Σημειώσεις Κεφαλαίου 3

Σημειώσεις Κεφαλαίου 3

[←1]

Συρόπουλος 3: Τμῆμα Γον. Ἐν ᾧ περὶ τῶν γραμμάτων τῆς τοποτηρήσεως τῶν πατριαρχῶν, καὶ ὅπως ἐσκέπτοντο περὶ τῶν διαλέξεων, καὶ ὅπως μετὰ τὸ ἐλθεῖν τὰ τοῦ πάπα κάτεργα ἦλθον καὶ τῆς συνόδου· διὸ καὶ συνεβούλευον πάντες ἵνα παύσῃ ἡ τῶν ἡμετέρων ἀποδημία· ὁ δὲ βασιλεὺς μετὰ τοῦ πατριάρχου περιέστησαν, καὶ ἐγένετο ἡ πρὸς τὸν πάπαν ἀποδημία. ἀπομνημονευμάτων γ.

[←2]

Συρόπουλος 3.1: Ὅσα μὲν οὖν ἐξ ἀρχῆς περὶ τῆς ἑνώσεως παρὰ τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ἀοιδίμου βασιλέως ἐγένοντο, καὶ ὅπως ἐκεῖνος περὶ τοιούτων ἐπραγματεύσατο, καὶ ὁποίαν αὖθις ἀρχὴν ὁ μετ΄ ἐκεῖνον κατεβάλετο περὶ συστάσεως τῆς συνόδου, ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν. ἅ δ΄ ἐφεξῆς ἐλέγοντό τε καὶ ἐπράττοντο, οἱ μὲν εἰδέναι ταῦτ΄ ἐφιέμενοι καὶ λέγειν καὶ γράφειν ἐπιζητοῦσιν, ὁ δὲ λόγος ὀκνεῖ καὶ ἀναβάλλεται βραχέα μὲν εἰπεῖν προθέμενος, πρὸς δὲ τὸ μῆκος τῶν λεγομένων ἀμηχανῶν· παρατρέχειν μὲν γάρ τινα ἐξ ὧν οἶδεν οὐ βούλεται, ἐπεὶ τοῦτό γε ὑπέσχετο ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἄλλως οὐδὲ τῷ λέγοντι τὸ τίμιον περισωθήσεται, πολλῶν ὄντων τῶν εἰδότων καὶ μαρτυρησόντων τὰ παραλειφθησόμενα· τὸ δὲ καὶ πάντα λεπτομερῶς διηγεῖσθαι, ἀδολεσχίαν ἡγεῖται μακρὰν καὶ ἐναντίαν τῆς ἰδίας αὐτοῦ προαιρέσεως. διὸ τὰς μὲν ἑκατέρωθεν ὑπερβολὰς χαίρειν ἐῶν, μέσην δ΄ ὡς οἷόν τε βαδίζων καὶ τῶν καιριωτέρων ἐφαπτόμενος δηλώσει τὰ γεγονότα.

[←3]

Όπως σημειώνει ο Laurent 1971: 160 σημ. 1, δεν διαθέτουμε μια σε βάθος μελέτη για την πολιτική τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου απέναντι στη Ρώμη. Λατίνοι όπως ο Pierre de Digne και Γραικοί όπως ο Μανουήλ Δισύπατος εκθειάζουν τον ζήλο αυτού τού μονάρχη να πραγματοποιήσει την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αυτά είναι επίσημα σχόλια κατ΄ ανάγκη ενδιαφερομένων. Όμως παραμένει προφανές ότι ο Μανουήλ Β΄, ειλικρινής ή όχι υποστηρικτής τής Ένωσης των Εκκλησιών, ήξερε ότι η πραγματοποίησή της θα συναντούσε αμείωτη αντίθεση από τον κλήρο.

[←4]

Συρόπουλος 3.2: Ὁ τοίνυν δηλωθεὶς φρὰ Ἰωάννης τῇ Κωνσταντίνου πόλει ἐναπολειφθεὶς ἐκάθητο μετὰ τοῦ λοιποῦ συνοδικοῦ πρέσβεως, ἐκδεχόμενος τὰ γράμματα ἐκ τῆς συνόδου ἐσφραγισμένα· οὕτω γὰρ βεβουλευμένον ἦν ἐξ ἀρχῆς. μεταξὺ δὲ τοῦ καιροῦ τέθνηκεν ὁ εἷς τῶν πρέσβεων, τῷ θανατικῷ καὶ αὐτὸς συναρπασθείς, καὶ μόνος ὁ Ἰωάννης ἐναπελείφθη, ὅς καὶ φίλος ἐγεγόνει τῷ πατριάρχῃ καὶ συχνῶς προσήρχετο καὶ ὡμίλει μετ΄ αὐτοῦ· ὁ δὲ πατριάρχης, εἰ καὶ συνέθετο ἀπελθεῖν εἰς τὴν σύνοδον, ὡς δεδήλωται, ἀλλ΄ οὖν καὶ ἔτι δυσχεραίνων ἐφαίνετο πρὸς τὴν ἀποδημίαν καὶ τὰ πρὸς ἀποφυγὴν αὐτῆς, εἰ ἐνεδέχετο, μελετῶν ὡς ἐδόκει. ὁ γοῦν Ἰωάννης νουνεχὴς ἀνήρ ὤν καὶ ποικίλος καὶ καταλαβὼν τὸν πατριάρχην χαίροντα τῇ φιλοδοξίᾳ καὶ τῇ τιμῇ καὶ τῇ δοκούσῃ εὐκοσμίᾳ, μετήρχετο αὐτὸν λόγοις καὶ τρόποις, οἷς ἔβλεπεν αὐτὸν χαίροντα, καὶ ὑπέσχετο, ὡς, εἰ παρεγένετο ἐν ταῖς Γαλίαις ὁ πατριάρχης, μεγάλως τιμηθήσεται, καὶ δοξασθήσεται παρὰ πάντων τῶν ἐκεῖσε, καὶ μάλιστα παρὰ τῶν ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ δωροφορήσουσιν αὐτῷ πάντες, καὶ τοῖς λόγοις καὶ τοῖς βουλεύμασιν αὐτοῦ ἐξακολουθήσουσιν, ὡς κρείττονος τῶν ἐκεῖσε, καὶ ὄντος, καὶ φανησομένου. τοῖς γοῦν τοιούτοις λόγοις πεισθεὶς ὁ πατριάρχης, ἤ φενακισθεὶς εἰπεῖν ἀληθέστερον, ὁ πρὶν δυσχεραίνων, ὕστερον μεταβληθείς, πρόθυμος ἐγεγόνει πρὸς τὴν ἀποδημίαν, καὶ κατὰ μικρὸν πρὸς ταύτην παρεσκευάζετο.

[←5]

Ο δάσκαλος Simon Fréron από το Παρίσι πέθανε από την πανούκλα στις 21 Ιουλίου 1436. Ο αρχηγός τής αποστολής του, ο Ιωάννης τής Ραγούσας, έστειλε ειδική αναφορά στη Σύνοδο τής Βασιλείας για τον θάνατο, στην οποία περιέγραφε τις εξαιρετικές τιμές που απέδωσαν οι Γραικοί στον αποθανόντα. Όσο για τον ίδιο, όφειλε τη σωτηρία του μόνο στην απομόνωσή του από την τρομερή επιδημία, φεύγοντας στα νησιά και τα δάση: «και στις δύο πόλεις (Βυζάντιο και Πέρα-Γαλατά) πλησιάζει η τρομερή φωτιά τής επιδημίας» (utriusque civitatis igne pestis horribiliter accessus). Επέστρεψε στην Πόλη γύρω στις 2 Σεπτεμβρίου, τη μέρα που έφτασαν στην πρωτεύουσα οι γαλέρες τής Βενετίας. Ο Σχολάριος, που έχασε δύο ανιψιούς, δήλωνε ότι η πανούκλα δεν λυπήθηκε κανέναν. Βλέπε Scholarios, Œuvres, IV, σ. 416 (Laurent 1971: 161 σημ. 2).

[←6]

Κατά τον Laurent 1971: 161 σημ. 3, μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε αυτό, μαθαίνοντας ότι και οι δύο ήσαν Βούλγαροι. Η γοητεία την οποία εξέπεμπε ο Ιωσήφ Β΄ εντυπωσίαζε τόσο τον Ιωάννη τής Ραγούσας, που κάποιες φορές παρέμενε συνεχώς επί τέσσερις ή πέντε ώρες συνομιλώντας με εκείνον που αποκαλούσε «πληρέστατο και τελειότατο ηλικιωμένο» (completissimum et perfectissimum senem).

[←7]

Έτσι ο Ιωάννης τής Ραγούσας δεν σταμάτησε να προετοιμάζει τον Ιωσήφ Β΄ και τούς ανθρώπους του, αν όχι για τη Βασιλεία, την οποία αρνιόταν αμετάκλητα ο αυτοκράτορας, τουλάχιστον για την Αβινιόν ή τη Σαβοΐα. Ο όρος Γαλίαις τού κειμένου προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, τις χώρες που βρίσκονται ακριβώς πέρα και δυτικά από τις Άλπεις (Laurent 1971: 162 σημ. 1).

[←8]

Συρόπουλος 3.3: Ἐνιαυτοῦ δ΄ ἐγγὺς παρωχηκότος, ἔφθασαν σταλέντα τὰ γράμματα παρὰ τῆς συνόδου ἐσφραγισμένα, καὶ εὐθὺς ὁ βασιλεὺς ἤρξατο φροντίζειν περὶ συναθροίσεως τῆς συνόδου καὶ πρέσβεις ἐκλέγεται καὶ γράμματα γράφονται βασιλικά τε καὶ πατριαρχικά καὶ ἐκ τοῦ Ἰωάννου φλωρία λαμβάνει καὶ ἐξόδους παρέχει τοῖς πρέσβεσι καὶ κανίσχια πρὸς οὕς αἱ πρεσβεῖαι. καὶ εἰς μὲν Τραπεζοῦντα καὶ Ἰβηρίαν στέλλει κῦρ Ἀνδρόνικον τὸν Ἰάγαριν, ὅς καὶ ἀπελθὼν καὶ τοὺς ἐκεῖσε ἐξοικονομήσας, ἔφερε μεθ΄ ἑαυτοῦ, ἐκ μὲν τῆς Ἰβηρίας ἐπισκόπους δύο καὶ πρέσβιν ἕνα ἐκ τῶν ἀρχόντων τοῦ βασιλέως, ἐκ δὲ τῆς Τραπεζοῦντος τὸν μητροπολίτην καὶ ἕτερον πρέσβιν τοῦ βασιλέως. εἰς δὲ τὴν Μολδοβλαχίαν ἀνέθηκαν τῷ μητροπολίτῃ πρὸ ὀλίγου ἀπελθόντα ἐκεῖσε, καὶ ὕστερον πάλιν ἔγραψαν πρὸς αὐτόν τε καὶ τὸν αὐθέντην καὶ ἦλθον ἐνταῦθα ὁ μητροπολίτης τε καὶ πρέσβις ὁ Νεάγογις καὶ ὁ πρωτοπαπᾶς. Ὁμοίως ἀνέθηκαν καὶ τῷ Ῥωσίας πρὸ μικροῦ χειροτονηθέντι καὶ ἀπελθόντι μετὰ τοῦ Γουδέλη ἵνα ἴδωσι καὶ ἐξοικονομήσωσι τοὺς ῥηγάδας καὶ λάβωσιν ἐξ ἐκείνων πρέσβεις καὶ ἐπισκόπους καὶ ἐνδημήσωσιν εἰς τὴν σύνοδον, ὅ καὶ πεποιήκασιν. εἰς δὲ τὸν δεσπότην Σερβίας ἀνέθηκαν τῷ γυναικαδέλφῳ αὐτοῦ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ τῷ Καντακουζηνῷ, πρὸς αὐτὸν ἀπερχομένῳ, καὶ εἶπε πολλὰ περὶ τούτου τῷ δεσπότῃ· ὁ δὲ οὔτε πρέσβιν στεῖλαι, οὔτε γράψαι ἠθέλησεν. εἰς δὲ τοὺς πατριάρχας ἔστειλε Παῦλον τὸν Μακροχέρην μετὰ γραμμάτων βασιλικῶν τε καὶ πατριαρχικῶν, ἀναθεὶς αὐτῷ καὶ λόγους ὁ βασιλεὺς οὕς ἤθελεν· ὅς καὶ ἀπελθών, καὶ κατὰ τὸ ἐγχωροῦν παρακινήσας καὶ ἐξοικονομήσας ἐκείνους γράμματα ἔφερε πρός τε τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην καὶ ἕτερα γράμματα τοποτηρήσεων διεκόμισε πρὸς τοὺς τοποτηρητάς, οὕς ἐκ τῶν ἐνταῦθα ἐκεῖνοι ἀποκατέστησαν. ὁ μὲν γὰρ Ἀλεξανδρείας ἐποίησε τοποτηρητὰς ἑαυτοῦ τὸν Ἡρακλείας κῦρ Ἀντώνιον καὶ κῦρ Μάρκον τὸν Εὐγενικόν, ἱερομόναχον τότε τυγχάνοντα· ὁ δὲ Ἀντιοχείας τὸν Ἐφέσου Ἰωάσαφ καὶ τὸν πνευματικὸν Γρηγόριον· ὁ δὲ Ἱεροσολύμων τὸν Σάρδεων κῦρ Διονύσιον καὶ τὸν Ῥωσίας κῦρ Ἰσίδωρον, ἱερομονάχους καὶ αὐτοὺς τότε τυγχάνοντας.

[←9]

Στην πραγματικότητα θα μεσολαβούσαν πολλά ακόμη χρόνια. Η αναμονή ήταν τόσο μεγάλη, που τον προηγούμενο Μάρτιο ο πατριάρχης, γράφοντας στη Σύνοδο τής Βασιλείας, είχε εκφράσει κάποιαν έκπληξη για τη βραδύτητα των διαπραγματεύσεων. Τώρα τα αναμενόμενα έγγραφα (διάταγμα και ἀδεια ασφαλούς διέλευσης) έφθαναν στην Κωνσταντινούπολη «τον μήνα Φεβρουάριο, όταν άρχιζε η Σαρακοστή» (de mense februarii, circa carnis privium), δηλαδή γύρω στις 13 Φεβρουαρίου 1437, δεκατέσσερις μήνες μετά την αναχώρηση τού Menger (βλέπε πιο πάνω, σημ. 25 κεφαλαίου β’). Θα πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι μια πρώτη επιστολή είχε φτάσει από τη Βασιλεία στις 6 Σεπτεμβρίου 1436, αλλά είχε ικανοποιήσει μόνο τον αποδέκτη της, τον Ιωάννη τής Ραγούσας, στον οποίο έφερνε νέες οδηγίες, με την πλήρη έγκριση τής Συνόδου για τις ρυθμίσεις που είχαν γίνει (Laurent 1971: 162 σημ. 2).

[←10]

Καταρχάς, υπάρχει η νέα πρεσβεία προς τον Ευγένιο Δ΄ και τη σύνοδο, υπεύθυνος για την οποία ήταν ο Ιωάννης Δισύπατος αφενός και ο Μανουήλ Ταρχανειώτης Βουλλωτής αφετέρου. Οι αυτοκρατορικές και πατριαρχικές επιστολές που τούς παραδόθηκαν έχουν ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 1436 (Laurent 1971: 162 σημ. 3).

[←11]

Το ποσό που ζήτησαν από τούς Λατίνους γι΄ αυτή τη νέα πρεσβεία –500 δουκάτα ανά πρεσβευτή– φαινόταν υπερβολικό στον Ιωάννη τής Ραγούσας, ο οποίος όμως το πλήρωσε, για να αποτρέψει τις μηχανορραφίες τού παπικού απεσταλμένου Χριστόφορου. Μια δεύτερη έκκληση προς την τράπεζα τής Βασιλείας έγινε στα μέσα Μαΐου 1437, για να καλυφθούν οι δαπάνες για την άφιξη τριών ανατολικών πατριαρχών ή των εκπροσώπων τους. Στην πραγματικότητα γνώριζαν ήδη στον Βόσπορο πριν από τις 13 Φεβρουαρίου, ότι οι Άραβες θα απαγόρευαν κάθε αναχώρηση και γι΄ αυτό δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να επιλέξουν τούς αντικαταστάτες τους από τον βυζαντινό κλήρο (Laurent 1971: 162 σημ. 4).

[←12]

Στο κείμενο κανίσχια. Κανίσχιον είναι το μικρό, αβαθές καλάθι πλεγμένο με καλάμια ή λυγαριά, πανεράκι, κάνιστρο. Κάνιστρο γεμάτο δώρα. Εδώ δώρα.

[←13]

Η αυτοκρατορία τής Τραπεζοῦντος, το κράτος που ιδρύθηκε με την άλωση τής Πόλης από τούς Λατίνους το 1204, δεν επανεντάχθηκε στην αυτοκρατορία με την ανακατάληψη τής Πόλης από την αυτοκρατορία τής Νίκαιας το 1261. Τα δύο κράτη λειτούργησαν παράλληλα και συνεργαζόμενα για δυόμιση περίπου αιώνες κι έπεσαν στους Οθωμανούς διαδοχικά: η Κωνσταντινούπολη το 1453 και η Τραπεζούς το 1461.

[←14]

Κατά την αρχαιότητα και τον μεσαίωνα Ἰβηρία ονομαζόταν η χώρα που κάλυπτε τα νότια και ανατολικά τμήματα τής σημερινής Γεωργίας, βόρεια τής Αρμενίας. Το βασίλειο τής Ιβηρίας ήταν από τα πρώτα κράτη που προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό, ήδη από το 327. Και φυσικά η μονή Ιβήρων τού Αγίου Όρους ιδρύθηκε το 980 από Καυκάσιους Ίβηρες και όχι από Ισπανούς.

[←15]

Ἀνδρόνικος Ἰάγαρις: Βυζαντινός διπλωμάτης, τού οποίου η παλαιότερη γνωστή αναφορά γίνεται εδώ. Θα συνοδεύσει τον αυτοκράτορα στη σύνοδο, όπου θα εκπληρώσει τα καθήκοντα τού δευτέρου μεσάζοντος. Μετά τη σύνοδο επέστρεψε στη Δύση και εργάστηκε για την ενίσχυση τής Ένωσης των Εκκλησιών, ενώ ανέλαβε και χωρίς αποτέλεσμα αποστολές προς τούς Τούρκους, επισκεπτόμενος και τον Μουράτ Β΄ (Laurent 1971: 162 σημ. 5).

[←16]

Τη στιγμή τής σύναψης τής ένωσης ο Συρόπουλος (βλέπε πιο κάτω, κεφ. θ’ σημ. 26) αναφέρει μόνο έναν επίσκοπο, χωρίς να λέει τι απέγινε ο άλλος. Το χειρόγραφο Β επιβεβαιώνει ότι η αντιπροσωπεία τής Γεωργίας, η οποία έπρεπε να ήταν μεγάλη, περιλάμβανε δύο επισκόπους, συγκεκριμένα ένα μητροπολίτη και έναν επίσκοπο σύμφωνα με τα Ελληνικά Πρακτικά (Hofmann, Acta, σελ. 12) (Laurent 1971: 163 σημ. 6).

[←17]

Τον Θεοδόσιο.

[←18]

Τον Μακροδούκα, που κατονομάζεται πιο κάτω (κεφ. θ’, παρ. 26), μεγάλο λογαριαστή τής αυτοκρατορίας τής Τραπεζούντας, με ακολουθία τεσσάρων ατόμων. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πάπας είχε εισέλθει σε απευθείας επαφή το 1434 με τον αυτοκράτορα Τραπεζούντας, σε σχέση με την προγραμματισμένη Ένωση των Εκκλησιών (Laurent 1971: 163 σημ. 9).

[←19]

Ο μητροπολίτης Γρηγόριος, ο Πολεανίνης τής αρχης τού βιβλίου, έλαβε από τον πάπα Ευγένιο Δ΄ στις 11 Μαρτίου 1436 άδεια ασφαλούς διέλευσης, που τού επέτρεπε να επιστρέψει στη χώρα του ύστερα από τη θεαματική προσχώρησή του στον Καθολικισμό. Πέθανε εκεί σύντομα ή αμφισβητήθηκε, επειδή, την ίδια χρονιά, η Μολδαβική Εκκλησία παρέλαβε από την Κωνσταντινούπολη νέο ποιμένα, τον Δαμιανό, που ήρθε στον Βόσπορο συνοδευόμενος από υψηλόβαθμο αξιωματούχο και πήγε στη σύνοδο (Laurent 1971: 163 σημ. 10).

[←20]

Χαμένες επιστολές (Laurent 1971: 163 σημ. 11).

[←21]

Ηγεμόνες Μολδαβίας την περίοδο 1435-1443 ήσαν ο Στέφανος Β΄ μαζί με τον αδελφό του Ηλία Α΄. Ηγεμόνας Βλαχίας την περίοδο 1436-1442 ήταν ο Βλάντ Β΄, γνωστός ως Βλαντ Ντράκουλ (Βλάντ ο Δράκος). Δεδομένου ότι ο Βλαντ ήταν φιλοκαθολικός, η αναφορά τού κειμένου στον ηγεμόνα Μολδοβλαχίας εννοεί μάλλον τον ηγεμόνα Μολδαβίας.

[←22]

Ο Κωνσταντίνος, που θα υπογράψει το διάταγμα τής Συνόδου τής Φλωρεντίας ως αντιπρόσωπος τού Δαμιανού (Laurent 1971: 163 σημ. 13).

[←23]

Ο προσφάτως τότε χειροτονηθείς Ρωσίας Ἰσίδωρος ήταν Έλληνας που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1385. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε μοναχός και αργότερα ηγούμενος τής μονής τού Αγίου Δημητρίου. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το 1434 ο Ισίδωρος στάλθηκε στη Βασιλεία από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, ως μέλος τής πρεσβείας που ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την εκεί σύνοδο. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη συνέχισε να παίρνει μέρος σε όλες τις προετοιμασίες για την ένωση των εκκλησιών. Το 1437, όπως περιγράφεται στο κείμενο, ο Ισίδωρος διορίστηκε μητροπολίτης Κιέβου και Μόσχας από τον Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, πιθανώς για να φέρει σε επαφή τη Ρωσική Ορθόδοξη εκκλησία με τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και να εξασφαλίσει την προστασία τής Κωνσταντινούπολης απέναντι στους επελαύνοντες Τούρκους. Ο μεγάλος πρίγκηπας τής Μόσχας Βασίλειος Β΄ (1425-62) αντιμετώπισε τον νέο μητροπολίτη με εχθρότητα και τού επέτρεψε να συμμετάσχει στη σύνοδο μόνο αφού πήρε την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε με άθικτες τις αρχές τού θείου νόμου και τη σύνθεση τής ιερής εκκλησίας. Ο Ισίδωρος ξεκίνησε με μεγάλη ακολουθία στις 8 Σεπτεμβρίου 1437, πέρασε από τη Ρίγα (τώρα στη Λετονία) και το Λύμπεκ (τώρα στη Γερμανία) κι έφτασε στη Φερράρα στις 15 Αυγούστου 1438. Καθ΄ οδόν η ρωσική ακολουθία του προσβλήθηκε πολύ από τη φιλική του συμπεριφορά απέναντι στους Λατίνους.

[←24]

Αν και η Μάχη τού Κοσσυφοπέδιου (1389) θεωρείται γενικά ως τέλος τού μεσαιωνικού σερβικού κράτους, το Δεσποτάτο Σερβίας επιβίωσε για 70 ακόμη χρόνια και βίωσε πολιτιστική και πολιτική αναγέννηση κατά το πρώτο μισό τού 15ου αιώνα, πριν κατακτηθεί από τούς Οθωμανούς το 1459. Ο αναφερόμενος εδώ δεσπότης Σερβίας ήταν ο Γεώργιος (Τζούρατζ) Μπράνκοβιτς (βασ. 1427-1456).

[←25]

Ο μέγας δομέστικος είχε εκφράσει την επιθυμία να πάει στον δεσπότη τής Σερβίας για προσωπικές του υποθέσεις και γι΄ αυτόν τον λόγο είχε ο αυτοκράτορας την ευκαιρία να τού αναθέσει αυτή την αποστολή. Ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος Καντακουζηνός ήταν γαμπρός τού Γεωργίου Μπράνκοβιτς, σύζυγος τής αδελφής του Ειρήνης Καντακουζηνής (Laurent 1971: 164 σημ. 1).

[←26]

Στους Ορθόδοξους πατριάρχες Aλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Τα πατριαρχεία αυτά, μαζί με εκείνα τής Ρὠμης και τής Κωνσταντινούπολης, ήσαν τα πέντε αρχαία πατριαρχεία τού χριστιανισμού. Η εκκλησία τής Ρώμης είχε βρεθεί από τη μια πλευρά τού σχίσματος και τα υπόλοιπα αρχαία πατριαρχεία από την άλλη.

[←27]

Αναγνωρίζεται ως «ευγενής άνδρας» (vir egregious) και αναφέρεται ως απεσταλμένος σε πρεσβεία τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο τού 1422 στην Ιταλία, ιδιαίτερα στον δούκα Τζιοβάνι-Φραντσέκο Γκονζάγκα τής Μάντουα, για να τού εξηγήσει την επισφαλή κατάσταση τής αυτοκρατορίας μετά την πολιορκία που είχε υποστεί η Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια τού καλοκαιριού (Laurent 1971: 165 σημ. 3).

[←28]

Χαμένες επιστολές που στάλθηκαν το φθινόπωρο τού 1436 (Laurent 1971: 165 σημ. 4).

[←29]

Ο Μακροχέρης επέστρεψε την 1η Μαρτίου 1437. Έφερε μόνο επιστολές, αφού οι αραβικές αρχές απαγόρευσαν στους πατριάρχες να φύγουν (Laurent 1971: 165 σημ. 5).

