλεται παρά τοῦ πατρός τοῦ ἀρχηγεῖν ἐν τῇ Μαγνησίᾳ.

[←81]

Η Μάχη τού Κοσσυφοπεδίου διεξήχθη στις 17-19 Οκτωβρίου 1448. Ως αποτέλεσμά της, ο Μουράτ Β’ κέρδισε τον έλεγχο στα Βαλκάνια. Ο Δούκας περιγράφει ότι η μάχη κράτησε μια νύχτα και νωρίς το πρωί. Κατ' άλλους η μάχη μαινόταν για τρεις ημέρες (17-20 Οκτωβρίου).

[←82]

[Δούκας 32.6] Μαθὼν δὲ τοῦτο ὁ Ἰάγγος περᾷ τὴν περαίαν τοῦ Ἴστρου ἐξ ἄλλης ὁδοῦ καὶ διαβὰς τὰ στενωπὰ πάντα ἔρχεται πρὸς τὸ Νῆσιν ἤ πρὸς τὴν Κόσοβαν. Καὶ ὁ Μωρὰτ σὺν πάσῃ τῇ στρατιᾷ αὐτοῦ ἕτοιμος καὶ δὴ πολεμήσαντες ἀφ’ ἑσπέρας, πρωΐ σκοτίας οὔσης ἐγείρεται σὺν μερικοῖς στρατιώταις καὶ ὡς δῆθεν ἑτοιμάσων πρὸ ὥρας τὸν πόλεμον, αὐτὸς διέδρα· εἶδε γὰρ τὴν στρατιὰν τοῦ Τούρκου ὑπερέχουσαν ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ τοὺς Οὔγγρους δειλιῶντας καὶ εἰς φυγὴν μελετῶντας. Τότε ὁ Μωρὰτ ἡλίου ἤδη αὐγάζοντος ὁρῶν τὰς σκηνὰς τῶν Οὔγγρων διεσκεδασμένας καὶ εἰς φυγὴν βλέποντας, ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς μὲν ἐσκύλευσε, τοὺς δὲ κατέσφαξεν. Ἄλλοι ἔφυγον καὶ ἐγένετο μεγάλη νίκη (τοῦ) Μωρὰτ καὶ ἧττα τοῦ Ίάγγου.

[←83]

Το τείχος τού Εξαμίλιου τού Ισθμού τής Κορίνθου έπεσε στον Μουράτ Β’ και τα κανόνια του στις 10 Δεκεμβρίου 1446. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο αδελφός του Θωμάς κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά αναγκάστηκαν να γίνουν υποτελείς τού Μουράτ και να τού πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Ωστόσο οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την Πάτρα και τη Γλαρέντζα, το λιμάνι τής Ηλείας στην Πελοπόννησο.

[←84]

[Δούκας 32.7] Στραφείς δὲ μετὰ νίκης μεγάλης κατά τῆς Πελοποννήσου ἐστράτευεν. Ὁ γὰρ Κωνσταντῖνος δεσπότης ὤν τότε Λακεδαιμόνιας, καὶ ἰδών τὴν ἄφιξιν τοῦ ῥηγός καὶ τὰς τριήρεις ἐν Ἐλλησπόντῳ, ἐμαντεύσατο παντελῆ ἀπώλειαν τῶν Τούρκων, καὶ ἐξελθών ἀπὸ τοῦ Ἐξαμιλίου εἷλε Θήβας καὶ τα πέριξ χωρία. στραφείς δὲ ὁ Μουράτ σὺν εὐτυχίᾳ πλείστῃ στέλλει ἀποκρισιάριον, ζητῶν τὰς πόλεις αὐτοῦ. Ὁ δὲ Κωνσταντῖνος οὐκ ἤθελε, καὶ στρατεύσας καὶ θεὶς χάρακα ἐν τῷ Ἐξαμιλίῳ (ἦν γὰρ πρὸ τεσσάρων χρόνων οἰκοδομήσας αὐτό), ὁ δὲ Κωνσταντῖνος σὺν ἑξήκοντα χιλιάσιν ὤν ἐντός, αὐτὸς εἰσήλθε· καὶ ὡς ἐν ὀλίγῳ καὶ αὐτὸς καὶ Θωμᾶς ὁ ἀδελφός αὐτοῦ δεσπότης ὤν Ἀχαΐας παρεδίδοντο ὑπὸ τῶν Αλβανῶν· πλήν αὐτοὶ τὸν δόλον ἐννοήσαντες ἀπέδρασαν. Ὁ δὲ Μωρὰτ μέχρις Πατρῶν καὶ Γλαρέντζας δραμὼν καὶ ἀφανισμῷ παραδοὺς πάντα τὰ ἐκεῖ, ὑπανέστρεψε χαλάσας τὸ Ἑξαμίλιον, ἐρείπιον καταλιπὼν αὐτό, αἰχμαλωτεύσας πλῆθος λαοῦ, ἐπέκεινα χιλιάδες ἑξήκοντα.