[←30]

Συρόπουλος 3.4: Ἐπανελθόντος οὖν τοῦ Παύλου καὶ τὰ γράμματα διακομίσαντος, ἀποδόντος δὲ καὶ τῷ πατριάρχῃ τὰ πρὸς αὐτὸν πιττάκια τῶν δηλωθέντων πατριαρχῶν, ἰδὼν ὁ πατριάρχης τὰ πρόσωπα τῶν τοποτηρητῶν χωρισθέντα καὶ ἀποκαταστάντα ἐκεῖσε, δεινὸν ἡγήσατο ὡς μὴ ἔχων καὶ αὐτὸς εἴδησιν περὶ τῶν προσώπων, καὶ τῷ βασιλεῖ διεμηνύσατο μετά τε τοῦ μεγάλου χαρτοφύλακος καὶ ἐμοῦ, ὅτι· ὁρῶ ἐμαυτὸν περιφρονούμενον, καὶ οὐκ οἶδα πῶς γίνεται τοῦτο· εἰ γὰρ καταφρονοῦμαι, πῶς ἔσομαι παρακολουθῶν ἤ συμπράττων ἐν οἷς ἄν δέοι κἀμὲ συνεργεῖν; ἰδοὺ γὰρ φαίνεται ὅτι ἐντεῦθεν ἐτυπώθησαν οἱ τοποτηρηταί. ἔδει οὖν ἔχειν κἀμὲ τὴν περὶ τούτων εἴδησιν· οὐδὲ γὰρ ἀποδημῶν ἐτύγχανον οὐδὲ ἐκώλυέ τι τὸ εἰδέναι με περὶ τούτων· ἴσως δὲ καὶ συμφέρον ἦν ἄν μᾶλλον· συνεβούλευον γὰρ ἄν τι καὶ αὐτὸς ἐν τούτοις συμβουλῆς ἄξιον. νῦν δὲ κατελείφθην ὡς μὴ κριθεὶς ἄξιος εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων, καὶ εἰ θελήσω τυχὸν καὶ αὐτὸς ἡμετέρους τοποτηρητὰς ποιῆσαι καὶ εἰς τὴν σύνοδον στεῖλαι, τίνας ἐκλέξομαι, ἐπεὶ ταῦτα τὰ πρόσωπα ἐλήφθησαν παρὰ τῶν πατριαρχῶν; πολλαχόθεν οὖν μοι δοκεῖ λυπηρὸν τὸ τοιοῦτον. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀπελογήσατο, ὅτι· οὐκ ἐτυπώθησαν ἐντεῦθεν τὰ πρόσωπα τῶν τοποτηρητῶν οὐδὲ ἡ ἡμετέρα βουλὴ ἐξελέξατο. ἀλλ΄ ὅτε ἀπήρχετο ὁ πρέσβις, ἐνεθυμήθημεν ὅτι εἰ οὐκ ἔχουσιν οἱ πατριάρχαι στεῖλαι ἐκεῖθέν τινας, πάντως ἐξετάσουσι περὶ τὰ ἐνταῦθα, καὶ εἴπομεν ἁπλῶς τῷ πρέσβει, ὅτι εἰ ἐρωτήσουσιν, εἰπὲ ὅσους οἶδας ἐκκρίτους τῶν ἡμετέρων. εἶπεν οὖν πολλούς, καὶ ἐκ τῶν πολλῶν ἐξελέξαντο ἐκεῖνοι τοὺς δηλωθέντας. παρ΄ ἐκείνων οὖν ἐγένετο ἡ ἐκλογή, καὶ οὐ παρ΄ ἡμῶν, καὶ οὐ δεῖ λυπεῖσθαι περὶ τούτου τὸν πατριάρχην. τὸ δὲ λέγει ὅτι οὐχ εὑρήσει στεῖλαι τοποτηρητήν, σιγησάτω· ἅπαξ γάρ μοι ἔταξεν ἐλθεῖν εἰς τὴν σύνοδον, διὸ καὶ ἐλεύσεται· οὐκέτι γὰρ ἔχει δίκαιον ἀνακαλέσασθαι τοῦτο.

[←31]

Πιττάκιον: Γράμμα, σημείωμα.

[←32]

Συρόπουλος 3.5: Ἐπεὶ δὲ οἱ πατριάρχαι ὑπετύπουν τοὺς τοποτηρητὰς ἐν τοῖς γράμμασιν, ὅπως ὀφείλουσι περὶ τῆς ἑνώσεως διατεθῆναι (ἔγραφον γὰρ ὅτι, ἐὰν γένηται νομίμως καὶ κανονικῶς, καὶ κατὰ τὰς παραδόσεις τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μηδέν τι προστεθῇ τῇ πίστει ἤ ἀμειφθῇ ἤ καινοποιηθῇ, οὕτως ἵνα στέρξωσι καὶ αὐτοὶ καὶ συντεθῶσι τῷ γενησομένῳ), μαθὼν ταῦτα ὁ φρὰ Ἰωάννης καὶ ζητήσας καὶ ἰδὼν τὰ γράμματα, ἀνέδραμεν εὐθὺς εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν, ὅτι· τὰ τοιαῦτα γράμματα, εἰ φανῶσιν ἐν τῇ συνόδῳ, μεγάλως σκανδαλίσουσι τοὺς ἐκεῖ, καὶ ἐγὼ μετὰ τοιούτων γραμμάτων οὐκ ἐλεύσομαι εἰς τὴν σύνοδον· εἰ γάρ εἰμι ἐνταῦθα ὡς ἐκείνων ἐπίτροπος, παρέχω δὲ καὶ τὰς ἐξόδους τῶν ἐκεῖσε ἀπελευσομένων, εἶτα οὐ φροντίσω περὶ τῶν γραμμάτων τῶν φανησομένων ἐκεῖσε, ἵνα ὑπάρχωσι πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ τιμὴν τῆς συνόδου, τί ἐροῦσιν ἐκεῖνοι πρὸς ἐμέ; τί δὲ ἀπολογήσομαι ἐγὼ πρὸς ἐκείνους; οὐ γὰρ διὰ γραμμάτων ὑποτυποῦν χρὴ τοὺς τοποτηρητάς, ὅτι, εἰ οὕτω γένηται, ἵνα στέργωσιν, εἰ δ΄ ἄλλως, μὴ στέργωσιν, ἀλλ΄ ἁπλῶς οὕτω καὶ ἐλευθέρως διδόναι αὐτοῖς ἄδειαν στέργειν πᾶν ὅπερ ἄν φανῇ καλὸν κοινῶς πάσῃ τῇ συνόδῳ· διορθωθήτω δὴ τὸ περὶ τούτου ὡς ἐγὼ εἰσηγοῦμαι· ἄνευ γὰρ τοιαύτης διορθώσεως οὐδὲ τῇ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου συμβουλευσαίμην ἄν ἔγωγε παραγενέσθαι ἐν τῇ συνόδῳ.

[←33]

Σύμφωνα με την αναφορά τού Ιωάννη τής Ραγούσας, οι εν λόγω επιστολές έδιναν στους τοποτηρητές των πατριαρχών περιορισμένες μόνο εξουσίες και, επιπλέον, συμπεριλάμβαναν εκφράσεις προσβλητικές για την Καθολική Εκκλησία και την Αγία Έδρα. Ο αυτοκράτορας καθυστερούσε έναν ολόκληρο μήνα, μέχρι τις 3 Απριλίου (Laurent 1971: 166 σημ. 1).

[←34]

Συρόπουλος 3.6: Πείθεται τούτοις ὁ βασιλεύς, καὶ σκεψάμενος τὴν περίληψιν τοῦ γράμματος τῆς τοποτηρήσεως, ἐντεῦθεν ἐκτίθησι κατὰ τὸ αὐτῷ τε καὶ τῷ φρὰ Ἰωάννῃ δοκοῦν, καὶ στέλλει τοῦτο τοῖς πατριάρχαις μετὰ μοναχοῦ Θεοδοσίου τοῦ Ἀντιόχου, ἀναθεὶς αὐτῷ καὶ λόγους, οὕς ἤθελε, γράψας δ΄ εἰς πλάτος καὶ τοῖς πατριάρχαις, ὅτι· τὰ μὲν γράμματα τῶν τοποτηρήσεων γραφήτωσαν ἴσα κατὰ πάντα τῷ νῦν στελλομένῳ παρ΄ ἡμῶν διὰ τὸ τίμιον καὶ τῆς συνόδου καὶ τῶν τοποτηρητῶν καὶ ὑπογραφήτωσαν παρ΄ ὑμῶν· οὕτω γὰρ καὶ ἡ τάξις ἀπαιτεῖ γράφεσθαι ταῦτα. γινώσκετε δὲ ὡς ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ποιήσομεν, εἰ μὴ ὅπερ ἐγράψατε καὶ ὑμεῖς· οὐδὲ γὰρ μεταποιῆσαί τι βουλόμεθα ἤ παρασαλεῦσαι, ἀφ΄ ὧν παρελάβομεν ἀπὸ τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ τῶν ἁγίων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, οὐδὲ προσθεῖναί τι τούτοις ἤ ἀφελεῖν, ἐξ ὧν κατέχομεν καὶ πιστεύομεν μέχρι τοῦ νῦν καὶ πρεσβεύομεν, ἀλλ΄ ἐμμενοῦμεν τούτοις ἀνενδοιάστως. μὴ οὖν ἐνοχλήτω ὑμῖν ἕτερός τις λογισμός, ἀλλὰ ποιήσατε τὰ γράμματα καθὼς γράφομεν, ἔπειδὴ ἔχετε πληροφορίαν, ὡς οὐδὲ ἡμεῖς ποιήσομεν ἄλλο παρὸ βούλεσθε. μετὰ τοιούτων γραμμάτων καὶ λόγων ἀπελθὼν ὁ Ἀντίοχος πείθει τοὺς πατριάρχας· οἱ δὲ ἐνέδωκαν μεταγραφῆναι τὰ γράμματα τῶν τοποτηρήσεων ἴσα τῷ ἐντεῦθεν σταλέντι. μετέγραψαν οὖν καὶ ἐτέλεσαν ταῦτα, ἐνήλλαξαν δὲ καὶ τὰ πρόσωπα τῶν τοποτηρητῶν καὶ διεκόμισε αὐτὰ ὁ Ἀντίοχος, καὶ ἠρκέσθησαν εἰς αὐτὰ ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ φρὰ Ἰωάννης. Τοιαύτας προκαταστάσεις παρεῖχεν ἡμῖν ὁ δεφένστωρ τῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας δογμάτων.

[←35]

Θεοδόσιος Ἀντίοχος: Άγνωστος κατά τα άλλα. αν και ανήκει σε οικογένεια που εκπροσωπείται ευρέως στη βυζαντινή προσωπογραφία. Αυτός ο αγγελιοφόρος αναχώρησε στο πρώτο μισό τού Απριλίου 1437 (Laurent 1971: 166 σημ. 2).

[←36]

Σύμφωνα με την εκδοχή Β τού χειρογράφου, η επιστροφή τού Αντιόχου θα συνέπεσε με την άφιξη τού παπικού στόλου, την οποία το εδώ χειρόγραφο Α τοποθετεί στο τέλος Σεπτεμβρίου 1436. Το ίδιο χειρόγραφο επιβεβαιώνει από την άλλη πλευρά, ότι τα ονόματα των τοποτηρητών άλλαξαν μετά τον θάνατο τού μητροπολίτη Εφέσου Ιωάσαφ, οπότε ο αρχιερέας αυτός θα είχε πεθάνει πριν από την αναχώρηση τού Αντιόχου για την αποστολή του (μέσα Απριλίου), αφού δεν πρέπει να υπήρχε άλλος τρόπος για να ενημερωθούν εγκαίρως οι ενδιαφερόμενοι πατριάρχες (Laurent 1971: 166 σημ. 3).

[←37]

Κατά τον Laurent 1971: 167 σημ. 4, ο Συρόπουλος αφήνει να εννοηθεί ότι ο Ιωάννης τής Ραγούσας συνεργάστηκε στη σύνταξη των επιστολών ή τουλάχιστον ενέκρινε τούς όρους. Όμως με βάση τη μαρτυρία τού ίδιου τού απεσταλμένου τής Βασιλείας, ο αυτοκράτορας έστειλε τα έγγραφα χωρίς να το γνωρίζει ο Ιωάννης, ο οποίος ενημερώθηκε μόνο εκ των υστέρων.

[←38]

Εδώ δεφένστωρ, αλλού δεφένδωρ, από την αντίστοιχη λατινική λέξη Βλέπε και σημ. 26 κεφαλαίου η΄.

[←39]

Συρόπουλος 3.7: Ὅτε δὲ τοὺς πρέσβεις ἔστειλεν ὁ βασιλεὺς πρός τε τοὺς πατριάρχας καὶ εἰς τὴν Ἰβηρίαν, ἔστειλε καὶ πρὸς τὸν πάπαν κῦρ Μανουὴλ τὸν Βουλλωτήν, ἵνα δώσῃ αὐτῷ εἴδησιν ὅπως ὁ βασιλεὺς ἑτοιμάζεται ἐλθεῖν ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ ἐλεύσεται χωρὶς λόγου τινὸς μετὰ τοῦ πατριάρχου καὶ τῆς συνόδου τῶν ἀνατολικῶν κατὰ τὸν καιρὸν τοῦδε τοῦ ἐρχομένου χειμῶνος, ἵνα καὶ ὁ πάπας πρὸς τοῦτο ὑπάρχῃ ἕτοιμος. ἔστειλε δὲ καὶ πρὸς τὴν ἐν Βασιλείᾳ σύνοδον κῦρ Ἰωάννην τὸν Δισύπατον, ἵνα δείξῃ καὶ τοῖς ἐκεῖσε, ὅπως ἑτοιμάζεται ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης καὶ οἱ λοιποὶ οἱ εἰς τὴν σύνοδον ἐλευσόμενοι, καὶ ἵνα διὰ παρακινήσεως τοῦ Δισυπάτου ἐπιμεληθῶσι κἀκεῖνοι στεῖλαι τὰ κάτεργα, ὥστε φθάσαι ἐνταῦθα κατὰ τὸν τοῦ μετοπώρου καιρόν· τότε γὰρ εὑρήσουσι πάντας ἑτοίμους πρὸς τὸ εἰσελθεῖν εἰς τὰ κάτεργα, καὶ δι΄ αὐτῶν παραγενέσθαι εἰς τὴν σύνοδον. ἐπὶ τούτοις οὖν, ὡς ἐδόκει, ἐστάλη ὁ Δισύπατος πρὸς τὴν σύνοδον, ἐπεὶ καὶ ὁ βασιλεὺς μετὰ τῶν συνοδικῶν συνεβιβάσθη, καὶ ἐκεῖνοι ἔδωκαν καὶ τὴν ἔξοδον, ἥν ὁ Ἰωάννης διεκόμισε, δι΄ ἧς συνήχθησαν καὶ οἱ συνελθόντες. ὁ δὲ ἀπῆλθε μὲν πρὸς τὴν σύνοδον καὶ λόγους, οὕς ἤθελεν, εἶπεν ἐκεῖ, καθὼς ἐφάνη ἀπὸ τοῦ πράγματος· ὅπως δὲ ἐκεῖθεν πρὸς τὸν πάπαν μετέβη κἀκεῖνον διήγειρε πρὸς τὸ στεῖλαι κάτεργα καὶ ἐξόδους καὶ μετὰ τοῦ πάπα τὴν μελετωμένην γενέσθαι σύνοδον, οὔτε οἴδαμεν, οὔτε εἰπεῖν ἔχομεν, ἐπεὶ καὶ τοῖς πᾶσιν ἄπορον ἔδοξε τοῦτο, πλὴν εἰ καὶ δυστέκμαρτον ἦν, ἀλλ΄ οὖν οὕτω προέβη ὡς προϋπέθετο ὁ Δισύπατος, εἰ δὲ βούλει, ὡς παρεπρέσβευσε.

[←40]

Μανουήλ Ταρχανειώτης Βουλλωτῆς: Καταγόταν από οικογένεια η οποία εμφανίστηκε στη δημόσια ζωή τής αυτοκρατορίας προς το τέλος τού 14ου αιώνα. Ένας κλάδος τής οικογένειας πλούτισε και εισήλθε στην υπηρεσία τού αυτοκράτορα καταλαμβάνοντας θέσεις στην αυλή. Δημιούργησαν επίσης γαμήλια συμμαχία με τη γνωστή οικογένεια των Ταρχανειώτη, όπως δείχνει το δεύτερο επώνυμο τού Μανουήλ από τη μητέρα του (Laurent 1953, 63-64). Όντας από τούς πιο ολοκληρωμένους και επιτυχημένους πρεσβευτές κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών διαπραγματεύσεων για τη σύνοδο, ο Μανουήλ Βουλλωτής τιμήθηκε από τον πάπα για τις υπηρεσίες του (Laurent 1971: 167 σημ. 5). Προς το τέλος τής συνόδου τής Φλωρεντίας έκανε ομολογία πίστης, που δείχνει ότι ήταν συγκλητικός, ή, τουλάχιστον, τού είχαν δοθεί δικαιώματα ανώτερου αξιωματούχου, καθώς και η δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του στο ζήτημα τής ένωσης (Laurent 1953, 65).

[←41]

Ἰωάννης Δισύπατος: βλέπε σημ. 135 στο προηγούμενο κεφάλαιο β΄. Κατά τον Laurent 1971: 168 σημ. 2 ο Συρόπουλος και ο Ιωάννης τής Ραγούσας συμφωνούν και επιβεβαιώνουν ότι στον Βουλλωτή και τον Δισύπατο είχαν ανατεθεί δύο ξεχωριστές αποστολές: ο ένας να πάει στον πάπα και ο άλλος στη Σύνοδο τής Βασιλείας. Στην πραγματικότητα ενεργούσαν σύμφωνα με τις από 20 Νοεμβρίου 1436 οδηγίες που είχαν, οι οποίες προσδιόριζαν, ότι σε περίπτωση που η Σύνοδος τής Βασιλείας δεν φαινόταν να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τον τόπο, τον χρόνο και τη χρηματοδότηση τής μελλοντικής συνόδου, τότε έπρεπε να αναζητήσουν συμφωνία με τον πάπα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Βουλλωτής, κατονομαζόμενος ή όχι από τον συνάδελφό του, πήγε στη Βασιλεία και εκεί μαζί, βλέποντας ότι η σύνοδος δεν εκπληρούσε τις δεσμεύσεις της και λαμβάνοντας υπόψη τη διαίρεση των μελών της σε δύο τμήματα, αποφάσισαν να ασχοληθούν με την Αγία Έδρα, την οποία επισκέφθηκαν συνοδευόμενοι από αντιπροσωπεία συνοδικών πατέρων που εκπροσωπούσαν τη μειοψηφία. Με αυτόν τον τρόπο παρέμειναν στη γραμμή τής αποστολής τους και δεν μπορούμε να τούς κατηγορήσουμε ότι την εγκατέλειψαν. Μάλιστα ο αυτοκράτορας καθόλου δεν αισθάνθηκε κάτι τέτοιο. Επομένως η εδώ κρίση τού Συρόπουλου για τον Δισύπατο είναι άδικη.

[←42]

Συρόπουλος 3.8: Ἐν ὅσῳ δὲ οἱ δηλωθέντες πρέσβεις ἀποδημοῦντες ἐτύγχανον, ὁ βασιλεὺς σκοπὸν ἔθετο συναθροῖσαι τοὺς ἐλλογίμους τῶν ἡμετέρων καὶ σκέψασθαι πόθεν ἄν εἴη ἁρμοδιώτερον ἄρξασθαι τῶν πρὸς Λατίνους λόγων καὶ πῶς μέλλουσι προβαίνειν αἱ διαλέξεις. ὥρισεν οὖν καὶ συνήχθησαν ὁ Ἐφέσου καὶ ὁ Ἡρακλείας, οἱ ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας οἱ σταυροφόροι, πνευματικὸς ὁ κῦρ Γρηγόριος καὶ ἱερομόναχος κῦρ Μάρκος ὁ Εὐγενικός· παρῆν δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς μετὰ τῶν μεσαζόντων καὶ διδασκάλου τοῦ Σχολαρίου καὶ τοῦ Κριτοπούλου. ὥρισεν οὖν ὁ βασιλεύς, ὅτι· ἐπεὶ ἐστείλαιμεν πρέσβεις πρὸς οὕς εἴχομεν χρείαν ὥστε ἐπιδημῆσαι εἰς τὴν σύνοδον, καὶ ἐκδεχόμεθα ἵνα μετ΄ ἐκείνων καὶ ἡμεῖς ἀπέλθωμεν εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰ ὁ θεὸς εὐδοκήσοι, ἴσως μὲν ὁ καιρὸς ἐκεῖνος καὶ τὰ πράγματα διδάξουσιν ἡμᾶς ἀκριβέστερον τότε πόθεν ἄν ἀρξώμεθα καὶ πῶς πρὸς Λατίνους διαλεξώμεθα· ἀλλ΄ ἵνα μὴ πάντῃ ἀργοὶ τὸν καιρὸν ζημιώμεθα, ἔδοξέ μοι καλόν ἵνα καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν σκεπτώμεθα περὶ τούτου καὶ προγυμναζώμεθα εἰς τὰ περὶ ὧν ἡ τοιαύτη ἀπαιτεῖ ὕλη. ἤδη οὖν χάριν τούτου συνήχθητε καὶ εἰπάτω ἕκαστος τὸ δοκοῦν αὐτῷ. εἶπεν οὖν πρῶτος ὁ Καντακουζηνὸς ὁ μεσάζων, ὅτι· ἐμοὶ δοκεῖ καλὸν ἵνα ὁ ταχθησόμενος τοὺς πρὸς ἐκείνους ποιεῖσθαι λόγους εἴπῃ ἡμέρως καὶ φιλικῶς μετὰ τῆς προσηκούσης κατασκευῆς καὶ τιμῆς καὶ οἰκονομίας ὅτι τὸ αἴτιον τοῦ σχίσματος ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης. διορθωθήτω γοῦν τὸ περὶ τούτου, καὶ οὕτω προχωρήσομεν καὶ εἰς τοὺς ἐφεξῆς λόγους. εἶπον δὲ καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μὲν τὰ αὐτά, οἱ δὲ ἕτερα.

[←43]

Κριτόπουλος: Κατά τον Laurent 1971: 169 σημ. 3, πρόκειται για τη μοναδική αναφορά σε αυτόν τον λόγιο, ο οποίος συνδεόταν επίσης με τον Μάρκο Ευγενικό και τον Γεώργιο Σχολάριο. Αν ήταν ο Γεώργιος Κριτόπουλος, εραστής τής αστρονομίας, θα ήταν μεγάλης ηλικίας, γιατί εκείνος ανήκε στην προηγούμενη γενιά. Θα μπορούσε επίσης να είναι ο γιατρός, τον οποίο βλέπουμε στον Μοριά μετά την πτώση τής Κωνσταντινούπολης, μαζί με τον δεσπότη Θωμά Παλαιολόγο, τού οποίου τα παιδιά, που ήσαν πρόσφυγες μαζί του στην Ιταλία, είχε αναλάβει ο Βησσαρίων μετά τον θάνατο τού πατέρα τους. Βλέπε Ψευδο-Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 992 B:
«Γι΄ αυτό χρειάζεται να το φροντίζει αυτό η ευγένειά σου, μαζί με τον άρχοντα Κριτόπουλο, τον γιατρό, τώρα που έχετε αναλάβει τη φροντίδα των αφεντόπουλων»
(Δι΄ αὐτὸ εἶναι χρεία νὰ φροντίζῃ ἡ εὐγένειά σου μετὰ τοῦ ἀρχόντου τοῦ Κριτοπούλου τοῦ ἰατροῦ τοῦτο, ὁποῦ κατὰ τὸ παρὸν ἔχετε τὴν φροντίδα τῶν αὐθεντοπούλων).

Κατά τον Laurent ό.π., είναι εκπληκτικό που δεν βρίσκουμε σε αυτή την παρέα και τον Ιωάννη Αργυρόπουλο, που είχε τον βαθμό τού γερουσιαστή και λόγω τής μόρφωσής του θα ήταν διορισμένος σε τέτοια καθήκοντα, ιδιαίτερα αν έλαβε στη συνέχεια μέρος στη σύνοδο τής Φλωρεντίας, όπως αναφέρει ο Δούκας, Historia Byzantina, CSHB (Βόννη 1834), 31, 213-214]:
«Ο επίσκοπος Εφέσου Μάρκος, υπόδειγμα μόρφωσης στην αρχαία ελληνική γραμματεία και τούς κανόνες των οικουμενικών συνόδων, ο Νικαίας Βησσαρίων και ο Ρωσίας Ισίδωρος ήσαν οι πιο μορφωμένοι από τούς αρχιερείς, καθώς και ο μέγας χαρτοφύλαξ Βαλσαμών ο αρχιδιάκονος. Από την πλευρά των κοσμικών ήσαν ο Γεμιστός από τη Λακεδαιμονία, ο δικαστής Γεώργιος Σχολάριος και ο Αργυρόπουλος. Αυτοί υπερασπίζονταν τις θέσεις των Ρωμιών στις συζητήσεις, ενώ υπήρχαν πολλοί που υπερασπίζονταν τις θέσεις των Λατίνων»
(Ὁ Ἐφέσου Μάρκος ἐν Ἑλληνικοῖς μαθήμασιν καὶ ὁρίοις τῶν ἁγίων συνόδων κανὼν καὶ στάθμη ἀπαρέκβατος. Ὁ Βησσαρίων Νικαίας καὶ ὁ Ῥωσίας Ἰσίδωρος. Οὗτοι δὲ ἦσαν οἱ λογιώτεροι τῶν ἀρχιερέων, καὶ μέγας χαρτοφύλαξ ὁ Βαλσαμὼν καὶ ἀρχιδιάκονος. ἀπὸ δὲ τῆς συγκλήτου ὁ Γεμιστὸς ἐκ Λακεδαιμονίας, Γεώργιος ὁ σχολάριος καὶ καθολικὸς κριτής, καὶ Ἀργυρόπουλος· οὗτοι δὲ ἦσαν οἱ μετέχοντες λόγου, ἐκ μέρους δὲ καὶ Ῥωμαϊκοῦ μαθήματος· ἀπὸ δὲ τοῦ μέρους τῶν Λατίνων πολλοί).

Κατά τον Laurent ό.π., αν ο Αργυρόπουλος βρισκόταν στη Φλωρεντία, τότε θα ήταν πολύ νέος για να παίξει αρκετά προφανή ρόλο.

[←44]

Συρόπουλος 3.9: Τότε δὴ καὶ ὁ διδάσκαλος ὁ Σχολάριος λόγον ἀνέγνω συμβουλευτικόν, ὅν ἔφθασεν ἤδη ἐκμελετήσας, σαφῶς ἄγαν καὶ συνετῶς, ὅς καὶ ἐπῃνέθη παρὰ πάντων ὡς ἄριστα συγγεγραμμένος καὶ τὰ τῆς κρείττονος συμβουλῆς εἰσηγούμενος, ἐν ᾧ μετὰ τῶν ἄλλων τῶν πολλῶν τῶν σοφῶν τε καὶ γενναίων καὶ καλλίστων ἐπιχειρημάτων διείληπτο καὶ τοῦτο τεῖνον εἰς τὸν βασιλέα. ὡς· εἰ μὲν προϋπετέθη τὸ ἐξετασθῆναι τὴν δόξαν κατὰ τὸ ἐγχωροῦν ἀκριβέστατα, καὶ πᾶν ὅπερ ἄν Θεοῦ δίδοντος σαφῶς καὶ ἀριδήλως διὰ ῥητῶν τῶν τῆς ἐκκλησίας διδασκάλων ἀποδειχθῇ καὶ ἀβιάστως ἀποφανθῇ συνοδικῶς, στερχθῇ τοῦτο παρὰ πάντων ἀνενδοιάστως παρ΄ ἐκείνων τε καὶ παρ΄ ἡμῶν, καὶ μηδεμία τις διαφορὰ καταλειφθῇ, οὕτω χρὴ καὶ τὴν σύνοδον καλῶς συνελθεῖν καὶ πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἀφικέσθαι καὶ ἀγωνιστικῶς ἐξετᾶσαι καὶ ἀποδεῖξαι περὶ ὧν ἄν δεήσοι· εἰ δὲ πρόκειται πρὸς οἰκονομίαν τινὰ χωρῆσαι ἑνωτικήν, περισσόν ἐστι τὸ καὶ τὴν ἁγίαν βασιλείαν σου καὶ τὸν ἅγιον τὸν πατριάρχην καὶ τοὺς λοιποὺς κόπους καὶ κινδύνους ὑποστῆναι καὶ ἐξόδους πλείστας ὑπὲρ τούτου ἀναλωθῆναι μηδέν τι τῇ πατρίδι ἤ τῷ κοινῷ συμβαλουμένας· οἰκονομικὴν γὰρ ἕνωσιν δυνατόν ἐστι γενέσθαι καὶ διὰ πρέσβεων τριῶν ἤ τεττάρων ἐκεῖσε παραγενομένων, καὶ τοῦτο ἴσως ἔσται καὶ τῇ πατρίδι λυσιτελέστερον.

[←45]

Κατά τον Laurent 1971: 170 σημ. 1, η ομιλία αυτή δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα (Œuvres Complètes) τού Σχολάριου (8 τόμοι, Παρίσι 1928-1936) και ίσως έχει χαθεί. Είναι όμως πιθανό να παραμένουν κάποια στοιχεία τής σε κάποιο από τα τρία υπομνήματα που παρουσίασε ο Σχολάριος στους συμπατριώτες του για να τούς παροτρύνει να ενωθούν. Βλέπε πιο κάτω, κεφ η΄, παρ. 40.

[←46]

Κατά τον Laurent 1971: 170 σημ. 2, ακριβώς όπως είχε γίνει στη Σύνοδο τής Λυών (1274). Ο τρόπος θα ήταν βέβαια περισσότερο σύμφωνος με τις συστάσεις τού Μανουήλ Β΄, αλλά αν οι συνομιλίες είχαν ως αποτέλεσμα την ένωση, θα είχαν κάνει τη δουλειά των αντιπάλων ακόμη πιο εύκολη, όπως και την εποχή τού Μιχαήλ Η΄. Φαίνεται ότι οι αξιωματούχοι τού Ιωάννη Η΄ απέρριψαν αυτήν την ταχεία διαδικασία.

[←47]

Συρόπουλος 3.10: Ἤρεσεν οὖν πᾶσι σχεδὸν καὶ ἡ τοιαύτη συμβουλὴ ὡς ἀρίστη. ὅμως δὲ μετὰ πολλοὺς λόγους τοιούτους ἔδοξε καλόν, ἵνα ἀναγινώσκηται τὸ βιβλίον τοῦ ἁγίου τοῦ Καβάσιλα, καὶ ἐξ ἐκείνου ἐκλέγωνται καὶ σκέπτωνται ἐν οἷς δεῖ. ἀνεδέξαντο οὖν τὸν τοιοῦτον ἀγῶνα ὁ ἱερομόναχος κῦρ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ὁ δηλωθεὶς Σχολάριος, καὶ συνήρχοντο ἐνώπιον τοῦ βασιλέως μετὰ καὶ ὀλίγων τινῶν ἐκ τῶν προειρημένων καὶ ἐσκέπτοντο καὶ ἐγύμναζον τὰ ζητήματα, καὶ περὶ συναγωγῆς βιβλίων ἐφρόντιζον, ὧν τὰ μὴ εὑρισκόμενα ἐνθάδε ἐκ τοῦ Ἁγίου Ὄρους εὑρεῖν ἤλπιζον. διό καὶ ἔστειλαν ἐκεῖσε τὸν ἡγούμενον τοῦ Καλέως ἱερομόναχον κῦρ Ἀθανάσιον, ἵνα προσκαλέσηται τοὺς κρείττονας τῶν ἐκεῖσε, φέρῃ δὲ καὶ βιβλία ὅσα ἐζητοῦντο. ὁ δὲ βιβλίον μὲν οὐ διεκόμισεν, ἔφερε δὲ μόνον δύο ἱερομονάχους, Μωϋσῆν ἐκ τῆς Λαύρας καὶ Δωρόθεον ἐκ τοῦ Βατοπεδίου, ὡς δῆθεν τοποτηρητὰς πάντων τῶν Ἁγιορειτῶν.

[←48]

Ο Laurent 1971: 170 σημ. 4, σημειώνει ότι ο Συρόπουλος κατονομάζει τον Νείλο Καβάσίλα τέσσερις φορές, δύο φορές με τον τίτλο τού ἁγίου και δύο άλλες φορές χωρίς αυτόν τον τίτλο. Από την άλλη πλευρά, η εκδοχή Β τού χειρογράφου παραλείπει τον τίτλο τού ἁγίου παντού. Τι μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτό; Μήπως ότι το πρωτότυπο δεν τον είχε και ότι αποτελεί παράτυπη μάλλον προσθήκη τού Αγαλλιανού; Η υπόθεση δεν φαίνεται αδύνατη, εκτός αν δίνουμε στον όρο ἅγιος το πιο γενικό νόημα που έχει όταν τον εφαρμόζουμε στους επισκόπους –ο Καβάσίλας ήταν επίσκοπος– ή και στους απλούς νεκρούς ή ακόμη και σε ζωντανούς μοναχούς (Petit, Documents, XVII, σελ. 481). Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει κανένα ίχνος, ούτε στη βιβλιογραφία ούτε στην εικονογραφία, ότι ο Νείλος Καβάσιλας αναγνωρίστηκε ως ἅγιος, παρά τον εξαιρετικό έπαινο που τού προσφέρει μια πρόσφατη έκδοση τού Συνοδικοῦ τής Ορθοδοξίας (Gouillard, Synodikon, σελ. 89-111). Ο Σχολάριος, που τον κατονομάζει 15 φορές στον τόμο ΙΙΙ των Έργων του, δεν τού δίνει ποτέ αυτόν τον τίτλο, αλλά τον αποκαλεί εναλλακτικά μακάριος, ἱερώτατος, εκεῖνος, επίθετα που είναι δυνατόν να εφαρμόζονται σε οποιονδήποτε μητροπολίτη. Από την άλλη πλευρά, οι αντι-Λατίνοι πολέμιοι, που αντιστρατεύονταν το διάταγμα τής Συνόδου τής Φλωρεντίας και κατέφευγαν στην τότε κυρίαρχη εξουσία τού Νείλου, τηρούν την ίδια σιωπή. Ο τίτλος τού ἁγίου μπορεί μόνο, στην καλύτερη περίπτωση, να μαρτυρεί την προσωπική λατρεία που ο Συρόπουλος ή ο αντιγραφέας του Αγαλλιανός έτρεφαν για τον υπερασπιστή τής Ορθοδοξίας.

[←49]

Η µονή Καλέως ή Καλέα ή Καλλίου ή Καυλέως, η οποία στα τέλη τού 12ου αιώνα ήταν γνωστή ως Άγιος Αντώνιος ή µονή τού κυρ Αντωνίου, ιδρύθηκε από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αντώνιο Β΄ (893-901). Κατά την Άλωση τού 1204 η µονή Καλέως λεηλατήθηκε από τούς Σταυροφόρους.

[←50]

Καλέως Ἀθανάσιος: Σύμφωνα με τον Συρόπουλο (βλέπε παρ. 24 αυτού τού κεφαλαίου), ο ηγούμενος αυτός ορίστηκε να πάρει μέρος στη σύνοδο τής Ιταλίας. Αν συμμετείχε, τότε είτε ήταν ο μοναδικός ηγούμενος που δεν υπέγραψε το διάταγμα τής ένωσης, είτε είναι το ίδιο άτομο με εκείνον που υπογράφει ως Αθανάσιος, πρώην ηγούμενος μονής Περιβλέπτου (Laurent 1971: 171 σημ. 7).

[←51]

Μωϋσῆς Μεγίστης Λαύρας: Μέλος τής Συνόδου Φλωρεντίας και υπογράφων την τελική απόφαση.

[←52]

Βατοπεδίου Δωρόθεος: Ομοίως. Η υπογραφή του, που απουσιάζει από το κείμενο των Ελληνικών Πρακτικών, εμφανίζεται στο κάτω μέρος τού πρωτοτύπου τού διατάγματος τής Ένωσης (Laurent 1971: 171 σημ. 9).

[←53]

Συρόπουλος 3.11: Ἐν τούτοις ἐσκέπτοντο καὶ περὶ προσώπων ἁρμοδίων πρὸς τὴν σύνοδον ἀφικέσθαι, καί, τινὸς περὶ τοῦ ἱερομονάχου κῦρ Νείλου τοῦ Ταρχανειώτου εἰρηκότος ὡς χρησίμου πρὸς τὴν σύνοδον ὄντος, ἔφη ὁ βασιλεύς· δειλιῶ μήποτε εὑρεθῇ τι καλογέριν καὶ φωνήν τινα ῥίψῃ ἐκεῖσε, ἥτις μεγάλην ἡμῖν προξενήσει βλάβην. ἐντεῦθεν οὖν ἔδει στοχάζεσθαι τοὺς συνετοὺς τίνα σκοπὸν εἶχεν ὁ βασιλεύς, καὶ ὅπως εἰ ᾔδει γενναῖόν τι ἐνυπάρχον τοῖς ἡμετέροις, οὐκ ἄν εἰς τοσοῦτον κρημνὸν ὤθει τὴν Ἐκκλησίαν. ἐν ὅσῳ δὲ αὗται αἱ γυμνασίαι ἐγίνοντο, τέθνηκεν ὁ Ἐφέσου κῦρ Ἰωάσαφ.

[←54]

Νεῖλος Ταρχανειώτης: λόγιος ιερομόναχος τού 15ου αιώνα. Κατά τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο έγραψε εναντίον των καινοτομιών των Λατίνων.

[←55]

Ἐφέσου Ἰωάσαφ: Κατά τον Laurent 1971: 172 σημ. 2, ο θάνατος αυτού τού μητροπολίτη πρέπει να τοποθετηθεί περί τα μέσα Απριλίου 1437.

[←56]

Συρόπουλος 3.12: Περὶ δὲ τὰ τελη τοῦ σεπτεμβρίου μηνὸς ἔφθασαν ἐνταῦθα τὰ τοῦ πάπα κάτεργα τέσσαρα, μεθ΄ ὧν ἦλθεν καὶ ὁ Δισύπατος καὶ ὁ Βουλλωτής καὶ λεγάτος τοῦ πάπα, καὶ σὺν αὐτῷ πρέσβεις ἐπίσκοποι τρεῖς, ὁ Κορώνης Χριστόφορος, ὁ Πορτουγάλλου καὶ ὁ [Δίγνης]. μετὰ δὲ τῶν κατέργων τούτων ἦλθε καὶ ὁ πανευτυχέστατος τῶν τότε δεσπότης κῦρ Κωνσταντῖνος ἐκ τῆς Πελοποννήσου, ἐπὶ τῷ ὡς ἐπίτροπος εὑρίσκεσθαι ἐν τῇ Πόλει ἀποδημοῦντος τοῦ βασιλέως (οὕτω γὰρ αὐτὸς διωρίσατο) καὶ οἱ τζαγράτορες ἐκ τῆς Κρήτης. εἰ δέ τινες καὶ ἐκ τῶν ἀπαισίων οἰωνῶν περὶ τῶν μελλόντων μαντεύονται, ἐξῆν ἄν αὐτοῖς καὶ περὶ τοῦ προκειμένου στοχάζεσθαι· ἅμα γὰρ τῷ στῆναι τὰς τριήρεις ἐν τῷ λιμένι καὶ χαλᾶν τὰ πρυμνήσια, εὐθὺς σεισμὸς ἐγένετο μέγας, καὶ θεομηνίαν οἱ συνετώτεροι τοῦτο ἡγήσαντο. ἐκ δὴ τούτου καὶ τῶν λόγων ἀνεμνήσθησάν τινες κῦρ Δημητρίου τοῦ Χρυσολωρᾶ, οὕς πρὸ τριάκοντα χρόνων εἴρηκεν. ἐκεῖνος γὰρ φιλόσοφος ὤν καὶ περὶ τὴν ἀστρονομικὴν ἀσχολούμενος ἐπιστήμην, ἄλλως δὲ καὶ φίλος τυγχάνων τοῦ σοφοῦ βασιλέως κῦρ Μανουήλ, ἦλθεν εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης πρέσβις σταλεὶς παρὰ τοῦ βασιλέως κῦρ Ἰωάννου τοῦ μετονομασθέντος κῦρ Ἰωσὴφ μοναχοῦ. εἰς οὖν τὰ βασίλεια διατρίβων καὶ οὗτος καὶ παριστάμενος ἐν ἀρίστῳ τοῦ βασιλέως μετὰ καὶ ἄλλων ἀρχόντων κατὰ τὸ ἔθος ἠρωτήθη παρ΄ αὐτοῦ, εἰ ἐκ τῆς ἐπιστήμης εὗρέ τι καὶ ἔχει εἰπεῖν γενησόμενον. ὁ δὲ ἀνέφερεν ὅτι εὗρεν ὡς ὁ ἕβδομος Παλαιολόγος μέλλει ποιήσειν τὴν μετὰ τῶν Λατίνων ἕνωσιν καὶ μέλλει γενέσθαι καὶ πολὺ κακὸν εἰς τοὺς χριστιανούς. ὡς οὖν ἤκουσε τούτων ὁ βασιλεύς, εἶπε· τὸ μὲν ἕν ἤθελον ἴσως ἀκοῦσαι, τὸ δὲ ἕτερον οὐδὲ ἀκοῦσαι ἤθελον· ἔσται δὲ πρὸς τοῦτο ὁ ἀνεψιός μου· ἐκεῖνος γάρ ἐστιν ἕβδομος. καὶ εἶπεν ὁ Χρυσολωρᾶς· οὐκ ἔστιν ὁ αὐθέντης μου ὁ ἀνεψιός σου, ἀλλ΄ ὁ αὐθέντης μου ὁ υἱός σου ὁ βασιλεύς. εἶπε δὲ ὁ βασιλεύς· ἐπεὶ οὐκ ἔσομαι ἐγὼ εἰς αὐτό, ἔστω ὁ βουλόμενος. ταῦτα μὲν οὖν ὡς τεκμήρια τῶν γενησομένων ἐσημειώθησαν· ὁ δὲ λόγος χωρείτω πρὸς τὴν διήγησιν..

[←57]

Ανακριβής περιγραφή κατά τον Laurent 1971: 172 σημ. 4. Οι διάφορες αυτές προσωπικότητες έφτασαν σε δύο ομάδες και σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1437 μια πρώτη «ελαφρά» γαλέρα φάνηκε έξω από την Κωνσταντινούπολη και την επόμενη μέρα κατέβαιναν από αυτήν οι επισκόποι Πόρτο, Δίγνης (Digne) και Κορώνης, τούς οποίους υποδέχθηκε ο αυτοκράτορας λίγες ημέρες αργότερα στη μονή Αγίου Ιωάννη στην Πέτρα. Αμέσως διαδόθηκε ότι οι τρεις αυτοί αρχιερείς έρχονταν στο όνομα τού συμφιλιωμένου πάπα και τής Συνόδου τής Βασιλείας, πράγμα που γέμισε χαρά τον Ιωάννη τής Ραγούσας, τον οποίο οι υπόλοιποι αντιμετώπιζαν ως συν-πρεσβευτή. Τα τρία άλλα πλοία, «πολύ μεγάλες γαλέρες», διοικούσε ο Αντόνιο Κοντουλμέρ, ανιψιός τού πάπα. Πάνω τους βρίσκονταν ο λεγάτος Μαρκ Κοντουλμέρ, άλλος συγγενής τού Ευγενίου Δ΄, και ο Νικόλαος Κουζάνος (Nicolas de Cues), τον οποίο δεν αναφέρουν τα χειρόγραφα. Αποβιβάστηκαν στην πρωτεύουσα μόλις στις 24 Σεπτεμβρίου. Βλέπε Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, στήλη 1045D-1046Α:
«Στις 5 Σεπτεμβρίου 6946 [1437] ο αφέντης μου [κυρ Κωνσταντίνος] κι εγώ πήγαμε από την Πάτρα στον Εύριπο [Νεγκροπόντε] από τη στεριά και μπήκαμε σε ενετική γαλέρα στην Κάρυστο, στο κάστρο τής Εύβοιας [Ευρίπου]. Μάλιστα πάνω σε αυτή τη γαλέρα ήταν και ο Μάρκος, κάποτε εφημέριος τής Πάτρας όταν τής επιτεθήκαμε, ο οποίος είχε τώρα διοριστεί παπικός λεγάτος από τον πάπα Ευγένιο που ήταν συγγενής του, καθώς και απεσταλμένος στον αυτοκράτορα. Στις 24 τού ίδιου μήνα Σεπτεμβρίου φτάσαμε στην Πόλη»
(Καὶ τῇ ε-ῃ Σεπτεβρίου τοῦ μ-ου ἔτους διέβημεν ἀπὸ τὴς Πάτρας διὰ τῆς στερεᾶς εἰς τὸν Εὔριπον μετὰ τοῦ αὐθεντός μου λέγω, καὶ ἐσέβημεν εἰς κάτεργον Βενέτικον ἀπὸ τὸ καστέλλιον τῆς Εὐρίπου τὴν Κάρυστον. Ἐν ᾧ δὴ κατέργῳ ἦν καὶ ὅ ποτε μὲν ἐν τῇ Πάτρᾳ κανόνικος Μάρκος, ὅταν ἀπήλθομεν κατ΄ αὐτῆς, γεγονὼς δὲ λεγάτος παρὰ τοῦ πάπα Εὐγενίου τοῦ συγγενοῦς αὐτοῦ καὶ παρ΄ ἐκείνου καὶ ἀποκρισιάριος εἰς τὸν βασιλέα. Καὶ τῇ κδ-ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Σεπτεβρίου ἀπεσώθημεν εἰς τὴν Πόλιν).

[←58]

Ο Ἰωάννης Δισύπατος. βλέπε σημ. 135 στο προηγούμενο κεφάλαιο β΄.

[←59]

Ο Μανουήλ Βουλλωτῆς. Βλέπε πιο πάνω σημ. 32 σε αυτό το κεφάλαιο.

[←60]

Ο Αρχιεπίσκοπος Ταρεντέζ (Tarantasiensis) Μαρκ Κοντουλμέρ, ο ίδιος στον οποίο, όντας τότε μόνο εφημέριος τής Εκκλησίας τής Πάτρας, ανατέθηκε από τούς προκρίτους αυτής τής πόλης να διερευνήσει τις προθέσεις τού δεσπότη Κωνσταντίνου, που βρισκόταν στα περίχωρα με τα στρατεύματά του. Πρόσφυγας στη Δύση μετά την κατάληψη τής Πάτρας από τούς Γραικούς (Μάιος 1429), έγινε διαδοχικά επίσκοπος Αβινιόν (1432-1433), αρχιεπίσκοπος Ταρεντέζ (1433-1438), πατριάρχης Γκράντο (1438-1445) και πατριάρχης Αλεξανδρείας (1444-1451). Η επιστολή τού διορισμού του ως λεγάτου έχει ημερομηνία 15 Ιουλίου 1437 (Laurent 1971: 172 σημ. 5).

[←61]

Τώρα πια ο Χριστόφορος ήταν επίσκοπος, έχοντας χειροτονηθεί στις 27 τού περασμένου Φεβρουαρίου (Laurent 1971: 173 σημ. 7).

[←62]

Πορτουγάλλου στο κείμενο. Ο Αντόνιο Μαρτίνεζ ντε Τσάβες, επίσκοπος τού Πόρτο στην Πορτογαλία (από το 1423). Αναχώρησε από τη Μπολώνια στις 9 Ιουλίου 1437, απέπλευσε από τη Βενετία με τον συνάδελφό του από τη Digne και τον Χριστόφορο στις 26 Ιουλίου, για να βρεθεί στην Κρήτη στις 15 Αυγούστου, όπου η νηοπομπή έμεινε τέσσερις ημέρες (Laurent 1971: 173 σημ. 8).

[←63]

Το όνομα τής πόλης παραμένει κενό στο χειρόγραφο δεξιά, αλλά γνωρίζουμε από τα λατινικά έγγραφα ότι ήταν ο Πιέρ ντε Βερσέιγ, επίσκοπος Digne, πόλης ανατολικά τής Αβινιόν και βόρεια τής Μασσαλίας. Αυτό ήταν υπεύθυνος να αναφέρει στον πάπα γι΄ αυτή την αποστολή, καθήκον που εκπλήρωσε κατά τη διάρκεια ακρόασης την 1η Μαρτίου 1438. Ήταν επίσης, κατά τη διάρκεια τής συνόδου, λεγάτος τού πάπα στην αυλή τής Βουργουνδίας, όπου βρισκόταν την 1η Μαΐου 1438. Η Σύνοδος τής Βασιλείας θα τον δίκαζε την άνοιξη (Laurent 1971: 173 σημ. 9).

[←64]

Ο δεσπότης Μορέως Κωνσταντῖνος, τέταρτος γιος τού Μανουήλ Β΄, αδελφός τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ και τελευταίος αυτοκράτορας τού Βυζαντίου (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, 1449-1453). Έχοντας κληθεί στην πρωτεύουσα από τον αδελφό του, τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄, για να τον αντικαταστήσει ως επικεφαλής τού κράτους στη διάρκεια τής απουσίας του, ο Κωνσταντίνος πήγε στην Κάρυστο τής Εύβοιας, για να επιβιβαστεί, την 1η Σεπτεμβρίου, σε ένα από τα πλοία τού παπικού στόλου ο οποίος, ευρισκόμενος καθ ΄οδόν προς Κωνσταντινούπολη, σταμάτησε εκεί. Με έκπληξη συνάντησε εκεί τον Μαρκ Κοντουλμέρ, τον οποίο είχε εξαπατήσει οκτώ χρόνια νωρίτερα. Βλέπε πιο πάνω Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, στήλη 1045 D, 1046 Α στη σημ. 44 (Laurent 1971: 173 σημ. 10).

[←65]

Βαλλιστές: Πολεμιστές εφοδιασμένοι με μηχανικά τόξα (βαλλίστρες), τζαγράτορες στο κείμενο τού Συρόπουλου. Βλέπε και σημ. 79 στο προηγούμενο κεφάλαιο β΄. Στην Κωνσταντινούπολη έφτασαν 300, αριθμός που προβλεπόταν στις συμφωνίες (Laurent 1971: 173 σημ. 11).

[←66]

Ο Laurent 1971: 173 σημ. 12, σημειώνει ότι αν ο συγχρονισμός είναι σωστός, θα υπήρχε βίαιος σεισμός στις 3 ή 24 Σεπτεμβρίου 1437, που δεν αναφέρεται πουθενά. Συνεχίζει γράφοντας ότι είναι λάθος να αμφισβητείται η πραγματικότητα αυτού τού σεισμού καθώς και εκείνων που αναφέρονται εδώ από την άλλη πλευρά, επειδή η συχνότητα αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπληκτική για κάποιον που έχει ζήσει λίγο στην Κωνσταντινούπολη ή στη Θράκη. Ο Συρόπουλος θα μπορούσε μόνο να υπερβάλλει την ένταση τού σεισμού, για να το παρουσιάσει καλύτερα ως αποτέλεσμα θεϊκού θυμού. Αυτό όμως είναι απλώς υπόθεση.