[←85]

Ο μικρότερος αδελφός τού Κωνσταντίνου, ο αντι-Λατίνος Δημήτριος, ο οποίος το 1442 κάλεσε τούς Τούρκους να τον βοηθήσουν να πάρει την Κωνσταντινούπολη από τον Ιωάννη Η’, διεκδίκησε τον θρόνο, αλλά η ηλικιωμένη αυτοκράτειρα-μητέρα Έλενα Ντράγκας έδωσε την υποστήριξή της στον μεγαλύτερο γιο της Κωνσταντίνο. Nicol, LC, σελ. 377, 390. Οι δύο αξιωματούχοι που στάλθηκαν στον Μυστρά με το αυτοκρατορικό στέμμα και τα εμβλήματα ήσαν ο Αλέξιος Λάσκαρις Φιλανθρωπηνός και ο Μανουήλ Παλαιολόγος Ιάγαρις. Ο Κωνσταντίνος στέφθηκε στον καθεδρικό ναό τού Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά στις 16 Ιανουαρίου 1449 από τον τοπικό μητροπολίτη. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου 1449, έχοντας ταξιδέψει εκεί με καταλανικές γαλέρες.

[←86]

[Δούκας 33.1] Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰωάννης ποδαλγίᾳ πιεζόμενος ἐν πολλοῖς ἔτεσιν καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον ἀπὸ Ἰταλίας ἐν πολλαῖς θλίψεσι καὶ δυσφορίαις ὤν, πῇ μὲν διὰ τὴν τῶν ἐκκλησιῶν ταραχήν, πῇ δὲ διὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς δεσποίνης, κατέλαβεν αὐτὸν νόσος καὶ ἐν ὀλίγαις ἡμέραις ἐτελεύτησεν, ὕστατος βασιλεὺς χρηματίσας Ῥωμαίων. Τὸν δὲ Κωνσταντῖνον πέμψαντες οἱ τῆς Κωνσταντίνου ἤγαγον αὐτὸν ἐν τῇ πόλει· καὶ πρέσβεις στείλας εἰς τὸν Μωρὰτ καὶ δεξιώσας αὐτὸν σὺν δώροις καὶ μειλιχίοις λόγοις, εἰρήνευσεν αὐτόν, ἄρας ἐκ μέσου πάντα παρεληλυθότα σκάνδαλα.

[←87]

Το 1450 ο Μεχμέτ παντρεύτηκε τη Σιτ Χατούν, κόρη τού πλούσιου Τουρκομάνου ηγεμόνα Σουλεϊμάν Ντουλ-Κάντρογλου (Ζουκαριγιέ ή Νουλκαντιρλή), άρχοντα τής Μαλάτειας. Παρά τούς περίτεχνους γάμους, ο Μεχμέτ αγνοούσε και παραμελούσε τη νύφη που τού είχε επιβληθεί. Ένα πορτρέτο τής Σιτ Χατούν, ζωγραφισμένο από Έλληνα καλλιτέχνη, σώζεται σε ελληνικό χειρόγραφο τής Γεωγραφίας τού Πτολεμαίου, σταλμένο στον σουλτάνο από τον κουνιάδο του, τον Μαλίκ Αρσλάν (1464-1465).

[←88]

Ο Καρά Γιουσούφ ήταν χάνος τής ορδής των Μαύρων Προβάτων (Καρά Κογιουνλού) (1388-1420).

[←89]