[←67]

Δημήτριος Χρυσολωράς: Γεννήθηκε περί το 1350 και πέθανε μετά το 1416. Ήταν λόγιος κληρικός, θεολόγος, φιλόσοφος, αστρονόμος και πολιτικός, που υπηρέτησε τούς αυτοκράτορες. Ήταν επίσης συγγενής (όχι αδελφός) τού διάσημου ανθρωπιστή Μανουήλ Χρυσολωρά (βλέπε σημ. 47 κεφαλαίου β΄). Η πρὠτη του αποστολή στην υπηρεσία τού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (βασ. 1341-1376) ήταν η συμμετοχή του σε πρεσβεία προς τον Οθωμανό σουλτάνο Μουράτ Α΄. Κατά τη δεκαετία τού 1390 είχε υπηρετήσει στην αυλή τού Ιωάννη Ζ΄ (για τον οποίο βλέπε σημ. 56 πιο κάτω) στη Σηλυβρία. Κατά τη διάρκεια τού ταξιδιού τού Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου στη Δύση (Δεκέμβριος 1399-Ιούνιος 1403) βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη με τον Ιωάννη Ζ΄ και διατηρούσε αλληλογραφία με τον Μανουήλ. Λίγο μετά την επιστροφή τού Μανουήλ, στις 28 Ιουλίου 1403, εκφώνησε ευχαριστήρια ομιλία για την πρώτη επέτειο τής Μάχης τής Άγκυρας (ήττα και σύλληψη τού σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ από τον Ταμερλάνο, βλέπε σημ. 56 πιο κάτω). Από τότε και μέχρι τον Σεπτέμβριο τού 1408 ήταν μεσάζων (βλέπε σημ. 5 κεφαλαίου β΄) τού Ιωάννη Ζ΄ στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, στην υπηρεσία τού Μανουήλ Β΄. Τελευταίο επακριβώς χρονολογημένο γεγονός στη ζωή του ήταν η συμμετοχή του, ως εκπρόσωπος τού αυτοκράτορα, στη σύνοδο που εξέλεξε πατριάρχη τον Ιωσήφ Β΄ τον Απρίλιο-Μάιο τού 1416 (βλέπε πιο πάνω, κεφ. β’ παρ. 3 των Απομννημονευμάτων). Αντίθετα με τον Μανουήλ Χρυσολωρά, διαφωνούσε με την Ένωση των Εκκλησιών. Έγραψε 100 περίπου ανέκδοτες επιστολές προς τον αυτοκράτορα (Εἰς τόν αὐτοκράτορα κύριν Μανουήλ τόν Παλαιολόγον ἐπιστολαί ρ΄), οι οποίες αποτελούν σημαντική πηγή για την ιστορία τής περιόδου.

[←68]

Ο Ἰωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1292–1383) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γιος τού Μιχαήλ Καντακουζηνού, διοικητή τού Μορέως. Υπήρξε στενός φίλος τού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (βασ. 1328-1341) κι ένας από τούς κύριους υποστηρικτές του στη σύγκρουσή του με τον παππού του Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο (βασ. 1282-1328). Το 1328, με την άνοδο τού Ανδρόνικου Γ΄ στον θρόνο, ανατέθηκε στον Ιωάννη η ανωτάτη διοίκηση των υποθέσεων. Όταν πέθανε ο αυτοκράτορας το 1341, ο Ιωάννης Καντακουζηνός παρέμεινε αντιβασιλέας και φρουρός τού γιου τού αυτοκράτορα, τού Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, που ήταν τότε 9 ετών. Παρά την αφοσίωσή του προς τον ανήλικο αυτοκράτορα και τη μητέρα του, την Άννα τής Σαβοΐας, η φιλία του με τον αποθανόντα αυτοκράτορα είχε προκαλέσει τη ζήλια τού πατριάρχη και τού πρώην προστατευόμενού του Αλέξανδρου Απόκαυκου, καθώς και την παράνοια τής βασίλισσας, που τον υποπτευόταν ως σφετεριστή. Έτσι, όταν ο Ιωάννης Καντακουζηνός έφυγε από την Κωνσταντινούπολη για τον Μοριά, οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία ν΄ ανακηρύξουν αυτοκράτορα τον ανήλικο Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο και να διατάξουν τη διάλυση τού στρατού τού Καντακουζηνού. Όταν τα νέα έφτασαν στα στρατεύματα τής Θράκης στο Διδυμότειχο, αυτά ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Καντακουζηνό, πράγμα που σήμαινε την έναρξη εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Ιωάννη Καντακουζηνό και στην αντιβασιλεία τής Κωνσταντινούπολης με επικεφαλής την Άννα τής Σαβοΐας, τον Απόκαυκο και τον πατριάρχη. Ο εμφύλιος κράτησε έξι χρόνια και κατά τη διάρκειά του οι αντιμαχόμενοι προσκαλούσαν σε βοήθεια τούς Σέρβους, τούς Βούλγαρους και τούς Οθωμανούς Τούρκους, ενώ μίσθωναν και τις υπηρεσίες κάθε είδους μισθοφόρων και τυχοδιωκτών. Ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός κατάφερε να οδηγήσει τον πόλεμο σε ευνοϊκή γι΄ αυτόν κατάληξη μόνο με τη βοήθεια των Οθωμανών Τούρκων, με τούς οποίους είχε έρθει σε συμφωνία. Το 1347 εισήλθε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και υποχρέωσε τούς αντιπάλους του σε ρύθμιση, με την οποία γινόταν συναυτοκράτορας με τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο και μόνος διοικητής όσο εκείνος ήταν ανήλικος. Το 1353 έκανε συναυτοκράτορα τον γιο του Ματθαίο Καντακουζηνό. Κατά τη διάρκεια αυτής τής περιόδου η αυτοκρατορία, που είχε ήδη κατακερματιστεί και περιοριστεί σε στενά όρια, δεχόταν επιθέσεις από κάθε πλευρά. Υπήρξε πόλεμος με τούς Γενουάτες και ιδιαίτερα με την αποικία τους στον Γαλατά, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Ξέσπασε και πόλεμος με τούς Σέρβους, οι οποίοι εκείνη την εποχή εγκαθίδρυαν εκτεταμένη αυτοκρατορία στα βορειοδυτικά σύνορα. Τέλος υπήρχε και η επικίνδυνη συμμαχία με τούς Οθωμανούς Τούρκους, οι οποίοι περί το τέλος τής βασιλείας τού Καντακουζηνού εγκαταστάθηκαν μόνιμα για πρώτη φορά στην Ευρώπη, περνώντας από την Καλλίπολη στη Θράκη. Ο Καντακουζηνός ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να καλεί σε βοήθεια αλλοδαπούς στις συγκρούσεις του και καθώς δεν είχε χρήματα για να τούς πληρώσει, τούς παρείχε τη δικαιολογία τής αρπαγής περιοχών τής αυτοκρατορίας. Οι οικονομικοί περιορισμοί που είχε επιβάλει δυσαρεστούσαν από καιρό τούς υπηκόους του και μια ισχυρή παράταξη προτιμούσε πάντοτε τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο. Όταν λοιπόν ο τελευταίος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 1354, η επιτυχία του υπήρξε εύκολη. Ο Καντακουζηνός αποσύρθηκε σε μοναστήρι, όπου πήρε το όνομα Ιωσήφ. Πέθανε στην Πελοπόννησο και τάφηκε από τούς γιους του στον Μυστρά. Το 1367 ως Ιωσήφ ορίστηκε εκπρόσωπος τής Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας στις διαπραγματεύσεις με τον Παύλο Σμύρνης, τον τότε Λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, σε προσπάθεια επανασυμφιλίωσης τής Ανατολικής Ορθόδοξης με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Συμφώνησαν να συγκαλέσουν οικουμενική σύνοδο, με τη συμμετοχή τού πάπα, όλων των πατριαρχών και των επισκόπων και αρχιεπισκόπων των ανατολικών και δυτικών εκκλησιών. Tο σχέδιο αυτό απορρίφθηκε από τον πάπα Ουρβανό Ε΄ (1362-1370) και δεν οδήγησε πουθενά.

[←69]

Η απάντηση αυτή τού Δημητρίου Χρυσολωρά, που δεχόταν ως διάδοχο τού Μανουήλ Β΄ τον γιο του, τον Ιωάννη Η΄, όχι τον ανηψιό του, τον Ιωάννη Ζ΄, συνδέεται με το παρακάτω συνοπτικό ιστορικό.

Ο Μανουήλ Β΄ δεν ήταν πρωτότοκος γιος τού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄. Πρωτότοκος ήταν ο Ανδρόνικος Δ΄. Ο Ανδρόνικος, αν και υπήρξε συναυτοκράτορας με τον πατέρα του από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1350, εξεγέρθηκε όταν ο Οθωμανός σουλτάνος Μουράτ Α΄ εξανάγκασε τον Ιωάννη Ε΄ σε υποτέλεια το 1373. Ο Ανδρόνικος Δ΄ είχε συμμαχήσει με τον γιο τού Μουράτ, τον Σαβτζί μπέη, ο οποίος επίσης επαναστάτησε εναντίον τού πατέρα του. Οι δύο εξεγέρσεις απέτυχαν. Ο Μουράτ Α΄ τύφλωσε τον γιο του και απαίτησε από τον Ιωάννη Ε΄ να τυφλώσει τον Ανδρόνικο Δ΄, αλλά ο Ιωάννης Ε΄ τον τύφλωσε από το ένα μόνο μάτι.

Τον Ιούλιο τού 1376 οι Γενουάτες βοήθησαν τον Ανδρόνικο να δραπετεύσει από τη φυλακή, απ΄ όπου πήγε κατευθείαν στον σουλτάνο Μουράτ Α΄ και συμφώνησε να τού επιστρέψει την Καλλίπολη σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή του. Η Καλλίπολη είχε ανακαταληφθεί από την αυτοκρατορία πριν δέκα χρόνια, με τη βοήθεια τού Αμαδαίου ΣΤ΄, κόμη τής Σαβοΐας. Ο σουλτάνος πρόσφερε στρατιωτική δύναμη, με την οποία ο Ανδρόνικος μπόρεσε ν΄ αναλάβει τον έλεγχο τής Κωνσταντινούπολης, να συλλάβει και να φυλακίσει τον πατέρα του Ιωάννη Ε΄ και τον αδελφό του Μανουήλ.

Όμως ο Ανδρόνικος έκανε το λάθος να ευνοήσει τούς Γενουάτες υπερβολικά, παραχωρώντας τους την Τένεδο. Ο κυβερνήτης τού νησιού αρνήθηκε να το παραδώσει και το μεταβίβασε το 1377 στη Βενετία. Την ίδια χρονιά ο Ανδρόνικος Δ΄ έστεψε συναυτοκράτορα τον νεαρό του γιο Ιωάννη Ζ΄. Όμως το 1379 ο Ιωάννης Ε΄ και ο Μανουήλ δραπέτευσαν στον σουλτάνο Μουράτ και με τη βοήθεια των Ενετών ανέτρεψαν τον Ανδρόνικο στη διάρκεια εκείνης τής χρονιάς. Οι Ενετοί επανέφεραν στον θρόνο τον Ιωάννη Ε΄ και τον Μανουήλ. Ο Ανδρόνικος κατέφυγε στον γενουάτικο Γαλατά, μένοντας εκεί μέχρι το 1381, όταν έγινε και πάλι συναυτοκράτορας και διάδοχος τού θρόνου, παρά την προηγούμενη προδοσία του. Στον Ανδρόνικο Δ΄ δόθηκε επίσης η πόλη τής Σηλυβρίας ως προσωπική επικράτεια. Όμως ο Ανδρόνικος πέθανε εκεί το 1385, πριν από τον πατέρα του, χωρίς να κυβερνήσει ποτέ ως νόμιμος αυτοκράτορας.

Το 1390 ο γιος τού Ανδρόνικου Δ΄ και εγγονός τού Ιωάννη Ε΄, ο Ιωάννης Ζ΄, σφετερίστηκε τον θρόνο για λίγο, αλλά γρήγορα ανατράπηκε. Την ίδια χρονιά ο Ιωάννης Ε΄ διέταξε την ενίσχυση τής Χρυσής Πύλης στην Κωνσταντινούπολη. Με την ολοκλήρωση των έργων ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄, γιος τού Μουράτ Α΄, απαίτησε από τον Ιωάννη Ε΄ την αποξήλωση αυτών των νέων έργων, απειλώντας με πόλεμο και με τύφλωση τού γιου του Μανουήλ, τον οποίο κρατούσε αιχμάλωτο. Ο Ιωάννης Ε΄ συμμορφώθηκε στην εντολή τού σουλτάνου, αλλά λέγεται ότι υπέφερε από αυτή την ταπείνωση και πέθανε αμέσως μετά στις 16 Φεβρουαρίου 1391. Τον Ιωάννη Ε΄ διαδέχθηκε στον θρόνο ο γιος του Μανουήλ Β΄.

Το 1399, ύστερα από πέντε περίπου χρόνια πολιορκίας τής Κωνσταντινούπολης από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ έφυγε για να ζητήσει στρατιωτική βοήθεια στη Δυτική Ευρώπη. Άφησε ως αντιβασιλέα για να υπερασπίζεται την πρωτεύουσα τον ανηψιό του Ιωάννη Ζ΄, τον γιο τού Ανδρόνικου Δ΄. Ο Ιωάννης Ζ΄ εκπλήρωσε καλά τις υποχρεώσεις του, ελπίζοντας σε θαύμα, το οποίο συνέβη όταν ο Βαγιαζήτ Α΄ νικήθηκε από τον Ταμερλάνο στη Μάχη τής Άγκυρας (20 Ιουλίου 1402).

Την ήττα ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος στο οθωμανικό σουλτανάτο, καθώς οι αντιμαχόμενοι Οθωμανοί πρίγκηπες αναζητούσαν την ειρήνη και τη φιλία τής αυτοκρατορίας των Ρωμιών. Εκμεταλλευόμενος αυτή την περίοδο οθωμανικής αδυναμίας, ο Ιωάννης Ζ΄ διαπραγματεύθηκε συνθήκη που εξασφάλιζε την επιστροφή τού μεγαλύτερου μέρους τής τουρκοκρατούμενης ακτής στην ευρωπαϊκή πλευρά τής Προποντίδας, καθώς και ειδική παραχώρηση τής Θεσσαλονίκης, δεσπότης τής οποίας ήταν στο παρελθόν ο Μανουήλ Β΄, πριν από την κατάληψή της από τούς Τούρκους το 1387. Με την επιστροφή τού Μανουήλ Β΄ από το εξωτερικό, o Ιωάννης Ζ΄ τού επέστρεψε ευσυνείδητα την εξουσία και τού επιτράπηκε ν΄ αποσυρθεί στη Θεσσαλονίκη, η οποία είχε προσφάτως παραχωρηθεί στην αυτοκρατορία. Κυβέρνησε εκεί ως ημι-ανεξάρτητος ηγεμόνας για το υπόλοιπο τής ζωής του (1403-1408), χρησιμοποιώντας τον τίτλο «αυτοκράτωρ Θεσσαλίας».

[←70]

Συρόπουλος 3.13: Οἱ τοίνυν ἡμέτεροι πρέσβεις ἐλθόντες ἀνέφερον τῷ βασιλεῖ, ὡς ὁ πάπας συνεβιβάσθη μετὰ τῆς ἐν Βασιλείᾳ συνόδου καὶ ἡνώθησαν καὶ οἱ πλείονες τῶν ἐπισκόπων συνῆλθον καὶ εἰσὶ μετὰ τοῦ πάπα, ἄλλοι δ΄ ἀπῆλθον εἰς τὰ ἴδια καὶ ἡ σύνοδος ἔπαυσε, ἔχει δὲ τὸ κρατος καὶ τὴν ἰσχὺν πᾶσαν ὁ πάπας· διὸ καὶ τὰ κάτεργα καὶ τὰς ἐξόδους ἔστειλεν, ἵνα μετ΄ ἐκείνου συγκροτηθῇ ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος. τὰ αὐτὰ δὲ καὶ τῷ πατριάρχῃ ἀνέφερον καὶ πρὸς πάντας σχεδὸν διεφήμισαν, καὶ μάλιστα ὁ πρὸς τὴν σύνοδον πρέσβις σταλεὶς ὁ Δισύπατος. ἦλθον δὲ καὶ οἱ δηλωθέντες ἐπίσκοποι ὡς πρέσβεις καὶ εἶδον τὸν πατριάρχην κατὰ τὸ ἔθος καὶ εἶπον ταῦτα ἅπερ καὶ οἱ ἡμέτεροι προεκήρυξαν, καὶ ἐζήτουν ἑτοιμάζεσθαι τὸν πατριάρχην πρὸς τὸν κατάπλουν. εἶχον δὲ καὶ τὸν ἐκ τῆς συνόδου ἐνταῦθα περιμείναντα φρὰ Ἰωάννην μεθ΄ ἑαυτῶν, ὅς ἰδὼν τοὺς δύο ἐπισκόπους γνωρίμους ἐκ τῶν συνοδικῶν ὄντας καὶ μὴ εἰδὼς ἀκριβῶς ὅπως προσετέθησαν τῷ πάπᾳ, τοῖς λόγοις ἐκείνων πεισθείς, πρὸς δὲ καὶ γράμμασιν ἐκεῖθεν αὐτῷ σταλεῖσιν ἐξαπατηθείς, συνηγόρησε καὶ αὐτὸς καὶ ἐβεβαίωσε τοὺς λόγους τῶν ἐπισκόπων καὶ πρὸς τὴν ἀποδημίαν ἐκίνει τὸν πατριάρχην. ὁ δὲ λεγάτος, ὅτ΄ ἐκ τῶν τριήρεων ἐκβὰς πρὸς τὴν ἑτοιμασθεῖσαν αὐτῷ οἰκίαν ἀπήρχετο μετὰ τιμῆς καὶ ἀρχόντων βασιλικῶν, προηγεῖτο μὲν αὐτοῦ σταυρός, αὐτὸς δὲ διήρχετο εὐλογῶν ἀδεῶς τοὺς παρατυχόντας, ὅπερ βαρὺ μὲν ἔδοξε πᾶσι, καί τινες τῷ πατριάρχῃ περὶ τούτου ἀνήγγειλαν· ὁ δὲ οὐκ ἠθέλησε λόγον τινὰ ποιήσασθαι περὶ αὐτοῦ, ἀλλ΄ ὁ μεσάζων ὁ Νοταρᾶς συνετῶς ἄγαν τοῦ εὐλογεῖν ἐπέσχεν αὐτόν.

[←71]

Το καλοκαίρι τού 1437 η επαναστατική παράταξη είχε κατορθώσει να ελέγχει απολύτως τη σύνοδο τής Βασιλείας. Έτσι στις 31 Ιουλίου 1437, σε αντίθεση με την επιθυμία τού καρδινάλιου Ιουλιανού Τσεζαρίνι, τού καρδινάλιου Θερβάντες και τού αυτοκράτορα Σίγκισμουντ, διατάχθηκε ο πάπας να εμφανιστεί ενώπιον τής συνόδου και να δώσει εξηγήσεις για την ανυπακοή του, ενώ την 1η Οκτωβρίου τού ίδιου έτους καταγγέλθηκε ως απειθής. Ο πάπας Ευγένιος Δ΄ αντέδρασε σε αυτές τις υπερβολές εκδίδοντας στις 18 Σεπτεμβρίου την παπική βούλλα Doctoris gentium (Διδάσκαλος των εθνών), στην οποία δήλωνε, ότι αν οι συνοδικοί δεν εγκατέλειπαν αυτές τις μεθόδους και δεν περιορίζονταν στην εξέταση τής βοημικής υπόθεσης για περιορισμένο αριθμό ημερών, τότε η σύνοδος θα μεταφερόταν στη Φερράρα. Η σύνοδος απάντησε στις 19 Οκτωβρίου επανεπιβεβαιώνοντας την ανωτερότητα τής γενικής συνόδου απέναντι στον πάπα. Ο καρδινάλιος Ιουλιανός Τσεζαρίνι έκανε μια τελευταία προσπάθεια επανασυμφιλίωσης, αλλ΄ απέτυχε. Συνοδευόμενος λοιπόν απ΄ όλους τούς καρδιναλίους πλην τού Αρλατένσης (Λουϊ Αλεμάν) και από τούς περισσότερους επισκόπους έφυγε από τη Βασιλεία και συνάντησε τον πάπα στη Φερράρα, όπου η σύνοδος είχε οριστικά μεταφερθεί με παπική βούλλα τού Ευγενίου Δ΄ στις 30 Δεκεμβρίου. Από δω και πέρα η σύνοδος τής Βασιλείας έπρεπε να θεωρείται σχισματική. Το μεγαλύτερο μέρος τής Χριστιανικής Δύσης παρέμεινε νομιμόφρον στον πάπα και στη σύνοδο τής Φερράρας. Η Αγγλία, η Καστίλλη και Αραγωνία, το Μιλάνο και η Βαυαρία αποκήρυξαν τη σύνοδο τής Βασιλείας, ενώ η Γαλλία και η Γερμανία, παρότι αναγνώριζαν τον Ευγένιο Δ΄, προτίμησαν να κρατήσουν ουδέτερη στάση.

[←72]

Τούς υποδέχτηκαν με μεγάλη λαμπρότητα στην Αγία Σοφία. Ο επίσκοπος Κορώνης χαιρέτισε το εκκλησίασμα εξ ονόματος τού πάπα κι εκείνος τής Δίγνης εκ μέρους τής Συνόδου. Πρέπει να ήταν η 16η Σεπτεμβρίου (Laurent 1971: 175 σημ. 4).

[←73]

Ο αυτοκράτορας είχε ήδη υποδεχτεί τούς επισκόπους Κορώνης, Πόρτο και Δίγνης στη μονή Αγίου Ιωάννη τής Πέτρας στις 15 Σεπτεμβρίου. Οι απεσταλμένοι από τη Βασιλεία φαίνεται ότι είχαν την ακρόασή τους αργότερα (Laurent 1971: 175 σημ. 5).

[←74]

Κατά τον Laurent 1971: 175 σημ. 6, ο Ιωάννης τής Ραγούσας δικαιολόγησε τη συνεργασία του και τα λόγια του συμφωνούν με τις προθέσεις που τού αποδίδει ο Συρόπουλος.

[←75]

Συρόπουλος 3.14: Ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης πρὸς τὴν ἀποδημίαν παρεσκευάζοντο· οἱ δὲ ἀρχιερεῖς συνήχθησαν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν κελεύσματι βασιλικῷ τε καὶ πατριαρχικῷ, καὶ ὀλίγοι μὲν ἦσαν πρὸς τὸν κατάπλουν πρόθυμοι, οἱ πλείους δ΄ ἠξίουν καὶ καθικέτευον εἰς τὰς ἰδίας ἐκκλησίας προσμένειν, μήποτε διὰ τὴν πρὸς τοὺς Λατίνους ἐπιδημίαν ἤ τῶν ἐκκλησιῶν αὐτῶν ἤ τῆς ἰδίας ζωῆς στερηθῶσιν· ἅ δὴ καὶ ἐς ὕστερον γέγονε. τότε δὴ καὶ αὐτὸς δίς τε καὶ τρὶς ἠξίωσα καὶ ἠδεήθην τοῦ μεσάζοντος τοῦ Νοταρᾶ, ἵνα ἀνενέγκῃ καὶ παρακαλέσῃ τὸν βασιλέα, καὶ εὐεργετήσῃ μοι τὸ καταλειφθῆναι ἐνταῦθα, ὅς καὶ τῷ βασιλεῖ περὶ τούτου ἀνενεγκών μετὰ καί τινων εὐλόγων αἰτιῶν προσθείς, ὅτι· ἔστι καὶ ἐνταῦθα χρεία ἵνα τὸ καθολικὸν κριτήριον ἐνηργῆται, παύσεται δέ, εἰ αὐτὸς ἀπέλθῃ, ἐπεὶ οὐκ ἔχομεν ἄλλον ἴσον αὐτῷ προσθεῖναι, οἱ γὰρ ὄντες μετ΄ αὐτοῦ ὀλίγην εἴδησιν ἔχουσι πρὸς τὸ κρίνειν, ὁ βασιλεὺς οὐδόλως κατένευσε τῇ δεήσει, ἀλλ΄ εἴρηκεν, ὡς· οὐ αὐτόν, οὔτ΄ ἄλλον ἴσον τῷ μεγάλῳ ἐκκλησιάρχῃ καταλείψομεν ἐνθάδε· περὶ δὲ τοῦ κριτηρίου οὗ ποιοῦμαι πολὺν λόγον, ἔφη· οὐδὲ γὰρ παράδοξον, εἰ καὶ ἐλάττῳ τινὰ εὑρήσετε ὑμεῖς, καὶ διενεργῆται τὸ κριτήριον μέχρις ἄν ἔλθομεν. ὡς οὖν ἔμαθον ταῦτα καὶ οὐδὲ παρὰ τοῦ πατριάρχου εὗρον ἔνδοσίν τινα ἤ συγγνώμην, ἐξ ἀνάγκης καὶ ἄκων ἡτοιμαζόμην ὁ δείλαιος, ὡς μὴ ὤφελον.