[Δούκας 33.2] Βουληθεὶς δὲ γάμους ποιῆσαι τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἠγάγετο νύμφην ἐκ τῶν ἡγεμόνων πρὸς τὰ τῆς Ἀρμενίας ὅρια κειμένων, θυγατέρα τοῦ Τουργατήρ, ἀνδρὸς ἀρχηγοῦ τῶν ἐκεῖσε παρακειμένων Τουρκομάνων, ὑπεράνω Καππαδόκων. Τὴν δὲ συγγένειαν ταύτην οὐ κατεδέξατο ὡς ἐν δυνάμει καὶ πλούτῳ ὑστερίζων αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι ἐν μέσῳ τῶν Τουρκοπερσῶν καὶ τοῦ Καραμὰν οἰκῶν ὁ ῥηθεὶς Τουργατὴρ εἶχε πάντοτε συμμαχεῖν τῷ ἐν τῇ Ἀμασείᾳ ἡγεμονεύοντι υἱῷ τοῦ Μωρὰτ καὶ προσκρούειν καὶ τῷ Καραμὰν κάτωθεν ὁρμῶντι καὶ τῷ Καραιουσούφ ἄνωθεν καὶ μεσιτευούσης τῆς συγγενείας κεκτῆσθαι παρ’ αὐτοῦ τὴν τυχοῦσαν ἀρωγὴν καὶ βοήθειαν. Ὅθεν καὶ στείλας ἕνα τῶν αὐτοῦ βεζιρήδων, τὸν λεγόμενον Σαρητζίαν, ἤγαγεν αὐτὴν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρὸς μετὰ τιμῆς ὅτι πλείστης καὶ δόξης, φέρουσα θησαυροὺς πολλοὺς καὶ φέρνην πολυτάλαντον. Ὁ δὲ Μωρὰτ καὶ πενθερὸς αὐτῆς μαθὼν ἐγγίζουσαν ἐν τῷ πορθμῷ τῆς Καλλιουπόλεως, ἔπεμψε μεγιστάνας ἀπ’ Ἀδριανοῦ καὶ στρατὸν εὔζωνον καὶ ὑπαντὴν ποιήσαντες ἤγαγον εἰς τοὺς οἴκους τοῦ ἡγεμόνος ἐν Ἀδριανουπόλει. Ὁ δὲ ἡγεμὼν μετὰ πλείστης χαρᾶς ἀποδεξάμενος τὴν νύμφην ἤρξατο τελεῖν τοὺς γάμους· καὶ καλέσας πάντας τοὺς ὑπὸ χεῖρα ἀρχηγοὺς καὶ ἡγεμόνας οὕτω Τούρκους καθὰ χριστιανούς, ἅπαντες ἔθεον σὺν δώροις πολλοῖς ἑορτάσοντες τὰ γαμήλια. Ἀρξάμενοι ἀπὸ μηνὸς Σεπτεβρίου καὶ τελειώσαντες τὸν μῆνα Δεκέβριον, ἐτετελείωτο καὶ ὁ γάμος. Τοὺς σὺν αὐτῇ οὖν ἐλθόντας οἰκείους τοῦ πατρὸς αὐτῆς δαψιλῶς φιλοφρονήσας καὶ παντοίαν εὐεργεσίαν ἀμείψας εἰς τὰ ἴδια ἔπεμψε, τὸν δὲ υἱὸν αὐτοῦ τὸν νεόνυμφον ἅμα τῇ γυναικὶ ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ, τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ τῇ Λυδίᾳ, ἀπέλυσεν.

[←90]

Ο Μουράτ Β’ πέθανε τον Φεβρουάριο τού 1451 από κρίση αποπληξίας κοντά στην Αδριανούπολη. Ήταν σαρανταεννέα ετών.

[←91]

[Δούκας 33.3] Ἐλθὼν δὲ εἰς Μαγνησίαν τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς ἤδη μεσαζομένου καὶ παρελθόντος τούτου, ἄγων ὁ Φεβρουάριος πέμπτην, εἷς τῶν ταχυδρόμων ὡς ὠκύπτερὸς τις ἀετὸς ἐπέστη διδοὺς αὺτῷ γραφὴν εἰς χεῖρας ἀσφαλῶς κατεσφραγισμένην. Ἀνοίξας οὖν αὐτὴν καὶ ἀναγνοὺς ἔγνω τὸν θάνατον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. Ἡ δὲ γραφὴ ἦν σταλεῖσα παρὰ τῶν βεζίρηδων, τοῦ τε Χαλὶλ καὶ τῶν ἑτέρων. Ἐδήλουν τὸν θάνατον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ τὴν ἔλευσιν αὐτοῦ τοῦ ἀναγιγνώσκοντος μὴ βραδῦναι, ἀλλ’ εἰ δυνατὸν, ἐπιβῆναι Πηγάσῳ ἵππῳ πτερόεντι καὶ ἀφικέσθαι ἐν Θρᾴκῃ πρὸ τοῦ ἀκουσθῆναι εἰς τὰ πέριξ ἔθνη ἡ ἀγγελία τῆς τελευτῆς τοῦ ἡγεμόνος. Ὄ καὶ πεποίηκεν. Αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιβὰς ἑνὶ τῶν δρομαίων Ἀραβικῶν ἵππων οὐκ εἶπεν ἄλλο τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ πλὴν «Ὁ ἀγαπῶν με ἀκολουθείτω μοι·» Αὐτὸς δὲ ταχέως ὤχετο ἔχων ἔμπροσθεν τοὺς οἰκείους δούλους τοξότας καὶ ὠκυδρόμους ἀμφοτεροδεξίους, εἰπεῖν γίγαντας πάντας πεζούς, τοὺς δὲ ξιφηφόρους καὶ ἀκοντιστὰς ἱππέας ὄπισθεν. Καὶ δὴ ἐν ἡμέραις δυσὶν ἀπὸ Μαγνησίαν διαβὰς τὸν πορθμὸν ἐν Χερρονήσῳ κατέστη· καὶ ἀναμείνας ἐν Καλλιουπόλει ἄλλας δύο ἡμέρας τοῦ συναθροισθῆναι τοὺς ἀκολουθήσαντας, ἕνα τῶν ταχυδρόμων πέμψας ἐν Ἀδριανοῦ ἐμήνυσε τὴν αὐτοῦ ἐν Χερρονήσῳ διάβασιν.

[←92]

Η ημερομηνία ήταν 18 Φεβρουαρίου 1451. Ο διάδοχος τού Μουράτ Β’ ήταν ο Μεχμέτ Β’, ο τρίτος γιος του, που γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1432 στην Αδριανούπολη και ήταν δεκαεννέα ετών. Στις φλέβες του είχε μείγμα τουρκικού, σλαβικού, βυζαντινού, λατινικού, περσικού και πιθανώς αραβικού αίματος.

[←93]

[Δούκας 33.4] Καὶ διαλαλιᾶς συχνῆς γενομένης καὶ φήμης ἁπανταχοῦ, ὡς ὁ ἡγεμὼν ἐν Καλλιουπόλει, ἵνα μὴ ὁ συρφετώδης ὄχλος ἀτακτήσας ἀφηνίασῃ, ἔθος γὰρ ἦν αὐτοῖς ἐν ταῖς ἀλλαγαῖς τῶν ἡγεμόνων ἐνεργεῖν στάσιν, —διὰ τοῦτο καὶ τὴν τελευτὴν πολλάκις κρύπτοντες λέγουσι τῷ λαῷ, ὡς ὁ ἡγεμὼν ἀσθενεῖ, καὶ τοῦτο ποιοῦσιν, ὅτι ὁ μέλλων διαδέξασθαι οὐχ εὑρίσκεται, ἐν ᾧ τόπῳ ὁ τελευτῶν ὑπάρχει,— μετὰ ταῦτα ἀπάρας ἀπὸ Καλλιουπόλεως, συνέρρεον πλήθη πολλὰ προσκυνοῦντες αὐτῷ. Ἐλθόντος δὲ πλησίον τοῦ κάμπου ἐξῆλθεν ἅπασα ἡ τάξις τῆς ἡγεμονίας, οἵ τε βεζίρηδες καὶ σατράπαι καὶ ἔπαρχοι καὶ δήμαρχοι καὶ οἱ τῆς μιαρᾶς αὐτῶν θρησκείας μύσται καὶ διδάσκαλοι, καὶ οἱ ἐν ἐπιστήμαις καὶ τέχναις ἀσχολούμενοι καὶ μέρος πολὺ τοῦ συρφετώδους λαοῦ εἰς τὴν αὐτοῦ ὑπαντήν. Ἐλθόντος οὖν τοῦ ὄχλου κατὰ πρόσωπον τοῦ ἡγεμόνος ὡς μίλιον ἕν στοιχηδὸν καὶ ἀποβάντες τῶν ἵππων πάντες πεζοὶ τὴν πορείαν πρὸς τὸν ἡγεμόνα ἐβάδιζον· ὁ δὲ ἡγεμὼν καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν ἵσταντο ἐποχούμενοι. Ἐλθόντων οὖν ἄχρι ἡμίσεος μιλίου, ἄκρας σιωπῆς ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν οὔσης, ἀθρόον στάντες κοπετὸν μέγα μετὰ δακρύων ἀνήγειραν. Τότε καὶ αὐτὸς ἀποβὰς τοῦ ἵππου σὺv τοῖς ὑπ’ αὐτὸν καὶ αὐτοὶ τὰ ὅμοια ἔπραττον, βοῆς σὺν κλαυθμῷ τὸν ἀέρα πληροῦντες. Καὶ ἦν ἰδεῖν μέγα πένθος καὶ κοπετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Συνελθόντες οὖν καὶ προσεγγίσαντες ἀλλήλοις, προσεκύνησαν οἱ μεγιστᾶνες τῷ ἀρχηγῷ ἀσπασάμενοι τὴν αὐτοῦ χεῖρα. Καὶ ἐπιβάντες τῶν ἵππων εἰσῆλθον ἐν τῇ πόλει ἄχρι τῆς πύλης τοῦ παλατίου και, ὁ ἡγεμὼν εἰσελθών, ἕκαστος εἰς τὰ ἰδια ἀνεχώρησε.

[←94]