[←76]

Κατά τον Laurent 1971: 176 σημ. 1, πρόκειται για υπερβολική δήλωση τη συγκεκριμένη στιγμή, δηλαδή το 1445, όταν ο Συρόπουλος έγραφε τα Απομνημονεύματά του, επειδή οι περισσότεροι από τούς υπογράψαντες, που επέστρεψαν στις επαρχίες τους, δεν ανησυχούσαν για κάτι, τουλάχιστον μέχρι το 1453. Έτσι στις 10 Ιουνίου 1440 δέκα μητροπολίτες έψαλαν τη λειτουργία τής Πεντηκοστής στην Αγία Σοφία, μνημονεύοντας τον πάπα. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι που είχαν προαχθεί σε επισκόπους μεταξύ των ετών 1440 και 1453 υπέφεραν από τούς αντιπάλους τής Ένωσης, ενώ έπρεπε να δώσουν και εγγυήσεις υπογράφοντας το διάταγμα τής Φλωρεντίας. Όμως, γράφοντας αυτό, ο Συρόπουλος ήταν κάπως προφήτης, γιατί ο πατριάρχης Ισίδωρος Β΄ (1456-1462), ο οποίος, πριν από την πτώση τής αυτοκρατορίας, όντας μοναχός, είχε αγωνιστεί σκληρά μαζί με τον Σχολάριο εναντίον τής φιλολατινικής πολιτικής τής εξουσίας, είχε καταδικάσει και εκδιώξει όχι μόνο τούς επισκόπους που είχαν μετανοήσει μετά την επιστροφή τους από την Ιταλία και οι οποίοι, όπως ο Νικομηδείας Μακάριος, αναλάμβαναν επικεφαλής τής αντιπολιτευόμενης παράταξης, αλλά και απλούς κληρικούς, των οποίων το μόνο έγκλημα ήταν ότι είχαν συνοδεύσει τον πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ στη Δύση.

[←77]

Φαίνεται ότι ο Συρόπουλος είχε επίσης ορισμένες νομικές ικανότητες και υπηρετούσε ως δικαιοφύλαξ, αφού ως μέγας ἐκκλησιάρχης και δικαιοφύλαξ υπογράφει στην απόφαση (όρο) τής συνόδου (Ὅρος τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς έν Φλωρεντίᾳ γενομένης, στο Concilium Florentinum Documenta et Scriptores, Series B, Volumen V, Pontificium Institutum Orientalium Studiorum, Ρώμη 1953, σελ. 487). Τα καθήκοντα τού δικαιοφύλακος περιλάμβαναν υποθέσεις εκκλησιαστικού χαρακτήρα, αλλά απαιτούσαν γνώσεις αστικού και εκκλησιαστικού δικαίου.

[←78]

Συρόπουλος 3.15: Ἡμέραι παρῆλθον περίπου τὰς πεντεκαίδεκα μετὰ τὴν ἐνθάδε τῶν κατέργων ἐπιδημίαν, καὶ ἀγγελία τις ἦλθεν ὅτι ἔρχονται κάτεργα ἐκ τῆς συνόδου καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν Χίον· εἶπον δὲ τοῦτο οἱ ἡμέτεροι πρὸς τοὺς ἐκ τοῦ πάπα ἐλθόντας. ἐκεῖνοι δέ, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ Δισύπατος, εἶπον ὅτι· ψεῦδός ἐστι τοῦτο· ἡμεῖς γὰρ οἴδαμεν, ὡς οὐκ ἐλεύσονται κάτεργα ἐκ τῆς συνόδου. μετὰ δὲ τὴν τοιαύτην διαλαλίαν, τεσσάρων ἤ πέντε παρελθουσῶν ἡμερῶν, ἤδη ἐφάνησαν ἐρχόμενα τὰ κάτεργα τέσσαρα. ὡς οὖν ἐπληροφορήθη τοῦτο ὁ καπιτάνος τῶν παπικῶν κατέργων, ὅς καὶ ἀνεψιὸς ἦν τοῦ πάπα, Κουντλουμέρης καλούμενος, ἐβουλήθη πόλεμον μετ΄ ἐκείνων συνάψαι. μαθὼν δὲ ταῦτα ὁ βασιλεύς, τὰ μὲν τῆς συνόδου κάτεργα προσέταξε στῆναι περὶ τὸν τοῦ Ὑψωμαθείου αἰγιαλόν, τῷ δὲ Κουντλουμέρῃ διωρίσατο παύσασθαι τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς βουλῆς, ἥν ἐβουλεύσατο ποιῆσαι κατὰ τῶν συνοδικῶν· μηδὲ γὰρ ἐξεῖναι αὐτῷ μάχεσθαι καὶ πολέμους συνάπτειν εἰς τόπον βασιλικόν. ὁ δὲ οὐκ ἐπείσθη, ἀλλὰ διεμηνύσατο τῷ βασιλεῖ, ὅτι ὁρισμὸν ἔχει παρὰ τοῦ πάπα, ἵνα πολεμήσῃ ὅπου ἄν εὕρῃ τὰ κάτεργα τῆς συνόδου, καί, εἰ δυνηθῇ, καταδύσῃ καὶ ἀφανίσῃ αὐτά. ἀλλὰ καὶ οἱ συνοδικοὶ ταῦτα ἀκούσαντες πρὸς πόλεμον παρεσκευάζοντο. οὕτως ἦσαν ἀληθῆ ἅπερ καὶ ὁ λεγάτος καὶ ὁ Κουντλουμέρης καὶ οἱ τοῦ πάπα ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις ἔλεγον. ὥρισε γοῦν ὁ βασιλεύς, ὅτι· εἰ εὕρισκες αὐτὰ ἀλλαχοῦ, ἐποίεις ἄν ὅπερ ἤθελες· νῦν δὲ εἰς τὸν ἐμὸν τόπον, καὶ μάλιστα ἐν τῷ ἡμετέρῳ λιμένι, οὐδεὶς ἔχει ἄδειαν πολέμους συνάπτειν. μόλις οὖν διὰ πολλῶν λόγων καὶ μηνυμάτων κατέπεισε τὸν Κουντλουμέρην καὶ ἡσύχασε· καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν ὥρισε καὶ ἦλθον τὰ συνοδικὰ εἰς τὸν Κυνηγόν.

[←79]

Λάθος αριθμός κατά τον Laurent 1971: 177 σημ. 3, γιατί αφού οι παπικές γαλέρες έφτασαν στις 24 Σεπτεμβρίου, εκείνες τής συνόδου δεν έπρεπε να φτάσουν πριν από τις 14 Οκτωβρίου, ενώ βρίσκονταν κάτω από τα τείχη τής Κωνσταντινούπολης από τις 3 Οκτωβρίου. Στην πραγματικότητα ο στολίσκος τής συνόδου μπήκε στα νερά τού Βοσπόρου ένα μήνα μετά την άφιξη τής πρώτης νηοπομοπής και μόνο εννέα μέρες μετά την έλευση τής δεύτερης.

[←80]

Τα ίδια λόγια ειπώθηκαν από την πλευρά τού επισκόπου Κορώνης, που «επιβεβαίωσε με βεβαιότητα» (certitudinaliter affirmabant): «Τα πλοία τής συνόδου δεν θα έρθουν και η σύνοδος θα παραβιάσει την υπόσχεσή της» (Laurent 1971: 177 σημ. 4).

[←81]

Συγκεκριμένα τέσσερις μεγάλες γαλέρες και μία ελαφρά (quatuor galee magne et una parva, Laurent 1971: 177 σημ. 5).

[←82]

Ο Ἀντόνιο Κοντουλμέρ είχε διοριστεί στις 6 Ιουλίου 1437 από τον θείο του, τον πάπα Ευγένιο Δ΄, γενικός διοικητής των τεσσάρων παπικών γαλερών, που είχαν ναυλωθεί γι΄ αυτή την αποστολή (Laurent 1971: 177 σημ. 6).

[←83]

Κατά τον Laurent 1971: 177 σημ. 7, την ίδια αποφασιστικότητα και την ίδια επιμονή δείχνει και η αναφορά τού Ιωάννη τής Ραγούσας, ενώ ο Ροντρίγκο ντε Μπράγκα παρουσιάζει ιστορία ουσιαστικά πανομοιότυπη με εκείνη τού Συρόπουλου. Ο Κοντουλμέρ προσπάθησε μάταια να εμπλέξει στη ναυμαχία μια γαλέρα τής Φλωρεντίας, πόλης συμμάχου τού πάπα, αλλά η γαλέρα κρύφτηκε και διέφυγε στο Πέρα.

[←84]

Γιαλός Ὑψωμαθείου: Η παραλία τής Προποντίδας στην περιοχή τής Μονής Στουδίου, στη νοτιοδυτική άκρη τής περιτειχισμένης Κωνσταντινούπολης. Η συνοικία ονομάζεται σήμερα Σαμάτυα (ελλ. Ψαμάθεια).

[←85]

Σύμφωνα με τούς απεσταλμένους τής Βασιλείας, την εντολή στον Κοντουλμέρ να βυθίσει τα πλοία τής συνόδου δεν την έδωσε ο πάπας αλλά η Βενετία. Άλλωστε η πλήρης εξουσιοδότηση τού Ευγενίου Δ΄ προς τον διοικητή δεν περιέχει τίποτε τέτοιο. Από την άλλη πλευρά, όπως υποδεικνύει ο Rodrigo de Braga, είναι πιθανό να είχε ο Κοντουλμέρ την εντολή να εμποδίσει τούς αντιπάλους του να βγουν από τα πλοία τους (Laurent 1971: 177 σημ. 9).

[←86]

Ο Λιμήν Κυνηγοῦ βρισκόταν στον Κεράτιο κόλπο, βόρεια από το Φανάρι.

[←87]

Συρόπουλος 3.16: Ἐξῆλθον οὖν οἱ ἐκ τῆς συνόδου πρέσβεις ἐπίσκοποι δύο καὶ γραμματικοὶ καὶ ὁ καπιτάνος αὐτῶν μετὰ καὶ ἑτέρων ἀρχόντων, καὶ εἶδον τὸν βασιλέα·ἦλθον δὲ οἱ αὐτοὶ καὶ πρὸς τὸν πατριάρχην καὶ εἶπον, ὅτι· ἡμεῖς ἐποιήσαμεν ὅσα εἴχομεν ἐν ταῖς συμφωνίαις ἡμῶν· ἐδώκαμεν γὰρ καὶ τὰς πρώτας ἐξόδους, ἐκομίσαμεν δὲ νῦν καὶ τὰς λοιπὰς πρὸς οἰκονομίαν ὑμῶν καὶ τὰ κάτεργα ἐντὸς τοῦ συμπεφωνημένου καιροῦ, καὶ γράμματα καὶ βούλλας ἐλάβομεν ἀπὸ τῶν ῥηγῶν τε καὶ τῶν αὐθεντῶν, ἵνα διέρχησθε διὰ τῶν τόπων αὐτῶν μετὰ πάσης ἀγάπης καὶ ἀναπαύσεως καὶ τιμῆς. καὶ ἀνοίξαντες ἕν κιβώτιον, μεστὸν ἔδειξαν τοῦτο γραμμάτων τε καὶ βουλλῶν· δι΄ ἅ, εἶπον, ὀφείλετε καὶ ὑμεῖς μεθ΄ ἡμῶν πρὸς τὴν σύνοδον παραγενέσθαι. συνῆν δὲ αὐτοῖς καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ τὴν ἀπάτην ὡμολόγησεν, ἥν ἠπατήθη παρὰ τῶν τοῦ πάπα πρέσβεων, καὶ ἠξίου καὶ αὐτὸς μὴ τὰς πρὸς τὴν σύνοδον ἀθετῆσαι συνθήκας. ἔκτοτε γοῦν οἱ μὲν τοῦ πάπα ἐζήτουν ἀπελθεῖν τοὺς ἡμετέρους μετ΄ αὐτῶν πρὸς τὸν πάπαν, οἱ δ΄ αὖ ἐκ τῆς συνόδου ἀνθεῖλκον πρὸς ἑαυτούς. καὶ λόγοι πολλοὶ μεταξὺ τούτων ἐγένοντο.

[←88]

Αναχωρώντας από τη Βασιλεία στις 28 Φεβρουαρίου 1437, η πρεσβεία περιλάμβανε τέσσερις επισκόπους: τον Ιωάννη τού Λύμπεκ, τον Ντελφίνο τής Πάρμας, τον Λούις Αμαράλ τού Βιζέου στην Πορτογαλία και τον Λουδοβίκο τής Λωζάννης, που είχαν διοριστεί στις 25 τού ίδιου μήνα. Για τη χρηματοδότηση αυτού τού ταξιδιού η σύνοδος διοργάνωσε ειδικές αποστολές σε διάφορες πόλεις τής Δύσης, όπως στις Βρυξέλλες. Στην πραγματικότητα ο πρώτος από αυτούς τούς επισκόπους φαίνεται ότι παρέμεινε στην Αβινιόν, όπου βρισκόταν μαζί με τούς συντρόφους του στις 6 Απριλίου. Ο δεύτερος προχώρησε μέχρι τη Γένουα όπου, αφού εφοδιάστηκε στις 18 Αυγούστου, στην περιοχή τού μοναστηριού τού Saint-Benigne, αρνήθηκε να επιβιβαστεί. Οι άλλοι δύο ανέβηκαν σε μία από τις τέσσερις γαλέρες που αποτελούσαν τον στολίσκο και αναχώρησαν αμέσως μετά (Laurent 1971: 178 σημ. 2).

[←89]

Ο Νικόντ ντε Μεντόν, κυβερνήτης τής Νίκαιας (Νις) εξ ονόματος τού δούκα Αμεδαίου Η΄ τής Σαβοΐας, που πήρε στις 19 Νοεμβρίου 1436 σε μεγάλη τελετή, από τα χέρια τού καρδινάλιου Ιουλιανού Τσεζαρίνι, το λάβαρο τής Εκκλησίας και το σκήπτρο τού ναυάρχου. Αναλάμβανε να διατηρεί έτοιμες τις γαλέρες που ήταν απαραίτητες για τη μεταφορά στην Ανατολή τής συνοδικής πρεσβείας, καθώς και σώματος τριακοσίων τοξοτών που θα προσλαμβάνονταν στην Κρήτη. Αναλάμβανε επίσης να φέρει στη Δύση τούς Γραικούς που είχαν οριστεί γι΄ αυτόν τον σκοπό. Όμως οι προετοιμασίες στα λιμάνια τής Προβηγκίας υπήρξαν μακροχρόνιες και γεμάτες περιπέτειες (Laurent 1971: 178 σημ. 3).

[←90]

Οι Πατέρες τής Βασιλείας φαίνεται ότι ήθελαν να εντυπωσιάσουν τούς Γραικούς, στέλνοντάς τους πλούσια και λαμπρή πρεσβεία. Μεταξύ των επισήμων ήσαν ο εκπρόσωπος τού βασιλιά τής Γαλλίας Πιέρ ντυ Μπουά, ο πρεσβευτής τού βασιλιά τής Αραγωνίας Νίκολας Καρμπονέλ και ομάδα αρχόντων. Ο Νικόντ ντε Μεντόν εκπροσωπούσε τον δούκα τής Σαβοΐας. (Laurent 1971: 178 σημ. 4).

[←91]

Ο στόλος βρισκόταν κάτω από τα τείχη τής Κωνσταντινούπολης στις 3 Οκτωβρίου, αλλά δεν μπήκε στο λιμάνι μέχρι την επόμενη μέρα το μεσημέρι, ξεκινώντας με πομπή που κανένας δεν είχε ξαναδεί. Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με την αναφορά των επισκόπων τού Βιζέου και τής Λωζάννης και την επιστολή τού Ροντρίγκο ντε Μπράγκα, ο αυτοκράτορας χορήγησε μια πρώτη ακρόαση στα μέλη τής πρεσβείας, αφού όμως πρώτα δέχτηκε τούς πρέσβεις Νικόντ ντε Μεντόν εκ μέρους τού δουκα τής Σαβοΐας και Πιέρ ντυ Μπουά εκ μέρους τού βασιλιά τής Γαλλίας. Ακολούθησαν οι επισκόποι, οι οποίοι όμως στις 6 και 8 Οκτωβρίου είχαν τη δυνατότητα να εξηγήσουν πλήρως το αντικείμενο τής αποστολής τους. Ο επίσκοπος τής Λωζάννης Λουί ντε λα Παλούντ υπεραπίστηκε την υπόθεση τής συνόδου, χωρίς να μπορέσει, παρά τις ελκυστικές προσφορές, να πείσει τον αυτοκράτορα, ο οποίος είχε ήδη συνδεθεί με τούς απεσταλμένους τού πάπα. (Laurent 1971: 179 σημ. 5).

[←92]

Περιγραφή τής επίσημης ακρόασης η οποία, για ακόμη μία φορά, πραγματοποιήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου στην Αγία Σοφία, ενώπιον πλήθους ανθρώπων και κληρικών. Οι παρατηρήσεις που αναφέρει ο Συρόπουλος πρέπει να έγιναν κατά τη διάρκεια μιας επακόλουθης ιδιωτικής επίσκεψης. Ένα περιστατικό φαίνεται ότι σημάδεψε αυτή την ακρόαση. Σύμφωνα με τον επίσκοπο Δίγνης, όταν οι τής Βασιλείας θέλησαν να μιλήσουν για την Προειδοποίηση (Monitorium) τής Συνόδου εναντίον τού πάπα, ο πατριάρχης, με θέλοντας ν΄ ακούσει τίποτε, σιώπησε τον διερμηνέα (Laurent 1971: 179 σημ. 6).

[←93]

Ο επίσκοπος Κορώνης Χριστόφορος, σε επιστολή στις 20 Οκτωβρίου 1437 προς τον πάπα, υπογραμμίζει την αλλαγή στάσης τού Ιωάννη Ραγούσας, την οποία ο ίδιος εξηγεί σε δική του έκθεση (Laurent 1971: 179 σημ. 7).

[←94]

Συρόπουλος 3.17: Μετὰ γοῦν τῶν ἄλλων εἶπον καὶ τοῦτο, ὅτι οὐκ ἔχουσιν οἱ ἐκ τῆς συνόδου δοῦναι τὰς ἐξόδους, ὅσας οἱ ἐκ τοῦ πάπα πρὸς τὴν οἰκονομίαν τῶν ἐκεῖσε ἀφιξομένων παρέχουσιν. ἐδίδουν γὰρ οὗτοι φλωρία πεντακισχίλια· οἱ δ΄ ἐκ τῆς συνόδου τοῦτο ἀκούσαντες ἔδειξαν πρός τινας τῶν ἀρχόντων χιλιάδας εἴκοσιν, ἅς καὶ παρεῖχον διὰ τὴν οἰκονομίαν, καὶ μάλαγμα ἐπέκεινα φλωρίων χιλιάδων δέκα, καὶ γράμματα ἅπερ εἶχον ἐπιτροπικὰ λαβεῖν ὅσα χρήζουσιν ἐκ τοῦ Γαλατᾶ. ὅτι δὲ ὑστέρησαν κατὰ τὸν καιρόν, ἔλεγον, ὅτι· οὕτως ἡμῖν ἔφη ὁ Δισύπατος, ὅτι· ἀποδέχεται ὁ βασιλεὺς ἵνα εὑρεθῆτε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν κατὰ τὸν ὀκτώβριον μετὰ τὸ συναχθῆναι καὶ τὸν οἶνον ἐντός, μήποτε, ἐλθόντων ὑμῶν πρότερον, γένηται μάχη καὶ ἐναπολειφθῶσι τὰ εἰσοδήματα ἔξω. κατὰ γοῦν τὴν εἰσήγησιν ἐκείνου ἡμεῖς μὲν ἠρξάμεθα ἑτοιμάζειν τὰ κάτεργα μετὰ τὴν ἑορτὴν εὐθὺς τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου· αὐτὸς δὲ προαπῆλθεν εἰς τὸν πάπαν καὶ κατεσκεύασεν ὅσα ἤθελεν.

[←95]

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Ραγούσας ο Χριστόφορος, που είχε επώδυνα μαζέψει 8.000 φλουριά, έφτασε να πει ότι η Σύνοδος τής Βασιλείας δεν θα μπορούσε να προσφέρει τα 30.000 που χρειάζονταν. Σημειώνει επίσης ότι ο παπικός νούντσιος είχε δύο αποφασισμένους οπαδούς μεταξύ των Γραικών: τον ηγούμενο Ισίδωρο (τον μελλοντικό μητροπολίτη Κιέβου) και τον Μανουήλ Δισύπατο (Laurent 1971: 179 σημ. 8).

[←96]

Σύμφωνα με τούς ίδιους τούς απεσταλμένους τής συνόδου, ο Ιωάννης Ραγούσας θα είχε δώσει τις ίδιες συμβουλές, δηλαδή να γνωρίζουν ότι ήταν απαραίτητο να περιμένουν μέχρι να ολοκληρωθεί η συγκομιδή. Μάλιστα ο τελευταίος σημειώνει στην αναφορά του τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να προσφέρει αυτή η καθυστέρηση: «Μετά τη συγκομιδή των φρούτων και των σταφυλιών, επειδή την εποχή τού χειμώνα η πόλη θα παραμένει πιο ελεύθερη και ασφαλής από την πολιορκία των Τούρκων» (tum per frugum et vinorum recollectionem, tum quia civitas liberior remaneret et securior ab obsidione Turcorum tempore hyemis, Laurent 1971: 180 σημ. 1).

[←97]

Η κακή διάθεση που αποπνέει εδώ ο Συρόπουλος για τον Ιωάννη Δισύπατο ταυτίζεται με τις επικρίσεις των Πατέρων τής Συνόδου τής Βασιλείας, που αμφισβήτησαν ότι οι δηλώσεις του ανταποκρίνονταν στις οδηγίες τού αυτοκράτορα του. Μάλιστα ο απεσταλμένος είχε δηλώσει στις 17 Ιουλίου 1437 στη σύνοδο, ότι οι Γραικοί την αναγνώριζαν μόνο στον βαθμό που την διηύθυναν οι διορισμένοι από τον πάπα πρόεδροι και όχι εκείνοι τής ίδιας τής συνέλευσης (Laurent 1971: 180 σημ. 2).

[←98]

Συρόπουλος 3.18: Ὡς οὖν ταῦτα οἱ ἡμέτεροι ἐθεώρουν, ἔλεγον σχεδὸν πάντες, ὅτι οὐ συμφέρει τῷ βασιλεῖ ἀπελθεῖν εἰς τὴν Ἰταλίαν κατὰ τὸν παρόντα καιρόν, καὶ οὐδὲ ἔχει αἰτιάσασθαι αὐτόν, ἕν ὁποιονοῦν μέρος· ἔχει γὰρ αἰτίαν νόμιμον καὶ εὐλογωτάτην εἰπεῖν, ὅτι· ἐπειδὴ ἔχομεν συμφωνίαν ἵνα ὑπάρχωσιν ὅ τε πάπας καὶ ἡ σύνοδος ἡνωμένοι καὶ οὕτως ἵνα ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν οἰκουμενικὴν σύνοδον, ἐκεῖνοι δὲ εἰσὶν ἐσχισμένοι καὶ πρὸς ἀλλήλους μάχονται, ἄπιτε καὶ ὑμεῖς καὶ εἰρηνευσάτωσαν πρῶτον ἐκεῖνοι καὶ ἑνωθήτωσαν, καὶ τότε ἐλευσόμεθα καὶ ἡμεῖς. συνεβούλευον οὖν καὶ πολλοὶ ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ παρὰ τοῦ Θεοῦ γεγονέναι τὸν τοιοῦτον ἐμποδισμὸν ἔλεγον. ἔστεργον δὲ ταῦτα καὶ οἱ συνοδικοί. ἀλλ΄ ὁ βασιλεὺς οὐκ ἠθέλησε παραδέξασθαι τὰ τοιαῦτα.

[←99]

Συμφωνία που έγινε και υπογράφηκε στη Βασιλεία μεταξύ των Γραικών και τής Συνόδου, στην οποία ο πάπας είχε δώσει, στις 20 Ιουλίου 1437, την πλήρη συγκατάθεσή του, με βάση την οποία οι Λατίνοι έπρεπε να δεσμευτούν εκ των προτέρων για την αποκατάσταση τής μεταξύ τους ένωσης (Laurent 1971: 181 σημ. 3).

[←100]

Παρόμοια γράφονται και στην αναφορά τού Ιωάννη τής Ραγούσας, αλλά όχι σε εκείνες των επισκόπων Βιζέου και Λωζάννης. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιωάννης τής Ραγούσας πήρε τα συγχαρητήρια τής συνόδου για τον τρόπο με τον οποίο είχε διεξαγάγει τις μακρές και άτυχες διαπραγματεύσεις του (Laurent 1971: 181 σημ. 4).

[←101]

Συρόπουλος 3.19: Ὡς δὲ εἶδον οἱ συνοδικοὶ συντιθέμενον τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχην ἀπελθεῖν πρὸς τὸν πάπαν, εἶπον, ὅτι· ἡμεῖς λέγομεν περιμένειν τὰ κάτεργα ἡμῶν ἐνταῦθα μέχρι καὶ μηνῶν ἕξ δι΄ ἡμετέρων ἐξόδων· χρησάσθω δὲ τούτοις καὶ ὁ βασιλεὺς εἴ που θελήσειε, καὶ στειλάτω πρὸς τὸν πάπαν καὶ πρὸς τὴν σύνοδον πρέσβιν· δύναται γὰρ ἐντὸς τούτου τοῦ καιροῦ ἀπελθεῖν καὶ ὑποστρέψαι. καὶ εἰ μὲν ὁ πρέσβις ἐλθὼν πληροφορήσει ὅτι εἰρήνευσαν, οὕτω καὶ πρὸς Ἰταλίαν ἀπελθέτω ὁ βασιλεύς· εἰ δ΄ ἐκεῖνοι οὐκ εἰρηνεύσουσιν, ἡμεῖς μὲν τότε ἀπελευσόμεθα, καὶ ὁ βασιλεὺς οἴκοι καθήσθω. ἀλλὰ καὶ ὁ δηλωθεὶς Ἰωάννης εἰς τὸν πατριάρχην ἐλθὼν εἶπεν, ὅτι· ἐγὼ προσέμεινα ταύτῃ τῇ Πόλει ἐπέκεινα τῶν δύο χρόνων καὶ ἀγαπῶ καὶ τὸ συμφέρον τῆς σῆς ἁγιότητος καὶ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς Πόλεως. εἰ οὖν καὶ πρότερον τὰς ἐξόδους κατεβαλόμην ἐγώ, δι΄ ὧν καὶ οἱ ἐνταῦθα συνῆλθον, καὶ παρεκίνουν καὶ τὴν ἡμῶν πρὸς τὴν σύνοδον ἐπιδημίαν, ἀλλὰ νῦν αἰδούμενος καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀναδοχήν, ἥν εὗρον ἀφ΄ ὑμῶν, καὶ τὸ συμφέρον ὑμῖν πεποιούμενος, συμβουλεύω ὅτι οὐ συμφέρει ὑμῖν κατὰ τὸν παρόντα καιρὸν πρὸς ἡμᾶς ἤ πρὸς τὸν πάπαν παραγενέσθαι. τὰ αὐτὰ οὖν ἀνέφερον πρῶτον πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ νῦν δὲ πρὸς τὴν μεγάλην ἁγιωσύνην σου, ὡς φίλον ὑμῶν.