[Δούκας 33.5] Τῇ δὲ ἐπαύριον παραστάσεως γενομένης μεγάλης κατὰ τὸ ἔθος καὶ πλέον τι, ὡς τοῦ ἡγεμόνος ἔτι ὄντος νέου καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ νεωστὶ εἰσελθόντος, ἐν τῇ καθέδρα τῇ πατρικῇ καθεσθείς, ὡς οὐκ ὄφελον, πλὴν παραχωρήσει Θεοῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἴσταντο ἐξ ἐναντίας πάντες οἱ σατράπαι ἀπὸ μακρόθεν καὶ οἱ βεζίρηδες τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὅ τε Χαλὶλ-πασιας καὶ ὁ Ἰσάκ-πασιας· οἱ δὲ τούτου βεζίρηδες, Σιαχὴν ὁ εὐνοῦχος καὶ Ἰμπραήμ, ἦσαν προσεγγίζοντες αὐτῷ κατὰ τὴν συνήθειαν. Τότε ὁ ἡγεμὼν Μεχεμὲτ ἠρώτησε τὸν Σιαχὴν, τὸν αὐτοῦ μεσάζοντα· «Τὶ ὅτι ἀπὸ μακρόθεν ἵστανται οἱ μεσάζοντες τοῦ ἐμοῦ πατρός; Κάλεσον αὐτοὺς καὶ εἰπὲ τῷ Χαλὶλ ἐστάναι ἐν τῷ τόπῳ αὐτοῦ. Ὁ δὲ Ἰσακ ἀπελθέτω ἐν Προύσῃ σὺν τοῖς λοιποῖς τῆς ἑῴας ἄρχουσι, ταφῇ δοῦναι τοῦ ἐμοῦ πατρός· ἐχέτω δὲ καὶ τῶν ἀνατολικῶν θεμάτων τὴν φροντίδα».
Ἀκούσαντες οὖν ταῦτα, παρευθὺ δραμόντες, κατὰ τὸ σύνηθες ἠσπάσαντο τὴν αὐτοῦ χεῖρα. Καὶ ὁ μὲν Χαλὶλ ἔμεινε μεσάζων, ὁ δὲ Ἰσὰκ λαβὼν τὸ πτῶμα τοῦ ἡγεμόνος σὺν πλείστοις ἄρχουσι καὶ οἰκονομίᾳ πολλῇ, εἰς Προῦσαν ἀπῆλθε καὶ ἔθαψεν αὐτὸ ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ δομηθέντι βωμῷ, πλεῖστα νομίσματα κενώσας ἐν χερσὶ πενήτων ἐν τῇ κηδείᾳ.

[←95]

[Δούκας 33.6] Ὁ θάνατος οὖν τοῦ Μωρὰτ οὐκ ἦν πολυνοσωδέστατος οὔτ’ ἀχθηφόρος, ἀλλὰ καὶ παρά τοῦ πατρός αὐτοῦ ἀτιμωρητότερος καὶ παθῶν καὶ νόσων ἐλευθερώτερος, οἶμαι θεοῦ κρίνοντος κατά τὴν τοῦ ἀνδρός πρὸς τὸ κοινόν εὔνοιαν καὶ τὴν συμπαθεστάτην πρὸς τοὺς πένητας διάθεσιν· οὐ μόνον γὰρ ἐν τοῖς αὐτοῦ κατά γένος καὶ κατ’ ἀσέβειαν ἀλλὰ καὶ τοῖς Χριστιανοῖς, ἅς ἐνόρκους συνθήκας ἔπραττεν, ταύτας εἰς τέλος ἀσινεῖς καὶ ἀθολώτους ἐφυλαττεν· εἰ γὰρ καὶ παρασπονδάς τῶν Χριστιανῶν τινες καὶ παραβάσεις τῶν ὅρκων μεταχειρισθέντες τὸν ἀλάθητον τοῦ θεοῦ ὀφθαλμόν οὐκ ἔλαθον καὶ τὴν δίκην δικαίως τιμωρηθέντες παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκδικητοῦ, οὐκ εἰς μακράν τὰ τῆς μήνης ἐξετείνοντο πλέθρα, ἀλλ’ εὐθὺς μετά τὴν νίκην οὐ κατεδίωκεν ὁ βάρβαρος, οὐκ εἰς τέλος τὸν ἀφανισμόν ἐδίψα τοῦ τυχόντος ἔθνους· ἀλλ’ ἅμα οἱ ἡττηθέντες πρεσβεῦσιν τὰ τῆς εἰρήνης ἐσκέψαντο, καὶ αὐτὸς προθύμως ἐδέχετο καὶ τοὺς πρέσβεις μετ’ εἰρήνης ἀπέλυε, μισῶν τὰς μάχας, ἀγαπῶν τὴν εἰρήνην· καὶ ὁ πατήρ τῆς εἰρήνης ἀντεμέτρησε τὴν τελευτήν τοῦ βαρβάρου ἐν εἰρήνῃ, καὶ οὐκ ἦν μάχαιρα.

[←96]