[←102]

Κατά τον Laurent 1971: 181 σημ. 5, πουθενά δεν υπάρχει ίχνος τέτοιων δηλώσεων, ούτε στα γραπτά τού Ιωάννη τής Ραγούσας ούτε αλλού.

[←103]

Συρόπουλος 3.20: Ἐν τούτοις ἔφθασε καὶ ὁ Δισύπατος κῦρ Μανουὴλ παρὰ τοῦ βασιλέως Σιγισμούντου σταλείς, καὶ διὰ τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἐκ τῆς Οὐγγρίας διά τε τῆς Σερβίας καὶ Μακεδονίας σπουδαίως ἐλθὼν καὶ προκινδυνεύσας (ἑαυτόν) ἵνα φθάσῃ καὶ ἐξαγγείλῃ τὴν συμβουλὴν τοῦ τῶν Ἀλαμανῶν βασιλέως· ἐκεῖνος γάρ, ὁ καὶ πρότερον, ὡς δεδήλωται, παρακινῶν καὶ διεγείρων τὸν βασιλέα ἡμῶν πρὸς τὸ σπουδάσαι ποιῆσαι τὴν ἕνωσιν, παρ΄ οὗ καὶ οὗτος μεγίστων ἀγαθῶν καὶ ἀμοιβῶν ἀπολαύσειν ἤλπιζε, συνεβούλευσε νῦν καὶ γράμμασι καὶ λόγοις διὰ τοῦ Δισυπάτου μὴ πρὸς τοὺς Λατίνους ἀπελθεῖν κατὰ τὸν παρόντα καιρόν. ἀλλ΄ ὡς ἔοικεν, οὕτως ἐγκατελείφθημεν, ὥστε ὁρῶντες μὴ βλέπειν καὶ ἀκούοντες μὴ συνιέναι, μήποτε καὶ συνετῶς ἐνστάντες τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν ἄσπιλον διασώζοιμεν.

[←104]

Μανουήλ Δισύπατος: Αδελφός τού Ιωάννη και τού Γεώργιου, είχε ήδη πάρει μέρος σε πρεσβεία στην παπική κούρτη. Ακολούθησε τον αυτοκράτορα στην Ιταλία και αργότερα, τον Φεβρουάριο τού 1448, διαπραγματεύτηκε με τον βασιλιά τής Νάπολης τον γάμο μιας από τις κόρες του με τον μελλοντικό Κωνσταντίνο ΙΑ΄, τότε ακόμη δεσπότη τού Μοριά.

[←105]

Στις 5 Ιουλίου 1437 ο Σίγκισμουντ έκανε γνωστή τη σκέψη του, που ήταν αντίθετη με τα σχέδια των Βυζαντινών. Αντιτασσόταν στη διεξαγωγή τής συνόδου στην Ιταλία και ιδιαίτερα στη Φλωρεντία, προσθέτοντας ότι όλοι σχεδόν οι βασιλείς και οι ηγεμόνες που εκπροσωπούνταν στη Βασιλεία ήσαν τής γνώμης αυτής. Εξαιρουμένων τής Αβινιόν και τής Βασιλείας, που δεν τις ήθελαν οι Βυζαντινοί, σκεφτόταν να προτείνει τη Βούδα. Ο Ιωάννης Η΄, ο οποίος ενδιαφερόταν ουσιαστικά για την παρουσία τού Γερμανού αυτοκράτορα, θα είχε συναινέσει. Όμως ο πάπας δεν επέμενε μόνο να μην εγκαταλείψει την ιταλική χερσόνησο, αλλά αρνήθηκε να αφήσει στον Σίγκισμουντ, ο οποίος τον ρώτησε, τη φροντίδα για την επιλογή τής πόλης στην οποία θα συγκαλούνταν η σύνοδος. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πιθανό ο Γερμανός μονάρχης να είχε αλλάξει γνώμη και να είχε συμβουλεύσει τούς Γραικούς να μην κινηθούν. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, ακόμη κι αν δεν είχε πεθάνει τόσο σύντομα, δεν θα είχε πάει στη Φερράρα. Είχε όμως μεσολαβήσει στους Ενετούς στις 18 Φεβρουαρίου 1437, αν και με περιορισμένη επιτυχία, για να πουλήσουν τέσσερα πλοία για τη μεταφορά των Γραικών (Laurent 1971: 182 σημ. 1).

[←106]

Συρόπουλος 3.21: Οἴμοι ὅτι οὐδ΄ ἀμυδρῶς γοῦν ἐκτραγωδῆσαι τὴν ἐμπεσοῦσαν ἡμῖν τῶν δεινῶν συμφορὰν ἔξεστιν, ἐπεχομένης καὶ τῆς χειρὸς καὶ τῆς γλώττης τῷ μεγέθει τῶν δυσχερῶν καὶ τῇ ἀνοίᾳ τε καὶ αἰσχύνῃ τοῦ γένους· οὕτω γὰρ εἰπεῖν εὐπρεπέστερον· οὐ μόνον γὰρ αἱ τῶν πολλῶν χριστιανῶν καὶ τῶν φίλων, ἀλλὰ καὶ αἱ τῶν ἐχθρῶν συμβουλαὶ συνεφώνουν. τοῦ γὰρ Ἀσὰν κῦρ Παύλου πρέσβεως σταλέντος τότε πρὸς τὸν Ἀμηρᾶν, εἶπον αὐτῷ οἱ βεζήριδες· τί ἔνι τὸ κατεπεῖγον τὸν βασιλέα καὶ ἀπέρχεται πρὸς τοὺς Λατίνους; εἰ ἔχει τινὰ ἀνάγκην, εἰπάτω ταύτην, καὶ ὁ αὐθέντης θεραπεύσει ταύτην· κρείττονα θεραπείαν εὑρήσει ἀπὸ τοῦ αὐθέντου παρὸ ἀπὸ τῶν Λατίνων, καὶ πλέον συμφέρει τῷ βασιλεῖ ἡ φιλία τοῦ Ἀμηρᾶ ἤπερ ἡ τῶν Λατίνων. παραιτησάσθω οὖν τὴν πρὸς Λατίνους ἀποδημίαν καὶ εὑρήσει ὅπερ ἄν ζητήσῃ παρὰ τοῦ αὐθέντου. ἀλλὰ προέβαινεν ὅ ἀπέκειτο, καὶ πάντων αἱ συμβουλαὶ ὡς οὐδὲν ἐλογίζοντο. τὰς μὲν οὖν τῶν συνοδικῶν συμβουλὰς καὶ τὰ κάτεργα τούτων παρῃτήσαντο καὶ ἀπέπεμψαν, μεθ΄ ὧν καὶ ὁ φρὰ Ἰωάννης ἀπεδήμησεν, οἱ δὲ ἡμέτεροι παρεσκευάζοντο μετὰ τῶν ἐκ τοῦ πάπα κατέργων ἐκπλεῦσαι.

[←107]

Παῦλος Ἀσάν: Aρχικά διπλωμάτης στην υπηρεσία τού Βυζαντίου, στη συνέχεια διοικητής τής πρωτεύουσας κατά τη διάρκεια τής συνόδου, πήγε αργότερα στην Πελοπόννησο με τον αδελφό τού Ιωάννη Η΄, τον Δημήτριο, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Θεοδώρα τον Απρίλιο τού 1441, όπως γράφει ο Σφραντζής, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1048C: «Την ίδια μέρα ο Παύλος Ασάν, παίρνοντας την κόρη του Θεοδώρα Ασάνινα, έφυγε από την Πόλη, πήγε στη Μεσημβρία και την έδωσε ως νόμιμη σύζυγο στον δεσπότη κυρ Δημήτριο» (Καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ λαβὼν τὴν αὑτοῦ θυγατέραν Ἀσανῖναν τὴν Θεοδώραν Παῦλος ὁ Ἀσάνης ἔφυγεν ἀπὸ τῆς Πόλεως καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Μεσέμβριαν καὶ δέδωκεν αὐτὴν εἰς νόμιμον γυναῖκα τῷ δεσπότῃ κὺρ ∆ημητρίῳ). Πέθανε λίγο αργότερα την ίδια χρονιά [Σφραντζής ό.π. 1049Α]: «Κατά τη διάρκεια τού οποίου μήνα [Ιανουαρίου] ο Παύλος Ασάν έπαθε φοβερό εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε» (Ἐν ᾧ μηνὶ [Ἰαννουαρίῳ] καὶ ἀποπληξίᾳ δεινῇ περιπεσὼν Παῦλος ὁ Ἀσάνης ἐναπέψυξεν).

[←108]

Κατά τον Ψευδο-Φραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1047ΒC πρέσβης δεν ήταν ο Παύλος Ασάν αλλά ο Ανδρόνικος Ιάγαρις (Ίαγρος):
«Όταν αποφάσισε να αναχωρήσει για τη σύνοδο, στάλθηκε πρέσβυς στον αμηρά ο Ανδρόνικος Ιάγαρις, να αναφέρει αυτό σε εκείνον ως δήθεν σε φίλο και αδελφό. Κι εκείνος απάντησε: «Δεν μου φαίνεται ότι είναι καλό να πάει και να κουραστεί τόσο και να ξοδέψει την περιουσία του. Κι έπειτα, ποιο θα είναι το κέρδος; Εδώ είμαι εγώ υπέρ του, αν χρειάζεται χρήματα για έξοδα και εισόδημα και οτιδήποτε άλλο για ικανοποίησή του, είμαι έτοιμος να τον ικανοποιήσω». Και γινόταν πολλή συζήτηση και σκέψη, αν έπρεπε να ικανοποιηθεί η επιθυμία τού αμηρά ή να αναχωρήσουν αυτοί για τη σύνοδο. Έγινε όμως εκείνο που ήθελε ο αυτοκράτορας ή μάλλον η κακή μας τύχη»
(ὡς ἔκρινεν, ἵνα ἀπέλθῃ εἰς τὴν σύνοδον, ἐστάλη πρὸς τὸν ἀμηρᾶν πρέσβυς Ἀνδρόνικος ὁ Ἴαγρος, δηλῶσαι τοῦτο πρὸς ἐκεῖνον ὡς τάχα φίλον καὶ ἀδελφόν. Κακεῖνος ἀπεκρίνατο, ὅτι οὐ φαίνεταί μοι καλὸν εἶναι, ἵνα ὑπάγῃ καὶ τοσοῦτον μοχθήσῃ καὶ καταναλώσῃ τὸν βίον αὐτοῦ καὶ μετέπειτα τί τὸ κέρδος; Ἰδοὺ ἐγὼ ὑπὲρ αὐτοῦ, εἰ χρείαν ἔχει χρημάτων δι΄ ἔξοδον καὶ εἴσοδον καὶ ἄλλο τι πρὸς θεραπείαν αὑτοῦ, ἕτοιμός εἰμι θεραπεῦσαι αὐτόν. Καὶ ἐγένετο πολὺς λόγος καὶ βουλή, πότερον γένηται τὸ τοῦ ἀμηρᾶ θέλημα, ἢ ἀπελθεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν σύνοδον. Ὅμως ἐγένετο, ὅπερ ἤθελεν ὁ βασιλεὺς ἢ μᾶλλον ἡ κακὴ τύχη).
Δεν είναι δυνατόν να πρόκειται για δύο διαφορετικές πρεσβείες, αφού τα ίδια ακριβώς λόγια αναφέρονται και στις δύο περιπτώσεις.

[←109]

Πρβλ. Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1047:
«Ένα άλλο συμβάν που επιβεβαιώνει την άποψη τού αξιομνημόνευτου πατέρα του είναι το παρακάτω. Όταν [ο κυρ Ιωάννης] αποφάσισε να φύγει για τη σύνοδο, στάλθηκε ο Ανδρόνικος Ιάγαρις ως πρέσβης στον σουλτάνο [Μουράτ], για να τον ενημερώσει για αυτό, δήθεν ως φίλος και αδελφός. Και ο σουλτάνος απάντησε ως εξής: «Δεν μου φαίνεται καλή ιδέα να πάει, να μπει σε τόσους κόπους και να ξοδέψει τόσα χρήματα. Για να κερδίσει τι; Εδώ είμαι εγώ. Αν χρειάζεται ασημένια νομίσματα για έξοδα και εισόδημα ή οτιδήποτε άλλο για τη συντήρησή του, είμαι έτοιμος να τον εξυπηρετήσω». Ακολούθησε μεγάλη συζήτηση, αν έπρεπε να γίνει δεκτή η σύσταση τού σουλτάνου ή να αναχωρήσουν για τη σύνοδο. Και έγινε εκείνο που ήθελε ο αυτοκράτορας ή μάλλον εκείνο που ήθελε η κακή μας τύχη»
(Ἕτερον βεβαιοῦν τήν ποτε βουλὴν τοῦ ἀοιδίμου πατρὸς αὐτοῦ. Ὡς ἐστάθη, ἵνα ἀπέλθῃ εἰς τὴν σύνοδον, ἐστάλη εἰς τὸν ἀμηρᾶν ἀποκρισιάρης Ἀνδρόνικος ὁ Ἴαγρος, δηλῶσαι τοῦτο πρὸς ἐκεῖνον ὡς τάχα φίλον καὶ ἀδελφόν. Κἀκεῖνος ἀπελογήσατο, ὅτι „οὐδέν μοι φαίνεται καλὸν νὰ ὑπάγῃ νὰ κοπιάσῃ τοσοῦτον καὶ νὰ ἐξοδιάσῃ καὶ τὶ νὰ κερδίσῃ; Ἰδοὺ ἐγώ, καὶ ἐὰν ἔχῃ χρείαν καὶ ἄσπρων δι΄ ἔξοδον καὶ εἰσόδημα καὶ ἄλλο τι πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ, ἕτοιμός εἰμι νὰ τὸν θεραπεύσω”. Καὶ ἐγένετο πολὺς λόγος καὶ βουλή, πότερον νὰ γένηται τὸ τοῦ ἀμηρᾶ, ἢ νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὴν σύνοδον. Καὶ ἐγένετο, ὅπερ ἤθελεν ὁ βασιλεὺς ἢ μᾶλλον ἡ κακὴ τύχη).

[←110]

Ο αυτοκράτορας έστειλε στις 25 Οκτωβρίου 1437 στους επισκόπους Βιζέου και Λωζάννης, που είχαν καταφύγει στο Πέρα, επιστολή με την οποία ανακοίνωνε την απόφασή του να πάει στον πάπα και όχι στη σύνοδο, που δεν είχε εκπληρώσει τις μέχρι τότε δεσμεύσεις της. Αλλά αυτή η απόφαση είχε ληφθεί πριν από κάποιο διάστημα, επειδή από τις 20 Οκτωβρίου ο Χριστόφορος είχε ήδη ενημερώσει τον πάπα (Laurent 1971: 183 σημ. 5).

[←111]

Το πλοίο που τον πήρε, σήκωσε άγκυρα την 1η Νοεμβρίου ή στις 2 Νοεμβρίου σύμφωνα με άλλη αναφορά. Η γαλέρα που μετέφερε τούς εκπροσώπους τής συνόδου, αναγκασμένη από τον άνεμο και θαλασσοταραχή να προσεγγίσει στη Χίο στις 8 τού μηνός, επιτάχθηκε από τούς νησιώτες για να πολεμήσει εναντίον των πειρατών. Οι ταξιδιώτες έφυγαν στις 22 Νοεμβρίου με γενουάτικο πλοίο. Αποβιβάστηκαν στο Μονακό στις 15 Δεκεμβρίου και τούς υποδέχθηκαν επίσημα στη Βασιλεία στις 19 Ιανουαρίου 1438. Κατά τη διάρκεια τής αναγκαστικής παραμονής τους στη Χίο, τον Πέρο Ταφούρ, που είχε ναυαγήσει στην ακτή τού νησιού, έσωσε από τη θάλασσα ο επίσκοπος τού Βιζέου. Η αφήγηση που έφτιαξε ο Καταλανός τυχοδιώκτης για τη συνάντησή τους δεν συμφωνεί σε όλα τής τα σημεία με εκείνες τού διασώστη του και τού Ιωάννη τής Ραγούσας (Laurent 1971: 183 σημ. 6).

[←112]

Συρόπουλος 3.22: Ἐκ τῶν ἐν τῇ Πόλει τοίνυν συναθροισθέντων ἀρχιερέων προσκαλεσάμενος ὁ πατριάρχης ἰδίως τοὺς κρείττονας πρὸς τὴν σύνοδον ἑτοιμάζεσθαι, ἀπελθεῖν κατεσκεύασε καὶ αὐτούς, μήτε τοῦ πατριάρχου βουλευσαμένου μετ΄ αὐτῶν ἤ πρότερον, ὡς ἐχρῆν, ἤ καὶ νῦν, εἰ συμφέρει καὶ εἰ πᾶσιν ἀρέσκει πρὸς Λατίνους ἀπελθεῖν καὶ περὶ δογμάτων ἀγωνίζεσθαι, μήτε τῶν ἀρχιερέων αἰτησαμένων βουλεύσασθαι καὶ εἰδέναι εἰ ἐπὶ συμφέροντι ἔσται τοῦτο τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας· εἰ γὰρ οὗτοι οἱ τὸ κρεῖττον μέρος ὄντες τῆς συνόδου καὶ πλείονα τὴν ἰσχύν ὅσον ἀπὸ τοῦ σχήματος καὶ τῆς τάξεως διασώζοντες, βουλὴν περὶ τῶν τοιούτων ἐζήτουν, εἴχομεν ἄν καὶ ἡμεῖς τὰ δέοντα συνεισενέγκειν· ἐπεὶ δὲ οἱ ἀδελφοὶ οὐκ ἀπῄτησαν μετὰ τοῦ σφῶν ἀδελφοῦ βουλεύσαθαι, πῶς οἱ υἱοὶ τῷ πατρὶ ἐζήτουν βουλεύεσθαι; καὶ εἰ οἱ ἀδελφοὶ εἵποντο, ἐξ ἀνάγκης παρείποντο καὶ οἱ υἱοὶ ἑκόντες ἀὲ κοντί γε θυμῷ κατὰ τὸν ποιητήν, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν παρείποντο τῷ ποιμένι ὡς ἄρνες.

[←113]

Από το ἑκών ἀέκοντί γε θυμῷ. Ὁμήρου Ἰλιάς, δ΄ 43.

[←114]

Συρόπουλος 3.23: Τότε καὶ ἀρχιερεῖς ἐχειροτονήθησαν, ὁ κῦρ Μάρκος Ἐφέσου, ὁ κῦρ Διονύσιος Σάρδεων, καὶ ὁ κῦρ Βεσσαρίων Νικαίας, ἵν΄ ὡς πρόκριτοι παρῶσιν ἐν τῇ συνόδῳ. ἐκ γοῦν τῶν ἀρχιερέων, ὅσους ἐξελέξατο ὁ πατριάρχης καὶ παρεγένοντο εἰς τὴν σύνοδον, εἰσὶν οὗτοι· ὁ Ἐφέσου, ὁ Τραπεζοῦντος, ὁ Ἡρακλείας, ὁ Κυζίκου, ὁ Σάρδεων, ὁ Νικομηδείας, ὁ Νικαίας, ὁ Τορνόβου, ὁ Μονεμβασίας, ὁ Λακεδαιμονίας, ὁ Ἀμασείας, ὁ Μιτυλήνης, ὁ Σταυρουπόλεως, ὁ Μολδοβλαχίας, ὁ Ῥόδου, ὁ Μελενίκου, ὁ Δράμας, ὁ Γάννου, ὁ Δρίστρας, ὁ Ἀγχιάλου· ἦλθε δ΄ ἐκεῖσε καὶ ὁ Ῥωσίας μετὰ καὶ ἑνὸς ἐπισκόπου. οὗτοι οὖν ἀπῆλθον καὶ παρῆσαν ἐν τῇ συνόδῳ· τοὺς δὲ λοιποὺς τῶν προσκληθέντων καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐλθόντων ἀρχιερέων κατέλιπεν ἐνταῦθα ὁ πατριάρχης, μήτε τίνος χάριν προσεκλήθησαν εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς καὶ διὰ τί οὐκ ἀπέρχονται καὶ μετ΄ αὐτοῦ, μήτε γνώμας δοῦναι περὶ τοῦ προκειμένου ἀπαιτήσας αὐτούς.

[←115]

Σάρδεων Διονύσιος: Eξέχον μέλος τού μοναστικού περιβάλλοντος τής πρωτεύουσας, διεκπεραίωσε μία τουλάχιστον διπλωματική αποστολή στον Μοριά το 1436, για να συμβιβάσει τούς δύο αδελφούς-δεσπότες, τον Θεόδωρο και τον Κωνσταντίνο. Πρβλ Σφραντζή, Χρονικόν, Patrologia Graeca 156, 1045C:
«Το έτος 6945 [Σεπτέμβριος 1436-Σεπτέμβριος 1437], ο αυτοκράτορας έστειλε πρεσβευτές στον Μοριά τον ευγενή ιερομόναχο Διονύσιο, που έγινε αργότερα μητροπολίτης Σάρδεων, και τον Γεώργιο Δισύπατο. Κατάφεραν να ειρηνεύσουν εν μέρει τους αδελφούς. Τελικά έφτασε κι άλλη πρεσβεία από τον αυτοκράτορα, ο ιερομόναχος και πνευματικός Γρηγόριος, εκείνος που έγινε αργότερα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ο Γεώργιος Δισύπατος για δεύτερη φορά. Πέτυχαν έναν συμβιβασμό: ο αφέντης μου, ο δεσπότης κυρ Κωνσταντίνος, θα επέστρεφε στην Πόλη, ενώ οι δεσπότες κυρ Θεόδωρος και κυρ Θωμάς θα παρέμεναν στον Μοριά»
(Τῷ με-ῳ ἔτει καὶ ἀποκρισιαρίων ἀποσταλέντων παρὰ τοῦ βασιλέως, -ἦσαν δὲ ὁ καλὸς κἀγαθὸς Διονύσιος ἱερομόναχος, ὁ χρηματίσας καὶ μητροπολίτης Σάρδεων, καὶ Δισύπατος Γεώργιος,- τὴν μάχην ἀπὸ μέρους κατεπράϋναν. Τέλος δὲ πάλιν ἄλλων ἐλθόντων ἀποκρισιαρίων τοῦ βασιλέως, Γρηγορίου ἱερομονάχου καὶ πνευματικοῦ, τοῦ χρηματίσαντος ὕστερον καὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καὶ αὐτοῦ δὴ πάλιν Γεωργίου τοῦ Δισυπάτου, συνεβίβασαν, ἵνα ὁ μὲν αὐθέντης μου δεσπότης κὺρ Κωνσταντῖνος ἀπέλθῃ καὶ ἔνι εἰς τὴν πόλιν, ὁ δὲ κὺρ Θεόδωρος καὶ κὺρ Θωμᾶς οἱ δεσπόται εἰς τὸν Μορέαν).
Όπως θα δούμε πιο κάτω (κεφ. ε΄ παρ. 1) ο Διονύσιος θα πεθάνει στη Φερράρα κατά τη διάρκεια τής συνόδου.

[←116]

Ἐφέσου: Ο Μάρκος Ευγενικός (1393-1445). Από το 1304 η Έφεσος (σήμερα Έφες, απέναντι από τη Σάμο) είχε κατακτηθεί από το εμιράτο τού Αϊδινιού (Αϊντίν).

[←117]

Τραπεζοῦντος: Ο Δωρόθεος. Η Τραπεζούς (σήμερα Τράμπζον) παρέμενε πρωτεύουσα τής ομώνυμης αυτοκρατορίας μέχρι το 1461, όταν κατακτήθηκε από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ Πορθητή.

[←118]

Ἡρακλείας: Ο Αντώνιος. που ήταν επίσκοπος όχι τής Ηράκλειας Ποντικής (σήμερα Καραντενίζ Ερεγλί) αλλά τής Ηράκλειας Περίνθου (σήμερα Μάρμαρα Ερεγλισί, δηλαδή Ηράκλεια Προποντίδας), η οποία απέχει οδικά από την Κωνσταντινούπολη 120 περίπου χιλιόμετρα. Όπως διαβάζουμε πιο κάτω στον Συρόπουλο [τμήμ. ιβ, κεφ. στ], μετά την επιστροφή τους στην Κωνσταντινούπολη απέδρασε, περπάτησε νύχτα-μέρα και δεν σταμάτησε πουθενά μέχρι να φτάσει στο Τζούρουλο (σήμερα Τσορλού στην Ανατολική Θράκη), που απέχει 30 περίπου χιλιόμετρα από την Ηράκλεια Πέρινθο (Μάρμαρα Ερεγλισί), στην οποία προφανώς κατευθυνόταν ο Αντώνιος, αφού η Ηράκλεια Ποντική βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά, ανατολικά τής Κωνσταντινούπολης.