[Δούκας 33.7] Ἦσαν δὲ αἱ τῆς νόσσυ πᾶσαι ἡμέραι τέσσαρες. Ἐξελθὼν γὰρ ἐκ τοῦ παλατίου σὺν ὀλίγοις νεανίσκοις ἐδιέβη τὴν νῆσον, ἥν οἱ ποταμοὶ διαρραγέντες πλησίον τῆς πόλεως αὐτὴν εἰς εὐρυχωρίαν κατέστησαν· καὶ λιπαρᾶς οὔσης τῆς γῆς βοσκήματα καὶ τροφαὶ τῶν ἀλόγων ζῴων χλοεραὶ φύονται, ἀγελάζονται γὰρ ἐν αὐτῇ φορβάδαι καὶ ἡμίονοι καὶ τῶν ἵππων οἱ ἀγέρωχοι τοῦ ἡγεμόνος· οἰκοδομάς τε διαφορωτάτας εἰς θάλψιν τε καὶ τέρψιν κατὰ καιροὺς καὶ πᾶν ἄλλο χρήσιμον εἰς ἀπόλαυσιν. Ἐβούλετο δὲ διατρῖψαι ἡμέρας ἱκανὰς ἐκεῖ ἰδιάζων σὺν ὀλίγοις οἰκειοτάτοις πρὸς ἀναψυχὴν καὶ ἀνακωχὴν τῶν φροντίδων καὶ κόπων τοῦ παρελθόντος γάμου. Διαβὰς οὖν καὶ ποιήσας ἡμέραν μίαν καὶ τρυφήσας, οὐχ ὡς σύνηθες, τῇ ἐπιούσῃ ἐκέλευσεν ἄγεσθαι εἰς τὸ παλάτιον εἰπών, ὡς κεφαλὴν καὶ τὸ λοιπὸν σῶμα καταβαρὲς καὶ ναρκῶδες περίεστι. Κατακλιθεὶς οὖν καὶ τρεῖς ἡμέρας νοσήσας, ἐπιληψήσας ἀπέθανεν δευτέρᾳ τοῦ Φεβρουαρίου μηνὸς τοῦ ἑξακισχιλιοστοῦ ἐνακοσιοστοῦ πεντηκοστοῦ ὀγδόου ἔτους.

[←97]

[Δούκας 33.8] Λέγεται δέ, ὅτι μετὰ τοὺς γάμους καὶ πρὸ τοῦ διαβῆναι τὴν νῆσον, μιᾷ τῶν νυκτῶν ἰδεῖν ὅραμα τοιοῦτον· ἕνα φοβερὸν ἄνδρα ἐστάναι ἐνώπιον αὐτοῦ. Τὸν δὲ συσταλέντα τῷ φόβῳ ἐκράτησεν αὐτὸν τῆς χειρὸς ὁ φανεὶς ἀνήρ. Ἐφόρει δὲ ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ χειρὶ σφενδόνην χρυσῆν εἰς τὸν ἀντίχειρα δάκτυλον. Ἐκβαλὼν οὖν ὁ φανεὶς τὴν σφενδόνην ἀπὸ τοῦ μεγάλου δακτύλου τοῦ ἡγεμόνος ἔβαλεν αὐτὴν ἐν τῷ λιχανῷ τῷ μετὰ τὸν ἀντίχειρα, εἶτα έξορμαθίσας αὐτὴν ἐκ τοῦ δακτύλου τοῦ λιχανοῦ ἥρμοσεν αὐτὴν εἰς τὸν μεσαίτατον δάκτυλον, μετὰ δὲ τοῦτον εἰς τὸν μετὰ τὸν μεσαίτατον καὶ αὖθις εἰς τὸν ὕστατον τὸν μικρόν. Μετὰ ταῦτα έκβαλὼν τὴν σφενδόνην ὁ φανεὶς καὶ λαβὼν ἀφανὴς γέγονε. Καὶ ὁ ἡγεμὼν ἔξυπνος γενόμενος προσεκαλέσατο τοὺς αὐτοῦ μάντεις, εἰρηκὼς τὸ ὁραθέν. Αὐτοὶ δὲ τὴν μὲν σφενδόνην τὴν ἡγεμονίαν διέκριναν, τοὺς δὲ δακτύλους, τὸν μὲν πρῶτον εἰς αὐτόν, τοὺς δ’ ἄλλους εἰς τοὺς μετ’ αὐτὸν αὐθεντεύσοντας ἐξ αὐτοῦ. Ἕτεροι δὲ κρύβδην καὶ σιωπηρῶς τὸν μὲν μέγα δάκτυλον τὸν αὐτοῦ τῆς ζωῆς ὕστατον χρόνον διέκριναν, τὴν δὲ ἀφαίρεσιν τῆς σφενδόνης τὴν δεσποτείαν, τὰς δὲ εἰσάξεις καὶ ἐξάξεις τῶν ἑτέρων τεσσάρων διὰ τῆς σφενδόνης δακτύλων τὸν μετ’ αὐτὸν ἡγεμονεύσειν μέλλοντα τὸν αριθμὸν τῶν ἐτῶν τῆς ἡγεμονίας ἐσύγκριναν καὶ τότε τέλος ἕξει ἡ τυραννίς. Ἀλλ’ ἐπανίωμεν αὖθις πρὸς τὴν διήγησιν καὶ ἴδωμεν τὶ τὸ αἱμοβόρον τοῦτο θηρίον ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ κατέφθειρε καὶ κατεδαπάνησε καὶ εἰς τέλος ἠφάνισε.