[←119]

Κυζίκου: Ο Μητροφάνης. Η Κύζικος (σήμερα Μπαλκίζ κοντά στην Αρτάκη/Έρντεκ) είχε πέσει στους Οθωμανούς τού εμίρη Ορχάν μετά το 1335.

[←120]

Σάρδεων: Ο Διονύσιος. Οι Σάρδεις (σήμερα Σαρτ βορειοανατολικά τής Σμύρνης), καθώς και ολόκληρη η κοιλάδα τού Καΰστρου, είχαν περάσει με συνθήκη από το 1306 στους γαζήδες (ιερούς πολεμιστές) τού Οσμάν, ιδρυτή τού οίκου των Οθωμανών.

[←121]

Νικομηδείας: Ο Μακάριος. Η Νικομήδεια (σήμερα Ιζμίτ στον ανατολικό μυχό τής Προποντίδας) είχε πέσει στους Οθωμανούς τού εμίρη Ορχάν από το 1337.

[←122]

Νικαίας: Ο Βησσαρίων (1403-1472). Η Νίκαια τής Βιθυνίας (σήμερα Ιζνίκ) είχε πέσει στους Οθωμανούς τού εμίρη Ορχάν από το 1331.

[←123]

Τουρνόβου: Ο Ιγνάτιος. To Τούρνοβο (σήμερα Βέλικο Τούρνοβο στη βόρεια Βουλγαρία) είχε πέσει στους Οθωμανούς τού σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ Κεραυνού (Γιλντιρίμ) από το 1393.

[←124]

Μονεμβασίας: Ο Δοσίθεος. Η Μονεμβασία ανήκε στην αυτοκρατορία μέχρι την άλωση τού Μοριά από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ Πορθητή το 1460.

[←125]

Λακεδαιμονίας: Ο Μεθόδιος. Ο Μυστράς ήταν η πρωτεύουσα τού δεσποτάτου Μορέως μέχρι το 1460.

[←126]

Αμασείας: Ο Ιωάσαφ. Η Αμάσεια (σήμερα Αμάσυα στην ενδοχώρα τού Πόντου), που είχε αρχικά κατακτηθεί από τούς Τουρκομάνους Ντανισμέντ εμίρηδες ήδη από το 1075 και στη συνέχεια είχε προσαρτηθεί στο σουλτανάτο των Ρουμ Σελτζούκων τού Ικονίου, είχε περάσει στους Οθωμανούς τού σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ από το 1391.

[←127]

Μυτιλήνης: Ο Δωρόθεος. Η Μυτιλήνη βρισκόταν στην κατοχή των Γενουατών από το 1354. Είχε παραχωρηθεί στον Γενουάτη τυχοδιώκτη Φραντσέσκο Γκαττελούζο από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, σε αντάλλαγμα για τη βοήθειά του στην εκθρόνιση τού συναυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Κατακτήθηκε από τον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ Πορθητή το 1462.

[←128]

Σταυρουπόλεως: Ο Ησαΐας. Η Σταυρούπολη ήταν η αρχαία Αφροδισιάς τής Καρίας, στη θέση τού σημερινού τουρκικού χωριού Γκέϋρε, 230 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά τής Σμύρνης, 100 χιλιόμετρα ανατολικά τής ακτής και 80 περίπου χιλιόμετρα δυτικά τής Λαοδίκειας (Ντενιζλί). Την εποχή τού βιβλίου ανήκε στο σουλτανάτο των Οθωμανών.

[←129]

Μολδοβλαχίας: Ο Δαμιανός. Η επισκοπή Μολδαβίας και Μπουκοβίνα στο Ιάσι ιδρύθηκε το 1386 και αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 1401. Η επισκοπή αυτή ενώθηκε το 1872 με την επισκοπή Ουγγρο-Βλαχίας και σχημάτισαν τη Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία.

[←130]

Ρόδου: Ο Ναθαναήλ. Η Ρόδος είχε καταληφθεί από τούς Καθολικούς Ιωαννίτες Ιππότες το 1309. Παραδόθηκε στους Οθωμανούς τού σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ τού Μεγαλοπρεπούς το 1522.

[←131]

Μελενίκου: Ο Ματθαίος. Το Μελένικο (σήμερα Mέλνικ στη νοτιοδυτική Βουλγαρία, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα) είχε πέσει στους Οθωμανούς τού σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ από το 1395.

[←132]

Δράμας: Ο Δοσίθεος. Η Δράμα είχε πέσει στους Οθωμανούς τού Μουράτ Α΄ από το 1383.

[←133]

Γάννου: Ο Γεννάδιος. Η Γάννος (σήμερα Γκαζικιόϊ στη βόρεια ακτή τής Προποντίδας) είχε κατακτηθεί, μαζί με ολόκληρη την Ανατολική Θράκη, από τούς Οθωμανούς τού Μουράτ Α΄ πριν από το 1370.

[←134]

Δρίστρας: Ο Κάλλιστος. Η Δρίστρα (σήμερα Σιλίστρα, επί τού Δούναβη, στη βορειοανατολική Βουλγαρία) είχε πέσει στους Οθωμανούς τού Βαγιαζήτ Α΄ περί το 1400.

[←135]

Ἀγχιάλου: Ο Σωφρόνιος. Η Αγχίαλος (σήμερα Πομόριε στη βουλγαρική ακτή τής Μαύρης Θάλασσας) εξακολουθούσε τότε ν΄ ανήκει στην αυτοκρατορία. Έπεσε στους Οθωμανούς με την άλωση τής Πόλης το 1453.

[←136]

Ο Ἰσίδωρος (βλέπε σημ. 19 αυτού τού κεφαλαίου) είχε χειροτονηθεί λίγο πριν. Αυτός ο ιεράρχης και οι εκατό περίπου άνθρωποι που αποτελούσαν την ακολουθία του και εκείνη τού άρχοντα που εκπροσωπούσε τον Μεγάλο Δούκα τής Μόσχας Βασίλειο Α΄ (1425-1462), έφτασαν στη Φερράρα στις 18 Αυγούστου (ή στις 20 σύμφωνα με άλλη πηγή), ύστερα από περιπετειώδες ταξίδι, περιγραφή τού οποίου έχει αφήσει ένας ανώνυμος συγγραφέας (Laurent 1971: 184 σημ. 3).

[←137]

Ο Ἀβραάμ επίσκοπος Σούζνταλ, που υπέγραψε στα ρωσικά το διάταγμα τής ένωσης. Ο Laurent 1971: 184 σημ. 4, σημειώνει ότι γρήγορα εξαπλώθηκε η φήμη, ότι ο Ισίδωρος, ο προϊστάμενος τού Αβραάμ, άσκησε πάνω του βία για να τον εξαναγκάσει να υπογράψει, πράγμα που άλλοι θεωρούν αδύνατο, δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι ο Ισίδωρος πριν από οποιαδήποτε πρωτοβουλία συμβουλευόταν την αντιπροσωπεία του. Από την άλλη πλευρά είναι βέβαιο, ότι επιστρέφοντας στη χώρα του ο Αβραάμ προώθησε σκληρή εκστρατεία εναντίον τής ένωσης τής Φλωρεντίας.

[←138]

Οι επίσκοποι τής ανατολικής εκκλησίας που πήραν μέρος στη σύνοδο ανήκαν σε δύο κατηγορίες. Από τη μια μεριά ήσαν εκείνοι που είχαν πραγματικό ποίμνιο και επισκοπή σε πόλεις ή περιοχές που δεν είχαν ακόμη κατακτηθεί από τούς Οθωμανούς (για παράδειγμα οι Τραπεζούντος, Μονεμβασίας, Λακεδαιμονίας, Ρωσίας κλπ.), ενώ από την άλλη υπήρχαν κατ΄ όνομα επίσκοποι κατακτημένων πόλεων (για παράδειγμα Εφέσου, Σάρδεων, Νικομηδείας, Νικαίας κλπ.).

[←139]

Συρόπουλος 3.24: Ἐκ δὲ τῶν ἀρχόντων τῆς Ἐκκλησίας ὁ μέγας σακελλάριος, ὁ μέγας σκευοφύλαξ, ὁ μέγας χαρτοφύλαξ, ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης, ὁ καὶ τῶν παρόντων συγγραφεύς, ὁ πρωτέκδικος, ὁ νομοφύλαξ, καὶ οἱ ἑξῆς ὀφφικιάλιοι ἄρχοντες πάντες σχεδὸν πλὴν τοῦ ἱερομνήμονος, κατασχούσης αὐτὸν ἐνταῦθα νόσου πολυημέρου καὶ δυσθεραπεύτου· ἐκ δὲ τῶν ἱερομονάχων ὁ πνευματικὸς κῦρ Γρηγόριος, ὁ ἡγούμενος τοῦ Παντοκράτορος, ὁ ἡγούμενος τοῦ Καλέως, ὁ ἡγούμενος τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ἱερομόναχος ὁ κῦρ Παχώμιος, ἱερομόναχος ὁ κῦρ Μωϋσῆς ἐκ τῆς Λαύρας, ἱερομόναχος ὁ κῦρ Δωρόθεος ἐκ τοῦ Βατοπαιδίου. οὗτοι ἦσαν οἱ ἐκ τοῦ μέρους τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τὴν σύνοδον ἐκπληροῦντες καὶ οὐ πλείους. παρῆσαν δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς εἴρηται, καὶ ψάλται καὶ πᾶς ὁ κλῆρος σχεδὸν, καί τινες ἱερομόναχοι καὶ μοναχοί. Τούτοις τοίνυν καὶ τοῖς λοιποῖς παρεκελεύσατο ὁ πατριάρχης τοῖς μὲν δι΄ ἑαυτοῦ, τοῖς δὲ καὶ δι΄ ἑτέρων ἑτοιμασθῆναι ἀρχοντικῶς καὶ ἐντίμως ἀπελθεῖν πρὸς τὴν Ἰταλίαν, ὡς οὕτως ἀποδεχομένου τοῦ βασιλέως.

[←140]

Με σπάνιες εξαιρέσεις, κανένας από τούς εκκλησιαστικούς άρχοντες δεν κατονομάζεται σε αυτό το έργο (Laurent 1971: 184 σημ. 5).

[←141]

Μέγας σακελλάριος: Αξιωματούχος υπεύθυνος για τη διαχείριση τής σακέλλης, δηλαδή τού ταμείου τού πατριαρχείου. Εδώ ο Μανουήλ Χρυσοκόκκης.

[←142]

Μέγας σκευοφύλαξ: Ο υπεύθυνος για τη φύλαξη των ιερών σκευών. Εδώ ο Θεόδωρος Ξανθόπουλος. Φαίνεται ότι πέθανε ξαφνικά πριν την πτώση τής Κωνσταντινούπολης (1453), τη στιγμή που άρχιζε να «μετανοεί», όπως παρατηρεί ο Scholarios, Œuvres, III, σ. 395.

[←143]

Μέγας χαρτοφύλαξ: Ο υπεύθυνος για τα έγγραφα και τα αρχεία τού Πατριαρχείου. Εδώ ο Μιχαήλ Βαλσαμών. Κατά τον Laurent 1971: 184 σημ. 8, στη διάρκεια μισού αιώνα, στο πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης υπήρχαν τουλάχιστον τρεις αξιωματούχοι με αυτό το όνομα: α) Ο ιερέας και μέγας σκευοφύλαξ, ο οποίος το 1380 εκπλήρωσε διπλωματική αποστολή στη Ρωσία. β) Ένας διάκονος ο οποίος, από τουλάχιστον τον Φεβρουάριο τού 1394 μέχρι και μετά το 1400, ήταν διαδοχικά πρωτονοτάριος, πρωτέκδικος και μέγας χαρτοφύλαξ. γ) Ο εδώ διάκονος, ο οποίος στις 28 Ιανουαρίου 1429, ήταν ακόμη μόνο μέγας ἐκκλησιάρχης. Ήταν μέγας χαρτοφύλαξ κατά τη διάρκεια τού ταξιδιού στην Ιταλία και θα παρέμενε τέτοιος μέχρι το 1453. Η πολιορκία τής Κωνσταντινούπολης πρέπει να υπήρξε μοιραία γι΄ αυτόν, επειδή δεν επανεμφανίζεται στη σκηνή. Τη θέση του στο πατριαρχείο πήρε ο Αγαλλιανός κατά τη διάρκεια τής αποκατάστασης τής Ορθοδοξίας, τής οποίας ποτέ δεν έπαψε να είναι ένθερμος υπερασπιστής.

[←144]

Μέγας εκκλησιάρχης: Εδώ ο Σίλβεστρος Συρόπουλος.

[←145]

Πρωτέκδικος: Εκκλησιαστικός δικαστής, αρμόδιος για την υπεράσπιση υπόπτων για αδικήματα. Εδώ ο Γεώργιος Καππάδοξ, που πέθανε στο ταξίδι τής επιστροφής (βλέπε πιο κάτω, κεφ. ια΄ παρ. 18).

[←146]

Νομοφύλαξ: Εδώ ο Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός τού Μάρκου Ευγενικού.

[←147]

Ὀφφικιάλιοι: Αξιωματούχοι, από την αντίστοιχη λατινική λέξη (officium-ὀφφίκιον). Το χειρόγραφο γράφει «καί οἱ ἑξῆς ὀφφικιάλιοι…» και ο Laurent μεταφράζει «με λίγα λόγια, όλοι οι επίσημοι άρχοντες…» (en somme tous les archontes…). Φαίνεται πιο πιθανό ότι ο Συρόπουλος έγραφε «καὶ οἱ ἕξ ὀφφικιάλιοι ἄρχοντες, πάντες σχεδὸν πλὴν τοῦ ἱερομνήμονος», αφού έξι άρχοντες έχει μόλις αναφέρει.

[←148]

Ἱερομνήμων: Ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, που γεννήθηκε πάνω-κάτω με την είσοδο τού 15ου αιώνα, χειροτονήθηκε διάκονος το 1425 και είχε από το 1437 το αξίωμα τού ιερομνήμονος, το οποίο διατηρούσε μέχρι το 1454. Ο Αγαλλιανός είχε οριστεί να πάρει μέρος στο ταξίδι στην Ιταλία, αλλά πάσχοντας από ουρική αρθρίτιδα (ποδάγρα) αρρώστησε στις 14 Σεπτεμβρίου, καθώς κατευθυνόταν σε πομπή στην Αγία Σοφία για μια φιλο-λατινική τελετή. Η ασθένεια τον έριξε στο κρεβάτι και τον βασάνισε τόσο πολύ, που εύκολα θα μπορούσε να τον θεωρήσει κανείς ως νεκρό ἄταφο (Patrinellis Agallianos, σελ. 951), μέχρι την ημέρα μετά την αναχώρηση των άλλων για τη Βενετία, οπότε τα πόδια του ανέκτησαν την ευελιξία τους! Είδε, φυσικά, σημάδι από τον ουρανό ότι η εκκλησιαστική ένωση, που θα ολοκληρωνόταν, θα ήταν ψεύτικη μόνο ένωση. Επίσης, αφού ανέλαβε, με εντολή τού πατριάρχη, τις αρμοδιότητες τού μεγάλου χαρτοφύλακα για γάμους κατά τη διάρκεια τής απουσίας τού τελευταίου στην Ιταλία, υπήρξε μετά την επιστροφή των συνοδικών στην Κωνσταντινούπολη ένας από τούς πιο πείσμονες ανθενωτικούς. Προς το 1468 έγινε μητροπολίτης Μηδείας με το όνομα Θεοφάνης. Πέθανε μεταξύ 1470 και 1474 (Laurent 1971: 185 σημ. 11).

[←149]

Πνευματικός κῦρ Γρηγόριος: ο Γρηγόριος Μελισσηνός, που θα γινόταν μέγας πρωτοσύγκελλος κατά τη διάρκεια τής συνόδου (βλέπε πιο κάτω, κεφ. ζ΄ παρ. 30) και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως την περίοδο 1443-1450 ως Γρηγόριος Γ΄ Μάμμας.

[←150]

Ἡγούμενος τοῦ Παντοκράτορος: ο Γερόντιος, που θα υπέγραφε το διάταγμα τής ένωσης και θα απέσυρε αργότερα την υπογραφή του με επιστολή προς τον αυτοκράτορα εναντίον τής συνόδου τής Φλωρεντίας.

[←151]

Ἡγούμενος τοῦ Καλέως: ο Αθανάσιος τής σημ. 39 αυτού τού κεφαλαίου.

[←152]

Ἡγούμενος τοῦ ἁγίου Βασιλείου: ο ιερομόναχος Γερμανός, ο οποίος θα υπέγραφε το διάταγμα τής ένωσης, αλλά για τον οποίο δεν υπάρχει άλλη αναφορά στο έργο τού Συρόπουλου. Κατά τον Σχολάριο, Œuvres, III, σελ. 195, αργότερα «μετενόησεν».

[←153]

Ἱερομόναχος κῦρ Παχώμιος: αυτός ο ιερωμένος θα υπέγραφε το διάταγμα τής ένωσης ως ηγούμενος τού Αγίου Παύλου, θα διατηρούσε τις απόψεις του και θα προαγόταν σε μητροπολίτη Αμασείας. Με την ιδιότητα αυτή θα τού ανετίθετο από τον Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο το 1445 διπλωματική αποστολή στη Βενετία, τη Ρώμη και τη Βουργουνδία. Καθαιρέθηκε από τούς Τούρκους μετά το 1453 και διορίστηκε το 1469 από τη Ρώμη ως ουνίτης επίσκοπος Καφφά. Πέθανε καθ΄ οδόν στις 27 Μαΐου 1470. Ο Σχολάριος, Œuvres, III, σελ. 195, αναγνωρίζει ότι ο Παχώμιος «ἐνέμεινεν», δηλαδή παρέμεινε πιστός στη Σύνοδο τής Φλωρεντίας.

[←154]

Ο Μωϋσῆς τῆς Μεγίστης Λαύρας και ο Δωρόθεος τοῦ Βατοπαιδίου θα υπογράψουν επίσης το διάταγμα τής ένωσης, αλλά θα «μετανοήσουν» (Σχολάριος, Œuvres, III, σελ. 195) Ήσαν αντιστοίχως εκκλησιάρχες στα μοναστήρια τους και είχαν το καθήκον να τα εκπροσωπούν.

[←155]

Όπως διαβάζουμε σε άλλο σημείο τού βιβλίου, το δεκρέτο προέβλεπε την κάλυψη των δαπανών ταξιδιού και διαμονής επτακοσίων ατόμων.

[←156]

Συρόπουλος 3.25: Ἐν ἐκείναις δὲ ταῖς ἡμέραις καθημένου τοῦ πατριάρχου καὶ τὰ πρὸς τὴν ἀποδημίαν διεξιόντος, παρόντων καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων τινῶν, πρὸς δὲ καὶ ἡμῶν, καὶ πάντων δεινὴν ἡγουμένων τὴν μετὰ τῶν Λατίνων συνέλευσιν καὶ συζήτησιν καὶ δειλιώντων μὴ καὶ περὶ τὴν ζωὴν αὐτῶν τινες κινδυνεύσωσιν, ὁ πατριάρχης μηδεμίαν ἡμᾶς ἔχειν δειλίαν παρηγγυᾶτο· ἔλεγε γὰρ πολὺ θάρρος ἔχειν καὶ πληροφορίαν καὶ ἀπὸ γραμμάτων καὶ ἀπὸ λόγων τῶν ἐρχομένων ἐκεῖθεν. ὡς· ἀπελθόντων ἡμῶν ἐκεῖσε σὺν Θεῷ ὑποδέξονται πάντας μετὰ πολλῆς τιμῆς καὶ ἀγάπης καὶ μεγάλως θεραπεύσουσιν ἡμᾶς καὶ ἕξομεν πᾶσαν ἄδειαν καὶ ἐλευθερίαν λέγειν ἅπερ ἄν ἐθέλωμεν, καὶ ἀποδείξομεν τὴν ἡμετέραν δόξαν τῇ τοῦ Χριστοῦ χάριτι καθαρωτάτην καὶ λαμπροτάτην, καὶ ὅσον εἰς τὰ περὶ τῆς δόξης διδάσκαλοι ἐκείνων φανήσονται οἱ ἡμέτεροι. <θαρρῶ δὲ ὅτι> καὶ πεισθήσονται καὶ στέρξουσι τὴν ἡμετέραν δόξαν καὶ οὕτως ἑνωθησόμεθα. πόσων οὖν ἀγαθῶν καὶ στεφάνων ἄξιοι ἐσόμεθα, εἰ τοσοῦτον ἀγαθὸν δι΄ ἡμῶν γένηται, συναιρομένου Θεοῦ; εἰ δὲ τὸ ἡμέτερον οὐ στέρξουσι, πάλιν ὑποστρέψομεν λαμπροὶ λαμπρῶς Θεοῦ χάριτι κηρύξαντες τὴν ἀληθῆ δόξαν καὶ τὴν ἡμῶν κρατύναντες Ἐκκλησίαν καὶ μηδέν τι τῆς ἀληθείας παρασαλεύσαντες. εἰ δὲ καὶ πρὸς βίαν χωρήσουσιν, ἡμεῖς μὲν οὐδόλως τῆς πατρίου καὶ ὑγιοῦς ἡμῶν δόξης ἐκκλινοῦμεν κατά τι, κἄν βασάνους ἡμῖν ἐπαγάγωσιν, ἀλλὰ πάντ΄ ἄν ὑποσταίημεν, ἤ παρασαλεῦσαί τι ὧν παρελάβομεν ἔκ τε τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων, καὶ ἤ μαρτυρικῶς τελειωθησόμεθα, ἤ μάρτυρες ἐσόμεθα τῇ προαιρέσει· καὶ τί κρεῖττον ἔσται τοῦ γενέσθαι με ὡς τὸν ἅγιον Γεώργιον, ἤ ὡς τὸν ἅγιον Δημήτριον; ὁπότερον δ΄ ἄν ἐκ τῶν τριῶν γένοιτο, μεγάλην δόξαν καὶ τιμὴν καὶ σωτηρίαν ψυχικὴν ἡμῖν προξενήσει. διὸ λέγω, ἵνα δῶμεν τὴν πρὸς τὸ θεῖον ἔργον τοῦτο προαίρεσιν καὶ προθυμίαν ἡμῶν τῷ Θεῷ καὶ καταφρονήσωμεν καὶ κόπων καὶ κινδύνων ὑπὲρ αὐτοῦ, κἀκεῖνος δώσει τὴν ἔκβασιν τοῦ πράγματος ἐπὶ τῷ ἡμετέρῳ συμφέροντι. ἀλλ΄ ὅμως οἴδατε ὅτι ἐγὼ ἤμην ὁ δυσχεραίνων ἀεὶ πλέον πάντων ἐπὶ τοῖς τοιούτοις, καὶ μηδόλως συντιθέμενος πρὸς τὸ ἀφικέσθαι ἐς Ἰταλίαν· νῦν δὲ ὁρᾶτε πῶς παρέβλεψα πᾶσαν δυσχέρειαν καὶ δειλίαν, καὶ ἐγενόμην πρόθυμος εἰς αὐτό. νομίζω οὖν εἶναι καὶ τοῦτο τὸ Θεοῦ.

[←157]

Συρόπουλος 3.26: Ταῦτα εἶπε καὶ εἰς πολλοὺς καὶ πολλάκις ἑτοιμαζόμενος καὶ πρὸς τὴν ἀποδημίαν διεγείρων ἡμᾶς· καὶ ἀπελευσόμεθα, ἔλεγε, καὶ ὑποστρέψομεν νικηταὶ τροπαιοῦχοι. ἀλλὰ καὶ τοῖς μὴ προαιρουμένοις ἤ καὶ τοῖς δυσχεραίνουσιν ἀκολουθῆσαι αὐτῷ σφοδρῶς ἠπείλει καὶ τὰ δεινότατα κατ΄ αὐτῶν ἔλεγε πράξειν, εἰ μὴ ἕποιντο· τοῖς δὲ λέγουσι μὴ δύνασθαι ἀπελθεῖν διὰ τὸ περιπεσεῖν χρέεσιν ἔφασκε· μᾶλλον ἐλθέτωσαν, ἵν΄ ἐκεῖθεν καὶ τὰ χρέα αὐτῶν ἀποφλήσωσιν. εἰπόντος δὲ τοῦ Ἡρακλείας· ἰδού ἀπέρχεται ἡ μεγάλη ἁγιωσύνη σου, λοιπὸν ἀκολουθοῦμέν σοι καὶ ἡμεῖς· ἐπεὶ δέ ἐσμεν καλόγηροι, δεῖ καὶ καλογηρικῶς ἀποδημῆσαι ἡμᾶς μετὰ τῶν ῥάσων καὶ τῶν μανδύων καὶ καλογήρων, καθὼς ἔχομεν. τί δεῖ ἡμῖν ἀρχοντικῶν καὶ φιλοτίμων παρασκευῶν; ὁ πατριάρχης ἔφη πρὸς αὐτόν· καλῶς λέγεις, εἴπερ ἤθελεν οὕτω ὁ βασιλεύς· ἀλλ΄ ἐκεῖνος θέλει ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἀπέλθῃ ἐκεῖσε ἐντίμως· φησὶ γάρ, ὡς· εἰ μὲν ἐντίμως ἐκεῖσε φανῇ, τιμηθήσεται καὶ παρ΄ ἐκείνων καὶ ἡμῖν τίμιον ἔσται· εἰ δὲ πενιχρῶς ὀφθῇ, καταφρονηθήσεται καὶ ὡς οὐδὲν παρ΄ ἐκείνοις λογισθήσεται. καὶ εἶπεν ὁ Ἡρακλείας· λοιπὸν δότε ἡμῖν ἐξόδους ἱκανάς, ἵν΄ ἑτοιμασθῶμεν, ὡς θέλετε.