[←98]

[Δούκας 33.9] Πέμψας τοίνυν τὸ σῶμα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ εἰς ταφὴν ἐν τῇ Προύσῃ, αὐτὸς ἤρξατο ἐρευνᾶν τὰ ταμεῖα καὶ τοὺς θησαυροὺς τοὺς πατρικούς· καὶ εὑρῶν ἀναριθμήτους ἐν ἀργυροῖς σκεύεσιν, ἐν χρυσοῖς, ἐν λίθοις τιμίοις καὶ ἐν νομίσμασι πολυταλάντοις, αὐτὸς οἰκείᾳ σφραγίδι κατασφραγίσας ἐν τῷ ταμείῳ πάλιν ἀπέθετο.

[←99]

Μητέρα τού Μεχμέτ Β’ ήταν η σκλάβα Χούμα Χατούν.

[←100]

Τη Χαντιτζέ, κόρη τού Ισφεντιγιάρογλου Ιμπραήμ Μπεγκ. Η οικογένεια ήταν γνωστή ως Τζαντάρ (Τζανταρογκιουλλαρί), παίρνοντας το όνομά της από κάποιον Τζαντάρ. Το 1314 ο γιος τού Τζαντάρ, ο Σουλεϊμάν πασάς, ήταν αρχηγός τής Κασταμόνου (Κασταμονής), έδρας τής τουρκικής δυναστείας των Ισφεντιγιάρ τον 14ο αιώνα. Κάποια στιγμή μετά το 1324 ο Σουλεϊμάν πασάς κατέλαβε τη Σινώπη από τον Περβάνε και η Σινώπη αργότερα ενσωματώθηκε στο κράτος των Τζαντάρ.

[←101]

[Δούκας 33.10] Εἶτα εὑρῶν παιδίον ἄρρεν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὡς μηνῶν ὀκτώ, γεννηθὲν ἐκ τῆς θυγατρὸς τοῦ ἡγεμόνος Σινώπης Σπεντιάρ, νομίμου γυναικός, —καὶ γὰρ οὗτος ἐκ δουλίδος ἐγένετο,— οὔσης οὖν τῆς μητρὸς τοῦ παιδὸς καὶ μητρυᾶς αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐν τῷ παλατίῳ ἕνεκα παραμυθίας τοῦ τυράννου, στείλας ἕνα τῶν ἀρχόντων ἐκ τῶν υἱῶν τοῦ Ἐβρενέζ, Ἀλὶν ὀνόματι, πρωτο-οστιάριος ὤν τῷ τότε καιρῷ, ἐν τῷ οἴκῳ τῆς ῥηθείσης, τὸ παιδίον ἔπνιξε. Ἐπὶ τὴν αὔριον δὲ καὶ αὐτὸν τὸν Ἀλὶν ἐθανάτωσε, τὴν δὲ μητέρα τοῦ παιδὸς καὶ μὴ βουλομένην τῷ δούλῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τῷ Ἰσὰκ εἰς γάμον ἡρμόσατο.

[←102]

[Δούκας 33.11] Τὴν δὲ ἑτέραν αὐτοῦ μητρυιάν, τὴν θυγατέρα Γεωργίου δεσπότου Σερβίας, χριστιανικοτάτην οὖσαν, ἐβούλετο μὲν καὶ αὐτὴν ἑτέρῳ τῷ τυχόντι δούλῳ δοῦναι, ἀλλὰ φοβηθείς, μήπως ὁ πατὴρ αὐτῆς ἐγείρῃ κατ’ αὐτοῦ τὴν τῶν Οὔγγρων μάχην, τῆς ἡγεμονίας αὐτοῦ ἔτι μὴ παγιωθείσης, ἀλλ’ ἀκμὴν εἰς σύστασιν προχωρησάσης, ὅ ἠβουλήθη, oὐκ ἠδύνατο πρᾶξαι. Ὁ δεσπότης γὰρ ἀκούσας τὸν θάνατον τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Μωρὰτ καὶ τὸν Μεχεμὲτ τὴν ἡγεμονίαν ἀναζωσάμενον, εὐθὺς ἀποκρισιαρίους ἔπεμψεν παραμυθήσων αὐτὸν καὶ παρηγορήσων ὡς ἀπορφανισθέντα καὶ τὰς συνθήκας καὶ συνωμοσίας, ἅς εἶχε μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἀνανεῶσαι καὶ ἀσφαλίσασθαι δι’ ὅρκων, ἔτι τε καὶ τὴν θυγατέρα ζητῆσαι καὶ λαβεῖν εἰς τὰ ἴδια. Ἅ καὶ πεποίηκεν, οὐχ ὡς θέλων εἰρηνικῶς καὶ εὐνοϊκῶς διάγειν καὶ ἡγεμονεύειν, ἀλλὰ καιρὸν ἐξαγοράζων, ὅταν γὰρ λάβῃ, ἐκεῖνος ἀδικίας καὶ ἀνομίας ποιήσει. Ταῦτα καὶ ἕτερα τὴν ἀρνίου δορὰν ὑπενδυθεὶς ἔπραττε, λύκος ὤν καὶ πρὸ τῆς γεννήσεως. Φιλοφρόνως οὖν δεξιωσάμενος τοὺς ἀποκρισιαρίους καὶ ἐνωμότους συνθήκας δοὺς καὶ λαβὼν ἀπέλυσεν ἐν εἰρήνῃ, στείλας καὶ τὴν αὐτοῦ μητρυιὰν πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς μετὰ μεγάλης δόξης τε καὶ τιμῆς, εὐεργεσίας τε πλείοτας καὶ χώρας ἀπονείμας αὐτῇ ἐκ τῶν ὁρίων Σερβίας εἰς διατροφὴν καὶ θεραπείαν παντοίαν αὐτῆς.

[←103]

Ο Ορχάν, μακρινός εξάδελφος τού Μεχμέτ και εγγονός τού σουλτάνου Σουλεϊμάν, ήταν ο μόνος πιθανός διεκδικητής τού Οθωμανικού θρόνου. Τότε βρισκόταν σε εξορία στην Κωνσταντινούπολη.

[←104]

[Δούκας 33.12] Ὁμοίως καὶ οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει τότε οἰκοῦντες δύστηνοι Ῥωμαῖοι καὶ δυστυχεῖς σὺν τῷ δεσπότῃ Κωνσταντίνῳ μαθόντες καὶ αὐτοὶ τὴν ἐναλλαγὴν τῆς ἡγεμονίας, ἔστειλαν πρέσβεις χάριν παραμυθίας καὶ τῆς ἀρχῆς τὴν καθεδρίαν προσαγορεύοντες· τίνες τίνα; οἱ ἄρνες τὸν λύκον, οἱ στρουθοὶ τὸν ὄφιν, οἱ ψυχοῤῥαγοῦντες τὸν θάνατον. Ἐκεῖνος δὲ ὁ πρὸ τοῦ ἀντιχρίστου ἀντίχριστος, ὁ τῆς τοῦ Χριστοῦ μου ποίμνης φθορεύς, ὁ ἐχθρὸς τοῦ σταυροῦ καὶ τῶν πιστευόντων εἰς τὸν ἐν αὐτῷ παγέντα, φιλικὸν προσωπεῖον ἐνδυθεὶς ὡς μαθητὴς τοῦ μεταμορφωθέντος εἰς ὄφιν Σατανᾶ ἀποδέχεται τὴν πρεσβείαν καὶ γράφει νέας διαθήκας καὶ ὀμνύει θεὸν τοῦ ψευδοπροφήτου καὶ τὸν συνώνυμον αὐτοῦ προφήτην καὶ τὰς μιαρὰς αὐτοῦ βίβλους καὶ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους τοῦ στέργειν καὶ ἐμμένειν ἐφ’ ὅρου ζωῆς αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ καὶ ὁμονοίᾳ μετὰ τῆς πόλεως καὶ τοῦ δεσπότου Κωνσταντίνου σὺν πᾶσι τοῖς περιχώροις καὶ πόλεσιν ὑπὸ τὴν αὐτὴν δεσποτείαν· καὶ τὴν εὔνοιαν καὶ διάθεσιν, ἥν ἐκέκτητο ὁ πατὴρ αὐτοῦ μετὰ τοῦ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ προβεβασιλευκότος καὶ τοῦ δεσπότου Κωνσταντίνου τοῦ νῦν, ἐν αὐτῇ τῇ γνώμῃ καὶ αὐτὸς ζήσεται καὶ τεθνήξεται. Ἐπέκεινα δὲ τούτων τῶν καλῶν ὑποσχέσεων ἐδωρήσατο καὶ κατ’ ἔτος τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν παρὰ τὸν Στρυμόνα κειμένων χωρίων ἀριθμὸν ἀσπρῶν τριακοσίων χιλιάδων, αἰτήσαντες ταῦτα οἱ τρισάθλιοι ἕνεκα τροφῆς καὶ ἑτέρας ἐξόδης τοῦ Ὀρχὰν τοῦ προλεχθέντος ἀπογόνου τοῦ Ὀτμὰν. Καὶ δὴ καλῶς κατὰ τὸ δοκοῦν ποιήσαντες τὴν ἀγάπην, ἀπῄεσαν καὶ αὐτοὶ χαίροντες. Ὁμοίως καὶ οἱ τῆς Βλαχίας καὶ οἱ τῶν Βουλγάρων καὶ οἱ τὰς νήσους κατοικοῦντες, Μιτυληναῖοι, Χῖοι, Ῥόδιοι, ἐκ τοῦ Γαλάτου Γενουῗται, ἐκ πάντων ἐλθόντες σὺν δώροις προσεκύνησαν τῷ ὡς ἀληθῶς σαρκοφόρῳ δαίμονι· καὶ λαβόντες τὰ πιστὰ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς, ἀπῄεσαν.

error: Content is protected !!
Scroll to Top