[←158]

Μανδύας: σήμα αξιοπρέπειας και επισκοπικής λειτουργίας με τα τέσσερα κομμάτια τετράγωνου υφάσματος (πώματα) που στόλιζαν τις γωνίες. Πιο κάτω (κεφ. ζ’ παρ. 28), ένα τυπικό επεισόδιο απεικονίζει καλά αυτή την πτυχή των θεσμών (Laurent 1971: 188 σημ. 2).

[←159]

Καλόγεροι: κάθε επίσκοπος ή υψηλός εκκλησιαστικός αξιωματούχος συνοδευόταν στα ταξίδια του από έναν ή δύο μοναχούς, που παρακολουθούσαν τις αποσκευές του και φρόντιζαν για τον εξοπλισμό. Οι πλουσιότεροι είχαν επιπλέον υπηρέτες, όπως ο μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος και άλλοι (Laurent 1971: 188 σημ. 3).

[←160]

Ο Laurent 1971: 188 σημ. 4, λέει ότι ο πατριάρχης είχε δίκιο και παραθέτει την κρίση ενός Λατίνου παρατηρητή:
«Οι Γραικοί φορούσαν μεταξωτά ρούχα ελληνικού τύπου, πολύ πλούσια, ενώ και ο τρόπος των ελληνικών ρούχων φαινόταν πολύ πιο σοβαρός και αξιοπρεπής από εκείνον των Λατίνων αρχιερέων»
(I Greci con abiti di seta al modo greco molto richi, e la maniera degli abiti greci pareva assai più grave e più degna che quella de΄ Prelati latini).

[←161]

Συρόπουλος 3.27: Ὁ δὲ πατριάρχης παρεκελεύσατο ἑτοιμασθῆναι καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη πάντα τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας. δυσχεραινόντων δὲ ἡμῶν καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ λεγόντων· τίς ἡ χρεία τῶν τοσούτων ἱερῶν σκευῶν; ἤ ἐν ποίας τραπέζης μεγέθει ἁπλωθήσονται τὰ τοιαῦτα ἱερὰ τραπεζόφορα; ἤ κατὰ τί συμφέρει κινδυνεύειν καὶ ταῦτα καί, εἰ συμβῇ τι, παραχωρήσει Θεοῦ, ζημιωθῆναι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ στερηθῆναι τοσούτων καὶ τοιούτων ἱερῶν κειμηλίων; εἶπεν ὁ πατράρχης, ὅτι· δώσουσιν ἡμῖν ἕν μοναστήριον, ἐν ᾧ ἔσται καὶ ναὸς μέγας, κἀκεῖ χρήσιμα φανοῦνται ἡμῖν ταῦτα τὰ ἱερά· θαρρῶ δὲ ὅτι διακομίσομεν ἐνταῦθα πάλιν αὐτὰ καὶ μετὰ προσθήκης· εἰ δὲ ἕτερόν τι συμβῇ, συγκινδυνευέτω ἡμῖν καὶ αὐτά. ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ θαλαττίων κινδύνων αὐτά τε καὶ ἡμᾶς πειραθῆναι, τὴν πεῖραν ἔλαβον ταῦτα τοῦ ναυαγίου, ἐπὶ ξηρᾶς ἔτι εὑρισκόμενα ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ· τρία γὰρ τῶν σαθρωθέντων ἱερῶν ῥιπιδίων, ἀντὶ τοῦ ἑδρασθῆναι καὶ εὐτρεπισθῆναι, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ηὐτρεπίσθησαν, πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς ἁγίας τραπέζης τίθεσθαι καὶ τὰ ζωοποιὰ καὶ φρικτὰ καὶ ἄχραντα περικαλύπτειν καὶ ῥιπίζειν μυστήρια κατὰ τὸν τύπον τῶν θείων ἑξαπτερύγων τῶν τῷ Θεῷ παρισταμένων καὶ ταῖς πτέρυξι τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς πόδας ἑαυτῶν κατακαλυπτόντων, τὰ δὲ εἰς διβάμβουλον μετεσκευάσθησαν, τῆς μορφῆς τῶν ἑξαπτερύγων ἀποπτάσης ἤ ἀπελαθείσης εἰπεῖν ἐξ αὐτῶν, καὶ ἀντὶ τοῦ θείᾳ ἐναποτίθεσθαι τραπέζῃ, ὡς ἱερὸν ἀνάθημα, τὸ δὲ λαμπαδουχοῦν περιάγεσθαι ὧδε κακεῖσε, καὶ ὡς ἔτυχεν ἀποτίθεσθαι καὶ ῥιπτεῖσθαι. προοίμιον εἶπεν ἄν τις τοῦτο τῆς ὅσον οὕπω γενησομένης παρεκτροπῆς τοῦ καθαροῦ καὶ ἀκιβδήλου τῆς Ἐκκλησίας δόγματος καὶ τῆς καταστροφῆς τῆς ἐκ τῆς ἀδιαφορίας τῶν προστατῶν φεῦ αὐτῇ ἐπακολουθησάσης.

[←162]

Στο κείμενο ἁγιωτάτη μεγάλη ἐκκλησία είναι η Αγία Σοφία.

[←163]

Ριπίδιον: Ειδικό αντικείμενο (σαν βεντάλια) που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι διάκονοι για να διώχνουν τυχόν έντομα που πετούσαν επάνω από το άγιο ποτήριο, την ώρα τής αγίας αναφοράς.

[←164]

Διβάμβουλον: Μεγάλος κηροστάτης, όπου κατά τις αυτοκρατορικές τελετές καιγόταν μεγάλη λαμπάδα μπροστά στον αυτοκρατορικό θρόνο, η οποία συμβόλιζε την «Ἐλέῳ Θεοῦ» βασιλεία τού αυτοκράτορα.

[←165]

Συρόπουλος 3.28: Ἀλλὰ καὶ ὁ βασιλεὺς τοὺς πολλοὺς ἐκείνους χρυσίνους λαβών, οὕς ὁ Ῥωσίας κῦρ Φώτιος τῷ Παντοκράτορι Χριστῷ ἀφιέρωσεν, εἰς ἰδίας ἐχρήσατο οἰκονομίας καὶ ἐξ αὐτῶν χρυσόπαστον ἐπίβλημα τῷ ἰδίῳ κοιτῶνι κατεσκεύασε καὶ ταῖς τῶν ὀχημάτων αὐτοῦ ἐφεστρίσι χρυσόπαστα σκέπη μετὰ χρυσορροΐσκων, ἵν΄ οὕτω πομπεύων ἐν Ἰταλοῖς μέγας βασιλεὺς παρ΄ ἐκείνων νομίζοιτο. τοιούτοις ἐξιτηρίοις δώροις δεξιώσασθαι τὸ θεῖον οἱ ἡγεμόνες ἡμῶν ηὔξαντο, ὅτε τῆς Κωνσταντίνου ἐξέλθοιεν. οὕτως ὁ κρατῶν τῷ Παντοκράτορι ἀπεδίδου τὰ εὐχαριστήρια, καίτοι γε καὶ παρακλήσεις ἔψαλλον παμπληθεὶ ἔν τε τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῇ σεβασμίᾳ μονῇ τῶν Ὁδηγῶν καὶ ταῖς ἐν ταῖς ὑμνωδίαις αἰτήσεσι προσέθηκαν τὸ· ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ εἰρήνης, εὐοδώσεως, διορθώσεως καὶ ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. ἡμεῖς δ΄ ἐλέγομεν, ὡς· ὁ καταφρονηθεὶς Παντοκράτωρ πῶς ἄν οἴει εὐοδῶσαι τὰς πραξεις τῶν τὰ αὐτοῦ ὑφελομένων; εἰ δὲ μέμφοιτό μοί τις ὡς καθαπτομένῳ τινῶν, μὴ τῆς ἐμῆς προαιρέσεως ἴδιον λογιζέσθω τοῦτο· τῶν γὰρ διαπραξαμένων, οὐ τοῦ διηγουμένου, τὸ πταῖσμα τυγχάνει.

[←166]

Φώτιος Ρωσίας: Βλέπε πιο πάνω σημ. 106 κεφαλαίου β΄.

[←167]

Μονή Παντοκράτορος: Μοναστήρι μέσα στην πόλη (βλέπε κεφ. δ’ σημ. 113). Απομένει να προσδιοριστούν οι δεσμοί που ενώνουν τον μητροπολίτη Ρωσίας, Πελοποννήσιο στην καταγωγή, με αυτό το μοναστήρι. Ίσως ήταν μοναχός εκεί, ακόμη και ηγούμενος, γιατί την εποχή τής προαγωγής του ζούσε συνήθως στην Κωνσταντινούπολη (Laurent 1971: 189 σημ. 9).

[←168]

Κατά τον Laurent 1971: 190 σημ. 1, αυτό το απόσπασμα φαίνεται να δείχνει μια πρακτική αυτοκρατορικής τελετής η οποία, πριν από μεγάλα ταξίδια, οδηγούσε τον ηγεμόνα στην Οδηγήτρια για τις προσευχές τού ταξιδιού. Πιθανώς η πομπή ξεκινούσε από την Αγία Σοφία ή κατέληγε εκεί.

[←169]

Η Μονή Ὁδηγῶν (επίσης Μονή τής Παναγίας τής Οδηγήτριας) στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε κατά την παράδοση από την Αγία Πουλχερία (399-453), κόρη τού αυτοκράτορα Αρκάδιου. Ξαναχτίστηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-867), αλλά μόνο λίγα ερείπια παραμένουν ορατά κοντά στο πάρκο Γκιούλχανε, κάτω από την Αγία Σοφία.

[←170]

Συρόπουλος 3.29: Οἱ δὲ ἐκ τοῦ πάπα ἐπετίθεντο τοῖς ἡμετέροις πρὸς τὴν ἐξέλευσιν κατεπείγοντες καὶ τὰς πεντεκαίδεκα χιλιάδας τῶν φλωρίων εἰς τὰ βασίλεια διεκόμισαν, καὶ ὁ βασιλεὺς διεμηνύσατο τῷ πατριάρχῃ, ἵνα λάβῃ τὰς ἕξ χιλιάδας, καὶ διανείμῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῇ εἰς τὴν σύνοδον ἀπερχομένῃ. ὁ δὲ πατριάρχης ἀπεκρίθη δι΄ ἡμῶν, ὅτι· πολλάκις ὥρισεν ἡ ἁγία βασιλεία σου ἵνα ἑτοιμασθῶσιν οἱ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀρχοντικῶς καὶ ἐντίμως· νῦν δὲ ὁρίζεις ἵνα λάβωσι τὰς ἕξ χιλιάδας. τίσιν οὖν ἀρκέσουσιν αὗται πρὸς οἰκονομίας ἐντίμους, τῇ ἐμῇ ἰδιότητι, σὺν τοῖς ἐν τῷ κελλίῳ μου, τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἤ τοῖς ἄρχουσι τῆς Ἐκκλησίας; πῶς oἰκονομηθήσονται δι΄ αὐτῶν ὡς δεῖ καὶ ἀρχοντικῶς; ἤ τίνος χάριν ἀπὸ τῶν πεντεκαίδεκα χιλιάδων τὰς ἕξ ληψόμεθα; ὁ καθόλου ἀγὼν τῆς τοιαύτης πράξεως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔσται καὶ εἰς αὐτὴν ἀναδραμεῖται καὶ ἡ ἀνάγκη καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων. ἐχρῆν οὖν καὶ τὰ πλείω τῶν φλωρίων περιελθεῖν εἰς αὐτήν. ἀλλ΄ ὅμως ἐγὼ ἤμην ὁ συμβουλεύσας καὶ συνεργήσας ἀπελθεῖν ἡμᾶς εἰς τὸν πάπαν· νῦν οὖν ἐπεὶ τοιαύτη δόσις ἐστί, δεῖ με λοιπὸν μεταβάλλοντα παραγενέσθαι ζητεῖν πρὸς τὴν σύνοδον, μᾶλλον δὲ μηδὲ ἀπελθεῖν ὅλως, μήτε πρὸς τὸν πάπαν, μήτε πρὸς τὴν σύνοδον.

[←171]

Το ποσό αυτό προβλεπόταν στη συμφωνία τού Σεπτεμβρίου 1434. Όμως η πληρωμή του δεν είχε γίνει από τούς απεσταλμένους τής συνόδου, πράγμα που θα χρησιμοποιούσε ο αυτοκράτορας απέναντι στον Ιωάννη τής Ραγούσας, για να αιτιολογήσει την άρνησή του να επιλέξει τη Σύνοδο τής Βασιλείας (Laurent 1971: 190 σημ. 3).

[←172]

Συρόπουλος 3.30: Ἀπεκριθη πρὸς ταῦτα ὁ βασιλεύς· θαυμάζω πῶς λέγει οὕτως ὁ πατριάρχης· ἡμεῖς οὐκ ἐποιήσαμεν παρείσπρακτόν τι εἰς τὸν τοιοῦτον μερισμόν· ἐδώκαμεν γὰρ τῷ ἀδελφῷ μου τῷ δεσπότῃ τὰς δισχιλίας, καὶ οὐκ ἔχει τις εἰπεῖν ὅτι ἐδώκαμεν αὐτῷ πολλά, ἤ ὅτι περισσόν ἐστι τὸ ἐλθεῖν καὶ αὐτὸν μεθ΄ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ὀλίγα εἰσὶ πρὸς οἰκονομίαν αὐτοῦ· καὶ πάντες οἴδασιν ὅτι ἀνάγκη ἐστὶ ἐλθεῖν καὶ αὐτὸν μεθ΄ ἡμῶν. ἐδώκαμεν καὶ χίλια τοῖς ἀποκρισιαρίοις· ἦν δὲ καὶ αὐτὸ ἀναγκαῖον. ἐναπελείφθησαν καὶ αἱ δώδεκα χιλιάδες, καὶ ἐμερίσαμεν αὐτὰς ἐπίσης, καίτοιγε ὀλιγώτερα ἔδει δοῦναι τῇ Ἐκκλησίᾳ· ἡμεῖς γὰρ ἔχομεν πολλὰς ἐξόδους. τὶς δὲ ἡ χρεία ἐλθεῖν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας πολλοὺς καὶ ἀχρείους; ἐλθέτωσαν ὀλιγώτεροι καὶ ἀναγκαῖοι, καὶ ἔσται αὐτὴ ἡ ἔξοδος ἀρκετή. μεμνῆσθαι δὲ χρὴ καὶ τῶν ἐν τῷ δεκρέτῳ· ἔταξαν γὰρ ἐκεῖσε τρέφειν ἑπτακοσίους, καὶ οὐ μὴ θρέψωσιν ἕνα περισσότερον τούτων. δεῖ οὖν εἶναι ἐντεῦθεν ὀλιγωτέρους, ὅτι ἐλεύσονται ἐκεῖ μετὰ τοῦ Ῥωσίας πολλοί. οὐ προσήκει δὲ καὶ τῷ πατριάρχῃ λέγειν μὴ ἐλθεῖν εἰς τὴν σύνοδον· μόλις γὰρ ἄν ἔδει αὐτὸν μὴ συνακολουθῆσαί μοι εἰς τὴν σύνοδον ἀπιόντι, ὅτε ἑώρα με εἰς ἑτέραν μετατιθέμενον δόξαν. πρὸς δὲ ταῦτα εἶπε καὶ ὁ μεσάζων Καντακουζηνός, ὅτι· ὁ αὐθέντης ἡμῶν ὁ βασιλεὺς οὐ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ οἴκοθεν καταναλίσκει πολλά· ἐκ τῶν ἰδίων γὰρ ἑτοιμάζει καὶ τὸ κάτεργον αὐτοῦ καὶ ἄλλα τινά, ἅπερ ἀναγκάζεται ἔχειν πρὸς τὴν τοιαύτην ὁδόν, καὶ οὐκ ἦσαν ἁρμόδιοι νῦν πρὸς τὸν βασιλέα οὗτοι οἱ λόγοι τοῦ πατριάρχου οὐδ΄ εὐπρεπεῖς, ὡς οὐδ΄ ἐμοὶ ἦν ἄν εὐπρεπές, εἰ τοὺς ἐπὶ σκηνῆς ἐκμιμουμένους ἐν ἀγορᾷ.

[←173]

Αυτή η αναγκαιότητα οφειλόταν αναμφισβήτητα στην ταραγμένη φύση τού νεότερου αδελφού, ο οποίος, παίζοντας καλά το τουρκικό χαρτί, θα προξενούσε στη συνέχεια τη χειρότερη αμηχανία στον αυτοκράτορα αδελφό του. Ένα σύντομο χρονικό που αναφέρεται στην αναχώρηση των Γραικών, δηλώνει ρητά ότι ο Δημήτριος πάρθηκε μαζί ὡς ἐπίβουλον τῆς Πόλεως (Laurent 1971: 190 σημ. 5).

[←174]

Ἀποκρισιάριοι: Οι απεσταλμένοι, οι πρεσβευτές.

[←175]

Από τούς 700 Γραικούς (επίσημος αριθμός σύμφωνα με την άδεια ασφαλούς διέλευσης τού Ευγενίου Δ΄), οι οποίοι ήρθαν από την Ανατολή για τη σύνοδο, εκτιμώνται σε 200 εκείνοι που αποτελούσαν την ακολουθία τού πατριάρχη. Σε σύγκριση με τούς 500 που βρίσκονταν γύρω από τον αυτοκράτορα, ο αριθμός αυτός φαίνεται σχετικά μικρός και η παρατήρηση τού Ιωάννη Η΄ μάλλον πρόχειρη. Ο αριθμός αυτός των επτακοσίων καθορίζεται επίσης στο παράρτημα τού διατάγματος Sicut pia Mater τής Συνόδου τής Βασιλείας (Laurent 1971: 191 σημ. 6).

[←176]

Εκατό άτομα, όπως προαναφέρθηκε (σημ. 112 αυτού τού κεφαλαίου).

[←177]

Συρόπουλος 3.31: Ὡς οὖν εἴπομεν ταῦτα τῷ πατριάρχῃ, πάλιν ἐκεῖνος διεμηνύσατο μεθ΄ ἡμῶν, ὅτι· ἐπεὶ ἐμερίσθησαν οὕτως ὡς ὁρίζει ἡ ἁγία βασιλεία σου, ἐγὼ δὲ οὐ δύναμαι, οὐδὲ πρέπει μοι ἀπελθεῖν μετὰ ὀλιγωτέρων, ἐπειδὴ καὶ οἱ λόγοι καὶ οἱ ἀγῶνες πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας γενήσονται — αὐτὸς γὰρ οὐδὲ ἰανιτζάρους παραιτεῖ, καὶ ἐγὼ πῶς οὐκ ἄν ἀπέλθω μετὰ τῆς ἐμῆς τάξεως —λοιπὸν ὅρισον ἵνα ἔχω ἐγὼ ἐξ αὐτῶν ὅσον ἄν σοι φανῇ ἀρκετὸν καὶ ἁρμόδιον πρὸς οἰκονομίαν ἐμοῦ τε καὶ τῶν ἐν τῷ κελλίῳ μου, ἐπεὶ πολλὴν ἔξοδον ἀναγκασθήσομαι ἔχειν καὶ ἐν τῷ κατέργῳ, καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ πρὸς τὴν ἐμὴν ἀποβλέψουσι φιλοτιμίαν. ὅρισον δὲ καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων σού τινας, καὶ μερισάτωσαν τὰ λοιπὰ πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἀλλους τοὺς μεθ΄ ἡμῶν ἐρχομένους.

[←178]

Στο κείμενο ἰανιτζάρους. Είναι ενδιαφέρον ότι για την προσωπική φρουρά τού αυτοκράτορα χρησιμοποιείται τουρκικής προέλευσης λέξη. Οι γενίτσαροι ή γιανίσαροι (τουρκικά γενίσερι, νέοι στρατιώτες) ήσαν επίλεκτα οθωμανικά σώματα, που συγκροτούνταν από αιχμαλώτους πολέμου και παιδιά χριστιανικών οικογενειών.

[←179]

Συρόπουλος 3.32: Μαθὼν δὲ ταῦτα πάλιν ὁ βασιλεὺς δι΄ ἡμῶν, ἀπηγόρευσε μὲν τὸ ἐπιστῆσαί τινας πρὸς τὸν μερισμόν· ὥρισε δὲ ὅτι· εἴς τινας τῶν ἀρχιερέων, οἵτινές εἰσιν εὔποροι, οὐ χρεία ἐστὶ δόσεως πρὸς αὐτούς· ἔχουσι γάρ τινες εἰσόδημα κατ΄ ἔτος ὑπέρπυρα χίλια, καὶ συνῆξαν πολλά, ἐπεὶ πρὸ πολλῶν χρόνων ἐγένοντο ἀρχιερεῖς. ἐκείνοις γοῦν οὐ προσήκει λαβεῖν τι ἀπὸ τῆς παρούσης δόσεως, ἀλλ΄ ὀφείλουσι μᾶλλον αὐτοὶ δοῦναι οἴκοθεν τοῖς μὴ εὐποροῦσιν· ἤ εἰς ποίαν ἄλλην χρείαν εὐλογωτέραν ἤ ἀναγκαιοτέραν ἤ εὐσεβεστέραν καταναλώσουσιν ἅπερ συνῆξαν; δοθήτωσαν οὖν τὰ φλωρία τοῖς λοιποῖς τοῖς μὴ δυναμένοις οἴκοθεν ἑτοιμαισθῆναι, καὶ οὕτως ἔσονται ἀρκετά. εἶτα διέκρινεν ὁ βασιλεύς, ἵνα λάβῃ ὁ πατριάρχης τὰ χίλια φλωρία καὶ ποιήσῃ ὡς θέλει μετὰ τῶν ἐν τῷ κελλίῳ αὐτοῦ· τὰ δὲ πεντακισχίλια μερίσωσιν εἰς τοὺς λοιπούς. ἀλλ΄ ὅμως καὶ μετὰ τοὺς τοιούτους λόγους τοῦ βασιλέως τοῖς πλουσιωτέροις τῶν ἀρχιερέων ἐδόθησαν καὶ πλείονα φλωρία, τοῖς δ΄ ἐνδεεστέροις ἐλάττονα. ὅτε δὲ καὶ ὁ πνευματικὸς ὁ κῦρ Γρηγόριος διεμηνύθη ἑτοιμασθῆναι, εἶπεν, ὅτι· οἶδα ὡς πολλὰ δεινὰ συναντήσουσι καὶ τοῖς εἰς τὴν σύνοδον ἀπιοῦσι καὶ τοῖς ἐνταῦθα καταλειφθησομένοις. εἰ οὖν θέλουσι κἀμὲ συνεκδημεῖν καὶ συναλγεῖν τοῖς κάμνουσιν ἀπελεύσομαι. εἶτα εἶπε καὶ πρός τινα φίλον, ὅτι· κάλλιον ἔσται εἰ καταλείψουσιν ἐμὲ ἐνθάδε· εἰ γὰρ ἐκεῖσε ἀπέλθω, ἅπαν δεινὸν ἐργάσομαι. τοῦ δὲ εἰπόντος· καὶ τίνος χάριν οὐτωσὶ φής; μᾶλλον ἐλθὲ καὶ ποίησον πᾶν καλόν. ὁ δ΄ αὖθις εἶπε· λέγω ἵνα γινώσκητε ὅτι ποιήσω πᾶν κακόν. τοῦτο δὲ ἦν προαναφώνησίς τις ὡς ἔοικε, τῶν ἐς ὕστερον γεγονότων. εἶτα μηνύσατο ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης τοῖς τοποτηρηταῖς μετ΄ ἐμοῦ τε καὶ τοῦ Χρυσοκεφάλου ἵνα ἀναδέξωνται τὴν τοποτήρησιν τῶν πατριαρχῶν, καὶ ἐδώκαμεν αὐτοῖς καὶ τὰ γράμματα, τοῦ μὲν Ἀλεξανδρείας τῷ Ἡρακλείας, τοῦ δ΄ Ἀντιοχείας τῷ πνευματικῷ κυρίῳ Γρηγορίῳ μετὰ τοῦ Ῥωσίας, ὄτε ἐνδημήσει, καὶ τοῦ Ἱεροσολύμων τῷ Ἐφέσου καὶ τῷ Σάρδεων, καὶ ἔστερξαν καὶ ἐδέξαντο ταῦτα. μετὰ δὲ τὴν διανομὴν τῶν φλωρίων ἡτοιμάσθησαν πάντες καὶ τὴν προθεσμίαν ἐξεδέχοντο τῆς ἀποδημίας. προσήκει λοιπὸν καί τινα τῶν γεγονότων ἐν τῇ διαποντίῳ ὁδῷ προσθεῖναι τῷ διηγήματι.

[←180]

Χρυσοκέφαλος: Aυτοκρατορικός αξιωματούχος, ονομαζόμενος Ιωάννης, αναφέρεται πιο κάτω (κεφ. δ’, παρ. 43 και 44) με το ίδιο αξἰωμα. Ένας συνονόματος Ιωάννης Χρυσοκέφαλος αναφέρεται ως αντιγραφέας σε μη προσδιοριζόμενη ημερομηνία. Πάνω απ΄ όλους ένας άλλος Χρυσοκέφαλος, ο Ματθαίος, γονέας σχεδόν σίγουρα, εμφανίζεται στις αρχές τού 15ου αιώνα ως συνδεόμενος με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ (Laurent 1971: 194 σημ. 1).

[←181]

Αυτή η υπόθεση των τοποτηρητών των πατριαρχών, που επανεξετάστηκε τρεις ή τέσσερις φορές, συντήρησε τη διαφωνία μεταξύ των κύριων μητροπολιτών, μέχρις ότου ο θάνατος τού Σάρδεων Διονυσίου, επέτρεψε στον αυτοκράτορα να ηρεμήσει τούς πιο δύσπιστους.

error: Content is protected !!
Scroll to Top